← Κύπρος

ΔΩΡΟΘΕΑ ΤΟΜΠΑΖΟΥ ν. G.J.K. HEALTHPHARMA SERVICES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 751/2011, 29/5/2015

ΔΩΡΟΘΕΑ ΤΟΜΠΑΖΟΥ ν. G.J.K. HEALTHPHARMA SERVICES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 751/2011, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Χατζηγαβριήλ και Κ. Χριστοδούλου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 751/2011 Μεταξύ: ΔΩΡΟΘΕΑ ΤΟΜΠΑΖΟΥ Αιτήτρια -και- G.J.K. HEALTHPHARMA SERVICES LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 29η Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Θ. Ανδρέου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Ι. Θεοδοσίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως πωλήτρια στον τομέα αισθητικής. Είναι η θέση της, όπως αυτή προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι στις 20.1.2011 οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιο-λόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη και ή άδικη και ή αδικαιολόγητη απόλυση καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Αξιώνει επίσης το ποσό των €1.113 που αντιπροσωπεύει δεδουλευμένα ημερομίσθια για τον μήνα Ιανουάριο 2011, αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδειας. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι απόλυσαν ή εξανάγκασαν την Αιτήτρια σε απόλυση και, επομένως, ότι νομιμοποιείται στις αιτούμενες αποζημιώσεις ή ποσά. Διατείνονται ότι η συμπεριφοράς τόσο των ιδίων όσο και των διευθυντών τους ήταν πάντοτε άψογη έναντι της Αιτήτριας και πάντοτε προσπαθούσαν να βρουν λύσεις στα όποια προβλήματα την απασχολούσαν. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου:
  1. Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου
  2. Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια προβάλλει ως ισχυρισμό την απόλυση της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι και στην περίπτωση ακόμη που οι Καθ' ων η αίτηση δεν τερμάτιζαν μονομερώς την απασχόληση της, η συμπεριφορά και στάση που επέδει-ξαν έναντι της ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό σε παραίτηση. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια οικιοθελώς εγκατέλειψε την απασχόληση της. Ως εκ τούτου, έχουσα η Αιτήτρια το βάρους απόδειξης του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησης της, παρουσίασε πρώτη την υπόθεση της παραθέτοντας την προσωπική της μαρτυρία. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ο Γιώργος Καΐμης. Παράλληλα, κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέ-σουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση και ή προώθηση ειδών αισθητικής και καλλυντικών. Η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ως πωλήτρια στον τομέα αισθητικής, από τον Αύγουστο 2001 μέχρι τις 20.1.2011 που η απασχόληση της διακόπηκε, υπό συνθήκες οι οποίες αμφισβητούνται. Η συμφωνία απασχόλησης της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση, οι όροι απασχόλησης της, οι ευθύνες και υποχρεώσεις της, επιβεβαιώνονται και ή περιέ-χονται σε έγγραφα που τιτλοφορούνται ως «πολιτική παρακολούθησης πελατών και εισπράξεων από τους πωλητές» και «περιγραφή θέσης εργασίας - πωλήτριας τομέα αισθητικής» [Τεκ.1(α)(β)] καθώς και από τις καταστάσεις πληρωμών που εκδίδονταν κάθε μήνα στο όνομα της (Τεκ.2). Με βάση τα εν λόγω έγγραφα, μέρος των καθηκόντων της ήταν η εξεύρεση και δημιουργία πελατολογίου και ή χαρτοφυλακίου, με σκοπό την προώθηση και πώληση προϊόντων και υπηρεσιών των Καθ' ων η αίτηση που ανήκαν στο τομέα αισθητικής, η εξυπηρέτηση του πελατολογίου και οι εισπράξεις από τις πωλήσεις. Για την εξυπηρέτηση των πελατών οι Καθ' ων η αίτηση παρείχαν στην Αιτήτρια υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Ο βασικός ακαθάριστος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στα €639.02 μηνιαίως. Πρόσθετα λάμβανε 13ο μισθό, επί τη βάσει του τελευταίου βασικού της μισθού και προμήθεια. Το ύψος της προμήθειας που λάμβανε η Αιτήτριας ανερχόταν περίπου στα €10.000 ετησίως. Για σκοπούς του Νόμου οι απολαβές της συμφωνήθηκαν στα €341 εβδομαδιαίως. Επί των εν λόγω γεγονότων το Δικαστήριο προβαίνει και σε αναλογία ευρήματα. Μαρτυρία Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ. Α) επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το πελατολόγιο και ή χαρτοφυλάκιο δημιουργήθηκε από την ίδια και για σκοπούς προμήθειας αναγνωριζόταν ότι ανήκε στην ίδια. Επίσης ότι η προμήθεια που λάμβανε ανερχόταν στο 5% επί των μηνιαίων εισπράξεων και πωλήσεων, με βάση το πελατολόγιο και ή χαρτοφυλάκιο της, που οι Καθ' ων η αίτηση παρουσίαζαν στα βιβλία τους και κοινοποιούσαν στην ίδια με καταστάσεις και συγκεκριμένο κωδικό. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι στις 20.10.2010 άρχισε η εγκυμοσύνη της, γεγονός που κοινοποίησε στους Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα στον Γ. Καΐμη περί τα τέλη του ίδιου μήνα. Έκτοτε η συμπεριφορά και στάση των Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα του Γ. Καΐμη άρχισε να γίνεται επιθετική και ανάρμοστη απέναντι της και απαιτούσαν έντονα από την ίδια να παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και να συγκατατεθεί στη μεταφορά του χαρτοφυλακίου και πελατολογίου της σε άλλη υπάλληλο κατά ή περί τις αρχές Ιανουαρίου 2011 και ή κατά ή περί την περίοδο από 10.1.2011 μέχρι 14.1.2011 προφορικά και ή με μήνυμα και ή με μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της. Παρά τις αντιδράσεις της ιδίας, οι Καθ' ων η αίτηση και δη ο Γ. Καΐμης συνέχισαν να επιδεικνύουν την ίδια εχθρική στάση και συμπεριφορά και την καλούσαν καθημε-ρινώς όπως παραδώσει τα κλειδιά του οχήματος και το χαρτοφυλάκιο. Τότε ζήτησε όπως της κοινοποιήσουν γραπτώς τις θέσεις τους και δεσμευτούν ότι δεν θα υπάρξει μείωση των εισοδημάτων της και ότι με την επιστροφή της από την άδεια εγκυμοσύνης θα συνέχιζε να εργάζεται με τους ίδιους όρους και τις ίδιες συνθήκες και θα της παραδιδόταν πίσω το χαρτοφυλάκιο και ή πελατολόγιο της. Επίσης, προθυμοποιήθηκε, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, να βοηθήσει στην εξυπηρέτη-ση του πελατολογίου της, όσο μπορούσε, καθ' ον χρόνο θα βρισκόταν με άδεια εγκυμοσύνης και ή άδεια ασθενείας. Σκοπεύοντας προφανώς οι Καθ' ων η αίτηση και δη ο Γ. Καΐμης να την εξαναγκά-σουν σε παραίτηση, αρνήθηκαν τις εύλογες απαιτήσεις της και κατά ή περί τις 20.1.2011 ο Γ. Καΐμης την κάλεσε στο γραφείο του όπου με έντονο ύφος απαίτησε όπως παραδώσει αμέσως τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τη λίστα του χαρτοφυλακίου και ρητά την κάλεσε όπως αποχωρήσει από την Εταιρεία και να φύγει. Είναι η θέση της ότι και στην περίπτωση ακόμη που οι Καθ' ων η αίτηση δεν προχωρούσαν μονομερώς στην απόλυση της, οπωσδήποτε η όλη συμπεριφορά και στάση των Καθ' ων η αίτηση θα δικαιολογούσε εξαναγκασμό σε παραίτηση αφού εκβιαστικά ζητούσαν από την ίδια να συμμορφωθεί με τις παράλογες και αντι-συμβατικές απαιτήσεις τους, αλλά και διότι με την ανάρμοστη συμπεριφορά τους, με φωνασκίες και εχθρική στάση, ουσιαστικά της ασκούσαν ψυχολογική πίεση. Αντιδρώντας άμεσα η Αιτήτρια, στις 27.1.2011 κοινοποίησε επιστολή προς τους Καθ' ων η αίτηση μέσω του δικηγόρου της ισχυριζόμενη ότι η απασχόληση της τερματίστηκε παράνομα, μονομερώς και άνευ νομίμου προειδοποίησης, κατά παράβαση του Νόμου και του περί Μητρότητας Νόμου. Σε απαντητική επιστολή που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ουδέποτε απέλυσαν την Αιτήτρια και ότι μέχρι την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής του δικηγόρου της, πίστευαν ότι ασθενούσε ως συνέβη πλειστάκις στο πρόσφατο παρελθόν. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι στα Τεκ.1(α) και 1(β), το περιεχόμενο των οποίων επιβεβαίωσε με την υπογραφή της, εμπεριέχονται το πλαίσιο και οι όροι απασχό-λησης της. Δεν αμφισβήτησε τη θέση της άλλης πλευράς ότι η αυξομείωση του πελατολογίου κάθε πωλητή βρισκόταν στη διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε όμως ότι για τη δική της περίπτωση, στη δεδομένη στιγμή που ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της, η συμπεριφορά των εργοδοτών της είχε αλλάξει. Επέμενε ότι για την εγκυμοσύνη της ενημέρωσε προφορικά και τους δύο διευθυντές των Καθ' ων η αίτηση πριν τις 20.11.2010 που προσκόμισε το ιατρικό πιστοποιητικό. Περαιτέρω δεν αμφισβήτησε ότι από τον Νοέμβριο απουσίασε αρκετές ήμερες από την εργασία της και ότι το πελατολόγιο που ήταν υπό την ευθύνη της εξυπηρετείτο από άλλες πωλήτριες. Ενώ παραδέχθηκε ότι διαμοιραζόταν μαζί με τις τελευταίες την προμήθεια εντούτοις ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για ένα πολύ μικρό εισόδημα και τούτο γιατί οι κοπέλες αυτές δεν ήταν ικανές να εισπράξουν και ούτε έχαιραν της εμπιστοσύνης των πελατών. Αφού της υπεδείχθη ότι τον μήνα Δεκέμβριο για 3 μέρες εργασίας το εισόδημα της ανήλθε στα €600, αυτή διαφώνησε. Περαιτέρω αφού της υποβλήθηκε ότι οι Εργοδότες της είχαν όλη την καλή διάθεση να τη βοηθήσουν και ότι της πρότειναν να συνεχίσουν με το ίδιο σύστημα που ακολούθη-σαν τον Δεκέμβριο, να διενεργούν δηλαδή οι συνάδελφοι της τις εισπράξεις και πωλήσεις και να λαμβάνουν από ½ των εισπράξεων, αυτή διαφώνησε. Επέμενε ότι στις 20.1.2011 ο Γ. Καΐμης ήταν πολύ εκνευρισμένος και ότι με έντονο ύφος την κάλεσε να παραδώσει το πελατολόγιο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου και να φύγει. Αφού της υποβλήθηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα προτού αποχωρήσει προέβη σε αγορές προϊόντων από την Εταιρεία απάντησε ότι δεν θυμάται νομίζει πως όχι. Επί των ιδίων θεμάτων κατέθεσε και ο Διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση Γιώργος Καΐμης, με γραπτή δήλωση που κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του (Τεκ.Β). Περιληπτικά, ήταν η εκδοχή του μάρτυρα, ότι η εξυπηρέτηση / παρακο-λούθηση των πελατών γινόταν με βάση το σχετικό έντυπο που τιτλοφορείται ως «Πολιτική παρακολούθησης πελατών και εισπράξεων από πελάτες» [Τεκ.1(β)] το περιεχόμενο του οποίου η Αιτήτρια επιβεβαίωσε με την υπογραφή της. Με βάση το εν λόγω έγγραφο, το πελατολόγιο που είχε αναλάβει να παρακολουθεί και εξυπηρετεί η Αιτήτρια καθοριζόταν από την ίδια την Εταιρεία. Ο ίδιος ως προϊστάμενος των πωλητών, σταδιακά και σε τακτά χρονικά διαστήματα παρείχε στην Αιτήτρια λίστες υφιστάμε-νων πελατών και προσώπων που ενδιαφέρονταν να συνεργαστούν με την Εταιρεία. Επίσης, προβαίνοντας σε σχετική αξιολόγηση της ποιότητας και της επαγγελματικής σχέσης των πωλητών με τους πελάτες, της γεωγραφικής περιοχής που εξυπηρετού-σαν, της απόδοσης ως και άλλων παραγόντων που εμπεριέχονται στο έγγραφο παρακολούθησης, κατά καιρούς πρόσθετε και αφαιρούσε πελάτες από τη λίστα παρακολούθησης των πωλητών συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας. Κατέ-στησε επίσης σαφές ότι με βάση την εν λόγω πολιτική, ουδέποτε