ΞΕΝΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. ΒΑΡΝΑΒΑΣ Χ'' ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 522/11, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Χρ. Χρίστης και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 522/11 Μεταξύ: ΞΕΝΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Αιτητής -και- ΒΑΡΝΑΒΑΣ Χ'' ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Δ. Παυλίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Ηλιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Αποζημιώσεις για παράνομη και ή αυθαίρετη και ή αδικαιολόγητη απόλυση και ή αποζημιώσεις για παράνομο και ή αυθαίρετο εξαναγκασμό σε παραίτηση. Β. Αναλογία προμήθειας 2% επί των πωλήσεων των Καθ' ων η αίτηση, για επτά μήνες, ήτοι από 1.1.2011 - 31.7.2011 δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Γ. Παραβίαση συμφωνίας για προμήθεια 2% επί των πωλήσεων των Καθ' ων η αίτηση για τα έτη 2009, 2010 και μέχρι 31.7.2011. Δ. Πιστοποιητικό απασχόλησης Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία δυνάμει Νόμου ήθελε κριθεί δίκαιη και εύλογη από το Δικαστήριο. ΣΤ. Νόμιμο τόκο, Ζ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται κατηγορηματικά ότι απέλυσαν τον Αιτητή. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του οικειοθελώς κατά ή περί την 3.8.2011, πάρα την προσπάθεια των ιδίων να τον μεταπείσουν. Περαιτέρω αρνούνται τις αξιώσεις του Αιτητή και ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σ' αυτόν όλα τα δεδουλευμένα ωφελήματα του και ότι καμία υποχρέωση είχαν να του καταβάλουν αποζημίωση. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά εντελώς αβάσιμη και ως εκ τούτου ζητούν την απόρριψη της με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Με το άρθρο 7 καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Θα πρέπει επίσης να αποδείξει τις αυτοτελείς αξιώσεις του. Προς υποστήριξη των θέσεων του, ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη δική του και μόνο μαρτυρία. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσκόμισαν μαρτύρια. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στις 10.6.2002 ως πωλητής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι όροι απασχολήσεως του προβλέπονταν σε σχετική σύμβαση εργασίας (Τεκ.Α) που υπογραφή μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση. Στις 3.8.2011 υπέβαλε την παραίτηση του με σχετική επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 7.7.2011 (Τεκ.Γ), ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω παραβάσεως της συμφωνίας εργοδότησης του, σε σχέση με τις απολαβές του που αφορούσαν μηνιαίο μισθό και προμήθεια 2%. Είναι η θέση του, ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω του συνεχούς ψυχολογικού πολέμου που δεχόταν από τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι μονομερώς και χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση προέβηκαν σε αποκοπές επί των προμηθειών του κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας. Συγκεκριμένα, ενώ με τη σύμβαση εργασίας είχαν συμφωνήσει όπως του καταβάλλονται ΛΚ580 τον μήνα ως προμήθεια μέχρι τις 31.12.2002 ή 2% επί των πωλήσεων, ανάλογα ποιο από τα δύο ποσά ήταν μεγαλύτερο, οι Καθ' ων η αίτηση συνήθιζαν να του καταβάλλουν το ποσοστό της προμήθειας, που αποτελούσε μεγάλο μέρος του εισοδήματος του, γεγονός που εμφαίνεται και στο πιστοποιητικό αποδοχών του για το 2011 του φόρου εισοδήματος (Τεκ. Δ), όπου οι βασικές αποδοχές ανέρχονταν στα €10.507,33 και οι προμήθειες στα €7.
- Σημειώνει ότι το ποσό αυτό της προμήθειας για το 2011, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν δηλώσει ότι του κατέβαλαν χωρίς ποτέ να το πράξουν. Οι Καθ' ων η αίτηση, καθώς ισχυρίζεται, του κατέβαλλαν κανονικά την προμήθεια μέχρι το τέλος του
- Το 2009 που ξεκίνησε η οικονομική κρίση, αποφάσισαν μονομερώς όπως μειώσουν την προμήθεια του από 2% σε 1%. Έχοντας απόλυτη ανάγκη από δουλειά και απαιτώντας την καταβολή της προμήθειας που του αναλογούσε για κάθε έτος, η απάντηση που λάμβανε από τους Καθ' ων η αίτηση ήταν πάντοτε αρνητική. Ανέφερε επίσης ότι είναι χωρισμένος και πατέρας δύο παιδιών και δεν μπορούσε ξαφνικά να το ρισκάρει φεύγοντας από τη δουλειά του. Παραμένοντας ωστόσο στην εργασία του και επιμένοντας στην καταβολή της προμηθείας δεχόταν προσβολές με βαρείς χαρακτηρισμούς στην παρουσία τρίτων προσώπων. Για τις μηνιαίες απολαβές του ανέφερε ότι ανέρχονταν στα €1280 πλέον 13ο μισθό και ότι με την αποχώρηση του οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν τα ημερομίσθια για τις τρεις πρώτες μέρες του μηνός Αυγούστου που είχε εργαστεί, αναλογία 13ου μισθού για το 2011 και αναλογία ετήσιας άδειας. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι το ποσό των €7.475 που αναλογούσε στις προμήθειες για το 2011, με βάση το Τεκ. Δ, του είχε καταβληθεί, σε αντίθεση με τη θέση που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του. Σε υποβολή ότι με το νέο σχέδιο αμοιβών υπήρχε ένα fixed ποσό προμήθειας και επιπλέον προμήθεια που αναλογούσε σε 1% επί των πωλήσεων, ο Αιτητής διαφώνησε επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας. Σε νέα υποβολή ότι όλοι οι πωλητές συμφώνησαν με το νέο σχέδιο, ο Αιτητής επέμενε ότι επρόκειτο για μια επιβλητική μείωση από μέρους των εργοδοτών με την οποία ο ίδιος δεν συμφώνησε. Δεν διαφώνησε ότι το νέο σχέδιο προμήθειας τους ανακοινώθηκε προς τα τέλη του 2008 και ότι τέθηκε σε εφαρμογή από τις αρχές του
- Ακολούθως, αφού του υποδείχτηκαν οι ακαθάριστες απολαβές του για το 2008 και 2009, συμφώνησε ότι το 2009 παρουσιάζονταν αυξημένες σε σύγκριση με το
- Συγκεκριμένα το 2008 ήταν €42172,76 και το 2009 ανήλθαν στα €44268.΄Ταν επιΉταν επραιτε΄ρω η θέση του ότι με ΉΤαν Επιμένοντας στη θέση ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβαλλαν ως δικαιολογία για τη μείωση της προμήθειας την οικονομική κρίση, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι πολλές φορές συζήτησε το θέμα μαζί τους και ότι κάθε φορά λάμβανε την ίδια απάντηση, «αν δεν σου αρέσει να αφήσεις τα κλειδιά και να φύγεις». Δίνοντας ωστόσο την επιστολή παραίτησης τα πράγματα άλλαξαν. Οι Καθ' ων η αίτηση του ζήτησαν όπως αλλάξει γνώμη γιατί η Εταιρεία τον είχε απόλυτη ανάγκη. Συμφώνησε επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση πολλές φορές τον έπαιρναν μαζί τους σε επαγγελματικά ταξίδια κάτι που συνέβη και στις 4.7.2011, δηλαδή τρεις μέρες πριν κοινοποιήσει την επιστολή παραίτησης του. Στη συνεχεία, ενώ παραδέχθηκε ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γραπτώς για το νέο σχέδιο προμήθειας, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε προφορικά, ζητώντας και τις καταστάσεις πωλήσεων, τις οποίες ουδέποτε του έδωσαν. Αγορεύσεις Εκ διαμέτρου αντίθετα τοποθετήθηκαν οι συνήγοροι των μέρων επί του ζητήματος του εξαναγκασμού του Αιτητή σε παραίτηση. Ο κ. Παυλίδης υπέβαλε στο Δικαστήριο, ότι με βάση τα γεγονότα που έθεσε ο Αιτητής με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του, έχει καταδειχθεί η μονομερής παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του από τους Καθ' ων η αίτηση, με τη μείωση της προμήθειας που ελάμβανε από 2% σε 1% και ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, περιόρισε τις αξιώσεις του Αιτητή σε αποζημιώσεις και σε αναλογία προμήθειας για την περίοδο από 10.9.2010 μέχρι 31.7.
- Ο κ. Ηλιάδης, προβαίνοντας σε διεξοδική αναφορά επί των αποφάσεων που αφορούν το θέμα του εξαναγκασμού σε παραίτηση, υπέβαλε ότι με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί εξαναγκασμού σε παραίτηση αποδείχθηκαν εντελώς ανυπόστατοι. Η παραίτηση του Αιτητή δυόμισι και πλέον έτη από τις κατ' ισχυρισμό αλλαγές δεν πληροί κατά το ελάχιστο τα κριτήρια που θέτει η νομολογία. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον Αιτητή να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία του, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η περίοδος απασχόλησης ως και η θέση που κατείχε ο Αιτητής, ενόσω απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, συνιστούν κοινό και για τις δύο πλευρές έδαφος. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η απασχόληση του διεπόταν από τους όρους της σύμβασης εργασίας που υπεγράφη μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση, δυνάμει της οποίας από 1.1.2003 λάμβανε προμήθεια 2% επί των πωλήσεων. Στην προσπάθεια του μάλιστα να καταδείξει ότι μεγάλο μέρος του εισοδήματος του αποτελείτο από τις προμήθειες επί των πωλήσεων, παρέθεσε ενώπιον του Δικαστη-ρίου τo πιστοποιητικό αποδοχών του προς τον φόρο εισοδήματος για το έτος 2011, σημειώνοντας ότι το ποσό της προμήθειας, που ανερχόταν για τους επτά μήνες της απασχόλησης του στα €7475, αν και δηλώθηκε δεν του καταβλήθηκε. Κάτω όμως από το βάρος της αντεξέτασης, διαφοροποιώντας τη θέση του παραδέχθηκε ότι το ποσό αυτό του είχε καταβληθεί. Ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν έκανε αναφορά σε σταθερό ποσό προμήθειας (fixed commissions). Αντίθετα όταν του υπεβλήθη, στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι υπήρξε νέο σχέδιο αμοιβών με ένα σταθερό ποσό προμήθειας, ο Αιτητής αρνήθηκε επικαλούμενος τους όρους της σύμβασης εργασίας οι οποίοι κατά τον ίδιο είχαν παραβιαστεί. Ωστόσο, από τις καταστάσεις πληρωμών τις οποίες ο Αιτητής εφοδιαζόταν στο τέλος έκαστου μήνα, επιβεβαιώνεται ότι από το 2008 λάμβανε ένα σταθερό (fixed) ποσό προμήθειας. Το σταθερό αυτό ποσό της προμήθειας οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο του ποσού της προμήθειας που ο ίδιος αναφέρει στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι λάμβανε επί μηνιαίας βάσης. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο μισθός του ανερχόταν στα €1000 και η προμήθεια στα €142,38, από τις καταστάσεις πληρωμών φαίνεται ότι εκτός από τον βασικό μισθό λάμβανε σταθερό ποσό προμήθειες που ανερχόταν μέχρι τον Φεβρουάριο 2010 στα €1025 μηνιαίως και για τους υπόλοιπους μήνες του ιδίου χρόνου στα €
- Το 2011 οι σταθερές προμήθειες περιορίστηκαν στο ποσό των €
- Περαιτέρω, ενώ με την επιστολή (Τεκ.Γ), επικαλείται ως λόγο εξαναγκασμού του σε παραίτηση την παράβαση της σύμβασης εργασίας σε σχέση με τις απολαβές του που αφορούν μηνιαίο μισθό και προμήθεια 2% επί των πωλήσεων, εν τούτοις σε αντίθεση με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ο βασικός του μισθός από €1196 τον Μάρτιο 2009 αυξήθηκε στα €1246 και τον Ιανουάριο 2011 στα €
- Και ενώ επίσης ισχυρίζεται ότι η παράβαση της σύμβασης άρχισε από τις αρχές του 2009, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του ανεγνώρισε ότι οι απολαβές του το 2009 παρουσιάζονταν αυξημένες σε σύγκριση με το
- Για το 2010 και 2011 παρατηρούμε ότι οι απολαβές του παρουσιάζονται μειωμένες σε σύγκριση με το
- Και ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε για τη μείωση του ποσού της προμήθειας, εν τούτοις με τη μαρτυρία του κατέστησε φανερό ότι για δυόμισι και πλέον έτη λάμβανε επί μηνιαίας βάσεως τον μισθό του χωρίς ποτέ να εκφράσει γραπτώς τη διαφωνία του στο νέο σχέδιο πληρωμών ή να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμα του σε σχέση με τις απολαβές του. Οι Καθ' ων η αίτηση, όπως ο ίδιος ανέφερε, από την αρχή κατέστησαν ξεκάθαρη τη θέση τους ότι δεν αποδέχονταν οποιεσδήποτε αλλαγές στο νέο σχέδιο πληρωμών. Περαιτέρω με τη μαρτυρία του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση του ασκούσαν ψυχολογικό πόλεμο με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση του. Επίσης κάθε φορά που διαμαρτυρόταν για τον μισθό του λάμβανε την ίδια απάντηση, «αν δεν του αρέσει να αφήσει τα κλειδιά και να φύγει». Η θέση αυτή του Αιτητή δεν επιβεβαιώνεται μέσα από την εν γένει μαρτυρία του. Γιατί αν οι Καθ' ων η αίτηση επιδίωκαν την απομάκρυνση του από την υπηρεσία τους τότε δεν βρίσκουμε λόγο γιατί σε τελικό στάδιο, όταν υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν γιατί η Εταιρεία τον είχε απόλυτη ανάγκη. Το ενδιαφέρον μάλιστα των Καθ' ων η αίτηση να κρατήσουν τον Αιτητή στην υπηρεσία τους επιβεβαιώνεται και μέσα από τις ενέργειες τους. Έχοντας απόλυτη ανάγκη της υπηρεσίες του δεν παρέλειψαν να τον πάρουν μαζί τους σε επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό τρεις μόλις μέρες πριν την κοινοποίηση της επιστολής παραίτησης. Ισχυρίστηκε επίσης ο Αιτητής ότι οι Καθ' ων η αίτηση τον προσέβαλλαν με βαρείς χαρακτηρισμούς στην παρουσία τρίτων προσώπων, χωρίς εύλογη αιτία. Η θέση αυτή του Αιτητή δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν δόθηκαν στοιχεία από μέρους του Αιτητή που να επιβεβαιώνουν μια τέτοια συμπεριφορά, αλλά ούτε και προσδιορίστηκε ο ακριβής χρόνος που εκδηλώθηκε η εις βάρος του κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Όπως επισημαίνεται στην Αγγλική υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241, "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση. Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίηση. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως. Επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι, αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση Daley v Strathclyde [1977] IRLR 414, ο εργοδότης άλλαξε μονομερώς τις ώρες απασχόλησης των εργοδοτουμένων. Εκείνοι αντέδρασαν κατερχόμενοι σε απεργία. Με την απεργία δεν κατάφεραν να πείσουν τον εργοδότη να αλλάξει την απόφαση του και επέστρεψαν στην εργασία τους, ακολουθώντας τις αναθεωρημένες ώρες απασχόλησης χωρίς όμως να αποδεχθούν ρητά τους αναθεωρημένους όρους. Παρόλα αυτά οι όροι αυτοί θεωρήθηκαν συμβατικά δεσμευτικοί. Η αλλαγή δεν ήταν μια βραχυπρόθεσμη ή προσωρινή αλλαγή αλλά μια τροποποίηση των συνήθων εργασιακών συνθηκών που πρέπει να θεωρείται ότι την αποδέχθηκαν. Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo [1987] IRLR 51 οι μισθοί των εργοδοτουμένων μειώθηκαν μονομερώς κατά παράβαση της σύμβασης απασχόλησης. Αποφασίστηκε ότι ένας εργοδοτούμενος που συνεχίζει να εργάζεται υπό διαμαρτυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδέχεται τους επιβληθέντες όρους. Η έκφραση της άρνησης (διαμαρτυρίας), ακυρώνει οποιαδήποτε πιθανότητα ευρήματος εξυπακουόμενης αποδοχής. Στην υπόθεση Wilton v. Peebles (EAT/835/93) προέκυψε η εξής επιχειρηματολογία: Οι εργοδοτούμενοι δεν έφεραν ένσταση, δεν παραπονέθηκαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν όσο συστηματικά και έντονα μπορούσαν να πράξουν. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν νομικά άσχετο. Δεν είναι αναγκαίο για έναν εργοδοτούμενο που παραπονείται να ξεκινήσει μια συστηματική ή έντονη διαμαρτυρία για να εμποδίσει μια συμφωνία που του έχει επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη του. Εφόσον έχει καταστήσει ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συμφωνεί στη μείωση του μισθού του, με το να συνεχίσει να εργάζεται δεν μπορεί να δεσμεύεται από μια συμφωνία που του επιβάλλει να αποδεχθεί τη μείωση. Παρόλα ταύτα η υπόθεση Wilton ενεργεί για να μας θυμίζει ότι η έκφραση της αντίρρησης είναι αναγκαία. Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην αναγκαιότητα όπως ο εργοδοτούμενος ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση, στην υπόθεση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook
(1981)I.C.R. 823, 831, σημειώθηκε ότι η παραμονή κάποιου στη δουλειά του ύστερα από μια τέτοια συμπεριφορά για ένα μήνα, με σκοπό να ψάξει για άλλη απασχόληση, μπορεί να μη θεωρηθεί αποφασιστικής σημασίας, αλλά αν συνεχίσει να εργάζεται για ένα περαιτέρω μήνα ή ακόμη χειρότερα για έξι μήνες, κάτι τέτοιο θεωρείται ασυμβίβαστο με τα παράπονα του. Στην υπόθεση Fereday v South Staffordshire NHS Primany Care Trust [2011] All ER (D) 05 (Sep), η μη παραίτηση εργοδοτούμενου εντός έξι βδομάδων κρίθηκε υπερβολικό χρονικό διάστημα. Στην υπόθεση Watson v. Jacobson (Outer House, 12 January 1995), ο ένας μήνας που συνέχισε ο εργοδοτούμενος να παραμένει στην εργασία του, μετά από μία προκείμενη αλλαγή, αποφασίστηκε ότι δεν ήταν αρκετός για να θεωρηθεί ότι αποδέχθηκε σιωπηρώς την αλλαγή στους όρους απασχόλησης του, ενώ στην υπόθεση O' Flynn v. The Airport Coach Co Ltd (EAT/0269/01) "τέσσερεις μήνες περίπου" θεωρήθηκαν αρκετοί. Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής προέβαλε τον ισχυρισμό ότι για δυόμισι και πλέον χρόνια πριν την παραίτηση του, επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε στους Καθ' ων η αίτηση για παράβαση της σύμβασης εργασίας του σε σχέση με τις απολαβές του που αφορούσαν μηνιαίο μισθό και προμήθεια. Από την αξιολόγηση ωστόσο της μαρτυρίας διαφαίνεται ότι ο βασικός μισθός του Αιτητή από το 2009 μέχρι το 2011 είχε αυξηθεί. Επίσης οι συνολικές απολαβές του για το 2009 ήταν αυξημένες σε σύγκριση με το
- Ενώ για τα δύο επόμενα χρόνια οι συνολικές απολαβές του παρουσιάζονταν μειωμένες σε σύγκριση με το 2009, εν τούτοις ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει την αξίωση του αφού με τη μαρτυρία του έδωσε την εντύπωση ότι δεν γνώριζε ότι οι προμήθειες που λάμβανε από το 2008 συμπεριελάμβαναν σταθερό (fixed) ποσό προμήθειας. Όσο έντονη όμως κι αν ήταν η προσπάθεια του να καταδείξει στο Δικαστήριο την παράβαση της σύμβασης απασχόλησης του, ωστόσο για δυόμισι και πλέον έτη λάμβανε επί μηνιαίας βάσης τον μισθό του χωρίς ποτέ να εκφράσει γραπτώς τη διαφωνία του στο νέο σχέδιο πληρωμής, ή να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμα του σχετικά με τις απολαβές του, συμπεριφορά που τείνει να καταδείξει την επιβεβαίωση των αλλαγών που οι Eργοδότες επέβαλαν με το νέο σχέδιο πληρωμής. Επίσης για δυόμισι και πλέον έτη επέλεξε να παραμείνει στη σχέση αυτή χωρίς να αποχωρήσει, συμπεριφορά η οποία κρίνεται, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομολογια-κές αρχές, καταστροφική για οποιαδήποτε τυχόν αξίωση του. Και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε αποδειχθεί ότι ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση υπό διαμαρτυρία, κάτι που δεν εξάγεται μέσα από τη μαρτυρία του, και πάλι το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να καταλήξει σε οποιοδήποτε λογικό συμπέρασμα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του που αφορούν το 2% επί των πωλήσεων για την περίοδο από 1.9.2010 μέχρι 31.7.
- Κατά πρώτο λόγο, γιατί ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει τις σταθερές (fixed) προμήθειες από τις κυμαινόμενες προμήθειες με βάση το ποσοστό επί των πωλήσεων και κατά δεύτερο λόγο γιατί δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν αν ο Αιτητής δικαιούταν στην καταβολή προμήθειας με βάση της πωλήσεις και ποιο ήταν το ποσό αυτό της προμήθειας. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι πέραν της μη παράθεσης οποιωνδήποτε στοιχείων σε σχέση με τις πωλήσεις που έγιναν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, από τις καταστάσεις πληρωμών διαφαίνεται ότι εκτός από τον βασικό μισθό και τη σταθερή προμήθεια (fixed commissions), στον Αιτητή δεν καταβλήθηκε κανένα άλλο ποσό κατά τη περίοδο αυτή, για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να υπολογίσει τυχόν ποσό που του είχε αποκοπεί από την προμήθεια επί των πωλήσεων. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Αιτητής εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Για όλα τα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. (υπ)............... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Χρ. Χρίστης, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο