ΜΥΡΤΩ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ κ.α. ν. Α/ΦΟΙ ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υποθέσεων: 631/11, 632/11, 633/11, 634/11, 649/11, 650/11, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Ρωσσίδη και Π. Ρήγα, Μελών Αρ. Υποθέσεων: 631/11, 632/11, 633/11, 634/11, 649/11, 650/11 (Συνενωμένες Υποθέσεις) Μεταξύ: ΜΥΡΤΩ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, από τα Λατσιά ΓΙΟΥΛΛΑ ΣΑΡΡΗ, από τη Λεμεσό ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, από την Ανθούπολη ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΨΑΡΑ, από την Αραδίππου ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, από την Αραδίππου ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΡΔΗ, από την Αλάμπρα Αιτητών -και-
- Α/ΦΟΙ ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές στις Αιτήσεις 631/11, 632/11, 633/11, 634/11: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Αιτητές στις Αιτήσεις 649/11, 650/11: κ. Αρ. Γεωργίου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Γ. Καραμανώλης Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Τ. Σκούρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις πιο πάνω συνενωμένες Αιτήσεις οι Αιτητές αξιώνουν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία» ή («η Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») πληρωμή σε περίπτωση που ήθελαν αποδειχθεί πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, νόμιμο τόκο, έξοδα συν Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αμφισβητεί τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν καθόλα νόμιμος και οφείλετο σε πλεονασμό. Συγκεκριμένα στις Αιτήσεις αρ. 631/11, 634/11 και 649/11 προβάλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (α) Κατά ή περί το 2008 λόγω του ότι ο Όμιλος στον οποίο ανήκει η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εισηγμένος στα Χρηματιστήρια Αθηνών και Νέας Υόρκης και οφείλει να συμμορφώνεται και να προσαρμόζεται με συγκεκριμένους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και στις απαιτήσεις του εσωτερικού ελέγχου, σε συνεννόηση με τους αρμόδιους φορείς και ή τους εργοδοτούμενους και ή τις συντεχνίες, αποφάσισε να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των τμημάτων της και να υιοθετήσει τη λειτουργία του "Live Settlement" του λογισμικού SAP. (β) Η Εργοδότρια Εταιρεία γνωστοποίησε τα πιο πάνω στους εργοδοτούμενους, στους αρμόδιους φορείς και στις συντεχνίες από το 2008 και ξεκίνησε διαβουλεύσεις και ή συζητήσεις για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης. Στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών για εξεύρεση λύσης που θα ικανοποιούσε τις ανάγκες της Εταιρείας αλλά και τα συμφέροντα των εργοδοτουμένων αποφασίστηκε από κοινού η προσφυγή στο Τμήμα Εργατικών Διαφορών του Υπουργείου Εργασίας. (γ) Αποτέλεσμα αυτής της διαβούλευσης ήταν η άμεση υιοθέτηση του νέου λογισμικού SAP από 1.1.2010 και επίτευξη μεταβατικής συμφωνίας με την οποία υιοθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, αλλαγές στο ωράριο και στον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας και μισθολογικές αναπροσαρμογές. (δ) Μεταξύ των απαραίτητων αλλαγών στις ανάγκες λειτουργίας της Εταιρείας ήταν η μετακίνηση της ώρας έναρξης - λήξης εργασίας και ή η εισαγωγή του Σαββάτου στο κανονικό ωράριο εργασίας και ή η εισαγωγή του συστήματος βάρδιας και ή η κατάργηση τμημάτων. Σε όλες τις Αιτήσεις, η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές κατέστησαν πλεονάζον προσωπικό λόγω των πιο πάνω αναγκών και ή αλλαγών που σχετίζονταν με την οργάνωση και ή δομή και ή λειτουργία και ή αναδιοργάνωση της επιχείρησης και ή λόγω εκσυγχρονισμού και μηχανοποίησης και ή αλλαγής στις μεθόδους παραγωγής και ή αλλαγής στην οργάνωση της επιχείρησης και ή λόγω του ότι το τμήμα της επιχείρησης στο οποίο απασχολούνταν οι Αιτητές καταργήθηκε και ή οι θέσεις απασχόλησης που κατείχαν με βάση τους αρχικούς όρους θα καταργούνταν. Στην Αίτηση 633/11 η Εργοδότρια Εταιρεία εγείρει προδικαστική ένσταση με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του και ή κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης ήταν συνταξιούχος και ή είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία με βάση τη σχετική νομοθεσία και ως εκ τούτου κωλύεται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και να αξιώνει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον της. Άνευ βλάβης και με επιφύλαξη των πιο πάνω ισχυρισμών, η Εργοδότρια Εταιρεία δηλώνει ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθήσουν προς εκδίκαση τις Αιτήσεις τους και ή να διεκδικήσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις καθότι, κατά τον τερματισμό της απασχόλησης τους, δήλωσαν γραπτώς και ενυπογράφως ότι έλαβαν συγκεκριμένο ποσό ως χαριστική πληρωμή και ή προς πλήρη εξόφληση και σε οριστική διευθέτηση κάθε απαίτησης και ή αξίωσης, παρούσας ή μελλοντικής από την Εργοδότρια Εταιρεία αναφορικά με την απασχόληση και ή τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Είναι η θέση του Ταμείου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προέβη σε σοβαρή και σπουδαία αναδιοργάνωση της επιχείρησης της και ή σε αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής των καθηκόντων των Αιτητών, που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης τους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα καθήκοντα καθαρίστριας που ασκούσαν οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 631/11 και 634/11 ως και τα καθήκοντα γραφέα λογιστηρίου (R/S Clerk) που ασκούσαν οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά τον τερματισμό της απασχόλη-σης τους και εκτελούνται από άλλα πρόσωπα. Η κατάργηση της θέσης συνεπεία αλλαγής των όρων απασχόλησης δεν συνιστά λόγο πλεονασμού. Για τον Αιτητή στην Αίτηση 649/11 ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη σε πρόσληψη νέων εργοδοτουμένων που ασκούν τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα με τον Αιτητή που ήταν αυτά του υπεύθυνου αποθήκης ψυγείων (CDE Warehouse officer). Για τον Αιτητή στην Αίτηση 633/11 ισχυρίζεται ότι στις 14.4.2008 συμπλήρωσε την συντάξιμη ηλικία ως μεταλλωρύχος και από την ημερομηνία αυτή λαμβάνει σύνταξη μεταλλωρύχου. Είναι η θέση του ότι ο Αιτητής στερείται του δικαιώματος πληρωμής από το Ταμείο λόγω συμπλήρωσης της συντάξιμης ηλικίας του πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης του. Το άρθρο 6
(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδό-τρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τους Αιτητές για λόγους πλεονασμού. Προς υποστήριξη των θέσεων της κατέθεσε η Δέσπω Κωνσταντίνου, υπεύθυνη του Τμήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατέθεσε επίσης ο Αιτητής στην Αίτηση 649/
- Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η Εργοδότρια Εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παραγωγή και διάθεση αναψυκτικών, χυμών και άλλων ειδών ευρείας κατανάλωσης. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 631/11 προσελήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 20.9.1999 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 634/11 στις 13.1.