ετίθετο θέμα συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή οποιουδήποτε άλλου πωλητή για αλλαγές στο πελατολόγιο ή στην παρακολούθηση πελατών, καθώς τα θέματα αυτά κρίνονταν αποκλειστικά από την ίδια την Εταιρεία. Ακόμη και για νέους πελάτες που προτείνε η Αιτήτρια, σημείωσε ότι ήταν στην κρίση του ιδίου ως προϊσταμένου των πωλητών, να αποφασίσει εάν η ίδια ήταν σε θέση να τους εξυπηρετεί με βάση την πολιτική της Εταιρείας. Ισχυρίστηκε δε, ότι η προμήθεια που δικαιούται ένας πωλητής προκύπτει από τις εισπράξεις αγορών συγκεκριμένου πελάτη ενόσω χρόνο ο πωλητής εξυπηρετεί τον πελάτη αυτό. Από τη στιγμή που ο πελάτης ανατεθεί σε νέο πωλητή, ο πρώτος πωλητής παύει να επωφελείται προμήθειας. Η προμήθεια είναι κλιμακωτή της τάξης του 3%, 4% και 5% επί των μηνιαίων εισπράξεων που έχουν ξεκαθαρίσει μετά την κατάθεση τους στην τράπεζα από πελάτες. Η Εταιρεία επίσης είναι αυτή που προβαίνει στις εμπορικές δοσοληψίες με πελάτες και αυτή που φέρει την ευθύνη για την ολοκλήρωση των εμπορικών πράξεων. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρα, ότι ενημερώθηκαν για την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας στις 20.11.2010 με την επιστροφή της από άδεια ασθενείας και την προσκόμιση σχετικού δικαιολογητικού σημειώματος του γιατρού της, που αναφερόταν σε «απειλούμενη αποβολή». Ακολούθως η Αιτήτρια απουσίασε από την εργασία της σχεδόν όλο τον μήνα Δεκέμβριο και αρκετές μέρες του μηνός Ιανουαρίου 2011 μέχρι την αποχώρη-ση της. Για να βοηθήσουν την Αιτήτρια, όσο το δυνατό περισσότερο μπορούσαν, με τους πελάτες που ήταν υπό την ευθύνη της, συνεννοήθηκαν με άλλες πωλήτριες του τομέα αισθητικής, να αναλάβουν τις παραγγελίες και εισπράξεις των συγκεκριμένων πελατών για όσο διάστημα απουσίαζε η Αιτήτρια. Με τον τρόπο αυτό στήριξαν την Αιτήτρια οικονομικά, αφού θα διαμοιραζόταν την προμήθεια επί των εισπράξεων με τις άλλες πωλήτριες που ενεργούσαν για λογαριασμό της, λαμβά-νοντας το 2,5% επί των εισπράξεων, κάτι με το οποίο συμφώνησε και η ίδια. Θεώρησε ότι το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν θετικό τόσο για την Αιτήτρια όσο και για την Εταιρεία, αφού οι συνάδελφοι της απέδωσαν σημαντικές πωλήσεις και εισπράξεις από πελάτες που τελούσαν υπό την ευθύνη της, ανερχόμενες για τον μήνα Δεκέμβριο σε πωλήσεις στα €12120 και σε εισπράξεις στα €
  3. Έτσι, για τις 3 μέρες του Δεκέμβρη που εργάστηκε η Αιτήτρια έλαβε €626,15 που περιελάμβαναν βασικό μισθό και προμήθεια. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι εάν δεν προέβαιναν στις ενέργειες αυτές, η Εταιρεία θα παρουσίαζε απώλειες και η ίδια η Αιτήτρια δεν θα επωφελείτο το συγκεκριμένο ποσό. Την ίδια πολιτική ακολούθησαν και κατά τον μήνα Ιανουάριο 2011 αφού μέχρι τις 20.1.2011 η Αιτήτρια εργάστηκε συνολικά 5 μέρες. Ενώ στις 5.1.2011 απουσίαζε από την εργασία της, στις 7.1.2011 εργάστηκε κανονικά. Ακολούθως για ολόκληρη την επόμενη βδομάδα από 10.1.2011 - 14.1.2011 απουσίαζε και παρουσιάστηκε ξανά στις 17.1.2011 όπου εργάστηκε κανονικά μέχρι 19.1.
  4. Στις 20.1.2011 αποχώρησε από την εργασία της. Προσερχόμενη η Αιτήτρια στην εργασία της στις 17.1.2011, της ζητήθηκε, από την εκεί υπεύθυνη, να προσκομίσει σχετικά δικαιολογητικά γιατρού για την απουσία της ώστε να δικαιούται πληρωμής στο τέλος του μήνα, κάτι που δεν έπραξε. Για τους ίδιους ήταν σημαντικό να γνωρίζουν για την όλη κατάσταση της, αφού θα έπρεπε να προβούν σε διευθετήσεις για άμεση εξυπηρέτηση πελατών που ήταν υπό την παρακολούθησης της. Επίσης την περίοδο αυτή, ήθελαν να χρησιμοποιήσουν για διάφορες εργασίες της Εταιρείας το υπηρεσιακό αυτοκίνητο που είχαν παραχωρήσει στην Αιτήτρια και το οποίο, λόγω της κατάστασης της, δεν χρησιμοποιούσε για τον συγκεκριμένο σκοπό. Θέτοντας ως βάση τους στρατηγικούς στόχους της Εταιρείας, τις συχνές και συστηματικές επισκέψεις που απαιτούνται για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών, σε συνάντηση που είχαν με την Αιτήτρια στις 18.1.2011, της παρέθεσαν τους προβληματισμούς και ανάλυσαν τις καταστάσεις των πελατών που ήταν υπό την ευθύνη της όπως και τα δεδομένα πωλήσεων και εισπράξεων για τους δύο τελευταίους μήνες ως και τα συμπεράσματα τους αναφορικά με την υποστήριξη που της παρείχαν με τη βοήθεια των άλλων πωλητριών. Κατέληξαν, ότι υπό τις περιστά-σεις της εγκυμοσύνης η Αιτήτρια δεν μπορούσε να παρακολουθεί συστηματικά με προσωπικές επισκέψεις τους πελάτες της, κάτι που επιβεβαίωσε και η ίδια λέγοντας ότι θα έπραττε ανάλογα με το τι θα τη συμβούλευε ο γιατρός της. Για τους ίδιους, καθώς είπε, προείχε η υγεία της Αιτήτρια και του εμβρύου. Ταυτόχρονα όμως, η Εταιρεία θα έπρεπε να εξασφαλίσει τη συνέχεια των εργασιών της με συνεχή παρακολούθηση και εξυπηρέτηση των πελατών. Υπό αυτά τα δεδομένα εξήγησαν στην Αιτήτρια το σχέδιο δράσης που είχαν ετοιμάσει και το οποίο διελάμβανε ότι η ίδια θα εκτελούσε τα καθήκοντα της πωλήτριας τηλεφωνικώς από το γραφείο της, κάτι που ενέπιπτε στα καθήκοντα της και δεν διαφοροποιούσε τον ρόλο της. Στη συνάντηση η Αιτήτρια είχε έντονο ύφος και αρχικά δεν συμφωνούσε. Ακολούθως, αφού της ανέλυσαν ξανά τα επιχειρήματα τους και τη διαβεβαίωσαν προφορικά ότι με την επιστροφή της από την άδεια μητρότητας θα συνέχιζε τα καθήκοντα της όπως και πριν, συμφώνησε. Έτσι στις 19.1.2011 προσήλθε κανονικά στην εργασία της και προέβη σε επισκέψεις πελατών. Την επομένη επίσης προσήλθε κανονικά στην εργασία της και αφού παράδωσε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, ανάφερε σε συναδέλφους της ότι ένοιωθε αδιάθετη και αποχώρησε. Τόνισε μάλιστα ότι το πρωινό της ίδιας μέρας αγόρασε προϊόντα από την Εταιρεία, τα οποία και πλήρωσε. Για τις επόμενες μέρες, μη έχοντας άλλη ειδοποίηση περίμεναν την Αιτήτρια ότι θα επέστρεφε κανονικά στα καθήκοντα της. Στις 21.1.2011 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να επικοινωνήσουν μαζί της για να πληροφορηθούν τους λόγους απουσίας της. Τελικά, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της η κα Λαζάρου στις 26.1.2011, της ζήτησε όπως παρουσιάσει πιστοποιητικά γιατρού για όλες τις μέρες της απουσίας της, λαμβάνοντας την υπόσχεση της ότι θα τα προσκόμιζε εντός των επόμενων δύο ημερών, κάτι που δεν έπραξε. Αντί αυτού παρέλαβαν την επιστολή του δικηγόρου της ημερ, 27.1.
  5. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η Εταιρεία ουδέποτε τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας και ότι η ίδια οικειοθελώς, χωρίς καμία ειδοποίηση, εγκατέλειψε την εργασία της. Περαιτέρω αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της περί εχθρικής συμπεριφοράς απέναντι της ή ότι με φωνασκίες και ανάρμοστη συμπεριφορά την εξανάγκασαν σε παραίτηση. Αναφορικά δε με τις άλλες αξιώσεις είναι η θέση του ότι κατέβαλαν στην Αιτήτρια τόσο τον μισθό του μηνός Ιανουαρίου 2011 όσο και την αναλογία του 13ου μισθού και ότι κανένα άλλο ποσό δεν της οφείλεται. Προς επιβεβαίωση της θέσης του παρουσίασε αντίγραφα καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς, ότι οι πελάτες που εξυπηρετούσε η Αιτήτρια προέρχονταν από δική της πρωτοβουλία λέγοντας ότι κατά καιρούς εξεύρισκε κι αυτή κάποιους πελάτες. Σημείωσε δε ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνουν σε αλλαγές στο πελατολόγιο των πωλητών όταν δεν υπήρχε σταθερή και συστηματική παρακολού-θηση έτσι ώστε να εξυπηρετείται η στρατηγική της Εταιρείας. Καθώς ανέφερε, στην Αιτήτρια, με την ανάληψη των καθηκόντων, δόθηκε μια λίστα πελατών. Νέους πελάτες εξεύρισκαν επίσης μέσα από τις διαφημίσεις στον τύπο και στα περιοδικά και αναλόγως τις διένεμαν στους διάφορους πωλητές. Η κατάσταση της Αιτήτριας, καθώς είπε, τους ανησυχούσε και βάσει του σημειώματος του γιατρού της δεν επιθυμούσαν να διακινδυνεύσουν την υγεία της. Ταυτόχρονα όμως θα έπρεπε να γίνουν οι πωλήσεις και εισπράξεις. Έτσι, με αυτά τα δεδομένα, αναθέτοντας τους πελάτες που ήταν υπό την ευθύνη της Αιτήτριας σε άλλες πωλήτριες, θα εξυπηρετείτο τόσο η ίδια όσο και οι στρατηγικοί στόχοι της Εταιρείας. Δεν διαφώνησε ότι η Αιτήτρια, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, βοηθούσε στην εξυπηρέτηση των πελατών και ότι αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που την αντάμειβαν κατά το διάστημα που ασθενούσε. Η εξυπηρέτηση του πελατολογίου της Αιτήτριας από άλλες πωλήτριες ανέφερε ότι έγινε κατά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο 2011 και ότι επρόκειτο για μία προσωρινή διευθέτηση για όσο διάστημα χρειαζόταν, αφού με βάση τα γεγονότα που περιήλθαν εις γνώσιν τους, η εγκυμοσύνη είναι φυσικό να έχει ένα τέλος. Για το υπηρεσιακό αυτοκίνητο που είχαν αναθέσει στην Αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι στις 13.1.2011 χρειάστηκαν ένα επιπλέον αυτοκίνητο και ότι αυτό ήταν το πλέον διαθέσιμο αφού η Αιτήτρια λόγω της υγείας της δε είχε καθόλου επαφή με πελάτες. Στις 20.1.2011 η Αιτήτρια παρέδωσε τα κλειδιά και σε κάποια στιγμή αποχώρησε. Ποια ήταν τα κίνητρα της, ο ίδιος δεν γνώριζε λαμβανομένου υπόψη ότι πριν φύγει αγόρασε προϊόντα από την Εταιρεία. Επανέλαβε τη θέση του ότι στις επτά μέρες που μεσολάβησαν μέχρι τη λήψη της επιστολής του δικηγόρου της, επιδίωξε να επικοινωνήσει μαζί της η κα Λαζάρου, γιατί πλησίαζε το τέλος του μήνα και θα έπρεπε να δικαιολογήσει τις απουσίες της για να πληρωθεί. Ανέφερε τέλος ότι από τη στιγμή που έφυγε η Αιτήτρια δεν υπήρξε νέα πρόσληψη πωλήτριας προς αντικατάσταση της. Αγορεύσεις Με ουσιαστικό υπόβαθρο την εισήγηση ότι η Αιτήτρια δεν ήταν ειλικρινής και ότι με τα όσα κατέθεσε δεν κατάφερε να αποδείξει πως η εκδοχή της ανταποκρινόταν στην αλήθεια, ο συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι αυτή είναι αναξιόπιστη και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί επάνω της για να προβεί σε ευρήματα επί των γεγονότων και ειδικότερα όσον αφορά τις φωνασκίες και την εχθρική στάση απέναντι της. Παρουσιάζοντας τον Γ. Καΐμη ως αξιόπιστο μάρτυρα κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί στο σύνολο της τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά τους. Αναπτύσσοντας δε τη νομική διάσταση της υπόθεσης, έθεσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε απέλυσαν την Αιτήτρια και ούτε επέδειξαν οποιαδήποτε μεμπτή διαγωγή που αντικειμενικά θα μπορούσε να κλονίσει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Ότι έπραξαν ήταν μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δράσης και με τη σύμφωνο γνώμη της Αιτήτριας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια, αναλύοντας τη σχετική μαρτυρία, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της και να καταλήξει σε εύρημα ότι οι Καθ' ων η αίτηση αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της. Πρόσθετα και με επιφύλαξη τής θέσης του, εισηγήθηκε ότι και στην περίπτωση ακόμη που οι Καθ' ων η αίτηση δεν τερμάτιζαν την απασχόληση της, η παράλογη και αντισυμβατική συμπεριφορά τους να μεταφέρουν το πελατολόγιο της σε άλλες πωλήτριες, χωρίς γραπτή κοινοποίηση των θέσεων τους ότι μετά την επιστροφή της από την άδεια εγκυμοσύνης δεν θα υπήρχε μείωση των απολαβών της και ή αλλαγή των όρων και συνθηκών απασχόλησης της, δικαιολογούσε οπωσδήποτε εξανα-γκασμό σε παραίτηση. Ανάλυση - Συμπεράσματα Το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν έγκυος και ότι η εγκυμοσύνη της άρχισε τον Οκτώβριο του 2010, δεν έχει αμφισβητηθεί. Αμφισβητείται ωστόσο ο χρόνος που η Αιτήτριας γνωστοποίησε το γεγονός στους Καθ' ων η αίτηση. Ενώ ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε περί τα τέλη του ιδίου μήνα, ο Γ. Καΐμης συνέδεσε τη γνωστοποίηση με το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 15.11.2010, με το οποίο συστήνετο η αποχή της Αιτήτριας από την εργασίας της, λόγω «απειλούμενης αποβολής», από 15.11.2010 μέχρι 19.11.
  6. Ισχυρίστηκε ότι περιήλθε σε γνώση τους στις 20.11.2010 όταν η Αιτήτρια προσκόμισε το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό. Η θέση του Γ. Καΐμη οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του και την αποδεχόμαστε. Άλλωστε, η αδιαμφισβήτητη επί του θέματος μαρτυρία δεν είναι άλλη από το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό. Κοινή είναι η θέση των μερών, ότι σε μεταγενέστερο στάδιο από της κοινοποιήσεως του εν λόγω ιατρικού πιστοποιητικού και μέχρι τη διακοπή της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης, η Αιτήτρια απουσίασε από την εργασία της με άδεια γιατρού λόγω «απειλούμενης αποβολής» από 29.11.2010 μέχρι 3.12.2010, 6.12.2010 μέχρι 17.12.2010, 20.12.2010 μέχρι 3.1.2011, 5.1.2011 και από 10.1.2011 μέχρι 14.1.
  7. Καθ' όλο τον μήνα Δεκέμβριο και ενόσω η Αιτήτρια απουσίαζε με άδεια ασθενείας, οι Καθ' ων η αίτηση ανέθεσαν τις παραγγελίες και εισπράξεις από πελάτες που ήταν υπό την ευθύνη και παρακολούθηση της σε δύο άλλες πωλήτριες του τομέα αισθητικής, την Έμιλυ Σωκράτους και Σταυρούλα Νικολάου. Με τη διευθέτηση αυτή, το ποσοστό της προμήθειας που λάμβανε η Αιτήτρια από πελάτες της δικής της ευθύνης και παρακολούθησης, το διαμοιραζόταν με τις άλλες πωλήτριες, λαμβάνοντας το 2.5% επί των εισπράξεων. Από τα τεκμήρια που έθεσε ενώπιον μας ο Γ. Καΐμης φαίνεται ότι οι πωλήσεις που διενήργησαν οι δύο άλλες πωλήτριες κατά τον μήνα Δεκέμβριο, σε πελάτες που ήταν υπό την ευθύνη της Αιτήτριας, ανέρχονταν στα €12120 και οι εισπράξεις στα €10743 και ότι για τον μήνα Δεκέμβριο η Αιτήτρια έλαβε υπό μορφή βασικού μισθού και προμήθειας το ποσό των €626,
  8. Επίσης για το διάστημα αυτό της απουσίας της επωφελήθηκε πληρωμής και από το Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Την ίδια τακτική φαίνεται να ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση και κατά τον μήνα Ιανουάριο 2011, αφού μέχρι τις 20.1.2011 η Αιτήτρια προσήλθε στην εργασία της 5 συνολικά μέρες. Ενώ κατά την αντεξέταση της διαφώνησε με τη θέση αυτή, εντούτοις κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει το αντίθετο. Αντίθετα αυτό που προκύπτει είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των παραδόσεων και εισπράξεων από πελάτες της Αιτήτριας κατά τον μήνα Ιανουάριο, έγιναν από τις δύο άλλες πωλήτριες. Η Αιτήτρια, καθώς ανέφερε ο Γ. Καΐμης, προσήλθε στην εργασία της στις 17.1.2011 και συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της με επισκέψεις σε πελάτες μέχρι τις 19.1.2011, παραδίδοντας προϊόντα αξίας €1313 γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το Τεκ. 36 που είναι τα σχετικά τιμολόγια από αγορές προϊόντων που παρέδωσε η ίδια. Διαφορά μαρτυρίας εκδηλώθηκε μεταξύ Αιτήτριας και Γ. Καΐμη ως προς τους λόγους που οδήγησαν στη διακοπή της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης. Ενώ η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση κατέστη επιθετική και ανάρμοστη αφότου ενημερώθηκαν για την εγκυμοσύνη της, εν τούτοις για να στηρίξει την υπόθεση της επικαλέστηκε γεγονότα τα οποία, με βάση τους ισχυρισμούς της, έλαβαν χώρα δύο μήνες μετά και δη στις 10.1.2011 με 14.1.2011 ή σε μεταγενέστερο στάδιο όταν οι Καθ' ων η αίτηση προφορικά και ή με μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο, απαιτούσαν έντονα όπως παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και να συγκατατεθεί στη μεταφορά του χαρτοφυλακίου και πελατολογίου της σε άλλη υπάλληλο της Εταιρείας, αρνούμενοι να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της με γραπτή κοινοποίηση των θέσεων τους ότι μετά την επιστροφή της από την άδεια εγκυμοσύνης δεν θα υπήρχε μείωση των εισοδημάτων της και θα συνέχιζε την απασχόληση της με τους ίδιους όρους και συνθήκες. Το φαινόμενο κατά την ίδια ήταν καθημερινό με αποκορύφωμα στις 20.1.2011 όταν ο Γ. Καΐμης της ζήτησε με έντονο ύφος να παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τη λίστα του χαρτοφυλακίου / πελατολογίου και να φύγει από την Εταιρεία. Ο Γ. Καΐμης δεν αρνήθηκε τη θέση της Αιτήτριας ότι το πελατολόγιο της θα ανατίθετο σε άλλες πωλήτριες. Δεν αρνήθηκε επίσης ότι ζήτησαν από την Αιτήτρια να παραδώσει το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, το οποίο δεν χρησιμοποιείτο για τον σκοπό που της ανατέθηκε και η Εταιρεία το είχε ανάγκη. Υποστηρίζοντας τη στάση της Εταιρείας, επικαλέσθηκε την αδυναμία της Αιτήτριας να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της, με προσωπικές επισκέψεις και συστηματική παρακολούθηση των πελατών της, ενόσω αντιμετώπιζε το πρόβλημα με την εγκυμοσύνη. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ως Εργοδότες θα έπρεπε από τη μια να προστατεύσουν την Αιτήτρια και από την άλλη να διασφαλίσουν τη συνέχιση των εργασιών της Εταιρείας με συνεχή παρακολούθηση και εξυπηρέτηση των πελατών. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησαν από την Αιτήτρια να εκτελεί τα καθήκοντα της τηλεφωνικώς από το γραφείο της στην Εταιρεία και να συνεχίσουν να τηρούν την ίδια τακτική που ακολούθησαν κατά τον μήνα Δεκέμβριο και αρχές Ιανουαρίου. Επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για ένα προσωρινό μέτρο μέχρις ότου η Αιτήτρια θα ήταν σε θέση να εκτελεί ικανοποιητικά και επί συστηματικής βάσεως τα καθήκοντα της. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Εταιρεία ουδέποτε τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας, η οποία εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε. Περαιτέρω αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της περί εχθρικής συμπεριφοράς απέναντι της ή ότι με φωνασκίες και ανάρμοστη συμπεριφορά την εξανάγκασαν σε παραίτηση. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την Αιτήτρια όσο και τον Γ. Καΐμη να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Θέτοντας ως θέμα λογικής προτεραιότητας τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η αίτηση μονομερώς τερμάτισαν την απασχόληση της δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα: Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις φωνασκίες, την άσχημη και εκβιαστική συμπεριφορά που επικαλείται ότι επέδειξαν εναντίον της οι Καθ' ων η αίτηση τόσο στις κατ' ιδίαν συναντήσεις που είχε μαζί τους όσο και στα έντονα κατά την ίδια μηνύματα που δέχθηκε στο κινητό της τηλέφωνο. Η θέση της επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της δεν καθίσταται φανερή μέσα από τα συμφραζόμενα που παραθέτει στην επιστολή του δικηγόρου της και στην γραπτή της κατάθεση ότι δηλαδή πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση ήταν να δώσουν ένα τέλος στη μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Περαιτέρω ένα τέτοιο γεγονός δεν επιβεβαιώνεται ούτε και από την εκ των υστέρων συμπεριφορά της Αιτήτριας, η οποία την ίδια ημέρα που επικαλείται τον τερματισμό της απασχόλησης της και την εχθρική εναντίον της συμπεριφορά είχε το σθένος να προέβη σε αγορά προϊόντων από την Εταιρεία. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πως από τη μια η Αιτήτρια να αναφέρεται σε ψυχολογική πίεση που δέχθηκε από τον Γ. Καΐμη μέσα από φωνασκίες και άσχημη συμπεριφορά, τονίζοντας μάλιστα ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ το έντονο ύφος του, ενώ από την άλλη να προβαίνει στη συγκε-κριμένη πράξη, η οποία παρεμπιπτόντως επιβεβαιώνεται και μέσα από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και δη το σχετικό τιμολόγιο, που έθεσε ενώπιον μας ο Γ. Καΐμης. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια, κάτω από το βάρος της αντεξέτασης, προέβαλε ότι «δεν θυμάται» να είχε γίνει, όπως στην περίπτωση της μη έγκρισης της αδείας της τον Αύγουστο του 2010, ή σε σχέση με το τι έλεγε το μήνυμα που ισχυρίζεται ότι της απεστάλη από τους Καθ' ων η αίτηση στο κινητό της τηλέφωνο στις 13.1.2011 ή για την αγορά προϊόντων από την Εταιρεία το πρωινό που ισχυρίζεται ότι της ζήτησαν να αποχωρήσει. Οι απαντήσεις που έδωσε στις σχετικές ερωτήσεις και υποβολές δεν ήταν φυσιολογικές. Αντίθετα τείνουν να καταδείξουν την αποφυγή της να απαντήσει σε σημεία που δεν τη συνέφεραν. Για όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο Γ. Καΐμης και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του. Καταλήγουμε λοιπόν ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας. Το αβάσιμο λοιπόν της προβληθείσας θέσης της Αιτήτριας, περί μονομερούς τερματισμού της απασχόλησης της από τους Καθ' ων η αίτηση, οδηγεί στην εξέταση του ισχυρισμού της περί εξαναγκασμού της σε παραίτηση. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μας, η Αιτήτρια δεν έδωσε την παραμικρή ένδειξη ότι λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη, ήταν σε θέση να επιστρέψει στην εργασία της και να αναλάβει κανονικά τα καθήκοντα της. Τουναντίον, ενώ στις 17.1.2011 επέστρεψε στην εργασία της μετά από άδεια γιατρού και εργάστηκε μέχρι τις 19.1.2011, στις 20.1.2011 που ισχυρίζεται ότι απολύθηκε και ή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, επισκέφθηκε ξανά τον γιατρό της, ο οποίος συνέστησε περαιτέρω αποχή από την εργασίας της μέχρι τις 20.2.2011 λόγω «απειλούμενης αποβολής». Συνεπώς, η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να ανταπο-κριθεί στα καθήκοντα της και ότι θα έπρεπε να τύχει της απαιτούμενης προστασίας, επιβεβαιώνεται και μέσα από την εκ των υστέρων εκδηλωμένη συμπεριφορά της Αιτήτριας. Εν ολίγοις εάν δεν επέρχετο η ρήξη της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης σίγουρα και πάλι η Αιτήτρια δεν θα ήταν σε θέση να αναλάβει τα καθήκοντα της. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση του όλου θέματος, που σχετίζεται με την μέχρι τότε συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση απέναντι της. Πλην του γεγονότος που επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση ότι την περίοδο του καλοκαιριού η Αιτήτρια έφυγε με άδεια χωρίς την έγκριση τους, η ίδια δεν αναφέρθηκε σε κανένα γεγονός που έτεινε να καταδείξει ότι και στο παρελθόν οι Καθ' ων η αίτηση δεν συμπεριφέρθηκαν απέναντι της ως σωστοί εργοδότες. Τα μόνα γεγονότα που επικαλέστηκε ήταν αυτά που προέκυψαν κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης της. Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα γιατί οι Καθ' ων η αίτηση να ζητήσουν την ανάθεση του πελατολογίου της σε άλλες πωλήτριες, αν όντως δεν είχαν λόγο να το πράξουν; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει με τις ανάλογες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Ότι δηλαδή η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη της. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι ο μοναδικός λόγος που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση να αναθέσουν προσωρινά το πελατολόγιο της Αιτήτριας σε άλλες πωλήτριες, ήταν γιατί αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη της. Η Αιτήτρια ωστόσο ισχυρίζεται ότι το πελατολόγιο / χαρτοφυλάκιο αποτελούσε δικό της δημιούργημα και ότι για σκοπούς προμήθειας αναγνωριζόταν ότι ανήκε στην ίδια. Επίσης ότι η μεταφορά του σε άλλη πωλήτρια χωρίς τη δική της συγκατάθεση αποτέλεσε παράλογη και αντισυμβατική απαίτηση των Εργοδοτών της. Η θέση της Αιτήτριας ότι η εξεύρεση και δημιουργία πελατολογίου αποτελούσε μέρος των καθήκοντα της δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Η θέση της ωστόσο, όπως προβάλλεται πιο πάνω, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται ούτε και μέσα από τη προσωπική της μαρτυρία. Τουναντίον με τα όσα ανάφερε, η προβαλλόμενη θέση στερείται βασιμότητας. Συγκεκριμένα ανέφερε στην κατάθεση της, ότι οι πελάτες που υπάγονταν στο χαρτοφυλάκιο της παρουσιάζονταν σε καταστάσεις που της κοινοποιούσαν οι Καθ' ων η αίτηση. Επίσης κατά την αντεξέταση της δεν διαφώνησε ότι η αυξομείωση του πελατολογίου κάθε πωλητή βρισκόταν στη διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η αίτηση. Επί του ιδίου θέματος, ο Γ. Καΐμης υποστήριξε ότι οι εμπορικές δοσοληψίες με πελάτες γίνονταν από την ίδια την Εταιρεία που έφερε και την αποκλειστική ευθύνη για την ολοκλήρωση της εμπορικής πράξης, σε αντίθεση με τον πωλητή που ενεργούσε για λογαριασμό της Εταιρείας. Επίσης ως προϊστάμενος πωλήσεων ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο που απεφάσιζε ανά πάσα στιγμή, ποιους πελάτες θα εξυπηρετούσε ο κάθε πωλητής με βάση την πολιτική παρακολούθησης πελατών της Εταιρείας. Ακόμη και για νέους πελάτες που έρχονταν συστημένοι από τους πωλητές, υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος ήταν αυτός που απεφάσιζε ποιος πωλητής θα μπορούσε να τους εξυπηρετήσει. Ως προς αυτό το μέρος, η μαρτυρία του Γ. Καΐμη όχι μόνο παρέμεινε χωρίς αντίκρουση, αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από τις απαντήσεις της Αιτήτριας. Ταυτόχρονα, η διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η αίτηση να διαχειρίζονται το πελατολόγιο κατά τη δική τους κρίση προκύπτει και μέσα από την «πολιτική παρακολούθησης πελατών και εισπράξεων από πελάτες» ως και την «περιγραφή θέσης εργασίας - πωλήτρια τομέα αισθητικής» [Τεκ.1(α) (β)], το περιεχόμενο των οποίων η Αιτήτρια επιβεβαίωσε με την υπογραφή της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το τρίτο σημείο, πρώτη σελίδα, του εγγράφου παρακολούθησης πελατών: «Ο προϊστάμενος δύναται να μειώνει τον αριθμό των πελατών του πωλητή ή και να αφαιρεί όλους τους πελάτες από την άμεση παρακολούθηση του πωλητή ανά πάσα στιγμή αν ο πωλητής παρουσιάζει χαμηλή απόδοση, μειωμένες πωλήσεις ή και υπάρχει χαμηλή ποιοτική παρακολούθηση των πελατών του λόγω απουσίας του (ασθένειας, άδειας κ.λ.π.) ή λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του ή και για οποιουσδήποτε άλλους λόγους κρίνει ο προϊστά-μενος.» Επίσης, σύμφωνα με το πέμπτο σημείο, δεύτερη σελίδα, του εν λόγω εγγράφου: «Ο Προϊστάμενος πωλήσεων δύναται να μεταφέρει την ευθύνη παρακολούθησης συγκεκριμένων πελατών από έναν πωλητή προς ένα άλλο ή και προς τα κεντρικά γραφεία, αν συντρέχουν οργανωτικοί ή στρατηγικοί λόγοι ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους» Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση να αναθέσουν έστω και προσωρινά το πελατολόγιο της Αιτήτριας σε άλλες πωλήτριες του δικού της τομέα έγινε βάσει ρητού όρου που εμπεριέχεται στα έγγραφα εργοδότησης της, με το περιεχόμενο των οποίων η Αιτήτρια είχε συμφωνήσει. Συνεπώς δεν πρόκειται για «μονομερή» απόφαση των Καθ' ων η αίτηση αλλά για συμφωνημένη, αφού με βάση την πολιτική της Εταιρείας, ο προϊστάμενος μπορούσε να μειώσει ή να αφαιρέσει όλους τους πελάτες από ένα πωλητή για λόγους που οφείλονταν μεταξύ άλλων σε απουσία λόγω ασθένειας, άδειας κ.λ.π. Βέβαια, η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος που παρέχει στον εργοδότη ορισμένη συμβατική ρήτρα ή και ο κανονισμός εργασίας, υπόκειται σε αντικειμενικό έλεγχο. Σύμφωνα με την ελληνική βιβλιογραφία (βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο), ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση και λειτουργία της εκμετάλλευσης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά στην ικανοποίηση κινήτρων που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (π.χ. εκδίκηση του εργαζομένου κ.λ.π.), τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος. Ο έλεγχος της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται, βασικά στις ίδιες αρχές που υπόκειται και ο έλεγχος του εργοδότη, για καταγγελία τής σύμβασης εργασίας. Όπως η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, έτσι και η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος πρέπει να δικαιολογείται από το «καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης». Οι ίδιες αρχές προκύπτουν και μέσα από την αγγλική νομολογία. Βασικά, όπως η απόλυση έτσι και ο προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση αυτό που επιδίωξαν οι Καθ' ων η αίτηση δεν ήταν η αλλαγή των όρων απασχόλησης της Αιτήτριας αλλά η προσωρινή ανάθεση του πελατολογίου της σε άλλες πωλήτριες ενόσω αυτή απείχε των καθηκόντων της ή αδυνατούσε να αναλάβει κανονικά τα καθήκοντα της ως επακόλουθο του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη της με κίνδυνο την αποβολή. Υπό κανονικές συνθήκες οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε εκδήλωσαν τέτοια πρόθεση ή προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα επέφερε αλλαγή στα καθήκοντα της Αιτήτριας. Αντίθετα, ενώ κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών πριν την αποχώρηση της, βρισκόταν εκτός υπηρεσία για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εν τούτοις οι Καθ' ων η αίτηση προσπάθησαν με κάθε τρόπο να καλύψουν τις ανάγκες του πελατολογίου της, αναμένοντας ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα επέστρεφε στην εργασία της και θα αναλάμβανε κανονικά τα καθήκοντα της. Ωστόσο η επί μακρό χρονικό διάστημα αποχή της Αιτήτριας από την εργασία της σε συνάρτηση με τις ανάγκες της Εταιρείας και την καλύτερη και αποδοτικότερη εξυπηρέτηση των πελατών που ευρίσκονταν υπό την ευθύνη και παρακολούθηση της, τους οδήγησε στην απόφαση να αναθέσουν έστω και προσωρινά την εξυπηρέτηση των πελατών της σε άλλους πωλητές. Άλλωστε με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας η Αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο της αποχώρησης της, κατέστησε φανερό μέσα από τις ενέργειες της ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της. Συνεπώς αποτελούσε επιτακτική ανάγκη για τους Καθ' ων η αίτηση να ασκήσουν το διευθυντικό δικαίωμα τους προστατεύοντας αφενός την Αιτήτρια και αφετέρου τα συμφέροντα της επιχείρησης τους. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της Αιτήτριας είναι φανερό ότι η διαφωνία της με τους Καθ' ων η αίτηση δεν ήταν η ανάθεση του πελατολογίου της σε άλλες πωλήτριες αλλά ουσιαστικά η άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το αίτημα της με γραπτή κοινοποίηση των θέσεων τους ότι μετά την επιστροφή της από την άδεια εγκυμοσύνης δεν θα υπήρχε μείωση στα εισοδήματα της και θα συνέχιζε με τους ίδιους όρους και συνθήκες απασχόλησης. Συνεπώς, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, η Αιτήτρια τότε μόνο θα μπορούσε να επικαλεστεί μια τέτοια παράβαση εάν ήταν σε θέση να αναλάβει κανονικά τα καθήκοντα της και οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνταν να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Κατ' επέκταση κρίνουμε ότι πρόωρα η Αιτήτρια αποχώρησε από την εργασία της, δηλαδή προτού οι Καθ' ων η αίτηση δείξουν ότι απαρνούνται τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ένα άλλο σημείο ήταν η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση για παράδοση του υπηρεσιακού αυτοκινήτου που η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της. Είναι φανερό ότι η ανάθεση του υπηρεσιακού οχήματος σχετιζόταν άμεσα και αποκλειστικά με τα καθήκοντα της Αιτήτριας και δη την ανάγκη επίσκεψης και εξυπηρέτηση των πελατών που ευρίσκοντο υπό την ευθύνη και παρακολούθηση της. Η αδυναμία της δε να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο όχημα για τους σκοπούς που της είχε ανατεθεί, θεωρούμε ότι ήταν λογικό για τους Καθ' ων η αίτηση να ζητήσουν την επιστροφή του επικαλούμενοι τις ανάγκες της επιχείρησης. Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Κυπριακό Εφετείο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: Σε ελεύθερη μετάφραση: «..Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση...». Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος έγινε και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου...». Υπό το φως όμως των προαναφερθέντων στοιχείων, ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία έχουμε καταλήξει, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε μεμπτή συμπεριφορά από τους Καθ' ων η αίτηση που να εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Ως τελευταίο θέμα που τίθεται προς εξέταση είναι οι αυτοτελείς αξιώσεις της Αιτήτριας, αναφορικά με τον μισθό Ιανουαρίου 2011, την αναλογία του 13ου μισθού και την αναλογία της ετήσιας άδειας. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση της, σε αντίθεση με τον κ. Καϊμη ο οποίος με κάθε λεπτομέρεια αναφέρθηκε στα ποσά που η Εταιρεία κατέβαλε στην Αιτήτρια αναφορικά με την εν λόγω αξίωση της, παραθέτοντας επίσης και όλα τα σχετικά έγγραφα που επιβεβαιώνουν την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό της. Είναι λοιπόν φανερό με όσα ο κ. Καϊμης έθεσε ενώπιον μας, ότι με την αποχώρηση της Αιτήτριας, η Εταιρείας της κατέβαλε κάθε ποσό που της όφειλε για το έτος 2011. Για όλα τα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. (υπ)............... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Χατζηγαβριήλ, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.