- Και των δύο η απασχόληση τερματίστηκε στις 21.5.2010, με επιστολές πανομοιό-τυπου περιεχομένου ημερ. 26.3.2010 τις οποίες παραθέτουμε: «Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι λόγω της εφαρμογής του νέου συστήματος SAP και μετά από την πρώτη δοκιμαστική φάσης της λειτουργίας του από 1.1.2010, υπάρχει αλλαγή στις ανάγκες λειτουργίας της Εταιρείας και πιο συγκεκριμένα στη μετακίνηση της ώρας έναρξης εργασίας από 7:30 σε 9:00 καθώς και στην εισαγωγή του Σαββάτου στο κανονικό ωράριο εργασίας. Από τον Σεπτέμβριο 2009 σας είχαμε προειδοποιήσει για την πιθανότητα να χρειαστεί να προβούμε σε αυτές τις αλλαγές και είχαμε διατηρήσει το δικαίωμα μας να επανέλθουμε με αλλαγές όταν θα είχαμε μια καλύτερη εικόνα των πραγματικών αναγκών της Εταιρείας, διευθέτηση η οποία συζητήθηκε και συμφωνήθηκε κατά τις συναντήσεις μας με την Υπηρεσία Μεσολάβησης του Υπουργείου Εργασίας. Ως εκ τούτου η θέση της RS Clerk που κατέχετε με τους όρους εργασίας που είχαν αρχικά συμφωνηθεί αναγκαστικά καθίσταται πλεονάζουσα και θα καταργηθεί.» Η Αιτήτρια στην Αίτηση 632/11 προσελήφθηκε την 1.8.2001 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 650/11 την 1.12.
- Και των δύο η απασχόληση τερματίστηκε στις 20.8.2010 με πανομοιότυπες επιστολές ημερ. 24.6.2010, τις οποίες επίσης παραθέτουμε: «Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι η Εταιρεία αποφάσισε να αναθέσει τις υπηρεσίες καθαρισμού σε εξωτερικό συνεργάτη και ως εκ τούτου η θέση της καθαρίστριας που κατέχετε αναγκαστικά καθίσταται πλεονάζουσα και θα καταργηθεί.» Ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11 προσελήφθηκε την 1.3.1996 και απολύθηκε στις 9.4.2010 με επιστολή ημερ. 10.2.2010, για τους ακόλουθους λόγους: «.η Εταιρεία μέσα στα πλαίσια αλλαγής της οργάνωσης και δομής της αποφάσισε να προχωρήσει στην ανάθεση (όποτε χρειάζεται) εργασιών οδηγού μεταφοράς εμπορευμάτων, μεταξύ των πρατηρίων της σε εξωτερικό συνεργάτη. Συνεπώς το Τμήμα Οδηγών Μεταφοράς Εμπορευμάτων (haulage) καταργείται και η θέση του οδηγού μεταφοράς εμπορευμάτων που κατέχετε στην Εταιρεία αναγκαστικά καθίσταται πλεονάζουσα.». Ο Αιτητής στην Αίτηση 649/11 προσελήφθηκε την 1.11.1993 και απολύθηκε στις 25.5.2010 με επιστολή ημερ. 31.3.2010, για τους πιο κάτω λόγους: «.η Εταιρεία μέσα στα πλαίσια αλλαγής της οργάνωσης και δομής της και λόγω του εκσυγχρονισμού και αυτοματοποίησης του τρόπου λειτουργίας της μέσω της εφαρμογής του νέου λογισμικού συστήματος SAP, αποφάσισε να προχωρήσει στην κατάργηση της θέσης του υπεύθυνου αποθήκης ψυγείων (CDE Warehouse Officer). Συνεπώς η θέση του υπεύθυνου αποθήκης που κατέχετε στην Εταιρεία αναγκαστικά καθίσταται πλεονάζουσα.». Οι ακαθάριστες εβδομαδιαίες απολαβές των Αιτητών κατά τον χρόνο της απόλυσης τους είχαν ως ακολούθως: 631/11 €335,82 632/11 €312,52 633/11 €570,54 634/11 €336,58 649/11 €648,88 650/11 €319,52 Όλοι οι Αιτητές, με την αποχώρηση τους από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, έλαβαν όλα τα δικαιώματα τους όπως προειδοποίηση, μισθούς, άδειες, αναλογίες 13ου και 14ου μισθού καθώς και ποσό χαριστικής πληρωμής υπογρά-φοντας δηλώσεις πανομοιότυπου περιεχομένου (παραθέτουμε τις δηλώσεις της Αιτήτριας στην Αίτηση 631/11): ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ /ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ «...
(1)Έλαβα σήμερα από την Εταιρεία Α/φοι Λανίτη Λτδ («η Εταιρεία») το ποσό των €2.848,88 σε πλήρη εξόφληση, οριστική διευθέτηση και ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων ή αξιώσεων μου από την πιο πάνω Εταιρεία ή και άλλων συνδεδεμένων ή και μητρικών ή και θυγατρικών Εταιρειών της, παρουσών και μελλοντικών τις οποίες είχα ή δυνατό να έχω λόγω της παραίτησης μου και τον τερματισμό της απασχόλησης μου στην Εταιρεία από τις 21.5.2010.
(2)Επ' ανταλλάγματα της πιο πάνω πληρωμής δηλώνω, συμφωνώ και αποδέχομαι ότι όλες οι απαιτήσεις και αξιώσεις μου οποθενδήποτε προερχόμενες ως συνέπεια ή και ως αποτέλεσμα ή και σχετικές με την απασχόληση μου στην Εταιρεία ή και των συνδεδεμένων ή και θυγατρικών ή και μητρικών Εταιρειών της, έχουν πλήρως εξοφληθεί, διευθετηθεί και ικανοποιηθεί και δεν έχω οποιανδήποτε άλλη αξίωση ή απαίτηση εναντίον τους οποιασδήποτε φύσης ή μορφής, είτε υπό μορφή μισθού, ωφελημάτων, φιλοδωρημάτων, άδειας, αμοιβής, προειδοποίησης, αποζημίωσης, εισοδήματος, ή άλλως πως.
(3)Δεν θα προσφύγω δικαστικώς σε πολιτικό ή εργατικό δικαστήριο προς διεκδίκηση οιουδήποτε ποσού εναντίον της Εταιρείας.
(4)Γνωρίζω πλήρως τις συνέπειες αυτής της βεβαίωσης, που υπογράφω με τη θέληση μου χωρίς εξαναγκασμό ή άσκηση ψυχολογικής βίας. ...» (ακολουθεί η ημερομηνία 15.6.2010, η υπογραφής της Αιτήτριας και δύο μαρτύρων). ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ /ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ «.....
(1)Έλαβα σήμερα από την Εταιρεία Α/φοι Λανίτη Λτδ («η Εταιρεία») το ποσό των €2.848,88 σε πλήρη εξόφληση, οριστική διευθέτηση και ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων ή αξιώσεων μου (συμπεριλαμβανομένων μισθών, αδειών, αναλογιών 13ου, 14ου μισθού, προειδοποίησης) από την πιο πάνω Εταιρεία ή και άλλων συνδεδεμένων ή και μητρικών ή και θυγατρικών Εταιρειών της, παρουσών και μελλοντικών τις οποίες είχα ή δυνατό να έχω λόγω της παραίτησης μου και τον τερματισμό της απασχόλησης μου στην Εταιρεία από τις 21.5.2010.
(2)Έλαβα επίσης από την Εταιρεία το ποσό των €5.522,41 ως χαριστική πληρωμή (ex-gratia payment) χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νομική ή συμβατική υποχρέωση εκ μέρους της Εταιρείας. Οποιαδήποτε μελλοντική φορολογική υποχρέωση που τυχόν θα προκύψει από την χαριστική πληρωμή θα επωμίζεται από τον υπογεγραμμένο.
(3)Επ' ανταλλάγματα των πιο πάνω πληρωμών δηλώνω, συμφωνώ και αποδέχομαι ότι όλες οι απαιτήσεις και αξιώσεις μου οποθενδήποτε προερχόμενες ως συνέπεια ή και ως αποτέλεσμα ή και σχετικές με την απασχόληση μου στην Εταιρεία ή και των συνδεδεμένων ή και θυγατρικών ή και μητρικών Εταιρειών της, έχουν πλήρως εξοφληθεί, διευθετηθεί και ικανοποιηθεί και δεν έχω οποιανδήποτε άλλη αξίωση ή απαίτηση εναντίον τους οποιασδήποτε φύσης ή μορφής, είτε υπό μορφή μισθού, ωφελημάτων, φιλοδωρημάτων, άδειας, αμοιβής, προειδοποίησης ή εισοδήματος.
(4)Γνωρίζω πλήρως τις συνέπειες αυτής της βεβαίωσης, που υπογράφω με τη θέληση μου χωρίς εξαναγκασμό ή άσκηση ψυχολογικής βία. ...» (Ακλουθούν η ημερομηνία 14.7.2010, η υπογραφή της Αιτήτριας και δύο μαρτύρων) Με την υπογραφή των πιο πάνω δηλώσεων η Αιτήτρια στην Αίτηση 632/11 έλαβε τα ποσά των €2.197,42 και €4.246, ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11 τα ποσά των €1.413,91 και €15.000, η Αιτήτρια στην Αίτηση 634/11 τα ποσά των €550,36 και €6.926,71, ο Αιτητής στην Αίτηση 649/11 τα ποσά των €3025,63 και €17.998,41 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 650/11 τα ποσά των €1619,09 και €6.
- Μαρτυρία Επαναλαμβάνοντας η Δ. Κωνσταντίνου τις θέσεις που η Εργοδότρια Εταιρεία διατυπώνει στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίστηκε, ότι με βάση συγκεκρι-μένους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και τις αυξημένες απαιτήσεις εσωτερικού ελέγχου, η Εταιρεία έπρεπε να εφαρμόσει τη διαδικασία του λεγόμενου Live Settlement, δηλαδή της άμεσης και δια ζώσης εκκαθάρισης των λογαριασμών - εισπράξεων και δρομολογίων των πωλητών και οδηγών, στην παρουσία του ενδιαφερόμενου. Με αυτό τον τρόπο εκσυγχρονίστηκε, μηχανοποιήθηκε και αυτοματοποιήθηκε ριζικά ο βασικός αυτός τομέας της επιχείρησης καθότι γίνεται άμεση αντιπαραβολή των χρεώσεων και των εισπράξεων των πωλητών και διανομέων στην παρουσία του ενδιαφερόμενου. Μέσα στα πλαίσια εναρμονισμού της Εταιρείας με τα απαραίτητα συστήματα του Ομίλου CocaCola Helenic και της απαραίτητης αναδιοργάνωσης επιβαλλόταν η εφαρμογή του συστήματος SAP, για το οποίο η Εταιρεία επένδυσε τεράστια ποσά για την αγορά του λογισμικού συστήματος και την εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να εκσυγχρονιστεί και να γίνει εφικτή και όσο το δυνατό ευκολότερη η διαδικασία του Live Settlement. Προ της εισαγωγής του εν λόγω συστήματος οι πωλητές και διανομείς της Εταιρείας χρεώνονταν με τα προϊόντα - περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και ακολούθως, αφού προέβαιναν στις ανάλογες πωλήσεις ή διανομές, τοποθετούσαν τις εισπράξεις σε ειδικό χρηματοκιβώτιο και εν τη απουσία τους, οι R/S Clerks προέβαιναν σε έλεγχο αντιπαραβάλλοντας τις χρεώσεις, τις εισπράξεις και τις αποδείξεις για να αποφασίσουν κατά πόσο υπήρχε έλλειμμα και σε ποιον. Η όλη πρακτική δημιουργούσε πολλά προβλήματα και δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί ποιος και πόσο έλλειμμα παρουσίαζε. Έτσι, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης που επέβαλαν τα χρηματιστήρια Αθήνας και Νέας Υόρκης, αλλά και μετά από εισήγηση των εσωτερικών ελεγκτών της Εταιρείας, η εισαγωγή του Live Settlement κατέστη επιβεβλημένη. Αποτέλεσμα ήταν η άμεση υιοθέτηση του νέου λογισμικού SAP από 1.1.2010 και η επίτευξη μεταβατικής συμφωνίας με την οποία υιοθετήθηκαν μεταξύ άλλων, αλλαγές στο ωράριο, μισθολογικές αναπροσαρμογές, κατάργηση τμημάτων, μετακίνηση της ώρας έναρξης και λήξης της εργασίας, εισαγωγή του Σαββάτου στο κανονικό ωράριο εργασίας και εισαγωγή του νέου συστήματος βάρδιας. Η αναδιοργάνωση δε και ο εκσυγχρονισμός της επιχείρησης ως και οι ανάγκες ήταν τέτοιες που δεν επέτρεπαν πλέον την απασχόληση R/S Clerks με τους ίδιους όρους και καθήκοντα και το ίδιο ωράριο. Η εισαγωγή του λογισμικού συστήματος SAP επηρέασε επίσης και τη θέση του υπεύθυνου αποθήκης ψυγείων, που κατείχε ο Αιτητής στην Αίτηση 649/
- Η λειτουργία των αποθηκών εκσυγχρονίστηκε και αυτοματοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε τα καθήκοντα που είχε στην αποθήκη να γίνονται αυτόματα μέσω του λογισμικού συστήματος και όχι χειρονακτικά όπως γινόταν στο παρελθόν. Επακόλουθο ήταν και η απόλυση, για τον ίδιο λόγο και των τεχνικών της ίδιας αποθήκης ψυγείων λόγω πλεονασμού. Σε σχέση με τους Αιτητές στις Αιτήσεις 632/11, 633/11 και 650/11 οι υπηρεσίες τους τερματίστηκαν λόγω κατάργησης των τμημάτων στα οποία απασχολούντο και της ανάθεσης των ανάλογων εργασιών που εκτελούσαν σε ιδιωτικές εταιρείες. Ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11 ήταν οδηγός μεταφοράς εμπορευμάτων. Στις 9.4.2010 η Εργοδότρια Εταιρεία υπέγραψε συμφωνία με τις Εταιρεία S. Pekris Bros (General Enterprises) Ltd και S.M.S Savva (Transportation) Ltd βάσει των οποίων οι εν λόγω Εταιρείες ανέλαβαν τη μεταφορά των εμπορευμάτων της Εταιρείας σε όλες τις πόλεις. Έτσι, οι διαδρομές γίνονταν πλέον με οχήματα και εργοδοτούμενους των εξωτερικών συνεργατών και όχι με προσωπικό και οχήματα της Εταιρείας. Οι εν λόγω Εταιρείες ανέλαβαν τη μεταφορά των εμπορευμάτων με δική τους ευθύνη και ήταν υπόλογοι για οποιανδήποτε ζημιά. Αποτέλεσμα ήταν η κατάργηση του Τμήματος Οδηγών Μεταφοράς Εμπορευμάτων, που οδήγησε και στην ανάλογη κατάργηση των καθηκόντων οδηγού μεταφοράς. Οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 εργάζονταν ως καθαρίστριες. Επειδή η Εταιρεία όφειλε να συμμορφώνεται με διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα ασφαλείας, υγιεινής και καθαριότητας, καθώς και με τα πρότυπα και επίπεδα των υπολοίπων μελών του Ομίλου, από τον Ιούνιο του 2010 λήφθηκε απόφαση για κατάργηση του εσωτερικού τμήματος καθαριότητας σε ολόκληρη την Κύπρο και ανάθεσης των σχετικών καθηκόντων σε εξωτερικό συνεργάτη. Στο διάστημα που μεσολάβησε και μέχρι τη συνομολόγηση σχετικής σύμβασης, γίνονταν διαπραγμα-τεύσεις και διαβουλεύσεις με διάφορες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού, οι οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε δοκιμαστική βάση. Παράλληλα δόθηκαν οδηγίες στο προσωπικό όπως φροντίζει για την καθαριότητα του χώρου εργασίας του, μέχρι την υπογραφή σχετικής συμφωνίας. Ενώ οι Αιτήτριες αποχώρησαν στις 20.8.2010, η Εταιρεία στις 11.10.2010 υπέγραψε συμφωνία παροχής υπηρεσιών καθαρισμού με την B&A The Best MCC Ltd, η οποία κατείχε πιστοποιητικό ISO 9001:2008 και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν με την εισαγωγή του νέου συστήματος. Ως αποτέλεσμα, με την ανάληψη των εργασιών καθαρισμού από την εν λόγω εταιρεία το τμήμα όπου απασχολούντο οι Αιτήτριες έπαυσε να υφίσταται. Προς επιβεβαίωση των θέσεων της, η μάρτυς, επικαλέστηκε την απόλυση και άλλων εργοδοτούμενων που εργάζονταν στα συγκεκριμένα τμήματα. Σημείωσε επίσης ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, επιδεικνύοντας καλή θέληση, καλόπιστα πρότεινε στις Αιτήτριες στις Αιτήσεις 631/11 και 634/11, να συνεχίσουν να εργάζονται στην Εταιρεία με σύστημα βάρδιας που κατέστη απαραίτητο με την αναδιοργάνωση της επιχείρησης και εισαγωγής του Live Settlement και του λογισμικού SAP, με ταυτόχρονη αύξηση των απολαβών τους, κάτι που δεν αποδέχτηκαν, με αποτέλεσμα η Εταιρεία μη έχοντας άλλη επιλογή να προχωρήσει στον τερματισμό των υπηρεσιών τους λόγω πλεονασμού. Η ίδια πρόταση έγινε και σε άλλες R/S Clerk οι οποίες αποδέχτηκαν να συνεχίσουν την απασχόλησης τους με τα νέα δεδομένα, που είχαν δημιουργηθεί. Ισχυρίστηκε ότι με την απόλυση των Αιτητών, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προχώρησε σε πρόσληψη νέου προσωπικού με όρους απασχόλησης ίδιους με αυτούς των θέσεων που κατείχαν οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 631/11 και 634/
- Ούτε στην πρόσληψη υπεύθυνου αποθήκης ψυγείου, αλλά ούτε και για τη θέση του οδηγού μεταφοράς εμπορευμάτων, αφού οι εργασίες αυτές είχαν ανατεθεί σε άλλη εταιρεία και ως εκ τούτου η Εταιρεία έπαυσε να απασχολεί οδηγούς αυτής της ειδικότητας. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Νικολάου, ανέφερε ότι τα καθήκοντα των γραφέων λογιστηρίου είχαν διατηρηθεί, ωστόσο λόγω του λογισμικού προγράμματος ο τρόπος που διεκπεραιώνονταν ήταν διαφορετικός και θα έπρεπε να εργάζονται με διαφορετικό ωράριο και με βάρδια. Με επίκληση το Τεκ.13 και 14 ισχυρίστηκε ότι στις εργαζόμενες στη συγκεκριμένη θέση, προτάθηκε διαφορετικό ωράριο με διαφορετικό μισθό. Ενώ κάποιες αποδέχθηκαν, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 δεν αποδέχτηκαν. Για τις αποδείξεις είσπραξης διευκρίνισε ότι η πρώτη αφορούσε μισθούς και άλλα ωφελήματα ενώ η δεύτερη, εκτός από αυτά, περιελάμβανε και τη χαριστική πληρωμή. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Αρ. Γεωργίου, επανέλαβε τη θέση της ότι τα καθήκοντα του Αιτητή στην Αίτηση 649/11 είχαν καταργηθεί με την εφαρμογή του λογισμικού συστήματος, το οποίο επηρέασε και την αποθήκη ψυγείων. Για τις καθαρίστριες ισχυρίστηκε ότι η θέση τους καταργήθηκε με την κατάργηση του τμήματος και την ανάθεση του καθαρισμού σε εξωτερικές υπηρεσίες. Για τις αποδείξεις είσπραξης δεν διαφώνησε ότι η χαριστική πληρωμή δόθηκε στους Αιτητές με το σκεπτικό ότι θα καθίσταντο πλεονάζοντες και ότι το ποσό που τους δόθηκε θα αποτελούσε επιπρόσθετη πληρωμή του ποσού που θα λάμβαναν από το Ταμείο πλεονασμού. Αντεξεταζόμενη από την κα Σκούρου επισήμανε ότι το σύστημα SAP εφαρμόστηκε σταδιακά σε 28 χώρες, με απόφαση του Ομίλου και ότι η Εταιρεία δεν είχε άλλη επιλογή από την εφαρμογή του. Για τον Αιτητή στην Αίτηση 633/11, επανάλαβε την αρχική της θέση, σημειώνοντας ότι με την κατάργηση του τμήματος μεταφο-ρών και την ανάθεση των εργασιών σε εξωτερικό συνεργάτη τα καθήκοντα του είχαν καταργηθεί. Ενώ ήταν εν γνώσει της Εταιρείας ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης του ήταν 64 ετών, εν τούτοις εκ των υστέρων περιήλθε εις γνώσιν τους ότι λάμβανε κανονική σύνταξη γήρατος. Για τις R/S Clerk ισχυρίστηκε ότι άλλαξε ο τρόπος λειτουργίας του τμήματος χωρίς ωστόσο να αρνηθεί ότι και μετά την απόλυση τους η Εταιρεία συνέχισε να απασχολεί εργοδοτούμενους αυτής της ειδικότητας. Για τον Αιτητή στην Αίτηση 649/11 ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα του είχαν καταργηθεί. Συγκεκριμένα αυτοματοποιήθηκαν μέσω του συστήματος SAP με εξαίρεση κάποια καθήκοντα, όπως η παραλαβή ψυγείων, που ανατέθηκαν στον Drink Officer, του οποίου τα καθήκοντα δεν σχετίζονταν με αυτά του Αιτητή. Ενώ ο πρώτος ήταν υπεύθυνος των τεχνικών, ο Αιτητής ως υπεύθυνος αποθήκης δεν είχε καμία ανάμειξη με τους τεχνικούς. Παραδεχόμενη για την ύπαρξη νέων προσλήψεων, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για την πλήρωση θέσεων εντελώς διαφορετικών απ' αυτή του Αιτητή. Για τη θέση του Spare Warehouse Supervisor, τμήμα Logistic, που προτάθηκε στον Joseph Zammit ισχυρίστηκε ότι απαιτούσε γνώσεις μηχανημάτων κάτι που δεν διέθετε ο Αιτητής. Καταθέτοντας ο Αιτητής στην Αίτηση 649/11, σημείωσε ότι την αλλαγή του λογισμικού συστήματος έχει βιώσει ιδία γνώσει και συμφώνησε ότι η λειτουργία των αποθηκών εκσυγχρονίστηκε και αυτοματοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα καθήκοντα του στην αποθήκη να γίνονται αυτόματα μέσω του λογισμικού συστήματος και όχι χειρονακτικά όπως γινόταν στο παρελθόν. Επιβεβαίωσε επίσης την απόλυση τεχνικών λόγω πλεονασμού. Καθώς ανέφερε, από το 2008 η Εργοδότρια Εταιρεία συζητούσε με τις συντεχνίες για την ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού. Επίσης, από ενημέρωση στο χώρο εργασίας γνώριζε ότι το Υπουργείο είχε αποδεχτεί την ύπαρξη θεμάτων πλεονασμού. Στην Εταιρεία δε, επικρατούσε η αντίληψη ότι παρουσιάζονταν τέτοιες συνθήκες, λόγω του εκσυγχρονισμού και των νέων μεθόδων αλλά και των διαβεβαιώσεων που λάμβαναν από τη συντεχνία για έγκριση του αιτήματος τους από το Ταμείο. Αυτός μάλιστα ήταν κι ο λόγος της διαπραγμάτευσης ενός σχεδίου για επιπλέον πληρωμή από τον Εργοδότη. Με τη λήψη της τελικής απόφασης, η Εργοδότρια Εταιρεία του παρουσίασε δύο έγγραφα ημερομηνίας 9.6.2010 και 15.6.2010, τα οποία υπέγραψε, με δεδομένη τη ρητή διαβεβαίωση που είχε λάβει ότι το θέμα πλεονασμού ήταν ξεκάθαρο και θα λάμβανε πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι με την αμφισβήτηση του πλεονασμού κατέστη ξεκάθαρο ότι είχε εξαπατηθεί και ότι η υπογραφή του αποσπάστηκε συνεπεία ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας, χωρίς ποτέ ο ίδιος να εγκαταλείψει το δικαίωμα να εισπράξει είτε από το Ταμείο είτε από τον Εργοδότη το ποσό που του αναλογεί ως αποζημίωση ή ως πλεονάζων. Σημειώνει ότι το ποσό που δικαιούται να λάβει με βάση τον Νόμο, ήταν πολύ μεγαλύτερο του ποσού που του είχε καταβληθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία υπό μορφή χαριστικής πληρωμής και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να εγκαταλείψει το κατοχυρωμένο στο Νόμο δικαίωμα του για να δεχτεί μικρότερο ποσό. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Καραμανώλη, επέμενε στη θέση του ότι κατά τον χρόνο της απόλυση τους, επικρατούσε η αντίληψη ότι δεν θα υπήρχε αδικία και όλοι θα αποζημιώνονταν είτε από την Εταιρεία είτε από το Ταμείο. Με την ατμόσφαιρα ωστόσο που επικρατούσε ισχυρίστηκε ότι είχε εξαπατηθεί και υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα ενεργούσε με τον τρόπο που ενήργησε. Αντεξεταζόμενος από την κα Σκούρου ανέφερε ότι εργαζόταν στην Εταιρεία ως αποθηκάριος στο τεχνικό τμήμα και ότι κανένας άλλος δεν είχε τα ίδια καθήκοντα μαζί του. Ότι όλη τη δουλειά διεκπεραίωνε χειρονακτικά, μέχρι που εισήχθη το λογισμικό σύστημα SAP και όλα αυτοματοποιήθηκαν. Για τον Cold Drink Officer, ανέφερε ότι ήταν ο υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος σε παγκύπρια βάση. Επίσης ότι προΐστατο και του ιδίου, εκτελώντας διαφορετικά καθήκοντα από τα δικά του. Σημείωσε τέλος ότι όλα είχαν αυτοματοποιηθεί και δεν υπήρχε άλλη εργασία να του ανατεθεί. Ανάλυση - Συμπεράσματα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τον Αιτητή στην Αίτηση 649/11 να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Δ. Κωνσταντίνου, αναφορικά με τις συνθήκες τερματισμού της απασχόληση των Αιτητών, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια. Πέραν της καλής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, στη μαρτυρία της δεν έχουμε εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις. Περαιτέρω δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία που να αμφισβητεί τις θέσεις της. Αντίθετα μέρος της μαρτυρίας της, επιβεβαιώνεται μέσα από τη μαρτυρία του Αιτητή στην Αίτηση 649/
- Ως επακόλουθο, αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία της αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του ετερματίσθη: (α) .............................................................................................................................................. (β) .............................................................................................................................................. (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων (iii) καταργήσεις τμημάτων (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών (v) ελλείψεων παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, το ερώτημα που τίθεται, είναι αν η Εργοδό-τρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών οφειλόταν σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, λόγω αναδιοργάνωσης και ή κατάργησης τμημάτων. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο να σημειώσουμε, ότι ο κάθε εργοδότης έχει δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησης του. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή η μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου. Καθώς έχει αναφερθεί στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985, 1990: «Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται "ελάττωση του αριθμού των αναγκαιού-ντων εργοδοτουμένων" κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου. Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle -v- Percival Boats Ltd
(1969)1All ER 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε επίσης ότι η στοιχειοθέτηση πλεονασμού δεν εξαρτάται από το πώς ο ίδιος ο εργοδότης χαρακτηρίζει την πράξη του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το θέμα ήταν: «εντελώς αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το εφαρμοζόμενο κριτήριο αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι τη γνώμη των εργοδοτών ή οποιουδήποτε άλλου επί του σημείου εκείνου.» (Βλ. και United Hotels (Lordos) Ltd v. Ανδρούλας Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515). Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο και συγκεκριμένα την κατάργηση τμήματος, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει κατ' αρχάς να προσδιορίσει τον ορισμό της έννοιας του «τμήματος». Τέτοιος ορισμός δεν προκύπτει μέσα από τον Νόμο. Θέτοντας όμως ο νομοθέτης την κατάργηση τμήματος, ως αυτόνομο λόγο πλεονασμού, οπωσδήποτε προσδίδει μια αυτοτέλεια στο τμήμα σε συνάρτηση με την υπόλοιπη επιχείρηση σε βαθμό που να υπάρχει τεχνικά η δυνατότητα να αποσπασθεί από την επιχείρηση ως υποενότητα της, χωρίς να διαταραχθεί η λειτουργία της κατά τις λοιπές δραστηριότητες της, αλλά ούτε και η λειτουργιά του ίδιου του τμήματος. Συνεπώς ως τμήμα επιχείρησης δύναται να νοηθεί ένα σύνολο οργανωμένων μέσων, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη μίας συγκεκριμένης αυτοτελούς δραστηριότητας. Το τμήμα επιχείρησης υποδηλώνει την οργανική ενότητα της εργασίας. Ο χαρακτηρισμός ως τμήμα επιχείρησης αποτελεί πραγματικό γεγονός. Συνεπώς, η κατάργηση τμήματος υποδηλώνει και την ταυτόχρονη παύση κάθε δραστηριότητας που επιτελείται μέσα στα πλαίσια λειτουργίας του συγκεκριμένου τμήματος. Η συνέχιση της δραστηριότητας αυτής, εντός των πλαισίων λειτουργίας της υπόλοιπης επιχείρησης, τείνει να καταδείξει ότι δεν υπήρξε πραγματική κατάργηση του τμήματος, σύμφωνα με το γράμμα του Νόμου, αλλά απλώς φραστική. Η Εργοδότριας Εταιρεία, καθώς προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, προχώρησε στην απόλυση των δύο γραφέων λογιστηρίου (R/S Clerk) επικαλού-μενη την εισαγωγή του Live Settlement, που είχε ως επακόλουθο την άμεση υιοθέτηση του νέου λογισμικού SAP από 1.1.2010 και την επίτευξη μεταβατικής συμφωνίας με την οποία υιοθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, αλλαγές στο ωράριο εργασίας, μισθολογικές αναπροσαρμογές, κατάργηση τμημάτων, μετακίνηση της ώρας έναρξης και λήξης της εργασίας, εισαγωγή του Σαββάτου στο κανονικό ωράριο εργασίας και εισαγωγή του νέου συστήματος βάρδιας. Καθώς προκύπτει και από την επιστολή απόλυσης, λόγω των συγκεκριμένων αλλαγών, η θέση της R/S Clerk που κατείχαν οι Αιτήτριες, με τους όρους εργασίας που είχαν αρχικά συμφωνηθεί, κατέστη πλεονάζουσα και καταργήθηκε. Εν ολίγοις, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, η εισαγωγή του νέου λογισμικού συστήματος δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση των καθηκόντων των R/S Clerks ή την κατάργηση τους ώστε να δικαιολογείται η απόλυση των Αιτητριών λόγω πλεονασμού. Η εφαρμογή του νέου συστήματος επέφερε απλώς κάποιες αλλαγές που σχετίζονταν περισσότερο με τους όρους απασχόλησης των Αιτητριών παρά με τη φύση των καθηκόντων τους, τα οποία ουδέποτε εξέλειπαν και ουδέποτε η Εταιρεία έπαυσε να έχει ανάγκη από εργοδοτούμενους για την εκτέλεση τους. Αυτός μάλιστα ήταν και ο λόγος που η Εταιρεία πρότεινε στις Αιτήτριας όπως συνεχίσουν να εργάζονται με το νέο σύστημα βάρδιας. Τότε μόνο προχώρησε στην απόλυση τους, όταν και οι δύο κατέστησαν φανερό ότι δεν αποδέχονταν την πρόταση. Ωστόσο, η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προχώρησε σε πρόσληψη νέου προσωπικού για πλήρωση των αναγκών της συγκεκριμένης θέσης, καταδεικνύοντας ότι η απόλυση των Αιτητριών δεν οφείλετο σε κατάργηση ή μεταβολή στη φύση των καθηκόντων τους, αλλά σε αλλαγή των όρων απασχόλησης ως επακόλουθο της εισαγωγή του νέου λογισμικού συστήματος. Υπό αυτά τα δεδομένα, καταλήγουμε, ότι η απόλυση των Αιτητριών στις Αιτήσεις 631/11 και 634/11 δεν οφείλονταν σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού. Η εισαγωγή του λογισμικού συστήματος SAP, καθώς προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, αποτέλεσε τον λόγο απόλυσης και του υπεύθυνου αποθήκης ψυγείων (CDE Warehouse Officer), Αιτητή στην Αίτηση 649/
- Αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης που του είχε κοινοποιηθεί. Με την εισαγωγή του νέου λογισμικού συστήματος η λειτουργία των αποθηκών εκσυγχρονίστηκε και αυτοματοποιήθηκε και τα καθήκοντα που ο Αιτητής ασκούσε στην αποθήκη γίνονται πλέον αυτόματα μέσω του συστήματος και όχι χειρο-νακτικά όπως γίνονταν στο παρελθόν. Αποτέλεσμα ήταν η κατάργηση σε μεγάλο βαθμό των καθηκόντων που ασκούσε ο Αιτητής με εξαίρεση κάποια καθήκοντα, όπως η παραλαβή ψυγείων που ανατέθηκαν στον Cold Drink Officer. Τη θέση αυτή υποστήριξε και ο Αιτητής με τη δική του μαρτυρία, λέγοντας επίσης ότι κανένας άλλος στην Εταιρεία δεν ασκούσε τα καθήκοντα του. Διαφοροποιώντας μάλιστα τη θέση του απ' αυτή του Cold Drink Officer, υποστήριξε ότι ο τελευταίος ήταν υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος σε παγκύπρια βάση, ότι προΐστατο και του ιδίου εκτελώντας διαφορετικά καθήκοντα από τα δικά του. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα δεν έχουμε τη παραμικρή αμφιβολία ότι με την εγκατάσταση του νέου λογισμικού συστήματος η λειτουργία των αποθηκών είχε εκσυγχρονιστεί και αυτοματοποιηθεί με αποτέλεσμα τα καθήκοντα που ο Αιτητής εκτελούσε χειρονακτικά να καταργηθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε η απασχόληση του από την Εταιρεία να μην είναι πλέον αναγκαία. Διαφαίνεται επίσης ότι δεν υπήρξε καμία νέα πρόσληψη προς αντικατάσταση του Αιτητή, όπως υπεβλήθη από την πλευρά του Ταμείου. Η θέση του Spare Warehouse Supervisor, τμήμα Logistic, που προτάθηκε στον Joseph Zammit φαίνεται ότι ήταν εντελώς διαφορετική απ' αυτή του Αιτητή, αφού απαιτούσε γνώσεις μηχανημάτων που καθώς διεφάνη δεν διέθετε ο Αιτητής. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγουμε ότι η απόλυση του Αιτητή στην Αίτηση 649/11 οφειλόταν σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού. Για τους υπόλοιπους Αιτητές η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει ως λόγο για την απόλυση τους την κατάργηση των τμημάτων όπου απασχολούνταν και την ανάθεση των εργασιών τους σε εξωτερικούς συνεργάτες. Να σημειώσουμε ότι, στη σύγχρονη οικονομική ζωή, εμφανίζεται όλο και περισσότερο το φαινόμενο της ανάθεσης σε τρίτους συγκεκριμένων δραστηριο-τήτων ή τομέων δραστηριοτήτων της επιχείρησης οι οποίες (δραστηριότητες) προηγουμένως διεξήγοντο από τμήματα ή μονάδες μέσα στα πλαίσια της ίδιας επιχειρήσεως, δηλαδή από εκμεταλλεύσεις ή τμήματα της επιχειρήσεως. Π.χ. μια επιχείρηση αποφασίζει να καταργήσει το τμήμα marketing, καθαριότητας ή μεταφορών, που μέχρι πρότινος διατηρούσε υπό την άμεση διεύθυνση της και να αναθέσει τη σχετική δραστηριότητα σε άλλη εταιρεία. Η πρακτική αυτή της ανάθεσης δραστηριοτήτων, που είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένη στην Αγγλία και στη Γερμανία αλλά και σε άλλες χώρες, είναι γνωστή ως "outsourcing" ή "contracting out". Στην προκείμενη περίπτωση, διαφαίνεται ότι στις 9.4.2010 η Εταιρεία υπέγραψε συμφωνία με δύο εταιρείες για ανάληψη της μεταφοράς των εμπορευμάτων της από τη Λευκωσία στο Δάλι και στις άλλες επαρχίες της Κύπρου. Με βάση την εν λόγω συμφωνία οι εν λόγω εταιρείες, ως εξωτερικοί συνεργάτες, ανέλαβαν την αποκλειστική μεταφορά των εμπορευμάτων της Εταιρείας με δικά τους οχήματα και υπό τη δική τους ευθύνη. Επακόλουθο ήταν η κατάργηση του τμήματος οδηγών μεταφοράς εμπορευμάτων όπου απασχολείτο ο Αιτητής στην Αίτηση 633/
- Διαφαίνεται επίσης ότι κατά τον ίδιο χρόνο και συγκεκριμένα στις 11.10.2010 η Εργοδότρια Εταιρεία υπέγραψε συμφωνία παροχής υπηρεσιών καθαρισμού με εξωτερικό συνεργάτη, βάσει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών γενικού καθαρισμού στα υποστατικά της Εταιρείας στο Δάλι και τη Λεμεσό όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως καθαρίστριες οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/
- Διαφαίνεται δε, ότι ο εν λόγω συνεργάτης διέθετε το πιστοποιητικό ISO 9001:2008, το οποίο ήταν αναγκαίο για σκοπούς συμμόρφω-σης της Εταιρείας με διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας, υγιεινής και καθαριότητας και εναρμόνισης με τα πρότυπα και επίπεδα των υπολοίπων μελών του Ομίλου. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και επί αυτών επιδιώκει το Ταμείο να στηρίξει τη θέση του, ενώ η Εταιρεία κατά τον Ιούνιο 2010 απεφάσισε την ανάθεση των υπηρεσιών καθαρισμού σε εξωτερικό συνεργάτη, τον Αύγουστο του 2010 απέλυσε τις Αιτήτριες και ακολούθως τον Οκτώβριο του ιδίου έτους υπέγραψε τη συμφωνία με τον εξωτερικό συνεργάτη. Εν ολίγοις το Ταμείο θέτει ως βάση στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι μέχρι την ημέρα αποχώρησης των Αιτητριών δεν υπήρξε καμία αλλαγή που θα δικαιολογούσε την απόλυση τους, καθότι η ανάθεση σε εξωτερικό συνεργάτη έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο και δη δύο σχεδόν μήνες μετά. Η συγκεκριμένη θέση δεν αμφισβητείται. Δεν αμφισβητείται ωστόσο ούτε και η θέση της Εργοδότρια Εταιρείας ότι στο μεσοδιάστημα γίνονταν διαπραγματεύσεις με διάφορες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού, οι οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί δοκιμαστικής βάσης. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης το γεγονός ότι δεν υπήρξαν νέες προσλήψεις προς αντικατάσταση των Αιτητριών. Η ουσία της υπόθεσης έγκειται στο γεγονός ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο προτίθετο να αναθέσει τις υπηρεσία καθαρισμού σε εξωτερικό συνεργάτη. Μέσα στα πλαίσια της προεργασίας για σύναψη συμφωνίας η Εταιρεία επωφελείτο δοκιμαστικά των υπηρεσιών καθαρισμού από διάφορες εταιρείες με τις οποίες βρισκόταν σε διαπραγμάτευση. Ως εκ τούτου τα καθήκοντα των Αιτητριών είχαν ήδη εκλείψει και η Εταιρεία δεν είχε πλέον ανάγκη των υπηρεσιών τους. Αλλά και στην περίπτωση ακόμη που δεν επωφελείτο των δοκιμαστικών υπηρεσιών, η εκδηλωμένη πρόθεση της Εταιρείας μέσα από ουσιαστικές ενέργειες που θα οδηγούσαν μετά βεβαιότητας στην επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας, λόγω των υποχρεώσεων της, όπως μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση με διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα ασφαλείας, υγιεινής και καθαριότητας, ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την απόλυση τους. Ως επακόλουθο και στις δυο περιπτώσεις, είναι η κατάληξη μας ότι με την ανάθεση της μεταφοράς των εμπορευμάτων της Εταιρείας και των υπηρεσιών καθαρισμού σε εξωτερικούς συνεργάτες, τα τμήματα όπου απασχολούνταν ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11 και οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 είχαν καταργηθεί. Επακόλουθο ήταν να εκλείψουν και τα καθήκοντα τους. Υπό αυτές τις συνθήκες δικαιολογημένα η Εργοδότριας Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση τους για λόγους πλεονασμού. Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο τερματισμός της απασχόληση των Αιτητριών, στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 ως και των Αιτητών στις Αίτηση 633/11 και 649/11, έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(i)(iii) του Νόμου. Αναφορικά με τις Αιτήτριες στις Αιτήσεις 631/11 και 634/11, είναι κατάληξη μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει και κατ' επέκταση δεν κατάφερε να αποδείξει, στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την απόλυση των Αιτητών λόγω πλεονασμού. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω το ερώτημα που έπεται είναι, αν ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11 δικαιούται να επωφεληθεί πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Θέτοντας διαφορετικά το ερώτημα, αν χρήζει της προστασίας των διατάξεων του Νόμου. Τόσο η Εργοδότρια Εταιρεία όσο και το Ταμείο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης αποκλείουν το δικαίωμα του Αιτητή στην Αίτηση 633/11 να προωθεί την παρούσα διαδικασία καθότι ήταν συνταξιούχος και ή είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία ως μεταλλωρύχος πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του. Τη θέση αυτή υποστήριξε με τη μαρτυρία της η Δ. Κωνσταντίνου. Ο συνήγορος του Αιτητής με τη γραπτή αγόρευση του παραδέχεται ότι ο Αιτητής πράγματι από τον Απρίλιο 2008 λαμβάνει σύνταξη μεταλλωρύχου. Σημειώνει ωστόσο ότι αυτό δεν σημαίνει ότι έχει συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία για να τον αποκλείει από τη διεκδίκηση πληρωμής από το Ταμείο. Επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στις συνενωμένες υποθέσεις 276/06 κ.α. όπου το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, απεφάσισε μεταξύ άλλων ότι «η μείωση της συντάξιμης ηλικίας των μεταλλωρύχων έγινε για να βοηθήσει την κατηγορία των ανθρώπων αυτών λόγω των σκληρών συνθηκών εργασίας τους και όχι να τους στερήσει οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα ή ωφελήματα που τους παρέχονται από οποιανδήποτε άλλη νομοθεσία». Ευσεβάστως δε υποβάλλει ότι οι πρόνοιες του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου για μείωση του ορίου ηλικίας όσων έχουν εργαστεί στα μεταλλεία έχει εφαρμογή μόνο για σκοπούς του νόμου αυτού και όχι του Νόμου (24/67) που δεν περιέχει καμία απολύτως πρόνοια για στέρηση του δικαιώματος. Εξέταση του Νόμου καταδεικνύει, χωρίς περιθώρια σοβαρής αμφισβήτησης, πως πρωταρχικός σκοπός του είναι η προστασία του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας [Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd,
(1990)1 Α.Α.Δ., 517, 527]. Είναι κεντρικό χαρακτηριστικό του Νόμου ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου. Καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, για πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και για πληρωμή λόγω πλεονασμού. [Χριστόδουλου Κυριάκου κ.α. ν. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1027]. Ο ίδιος ο Νόμος καθορίζει το πλαίσιο εφαρμογής του. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις αποζημίωσιν λόγω τερματισμού της απασχο-λήσεως του δυνάμει του παρόντος Νόμου εάν προ της ημερομηνίας του τερματισμού της απασχολήσεως του συνεπλήρωσε την συντάξιμη ηλικία». Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)του Νόμου: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή λόγω πλεονασμού, αν πριν από την ημερομηνία του τερματισμού της απασχόληση του συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία» Η ερμηνευτική έννοια της «Συντάξιμης Ηλικίας» όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, «σημαίνει τη συντάξιμη ηλικία όπως αυτή ορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 2009». Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 μέχρι 2009 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Νόμο 59(Ι)/
- Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του Νόμου 59(Ι)/2010: «
- Ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε λογίζεται ως ασφαλισμένος ή δικαιούχος δυνάμει του παρόντος Νόμου και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, διέπονται από τον παρόντα Νόμο». «Συντάξιμη ηλικία», σύμφωνα με το άρθρο 2 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 59(Ι)/2010 - «σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε
(65)ετών, σε περίπτωση όμως προσώπου που δικαιούται σύνταξη γήρατος με βάση το άρθρο 36, σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών
(63)ετών και αυτή αναπροσαρμόζεται από το 2018, με τρόπο που θα καθορίζεται με Κανονισμούς, κάθε πέντε
(5)χρόνια με βάση τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής κατά τη συντάξιμη ηλικία, με πρώτη αναπροσαρμογή που θα αντιστοιχεί στη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής της πενταετίας 2018 μέχρι 2023∙» Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου 59(Ι)/2010 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.126(Ι)/2010:- «36.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35, στην περίπτωση προσώπου που απασχολήθηκε ως μεταλλωρύχος μετά τις 7 Ιανουαρίου 1957 για χρονικό διάστημα τριών
(3)τουλάχιστον ετών, η συντάξιμη ηλικία μειώνεται κατά ένα
(1)μήνα για κάθε πέντε
(5)μήνες τέτοιας απασχόλησης, σε καμιά όμως περίπτωση, δεν μειώνεται κάτω των πενήντα οκτώ
(58)ετών.
(2)Η κατά το εδάφιο
(1)μείωση της συντάξιμης ηλικίας ισχύει μόνο στην περίπτωση προσώπου που έπαυσε να εργάζεται σε μεταλλείο.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «μεταλλείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 3 τον περί Ρυθμίσεως Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και∙ «μεταλλωρύχος» σημαίνει μισθωτό, απασχολούμενο υπογείως ή επιφανειακώς σε μεταλλείο, σε εργασία που έχει άμεση σχέση με την παραγωγή ή τον εμπλουτισμό του μεταλλεύματος.» Από τα γεγονότα της υπόθεσης διαφαίνεται ότι ο Αιτητής στην Αίτηση 633/11, απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 9.4.2010 σε ηλικία 64 ετών. Από το 2008 λάμβανε σύνταξη μεταλλωρύχου. Εν ολίγοις ο Αιτητής πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης του από την Εργοδότριας Εταιρεία συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία ως μεταλλωρύχος. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων, καταλήγουμε ότι ο Αιτητής, ως συνταξιούχος, εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων του Νόμου και επομένως δεν δικαιούται σε αποζημίωση ή πληρωμή λόγω πλεονασμού. Ως τελευταίο θέμα προς εξέταση παραμένει η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας περί κωλύματος των Αιτητών να προωθήσουν την απαίτηση τους εναντίον της και να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση, λόγω καταβολής χαριστικής πληρω-μής και υπογραφής σχετικών απαλλακτικών αποδείξεων. Είναι γεγονός, ότι με την τερματισμό της απασχόλησης των Αιτητών, η Εργοδότρια Εταιρεία τους κατέβαλε ένα συνολικό ποσό προς εξόφληση και οριστική διευθέτηση των απαιτήσεων και ή αξιώσεων τους σε σχέση με μισθούς, άδειες, αναλογία 13ου και 14ου μισθού και προειδοποίηση. Επίσης κατέβαλε σε όλους και ένα ποσό ως χαριστική πληρωμή χωρίς οποιαδήποτε νομική ή συμβατική υποχρέωση από μέρους της. Με την καταβολή των εν λόγω ποσών οι Αιτητές υπέγραψαν σχετικές αποδείξεις είσπραξης / απαλλαγής. Η πρώτη απόδειξη αναφέρεται στο πρώτο ποσό και προηγήθηκε χρονικά της δεύτερης απόδειξης που περιλαμβάνει τόσο το πρώτο ποσό όσο και τη χαριστική πληρωμή. Οι συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκαν οι εν λόγω αποδείξεις προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία του Αιτητή στην Αίτηση 649/11. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι υπέγραψε τις εν λόγω αποδείξεις, με δεδομένη τη ρητή διαβεβαίωση ότι το θέμα του πλεονασμού ήταν ξεκάθαρο και θα λάμβανε πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. Διαφορετικά σε καμία περίπτωση δεν θα αποδεχόταν να λάβει ποσό χαμηλότερο του ποσού που θα λάμβανε ως αποζημίωση ή ως πληρωμή λόγω πλοενασμού. Με τη θέση αυτή συμφώνησε και η Δ. Κωνσταντίνου σημειώνοντας, κατά την αντεξέταση της, ότι η χαριστική πληρωμή δόθηκε στους Αιτητές με το σκεπτικό ότι θα καθίσταντο πλεονάζοντες και ότι το καταβληθέν υπό αυτή τη μορφή ποσό, θα ήταν επιπρόσθετο της πληρωμής που θα λάμβαναν από το Ταμείο. Οι προθέσεις ωστόσο των μερών διαφαίνονται μέσα από το περιεχόμενο του ίδιου του εγγράφου απαλλαγής, που τα μέρη επιβεβαίωσαν με την υπογραφή τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Α. Ζήνωνος κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1Β Α.Α.Δ. 927, «το κριτήριο ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο». Στην υπόθεση ΧΠΘ Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1Α Α.Α.Δ. 630, κρίθηκε, ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται μέσα από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας ή του εγγράφου και το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στους γραπτούς όρους της συμφωνίας πλαισιωμένους από το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο. Επίσης στην υπόθεση Γ. Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολιτική Έφεση 38/2009 ημερ. 22.5.2012, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και ο συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει.» Έχουμε μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο του εγγράφου απαλλαγής που περιλαμβάνει τόσο το πρώτο ποσό όσο και τη χαριστική πληρωμή. Από το λεκτικό του εν λόγω εγγράφου δεν διαπιστώνουμε να απεμπόλησαν ή να παραιτήθηκαν οι Αιτητές οποιουδήποτε δικαιώματος να διεκδικήσουν αποζημίωση σε περίπτωση που η απασχόληση τους κρινόταν αδικαιολόγητη. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι η απαλλαγή της Εργοδότριας Εταιρείας, από οποιαδήποτε ευθύνη, που συνδέεται με δικαιώματα που σχετίζονταν με την απασχόληση τους και όχι με τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Τέτοια δικαιώματα για τα οποία γίνεται ρητή αναφορά στο έγγραφο και για τα οποία οι Αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη αξίωση ή απαίτηση εναντίον της Εταιρείας, οποιασδήποτε φύσης ή μορφής, αφορούν μισθούς, ωφελήματα, φιλοδωρήματα, άδειες, αμοιβή ή εισόδημα, περιλαμβανο-μένης και της προειδοποίησης. Πουθενά στο έγγραφο δεν γίνεται αναφορά σε απαλλαγή από τη διεκδίκηση οποιασδήποτε αποζημίωσης λόγω αδικαιολόγητης απόλυσης και ούτε προκύπτει κάτι τέτοια μέσα από το γράμμα του συγκεκριμένου εγγράφου. Τέτοια αναφορά γίνεται στο πρώτο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου, καθώς φαίνεται, αναιρέθηκε με την καταβολή χαριστικής πληρωμής και την υπογραφή του δευτέρου εγγράφου στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο το ποσό που καταβλήθηκε με την υπογραφή του πρώτου εγγράφου αναφορικά με δεδουλευμένους μισθούς και άλλα αυτοτελή ωφελήματα ως και προειδοποίηση, όσο και η χαριστική πληρωμή. Ως αποτέλεσμα και με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 631/11 και 634/11 δεν κωλύονται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από την Εργοδότρια Εταιρεία για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης τους. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστο 104 βδομάδες τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου η πληρωμή που δικαιούται οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 632/11 και 650/11 και ο Αιτητής στην Αίτηση 649/11 έχουν ως ακολούθως: - Η Αιτήτρια στην Αίτηση 632/11 δικαιούται πληρωμή που αντιστοιχεί σε απολαβές 20,5 βδομάδων ήτοι ποσό (20,5 Χ 312,52) €6.406,
- - Η Αιτήτρια στην Αίτηση 650/11 δικαιούται πληρωμή που αντιστοιχεί σε απολαβές 32 βδομάδων ήτοι ποσό (32 Χ €319,52) €10.224,
- - Ο Αιτητής στην Αίτηση 649/11 δικαιούται πληρωμή που αντιστοιχεί σε απολαβές 45 βδομάδων ήτοι ποσό (45 Χ €648,88) €29.199,
- Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια στην Αίτηση 631/11 εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 11 συναπτά έτη και η Αιτήτρια στην Αίτηση 634/11 για 13 συναπτά έτη. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση τους, σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση, για την πρώτη το ποσό των €8.731,32 που αντιστοιχεί με απολαβές 26 εβδομάδων και για τη δεύτερη το ποσό των €10.770,56 που αντιστοιχεί με απολαβές 32 βδομάδων. Καθώς έχουμε αναφέρει ανωτέρω, και οι δυο Αιτήτριες με τον τερματισμό της απασχόλησης τους επωφελήθηκαν χαριστικής πληρωμής που ανερχόταν για την πρώτη στο ποσό των €5.522,41 και για τη δεύτερη στο ποσό των €6.926,
- Καθώς έχει αποφασιστεί στην Σ. Μουζούρης ν. Κοσμο-Παστ & Σια
(2007)1ΑΑΔ 896, το ποσό που δίδεται ως χαριστική πληρωμή από τον εργοδότη θα πρέπει να αφαιρείται από το ποσό της αποζημίωσης γιατί αντίθετη ενέργεια θα οδηγούσε σε διπλή πληρωμή, κάτι που δεν είναι ορθό. Καθοδηγούμενοι από την πιο πάνω απόφαση κρίνουμε σωστό όπως και στις υπό κρίση Αιτήσεις αφαιρέσουμε από την αποζημίωση το ποσό που δόθηκε στις Αιτήτριες ως χαριστική πληρωμή και να τους επιδικάσουμε το εναπομείναν ποσό. Για σκοπούς απόφασης οι υποθέσεις αποσυνδέονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: (α) Απόφαση υπέρ του Αιτήτριας στην Αίτηση 632/11 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, για το ποσό των €6.406,66 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού διατάσσεται όπως καταβάλει το ποσό των €800 πλέον ΦΠΑ ως δικηγορικά έξοδα. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (β) Απόφαση υπέρ του Αιτήτριας στην Αίτηση 650/11 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, για το ποσό των €10.224,64 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού διατάσσεται όπως καταβάλει το ποσό των €800 πλέον ΦΠΑ ως δικηγορικά έξοδα. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (γ) Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 649/11 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, για το ποσό των €29.199,60 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού διατάσσεται όπως καταβάλει το ποσό των €1200 πλέον ΦΠΑ ως δικηγορικά έξοδα. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (δ) Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση 631/11 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €3208,91 πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στην Αιτήτρια το ποσό των €800 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (ε) Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση 634/11 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €3843,85 πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €800 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. Η Αίτηση 633/11 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Ρωσσίδης, Μέλος Π. Ρήγας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο