← Κύπρος

ΑΛΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) HOLDINGS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 247/2010, 30/1/2015

ΑΛΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) HOLDINGS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 247/2010, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Φ. Καρή και Γ. Διαβαστού, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 247/2010 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΛΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από Λευκωσία Αιτητή -και- A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) HOLDINGS LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Ιανουαρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Γ. Μούντης με κ. Παρασκευά Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Σπανός ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της συμπεριφοράς των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι του πρότειναν θέση κατώτερης βαθμίδας απ' αυτή που κατείχε δηλαδή υποδιευθυντή και μισθοδοσία πιο χαμηλή και /ή μειωμένης αξίας σε σχέση με τον μισθό που λάμβανε προτού μεταβεί στη Σερβία. Έτσι με την Αίτηση του αξιώνει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, ποσό €5.436,06 που αντιστοιχεί με το ύψος των αεροπορικών εισιτηρίων των παιδιών του για την περίοδο 2008-2009, ταμείο προνοίας, ταμείο αδειών και ή άλλων ωφελημάτων, νόμιμο τόκο, έξοδα συν ΦΠΑ. Αντίθετη είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Αιτητής δεν ήταν εργοδοτούμενος τους και συνεπώς δεν τίθεται θέμα απόλυσης ή εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Ο Αιτητής έδωσε προσωπική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηριζό-μενη από τη μαρτυρία της κας Τασούλας Σκούρου, αρμοδίου προσώπου στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του κ. Γιαννάκη Ιωάννου, γενικού τομεάρχη και υπευθύνου για τις πληρωμές και εισπράξεις στο Ταμείο Προνοίας Εργατο-ϋπαλλήλων της Οικοδομικής Βιομηχανίας και της κας Βικτώριας Παπαγιάννη, δικηγόρου. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ο οικονομικός διευθυντής της Εταιρείας κ. Πανίκος Αριστοτέλους και ο ελεγκτής της κ. Αργύρης Τεμβριώτης. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι μηχανολόγος και προσελήφθη στην A&P (Andreou & Paraskevaides) Ltd (στο εξής "A&P Ltd") στις 13.5.1987 ως τεχνικός διευθυντής. Μετά πάροδο περίπου οκτώ μηνών από της προσλήψεως του κατέλαβε τη θέση του Γενικού Διευθυντή. Η θέση του Αιτητή ότι προσελήφθηκε στον Όμιλο Εταιρειών Α&P (Andreou & Paraskevaides), δεν επιβεβαιώνεται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Αντίθετα αυτό που προκύπτει και το οποίο παραδέχθηκε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του, είναι ότι κατά τον χρόνο εργοδότησης του από την A&P Ltd δεν υφίστατο άλλη εταιρεία. Τον Μάιο 1998, ο Αιτητής μεταφέρθηκε στη Σερβία όπου εργάστηκε για ένα περίπου χρόνο στη σερβική εταιρεία A&P d.o.o. ως βοηθός γενικός διευθυντής. Η αρχική συμφωνία της μετάβασης του, καθώς προκύπτει από τη βεβαίωση (Τεκ.3), ήταν για τρία χρόνια. Η εν λόγω εταιρεία είχε τότε και εξακολουθεί να έχει την αντιπροσωπεία της Pepsi στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο και ασχολείται με την παραγωγή, διανομή και πώληση των προϊόντων Pepsi στις εν λόγω επικράτειες. Καθώς έχει αναφέρει ο κ. Αριστοτέλους και δεν έχει αμφισβητηθεί, ο Αιτητής ενόσω εργοδοτείτο στη Σερβία συνέχισε να είναι εργοδοτούμενος της A&P Ltd, να λαμβάνει τον μισθό του από την εν λόγω εταιρεία η οποία συνέχισε να καταβάλλει τις κοινωνικές ασφαλίσεις και άλλες εισφορές του Αιτητή στην Κύπρο. Επίσης συνέχισε να αποκόπτει από τον μισθό του και να καταβάλλει στο κράτος τους οφειλόμενους φόρους. Περαιτέρω, ως εργοδότης του Αιτητή συνέχισε να πληρώνει προς όφελος του εισφορές στο Ταμείο Προνοίας των Εργατοϋπαλλήλων της Οικοδομικής Βιομηχανίας στο οποίο ήταν εγγεγραμμένο μέλος. Επιστρέφοντας στην Κύπρο συνέχισε να εργάζεται στην A&P Ltd, μέχρι την 1.4.2003 που μεταφέρθηκε μαζί με άλλους υπαλλήλου της εν λόγω εταιρείας στους Καθ' ων η αίτηση. Το συνεχές της απασχόλησης του Αιτητή ως και των άλλων υπαλλήλων, που μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η αίτηση, αναγνωρίστηκε με σχετική επιστολή (Τεκ.31) που κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων), γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την απαντητική επιστολή του εν λόγω τμήματος προς τους Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.32). Ακολούθως από 1.3.2004 ο Αιτητής μεταφέρθηκε στη A&P Enterprises Ltd. Για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία όπως και προηγουμένως (Τεκ.5). Μαρτυρία Σύμφωνα με τον Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2004 συμφώνησε με τον κ. Κυριάκο Ανδρέου όπως μεταβεί στη Σερβία και αναλάβει ως Γενικός Διευθυντής της A&P d.o.o, για συγκεκριμένο διάστημα 3 χρόνων. Ισχυρίστηκε ότι ο μισθός του θα ανερχόταν στα €150.000 καθαρά πλέον ωφελήματα και χωρίς την πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση. Για το ποιος θα θεωρείτο εργοδότης του, ο κ. Ανδρέου του ξεκαθάρισε ότι θα ήταν οι Καθ' ων η αίτηση στην υπηρεσία των οποίων θα συνέχιζε την απασχόληση του όταν θα επέστρεφε στην Κύπρο. Έτσι, την προηγούμενη της αναχώρησης του υπεγράφη σχετικό έγγραφο δυνάμει του οποίου από 14.9.2004 η εργοδότηση του θα μεταφερόταν από την A&P Enterprises Ltd στους Καθ' ων η αίτηση [Τεκ.7

(1)]. Κατά την εκεί παραμονή του, ισχυρίστηκε ότι η περίοδος εργοδότησης του από τη σερβική εταιρεία παρατάθηκε για 2 ακόμη έτη, μετά από συνεννόηση που είχε με τον κ. Ανδρέου. Ήταν επίσης η θέση του, ότι κατά την περίοδο της μεταφοράς του στη Σερβία αποκλειστικός μέτοχος της A&P d.o.o ήταν οι Καθ' ων η αίτηση δυνάμει συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών ημερ. 14.9.2004 και άλλων σχετικών εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, από τα οποία επιβεβαιώνεται ότι οι μετοχές που κατείχαν στην A&P d.o.o. οι Κυριάκος Ανδρέου και Λεωνίδας Παναγιώτου μεταβιβάστηκαν στους Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.8) Μεταξύ 8.5.2009 και 11.5.2009 σε συνάντηση που είχε στην Αθήνα με τον κ. Ανδρέου επιβεβαιώθηκε η συνεννόηση τους να επανέλθει στην Κύπρο για να συνεχίσει την εργοδότηση του στους Καθ' ων η αίτηση. Προς επιβεβαίωση της θέσεως του παρέθεσε αντίγραφο επιστολής της υπεύθυνης προσωπικού της A&P d.o.o. προς το προσωπικό της εταιρείας όπου γίνεται λόγος για αποχώρηση του και συνέχιση της εργοδότησης του από τον Όμιλο (Τεκ.9). Ως αποτέλεσμα προς τα τέλη Αυγούστου του 2009 αποχώρησε από τη Σερβία. Φθάνοντας στη Σερβία τόσο κατά το 1998 όσο και κατά το 2004 υπέγραψε συμβόλαια εργοδότησης με την A&P d.o.o [Τεκ.10 και 11
(1)
(2)], ισχυριζόμενος ότι αυτό απαιτείτο για σκοπούς έκδοσης άδειας παραμονής στη Σερβία. Με τη λήξη της πενταετούς εκεί παραμονής του, ισχυρίστηκε, ότι του ζητήθηκε να υπογράψει τυπική επιστολή με την οποία επιβεβαιωνόταν ο τερματισμός της απασχόλησης του από την εν λόγω εταιρεία και τούτο προς ακύρωση των πληρεξουσίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα του ως Γενικός Διευθυντής. Στην Κύπρο επέστρεψε στις 29.8.2009 και ακολούθως για λόγους υγείας της συζύγου του στις 6.9.2009 μετέβηκαν μαζί στη Γερμανία όπου παρέμεινε με άδεια μερικές βδομάδες. Για τη λήψη αδείας ισχυρίστηκε ότι ζήτησε και έλαβε την έγκριση του κ. Ανδρέου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τις 29.8.2009 και μέχρι τις 6.9.2009 οι Καθ' ων η αίτηση του είχαν ενοικιάσει με δικά τους έξοδα αυτοκίνητο για τη διακίνηση του (Τεκ.12). Επιστρέφοντας από τη Γερμανία στις 26.9.2009, ανέφερε στον κ. Αριστοτέλους ότι ανέμενε την τοποθέτηση του στους Καθ' ων η αίτηση σε ανάλογη θέση με αυτήν που κατείχε πριν μεταβεί στη Σερβία και με αναπροσαρμοσμένες απολαβές. Και αυτή τη φορά, καθώς ανέφερε, οι Καθ'ων η αίτηση του ενοικίασαν αυτοκίνητο για τη διακίνηση του (Τεκ.13). Στις 19.10.2009 οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω του κ. Αριστοτέλους, του πρότειναν θέση κατώτερης βαθμίδας απ' αυτή που κατείχε και μισθοδοσία χαμηλότερη ή μειωμένης αξίας σε σχέση με τον μισθό που λάμβανε προτού μεταβεί στη Σερβία. Την ίδια πρόταση ο κ. Αριστοτέλους επανέλαβε και σε νέα συνάντηση που είχαν μαζί στις 19.11.2009, την οποία ο Αιτητής αμέσως απέρριψε. Ο Αιτητής αναφέρθηκε στις μισθολογικές απολαβές που λάμβανε τόσο πριν μεταβεί στη Σερβία όσο και κατά την εκεί παραμονή του καθώς και στις απολαβές που του είχαν προταθεί για τη νέα θέση. Παρέθεσε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου επιστολή του δικηγόρου του με την οποία απέρριπτε τη συγκεκριμένη πρόταση καθώς και απαντητική επιστολή του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.18-19). Ανάφερε τέλος, ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να του καταβάλουν το ποσό των €5.436 που αντιπροσωπεύει αεροπορικά εισιτήρια των παιδιών του για την περίοδο 2008 και 2009 (Τεκ.17). Η κα Σκούρου παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις επιστολές ημερομηνίας 1.3.2003 που οι Καθ' ων η αίτηση κοινοποίησαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για σκοπούς αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του Αιτητή και των άλλων υπαλλήλων της A&P Ltd (Τεκ. 31) καθώς και την απαντητική επιστολή της εν λόγω υπηρεσίας ημερ. 8.5.2003 (Τεκ.32). Ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου αναφέρθηκε σε αίτηση πληρωμής του Αιτητή προς το Ταμείο Προνοίας που παραλήφθηκε στις 23.2.2006 (Τεκ.33) και σε βεβαίωση που δόθηκε στον Αιτητή με την πληρωμή των εις πίστιν του ποσών (Τεκ.34). Μέσω της κας Βικτώριας Παπαγιάννη, επιδιώχθηκε η κατάθεση νομικής γνωμάτευσης που έλαβε από δικηγορικό γραφείο της Σερβίας σε σχέση με το καθεστώς μεταβίβασης μετοχών που ισχύει στην εν λόγω επικράτεια, την οποία δεν αποδέχθηκε το Δικαστήριο. Καταθέτοντας ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη Αυγούστου του 2004 κενώθηκε η θέση του Γενικού Διευθυντή στη A&P d.o.o. στη Σερβία. Ο κ. Ανδρέου που ήταν το μοναδικό μέλος του Δ.Σ. της σερβικής εταιρείας και μέχρι τότε ο κύριος μέτοχος, του ζήτησε όπως ρωτήσει τον Αιτητή εάν ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη θέση. Ενώ ο Αιτητής επέδειξε ενδιαφέρον, δεν ήθελε ωστόσο να εργοδοτηθεί από τη σερβική εταιρεία αλλά να παραμείνει εργοδοτού-μενος της A&P Enterprises Ltd για να μη χάσει τα δικαιώματα του. Συζητώντας το θέμα με τον κ. Ανδρέου κατέληξαν ότι δεν θα ήταν ορθό μια δημόσια εταιρεία όπως η A&P Enterprises Ltd να εργοδοτεί και να πληρώνει χωρίς όφελος τον γενικό διευθυντή μιας ξένης ιδιωτικής εταιρείας και έτσι εισηγήθηκαν στον Αιτητή να εργοδοτηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση και αφού γίνουν οι διευθετήσεις αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του να μεταβεί στη Σερβία ως εργοδοτούμενος τους. Ουσιαστικά θα ακολουθείτο η ίδια μέθοδος που ακολούθησαν το 1998-1999 όταν ο Αιτητής εργάστηκε ξανά στη σερβική εταιρεία ώστε να μην επηρεαστούν τα δικαιώματα του. Ως εκ τούτου, επειδή θα υπήρχε αλλαγή εργοδότη, όλοι οι εμπλεκόμενοι υπέγραψαν σχετική επιστολή δυνάμει της οποίας η εργοδότηση του θα θεωρείτο συνεχής και χωρίς διακοπή [Τεκ.7
(1)]. Απορρίπτοντας τη θέση του Αιτητή ότι συμφώνησε να λαμβάνει ως μισθό €150.000 καθαρά, ισχυρίστηκε ότι θα λάμβανε ακάθαρτο το εν λόγω ποσό και ότι οι σχετικές αποκοπές θα γίνονταν στην Κύπρο από τους Καθ' ων η αίτηση ως εργοδότες του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, ευρισκόμενος ο Αιτητής στην Κύπρο για μια εβδομάδα, ανέφερε στον μάρτυρα ότι άλλαξε γνώμη και ήθελε να είναι υπάλληλος της σερβικής εταιρείας και να πληρώνεται όπως και τα άλλα διευθυντικά στελέχη της εν λόγω εταιρείας, ούτως ώστε να μην καταβάλει φόρο ούτε στην Κύπρου αλλά ούτε και στη Σερβία. Συγκεκριμένα ήθελε να πληρώνεται ένα πολύ μικρό μέρος του μισθού του στη Σερβία το οποίο θα δηλώνετο και θα φορολογείτο στη Σερβία και το υπόλοιπο μέρος του μισθού θα το λάμβανε στην Κύπρο καθαρό. Ο μισθό στην Κύπρο, του καταβλήθηκε για τους πρώτους οκτώ μήνες (9/2004 - 4/2005) από την ίδια τη σερβική εταιρεία. Ακολούθως για τους επόμενους δέκα μήνες (5/2005 - 3/2006) του καταβλήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση και για το υπόλοιπο διάστημα μέχρι και την αποχώρηση του από τη Σερβία από την ΕΒΟ όταν αυτή κατέστη μητρική εταιρεία της A&P d.o.o. Ακολούθως η σερβική εταιρεία πλήρωνε στους Καθ' ων η αίτηση και στην EBO τα εκ μέρους της καταβαλλόμενα ποσά (Τεκ.16 και 41). Ο Αιτητής, καθώς είπε, προτίμησε, παρά τις εξηγήσεις που του είχαν δοθεί από τον ίδιο, να εγγραφεί ως υπάλληλος της σερβικής εταιρείας και να παίρνει τον μισθό του αφορολόγητο έστω και αν αυτό θα επέφερε την απώλεια της προϋπηρεσίας του και οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων ή ωφελημάτων του. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ουδέποτε ζήτησε να είναι υπάλληλος της A&P d.o.o. γιατί ως υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση που εργαζόταν στο εξωτερικό δικαιούτο να παίρνει αφορολόγητο τον μισθό του, ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που ο Αιτητής παρέμενε υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι θα έπρεπε να δηλώνουν τον μισθό του και να προβαίνουν σε όλες τις αποκοπές. Επίσης για να μην πληρώνει φόρο στην Κύπρο θα έπρεπε να αποδείξει στις κυπριακές φορολογικές αρχές ότι δήλωνε τα εισοδήματα του στη Σερβία και πλήρωνε κανονικά τον φόρο εκεί, κάτι που δεν τον συνέφερε διότι ο φόρος στη Σερβία είναι υψηλότερος. Παραθέτοντας ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου δέσμη εγγράφων με τους εργοδοτούμενους των Καθ' ων η αίτηση κατ' έτος από το 2004 μέχρι 2010, το εισόδημα τους και την εισφορά τους στις κοινωνικές ασφαλίσεις, επισήμανε ότι ο Αιτητής από τις 29.2.2004 έπαυσε να είναι εργοδοτούμενος τους (Τεκ.42, 43). Ισχυρίστηκε επίσης ότι είναι ο Αιτητής που απαίτησε να είναι υπάλληλος της A&P.d.o.o. και όχι οι Καθ' ων η αίτηση. Γνώριζε ότι δεν του πληρωνόταν μισθός από τους Καθ' ων η αίτηση, δεν του καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις, εισφορές στο Ταμείο Προνοίας και δεν του απεκόπτετο φόρος. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στη μετοχική δομή των εταιρειών του Ομίλου και τη μεταξύ τους εταιρική σχέση. Για τους Καθ' ων η αίτηση επισήμανε ότι από της ιδρύσεως τους και μέχρι τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση, μέτοχοι με ποσοστό 50% έκαστος ήταν ο Κ. Ανδρέου και Χρ. Παρασκευαΐδου. Για την A&P d.o.o. επισήμανε ότι από της συστάσεως της και μέχρι τις 7.10.2004 μέτοχοι ήταν ο Κ. Ανδρέου και Λ. Παναγιώτου. Στις 7.10.2004 αφού εξασφα-λίστηκε σχετική απόφαση του Σερβικού Εμπορικού Δικαστηρίου (Τεκ.36), οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στους Καθ' ων η αίτηση. Με βάση επίσης τα κατατεθέ-ντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα (Τεκ.30 και Τεκ.Α2), η ημερομηνία που απέκτησε νομική ισχύ η μεταβίβαση των μετοχών προς τους Καθ' ων η αίτηση ήταν η 7.10.
  1. Ακολούθως, στις 17.5.2006, οι Καθ' ων η αίτηση, πώλησαν έναντι σημαντικού ανταλλάγματος τις μετοχές της A&P d.o.o. στην EBO (European Bottling Operations) Ltd (στο εξής "EBO") (Τεκ.37). Η ΕΒΟ ανήκε ανά 1/3 στους Κ. Ανδρέου και Χρ. Παρασκευαϊδού και το υπόλοιπο 1/3 σε τρίτα πρόσωπα. Αναφερόμενος σε συνάντηση που είχαν στην Αθήνα με τον κ. Ανδρέου μεταξύ 11 και 13 Μαΐου 2009, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Αιτητής, ισχυρίστηκε ότι ταξίδεψαν μαζί με τον Αιτητή από τη Λάρνακα στην Αθήνα και ότι κατά τη διάρκεια της πτήσης ο Αιτητής του ανέφερε την πρόθεση του να παραιτηθεί από την A&P d.o.o. για το λόγο ότι η κατάσταση της γυναίκας του χειροτέρευε και το κλίμα της Σερβίας δεν τη βοηθούσε. Στη συνάντηση της Αθήνας όπως ο Αιτητής παραδέχθηκε ανέφερε για πρώτη φορά στον κ. Ανδρέου την απόφαση του να παραιτηθεί. Στη συνάντηση που ήταν παρών και ο μάρτυρας, ο Αιτητής επανέλαβε στον κ. Ανδρέου τα όσα ανέφερε και στον ίδιο. Του είπε επίσης ότι λόγω των μεγάλων εξόδων που είχε για σκοπούς περίθαλψης της συζύγου του, ήταν κάτω από οικονομική πίεση και ρώτησε τον κ. Ανδρέου εάν μπορούσε να του προσφέρει δουλειά σε κάποια από τις άλλες εταιρείες της A&P. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο κ. Ανδρέου πρόσφερε στον Αιτητή το ποσό των €40.000 και έδωσε οδηγίες στον μάρτυρα να κοιτάξει για κάποια θέση σε οποιανδήποτε από τις εταιρείες στην Κύπρο για τον Αιτητή. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο κ. Ανδρέου δεν υποσχέθηκε στον Αιτητή ότι θα τον εργοδοτούσε σε κάποια από τις εταιρείες, αλλά απλώς του είπε ότι εάν υπήρχε θέση θα του την προσέφερε. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, διαπίστωσε ότι όλες οι διευθυντικές θέσεις στις διάφορες εταιρείες ήταν κατειλημμένες και δεν υπήρχε ανάγκη δημιουργίας οποιασδήποτε νέας θέσης. Ο Αιτητής παραιτήθηκε από τη σερβική εταιρεία στις 28.8.2009 και δεν είχαν καμία επικοινωνία μαζί του μέχρι τις 28.9.2009 που κατέφθασαν με φαξ στα γραφεία της Εταιρείας δύο τιμολόγια από την εταιρεία Street Wise Car Rentals, σε σχέση με ενοικίαση αυτοκινήτου από τον Αιτητή. Επρόκειτο για εταιρεία που ανήκε στο γιο του οδηγού του κ. Ανδρέου και όποτε χρειάζονταν αυτοκίνητο για ενοικίαση τη χρησιμοποιούσαν. Πήρε τηλέφωνο τον Αιτητή για να πάρει να διευθετήσει τα τιμολόγια και αυτός του απάντησε ότι ο κ. Ανδρέου του είπε ότι θα τον βοηθήσει σε ότι χρειαστεί και του ζήτησε να τα πληρώσει η Εταιρεία. Όταν ανέφερε το γεγονός στον κ. Ανδρέου αυτός διαφώνησε έστω κι αν τελικά του είπε να τα πληρώσει. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε από τον οδηγό του κ. Ανδρέου ότι περί τα τέλη Αυγούστου 2009, ο Αιτητής του είχε ζητήσει όπως διευθετήσει με τον γιο του να του παραδοθεί αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο μόλις θα έφθανε στην Κύπρου στις 29.8.
  2. Όταν δε στις 26.9.2009 ζήτησε να ενοικιάσει αυτοκίνητο για δεύτερη φορά τους είπε να στείλουν το τιμολόγιο στους Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.44). Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε επίσης το έγγραφο παραίτησης του Αιτητή από την A&P d.o.o. που καθώς παραδέχθηκε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση του το παρέλαβε και έθεσε επ' αυτού την υπογραφή του (Τεκ.45). Στην επικοινωνία που είχε με τον Αιτητή στις 28.9.2009, ο Αιτητής τον ρώτησε εάν είχε εξεύρει οποιανδήποτε θέση σε κάποιες από τις εταιρείες και ο μάρτυρας του απάντησε ότι δυστυχώς όλες οι διευθυντικές θέσεις ήταν κατειλημμένες. Μιλώντας με τον κ. Ανδρέου του υπέβαλε διάφορες εισηγήσεις μεταξύ των οποίων και η δημιουργία θέσης υποδιευθυντή στην A&P Enterprises Ltd. Κατέληξαν επίσης ότι ο ετήσιος μισθός που θα προσέφεραν στον Αιτητή για τη συγκεκριμένη θέση θα ήταν €75.000 πλέον 13ο μισθό, €750 μηνιαίως έξοδα παραστάσεως και καινούργιο αυτοκίνητο BMW 520 ή άλλο ισόποσης αξίας (δηλαδή, ίδιο σε αξία με αυτό που είχαν οι άλλοι γενικοί διευθυντές). Επρόκειτο κατά τον μάρτυρα για μια γενναιόδωρη προσφορά, δεδομένου ότι τον ίδιο σχεδόν μισθό και τα ίδια ωφελήματα λάμβανε και ο γενικός διευθυντής. Υποβάλλοντας τη σχετική πρόταση στον Αιτητή περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2009, αυτός την απέρριψε λέγοντας του ότι στη Σερβία ήταν γενικός διευθυντής και η θέση που του προσέφεραν ήταν υποβιβασμός. Επίσης ο μισθός του φάνηκε χαμηλός σε σύγκριση με αυτά που έπαιρνε στη Σερβία. Φεύγοντας ο Αιτητής επικοινώνησε ξανά μαζί του στις 11.11.2009 όταν του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του για να κουβεντιάσουν. Όταν τον ρώτησε για την απόφαση του, ο Αιτητής επέμενε στην αρχική του θέση και άρχισε να φωνάζει και να απειλεί ότι αν δεν του προσφερόταν θέση γενικού διευθυντή με υψηλότερο μισθό ή αν δεν του καταβάλλονταν αποζημιώσεις θα κατέστρεφε τον κ. Ανδρέου. Αναφέρθηκε μάλιστα σε διάφορες ενέργειες του Αιτητή που κατά τον ίδιο έτειναν να καταδείξουν ότι αυτά που έλεγε τα εννοούσε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση προκύπτει και μέσα από την ίδια τη συμπεριφορά του καθότι μετά την επιστροφή του από τη Σερβία, ποτέ δεν ζήτησε και πότε δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε μισθό από τους Καθ'ων η αίτηση. Ουδέποτε ζήτησε να πληρωθεί τους μισθούς των μηνών από Σεπτέμβριο μέχρι και Νοέμβριο του 2009 που ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ούτε τους αξιώνει με την Αίτηση του. Το μόνο που ο Αιτητής ζήτησε και ο μάρτυρας του πλήρωσε ήταν τα αεροπορικά εισιτήρια των παιδιών του, τα οποία ψευδώς ισχυρίζεται ότι δεν του καταβλήθηκαν (Τεκ.46). Ο ελεγκτής των Καθ' ων η αίτηση κ. Α. Τεμβριώτης επιβεβαίωσε ουσιαστικά τα όσα ο κ. Αριστοτέλους ανέφερε σε σχέση με την καταβολή του μισθού στον Αιτητή και επτά άλλων υπαλλήλων που απασχολούνταν στην A&P d.o.o. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι την περίοδο μεταξύ Ιουνίου 2005 και Απριλίου 2006, οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλλαν κάθε μήνα προς όφελος των εν λόγω υπαλλήλων συγκεκριμένα ποσά σε προσωπικούς τους λογαριασμούς τα οποία στην συνέχεια η A&P d.o.o. κατέβαλλε στους Καθ' ων η αίτηση. Με αυτή τη διαδικασία οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι επωφελούνταν φορολογικής απαλλαγής σε σχέση με τα καταβαλλόμενα σ' αυτούς ποσά τόσο στη Σερβία όσο και στην Κύπρο. Οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι συμπεριλαμβανομένου του Αιτητή ουδεμία εργασιακή σχέση είχαν με τους Καθ' ων η αίτηση και δεν αποκόπτονταν από τα ποσά αυτά κοινωνικές ασφαλίσεις, φόροι, ταμεία προνοίας ή οποιεσδήποτε άλλες εισφορές ή τέλη. Από τον Μάιο του 2006 και μετά οι πληρωμές στους λογαριασμούς των εν λόγω υπαλλήλων γίνονταν από την ΕΒΟ και η Σερβική Εταιρεία την εξοφλούσε με τον ίδιο τρόπο. Ανάλυση - Συμπεράσματα Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του, το Δικαστήριο καλείται κατ' αρχάς να αποφασίσει κατά πόσο έχει συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση. Εάν η απάντηση επί του εγειρόμενου αυτού ζητήματος είναι καταφατική, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά ποσό υπήρξε δανεισμός του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση στην A&P d.o.o. και σε τελικό στάδιο κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση με την συμπεριφορά τους εξανάγκασαν τον Αιτητή σε παραίτηση. Επίδικο ζήτημα είναι επίσης και η αυτοτελής αξίωση σε σχέση με τα αεροπορικά εισιτήρια των παιδιών του Αιτητή. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω ζητημάτων σε βάθος, θα πρέπει να αξιολογηθεί η σχετική μαρτυρία ώστε η νομική ανάλυση να τεθεί σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Παρά τον μεγάλο όγκο υλικού που κατατέθηκε και από τις δύο πλευρές επί των γεγονότων της υπόθεσης, η μαρτυρία επί της ουσίας ήταν σύντομη. Ουσιαστικά, επί των γεγονότων που προηγήθηκαν του κατ' επίκληση εξαναγκα-σμού του Αιτητή σε παραίτηση, κατέθεσε ο ίδιος ο Αιτητής και ο κ. Αριστοτέλους. Η μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων ήταν σε κάποιο βαθμό βοηθητική. Μέσα από τη μαρτυρία τους συναντούμε αρκετά κοινά σημεία. Ένα μεγάλο μέρος καλύπτουν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προηγήθηκαν της μετάβασης του Αιτητή στη Σερβία, κατά τον Σεπτέμβριο 2004, τα οποία έχουμε ήδη παραθέσει. Κοινά σημεία και παραδοχές συναντώνται και επί των γεγονότων που ακολούθησαν της μεταβάσεως του Αιτητή στη Σερβία μέχρι και τον κατ' επίκληση εξαναγκασμό του σε παραίτηση, επί των οποίων θα αναφερθούμε στο παρόν στάδιο της ανάλυσης και αξιολόγησης της μαρτυρίας. Κοινή είναι η θέση των μερών ότι στα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 ο Αιτητής μετέβη στη Σερβία όπου ανέλαβε ως γενικός διευθυντής της εταιρείας A&P d.o.o. Οι συνθήκες ωστόσο υπό τις οποίες του ανατέθηκε η συγκεκριμένη θέση ως και οι όροι εργοδότησης του αμφισβητούνται. Ο Αιτητής επικαλούμενος την επιστολή ημερ. 14.9.2004 [Τεκ.7
(1)] ισχυρίζεται ότι εργοδότες του θεωρούντο οι Καθ' ων η αίτηση στην υπηρεσία των οποίων θα συνέχιζε την απασχόληση του μετά την επιστροφή του στην Κύπρο. Αντίθετα ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίστηκε ότι αρχικά προτάθηκε στον Αιτητή όπως εργοδοτηθεί απ' ευθείας από την A&P d.o.o. ως γενικός διευθυντής και ότι ο ίδιος ο Αιτητής προτίμησε να παραμείνει εργοδοτούμενος την A&P Enterprises Ltd για να μην χάσει τα δικαιώματα του. Επειδή όμως η εν λόγω εταιρεία ήταν δημόσια εταιρεία εισηγήθηκαν στον Αιτητή όπως εργοδοτηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο που ακολούθησαν το 1998 -1999 όταν ο Αιτητής εργάστηκε ξανά στη Α&P d.o.o. παραμένοντας εργοδοτούμενος της A&P Ltd. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα υπογράφηκε το Τεκ.7
(1). Τελικά όμως ο Αιτητής άλλαξε γνώμη και ζήτησε όπως εργοδοτηθεί απ' ευθείας από τη σερβική εταιρεία και να πληρώνεται όπως και άλλα στελέχη της εταιρεία και τούτο λόγω του σημαντικού φορολογικού οφέλους που θα αποκόμιζε. Ως αποτέλεσμα η ιδέα εγκαταλείφτηκε. Είναι γεγονός ότι με το Τεκ.7
(1)ο Αιτητής πληροφορείτο ότι η εργοδότηση του από την A&P Enterprises Ltd θα μεταφερόταν στους Καθ' ων η αίτηση, ως μητρική εταιρεία, από τις 14.9.2004, με διασφάλιση του συνεχούς της υπηρεσίας του για σκοπούς ωφελημάτων και δικαιωμάτων. Τα γεγονότα όμως που ακολούθησαν της υπογραφής του εν λόγω εγγράφου, όπως προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία του κ. Αριστοτέλους και υποστηρίζονται από την αντίστοιχη μαρτυρία κ. Τεμβριώτη, τείνουν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής ουδέποτε δηλώθηκε ως εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής κατά την εξέταση του παραδέχθηκε ότι ήταν εν γνώσει του το συγκεκριμένο γεγονός και ότι δεν καταβάλλονταν γι' αυτόν κοινωνικές ασφαλίσεις, ταμείο προνοίας, φόροι ή οποιεσδήποτε άλλες εισφορές ή τέλη. Προέβαλε ωστόσο τον ισχυρισμό, ότι είναι ο κ. Ανδρέου που δεν δεχόταν να του καταβάλλονται οποιεσδήποτε εισφορές ή τέλη. Αυτό όμως δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκ.7
(1), καθότι με τη συνέχιση της απασχόλησης του και την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του από τους Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι είχαν κάθε υποχρέωση να δηλώσουν τον Αιτητή ως εργοδοτούμενο τους και να προβούν στις απαιτούμενες αποκοπές από τον μισθό του. Συνεπώς, είμεθα της γνώμης ότι με την υπογραφή του εν λόγω τεκμηρίου οι Καθ' ων η αίτηση εκδήλωσαν την πρόθεση τους, να δηλώσουν τον Αιτητή ως εργοδοτούμενο τους και να καταβάλλουν γι' αυτόν κοινωνικές ασφαλίσεις, ταμείο προνοίας, φόρους και όλες τις υπόλοιπες εισφορές, εάν τελικά ο Αιτητής εργοδοτείτο από τους ίδιους, όπως έπρατταν και με τους υπόλοιπους εργοδοτούμενους τους. Άλλωστε αυτή ήταν η τακτική που ακολούθησαν και κατά την περίοδο 1998-1999, όταν ο Αιτητής ως εργοδοτού-μενος της A&P Ltd μετέβη στη Σερβία όπου εργάστηκε στη θέση υποδιευθυντή της A&P d.o.o. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι εργαζόμενοι στο εξωτερικό για περίοδο πέραν των 186 ημερών απαλλάσσονται της καταβολής φόρου στην Κύπρο. Είναι φανερό ότι ο Αιτητής πρόβαλε αυτή την εκδοχή για να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι ουδέποτε ζήτησε να είναι υπάλληλος της A&P d.o.o., γιατί ως υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση που ισχυρίζετο ότι ήταν δυνάμει του Τεκ.7
(1), με εργοδότηση στο εξωτερικό, δικαιούτο να παίρνει αφορολόγητο τον μισθό του αφού εργαζόταν στο εξωτερικό πέραν των 186 ημερών. Παρατηρούμε ότι η εκδοχή του Αιτητή δεν συνάδει με την όλη συμπεριφορά του. Γιατί, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, ως εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση, που ισχυρίζεται ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε λόγο να μη δηλώνει τα εισοδήματα του στην Κύπρο, κάτι που διεφάνη ότι δεν έπραξε ενόσω εργαζόταν στο εξωτερικό. Ο κ. Αριστοτέλους ως εγγεγραμμένος λογιστής στο επάγγελμα, απορρίπτει τη θέση του Αιτητή σημειώνοντας, ότι σε περίπτωση που ο Αιτητής παρέμενε υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι θα έπρεπε να δηλώνουν τον μισθό του και να προβαίνουν σε όλες τις αποκοπές. Επίσης για να μην πληρώνει φόρο στην Κύπρο θα έπρεπε να αποδείξει στις κυπριακές φορολογικές αρχές ότι δήλωνε τα εισοδήματα του στη Σερβία και πλήρωνε κανονικά τον φόρο εκεί, κάτι που δεν τον συνέφερε διότι ο φόρος στη Σερβία είναι υψηλότερος. Τη θέση του κ. Αριστοτέλους, που επιβεβαιώνεται μέσα και από την ειδικότητα του ως εγγεγραμ-μένου λογιστή, αλλά και από την ίδια τη συμπεριφορά του Αιτητή να μην δηλώσει τα εισοδήματα του στην Κύπρο, τη βρίσκουμε λογική και την υιοθετούμε. Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής επέμενε ότι ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του δεν αρνήθηκε ότι ως γενικός διευθυντής της A&P d.o.o. συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των υπαλλήλων της εν λόγω εταιρεία που ήταν ασφαλισμένοι για την ευθύνη του εργοδότη στην Euro sure και όχι στους Καθ' ων η αίτηση. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι από τα πιο πάνω δεν επιβεβαιώνεται το περιεχό-μενο του Τεκ. 7
(1)το οποίο ουδέποτε εφαρμόστηκε και ουδέποτε οι Καθ' ων η αίτηση δήλωσαν τον Αιτητή ως εργοδοτούμενο τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Αιτητής ότι η περίοδος εργοδότησης του στην A&P d.o.o, ήταν για τρία χρόνια και ότι μετά από συνεννόηση που είχε με τον κ. Ανδρέου η περίοδος αυτή παρατάθηκε για ακόμη δύο χρόνια. Αντίθετα ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, ότι η συμφωνία εργοδότησης του Αιτητή από την εν λόγω εταιρεία ήταν για απεριόριστο χρόνο. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο Αιτητής, πάρα την επιμονή του, δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τη θέση του ότι η περίοδος απασχολήσεως του από την A&P d.o.o. ήταν για περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με τις συμφωνίες εργοδότησης που ο ίδιος υπέγραψε με την εν λόγω εταιρεία στις 4.10.2004 και 3.10.2005 [Τεκ. 11
(1)και 11
(2)], όπου στην παράγραφο 2 και των δύο συμφωνιών αναφέρεται ρητά ότι η εργοδότηση του από την εν λόγω εταιρεία ήταν για απεριόριστο χρόνο. Η θέση του Αιτητή ότι οι συμφωνίες αυτές ήταν αναγκαίες για σκοπούς έκδοσης άδειας παραμονής στη Σερβία, δεν πιστεύουμε ότι εμπόδιζε τα συμβαλλόμενα μέρη να προσδιορίσουν τη χρονική περίοδο ισχύος των εν λόγω συμβάσεων εάν τελικά οι ισχυρισμοί του Αιτητή ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Άλλωστε δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κάτι παρόμοιο συνέβη και το 1998, όταν ο Αιτητής ανέλαβε ως υποδιευθυντής της σερβικής εταιρείας και για να υποστηρίξει το προσωρινό της εργοδότησης του παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική βεβαίωση από την εν λόγω εταιρεία (Τεκ.3). Από την άλλη όμως δεν βρίσκουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια στο κείμενο των πιο πάνω συμφωνιών αναφορικά με τις προθέσεις των μερών για να γίνει δεκτή η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας. Από το κείμενο των πιο πάνω συμφωνιών μεταδίδεται καθαρά και με σαφήνεια η πρόθεση των μερών σε σχέση με τον χρόνο εργοδότησης του Αιτητή και συνεπώς δεν τίθεται θέμα άρσης οποιωνδήποτε αμφιβολιών. Ως επακόλουθο αποδεχόμενοι τα όσα ο κ. Αριστοτέλους παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκουμε ότι η εργοδότησης του Αιτητή από την A&P d.o.o. ήταν αορίστου διαρκείας. Τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε συνάδουν και ταυτόχρονα ενισχύονται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αμφισβητείται περαιτέρω, με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία, η νομική σχέση που υπήρχε μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και της A&P d.o.o. κατά τον ουσιώδη χρόνο της μετάβασης του Αιτητή στη Σερβία. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο που μεταφέρθηκε στην εν λόγω εταιρεία, μέτοχοι της κατά 100% ήταν οι Καθ' ων η αίτηση, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 14.9.2004 με την οποία ο Κ. Ανδρέου και Λ. Παναγιώτου μεταβίβασαν τις μετοχές τους στους Καθ' ων η αίτηση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το πιστοποιητικό μετοχών (Τεκ.8). Είναι η θέση του ότι η 7.10.2004 που αναγράφεται στο Τεκ.8, δεν είναι η ημερομηνία μεταβίβασης αλλά η ημερομηνία που δηλώθηκε η μεταβίβαση στο αρμόδιο Σερβικό Τμήμα. Αντίθετα ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίζεται ότι η A&P d.o.o., από της συστάσεως της και μέχρι τις 7.10.2004 ανήκε στον Κ. Ανδρέου και Λ. Παναγιώτου. Στις 7.10.2004 αφού εξασφαλίστηκε σχετική απόφαση του Σερβικού Εμπορικού Δικαστηρίου (Τεκ.36) οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στους Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίζεται επίσης ότι με βάση την παράγραφο 4.
  1. της Συμφωνίας (Τεκ.30), που κατέθεσε ο Αιτητής, αλλά και τη στήλη 8 του Τεκ. Α2, που επίσης κατέθεσε ο Αιτητής, η ημερομηνία που απέκτησε νομική ισχύ η μεταβίβαση των μετοχών προς τους Καθ' ων η αίτηση είναι η 7.10.
  2. Επί του περιεχομένου των εν λόγω τεκμηρίων δόθηκε μεγάλη έμφαση και από τις δύο πλευρές. Από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση αμφισβητήθηκε η ορθότητα της μετάφρασης του Τεκ.8 από τα σέρβικα στα ελληνικά, γεγονός που ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του, σημειώνοντας μάλιστα ότι δεν υπήρξε σκοπιμότητα στην παρερμηνεία καθότι η μετάφραση έγινε από μεταφράστρια και όχι από τον ίδιο. Ωστόσο, προς υποστήριξη της θέσεως του, ο Αιτητής, προσπάθησε μέσω της κας Παπαγιάννη να προσκομίσει νομική συμβουλή σέρβου δικηγόρου, την οποία το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε. Έχουμε μελετήσει με προσοχή όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια. Παρατηρούμε ότι η στήλη 4 σύμφωνα με τη μετάφραση του Τεκ.Α2 τιτλοφορείται ως «ημερομηνία δήλωσης», ενώ στις μεταφράσεις που ακολουθούν επί του ιδίου Τεκμηρίου η στήλη 4 τιτλοφορείται ως «ημερομηνία έναρξης». Εν ολίγοις στην ίδια σερβική φράση δίνονται δύο διαφορετικές εξηγήσεις. Ως «ημερομηνία έναρξης» μεταφράζεται επίσης και η σερβική φράση στη στήλη 8 του ιδίου τεκμηρίου που είναι διαφορετική. Στο Τεκμήριο 36 που αποτελεί μετάφραση του Τεκ.8 από τα σέρβικα στα αγγλικά και το οποίο κατέθεσε ο κ. Αριστοτέλους, η στήλη 4 μεταφράζεται ως "Data of Accession" (στα ελληνικά «ημερομηνία εισδοχής») και η στήλη 8 ως "Date of Withdrawal" (στα ελληνικά «ημερομηνία αποχώρησης»). Είναι φανερό ότι η μεταβίβαση των υπό αναφορά μετοχών διέπεται από το σερβικό δίκαιο. Το δίκαιο αυτό για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, θεωρείται αλλοδαπό δίκαιο. Η δικογράφηση του αλλοδαπού δικαίου είναι απαραίτητο να περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύεται (Sat Vision v. Interamerican
(1999)1 Α.Α.Δ. 1811). Συνεπώς πρέπει να αποδειχθεί, όπως και κάθε άλλο πραγματικό γεγονός της υπόθεσης (Zeeland Navigation v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ. 707). Με βάση τα πιο πάνω τείνουμε να υιοθετήσουμε τη θέση του κ. Αριστοτέλους όπως αυτή επιβεβαιώνεται από το Τεκ.36, σε αντίθεση με τα όσα κατέθεσε ο Αιτητής, που ως αντιφατικά τείνουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι η ημερομηνία που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν καταστεί μέτοχοι της A&P d.o.o. ήταν η 7.10.
  1. Συνεπώς από την εν λόγω ημερομηνία οι Καθ' ων η αίτηση κατέστησαν μητρική εταιρεία της A&P d.o.o. Η θέση του κ. Αριστοτέλους ότι στις 17.5.2006, οι Καθ' ων η αίτηση πώλησαν τις μετοχές της A&P d.o.o. στην EBO δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που ο Αιτητής επιδίωξε να αμφισβητήσει, υιοθετώντας εν τέλει τη θέση του κ. Αριστοτέλους αφορά την ύπαρξη ή μη νομικής σχέσης μεταξύ EBO και Καθ' ων η αίτηση. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν οι αποκλειστικοί μέτοχοι της EBO, ακολούθως ανέφερε ότι κατείχαν το 70% του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας, για να παραδεχθεί εν τέλει ότι μέτοχοι της ήταν ο Κ. Ανδρέου, η Χρ. Παρασκευαΐδου και κάποιοι Λύβιοι και ότι μεταξύ αυτής και των Καθ' ων η αίτηση δεν υπήρχε καμία μετοχική σχέση. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε ούτε τη θέση του κ. Αριστοτέλους σε σχέση με τον τρόπο καταβολής των μισθών του ενόσω εργαζόταν στην A&P d.o.o., γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το Τεκ.16 που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ενώ παραδέχθη-κε ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι μισθοί του καταβάλλονταν, εκ μέρους της σερβικής εταιρεία, από τους Καθ' ων η αίτηση (5/2005 - 3/2006) και την EBO (4/2006 μέχρι την αποχώρηση του) και ότι η σερβική εταιρεία επέστρεφε τα καταβαλλόμενα ποσά στις εν λόγω εταιρείες, σε κατοπινό στάδιο ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που του καταβάλλονταν κάποιες φορές οι μισθοί από τους Καθ' ων η αίτηση ήταν γιατί θεωρείτο υπάλληλος τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν ευσταθεί, γιατί με την ίδιο σκεπτικό, ενόσω ο μισθός του καταβαλλόταν από την A&P d.o.o. και τη EBO λογικά θα έπρεπε να θεωρείται εργοδοτούμενος των εν λόγω εταιρειών. Και ενώ παραδέχθηκε τα πιο πάνω, σε τελικό στάδιο πρόβαλε την αντιφατική θέση ότι ο μισθός του καταβαλλόταν από τους Καθ' ων η αίτηση. Η άλλη πτυχή της υπόθεσης σχετίζεται με τη συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τον κ. Ανδρέου στην Αθήνα τον Μάιο
  2. Ο ίδιος με τη γραπτή δήλωση του, ισχυρίζεται ότι κατά τη συνάντηση επιβεβαιώθηκε η συνεννόηση να επανέλθει στην Κύπρο για να συνεχίσει την εργοδότηση του στους Καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Αριστοτέλους, με τη μαρτυρία του, έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή την οποία κράτησε μέχρι τέλους, ισχυριζόμενος ότι στην παρουσία του ιδίου και του κ. Ανδρέου ο Αιτητής εξέφρασε για πρώτη φορά την πρόθεση του να παραιτηθεί από την A&P d.o.o. λόγω προβλημάτων υγείας της συζύγου του, με την παράκληση όπως του προσφερθεί εργασία σε κάποια από τις εταιρείες της A&P. Ισχυρίστηκε επίσης ότι χωρίς δεύτερη σκέψη ο κ. Ανδρέου πρόσφερε στον Αιτη-τή το ποσό των €40.000 και έδωσε οδηγίες στο μάρτυρα να κοιτάξει για κάποια θέση. Ο Αιτητής, κατά τη μακρά και επίπονο αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι στη συνάντηση της Αθήνας, εξέφρασε στον κ. Ανδρέου την πρόθεση του να αποχωρήσει από τη σερβική εταιρεία. Σε ερώτηση, γιατί στην κατάθεση του αναφέρει ότι επιβεβαιώθηκε η συνεννόηση να επανέλθει στην Κύπρο, αφού την πρόθεση του να παραιτηθεί από την A&P d.o.o. την εξέφρασε για πρώτη φορά στη συνάντηση της Αθήνας, ο Αιτητής αρκέστηκε να πει ότι ίσως να ήταν λανθασμένη η λέξη που χρησιμοποίησε, παραδεχόμενος εν ολίγοις ότι δεν υπήρξε καμία προσυνεννόηση. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, βρίσκουμε ότι για πρώτη φορά ο Αιτητής εξέφρασε στον κ. Ανδρέου την πρόθεση του να φύγει από την A&P d.o.o. τον Μάιο
  3. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τη δημοσίευση της θέσης γενικού διευθυντή σε ημερήσια εφημερίδα της Κύπρου μόλις μερικές μέρες μετά τη συνάντηση και δη στις 16.5.2009 (Τεκ.53). Και ενώ ο Αιτητής αναφέρθηκε σε επιβεβαίωση της συνεννόησης του με τον κ. Ανδρέου να επανέλθει στην Κύπρο για να συνεχίσει την απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση, κατά την αντεξέταση του δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε υπόσχεση που πήρε από τον κ. Ανδρέου ότι με την επιστροφή του από τη Σερβία θα τον τοποθετούσε σε μία από τις εταιρείες του Ομίλου και όχι συγκεκριμένα στους Καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση με το ποσό των €40.000, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι του δόθηκε ως φιλοδώρημα και όχι ως βοήθεια για τα ιατρικά έξοδα της συζύγου του. Επίσης ότι δεν το έλαβε σε μετρητά αλλά μέσω τραπέζης σε προσωπικό λογαριασμό του. Για να αποδείξει τη θέση του, παρέθεσε το Τεκ.
  4. Μελετώντας ωστόσο το έγγραφο αυτό, πιστεύουμε ότι δεν σχετίζεται με το ποσό των €40.000, καθότι, ενώ το ποσό καταβλήθηκε τον Μάιο 2009, το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 15.9.
  5. Είναι κοινή η θέση των μερών ότι ο Αιτητής αποχώρησε από την A&P d.o.o. στις 28.9.
  6. Το γεγονός αυτό προκύπτει και από το έγγραφο παραίτησης ημερ. 25.8.2009 (Τεκ.45) το οποίο ρητά αναφέρει ότι το συμβόλαιο εργοδότησης του Αιτητή τερματίστηκε μετά από γραπτό αίτημα του ημερ. 3.8.
  7. Είναι η θέση του Αιτητή ότι στις 29.8.2009 έφυγε από τη Σερβία και επέστρεψε στην Κύπρο και ακολούθως λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της συζύγου του, απουσίαζε στη Γερμανία από τις 6.9.2009 μέχρι τις 26.9.
  8. Στην προσπάθεια του να καταδείξει τη σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε, ότι από τις 29.8.2009 που επέστρεψε στην Κύπρο και μέχρι τις 6.9.2009 που αναχώρησε για τη Γερμανία, οι Καθ'ων η αίτηση του είχαν ενοικιάσει, με δικά τους έξοδα, αυτοκίνητο για τη διακίνηση του και ότι το ίδιο έπραξαν και μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν γνώριζαν τίποτε για την ενοικίαση αυτοκινήτου, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η διευθέτηση έγινε με τον κ Χρ. Ζίγκα κατόπιν οδηγιών του κ. Ανδρέου και ότι η εταιρεία πάντα του ενοικίαζε αυτοκίνητο. Επίσης ότι ο κ. Αριστοτέλους βρισκόταν ήδη στη Σερβία και γνώριζε πολύ καλά για τη διευθέτηση και την πληρωμή. Ακολούθως αφού του υπεβλήθη ότι οι Καθ' ων η αίτηση έμαθαν για την ενοικίαση στις 28.9.2009 που έλαβαν με φαξ τα τιμολόγια, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μίλησε με τον κ. Αριστοτέλους και γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι θα επέστρεφε Κύπρο. Όταν μάλιστα του υπεβλήθη ότι είναι ο κ. Αριστοτέλους που επικοινώνησε μαζί του την ημέρα που έλαβε τα τιμολόγια, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι για τα τιμολόγια επικοινώνησε μαζί του τον Οκτώβριο 2009, όταν θέλησαν να τον σπρώξουν σε παραίτηση και του ζήτησε να επιστρέψει το αυτοκίνητο. Αντίθετα με την εκδοχή του Αιτητή, ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίστηκε ότι για την ενοικίαση αυτοκινήτου έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 28.9.2009 όταν κατέφθασαν στα γραφεία της εταιρείας δύο τιμολόγια. Δεν αρνήθηκε ότι μετά από επικοινωνία που είχε με τον κ. Ανδρέου και για τους λόγους που ανέφερε, τα τιμολόγια πληρωθήκαν από την εταιρεία. Και τα δύο τιμολόγια, επί των οποίων γίνεται αναφορά (Τεκ.44), φαίνεται να αποστάληκαν στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση με φαξ στις 28.9.
  9. Το πρώτο τιμολόγιο αναφέρεται σε ενοικίαση αυτοκινήτου για την περίοδο 29.8.2009 μέχρι 6.9.2009 και το δεύτερο από 26.9.2009 μέχρι 10.10.
  10. Τα ίδια στοιχεία φέρουν και οι σχετικές αποδείξεις ενοικίασης αυτοκινήτου (Τεκ.12 και 13) που κατέθεσε ο Αιτητής. Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι ο κ. Αριστοτέλους επικοινώνησε με τον Αιτητή και του ζήτησε να επιστρέψει το αυτοκίνητο. Η συγκεκριμένη επικοινωνία λογικά θα πρέπει να έγινε πριν την τελευταία ημέρα της ενοικίασης που αναφέρεται στο τιμολόγιο και ήταν η 10.10.
  11. Είναι φανερό από τη δήλωση του Αιτητή ότι η θέση υποδιευθυντή του προτάθηκε στις 19.9.
  12. Συνεπώς δεν βρίσκουμε να ευσταθεί η θέση του Αιτητή ότι ο κ. Αριστοτέλους επικοινώνησε μαζί του όταν απεφάσισαν να τον σπρώξουν σε παραίτηση. Γιατί, αν αυτή ήταν η πρόθεση τους, λογικά δεν θα του πρότειναν τη θέση υποδιευθυντή σε μεταγενέστερο στάδιο αλλά ούτε και θα του πλήρωναν το αυτοκίνητο που ενοικίασε. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δεν βρίσκουμε να υπήρχε άλλος λόγος πλην αυτού που επικαλέστηκε ο κ. Αριστοτέλους, ότι δηλαδή επικοινώνησε με τον Αιτητή μετά που έλαβε τα τιμολόγια. Οι εξηγήσεις μάλιστα που έδωσε ο Αιτητής για να δικαιολογήσει τη θέση του, τείνουν να καταδείξουν ότι η ενοικίαση έγινε με δική του πρωτοβουλία χωρίς να ενημερώσει εκ των προτέρων οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο της εταιρείας. Είναι περαιτέρω η θέση του Αιτητή ότι από 6.9.2009 μέχρι 26.9.2009 που μετέβη στη Γερμανία βρισκόταν με άδεια που του ενέκρινε ο κ. Ανδρέου. Επιστρέφοντας από τη Γερμανία, ανέμενε να τοποθετηθεί στους Καθ' ων η αίτηση σε ανάλογη θέση με αυτή που κατείχε πριν τη μετάβαση του στη Σερβία. Αντεξεταζόμενος ωστόσο ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κ. Αριστοτέλους και τον ρώτησε σε ποια εταιρεία θα τοποθετείτο. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο κ. Ανδρέου του είχε υποσχεθεί ότι με την επιστροφή του από τη Σερβία θα τον τοποθετούσε σε κάποια από τις εταιρείες του Ομίλου. Επίσης, ότι για τον μήνα Σεπτέμβριο που ήταν με άδεια πληρώθηκε από τον κ. Αριστοτέλους. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του κατέθεσε την απόδειξη (Τεκ.46). Για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2009 ανέφερε ότι δεν απαίτησε μισθό αφού ακόμη δεν είχε τοποθετηθεί και δεν προσέφερε καμία υπηρεσία. Αντίθετα με τη θέση του Αιτητή, ο κ. Αριστοτέλους ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ουδέποτε παρέμεινε με άδεια αφότου παραιτήθηκε από τη σερβική εταιρεία. Επίσης, ο κ. Ανδρέου ουδέποτε υποσχέθηκε στον Αιτητή ότι θα τον εργοδοτούσε σε μία από τις εταιρείες του Ομίλου. Απλά του υποσχέθηκε ότι θα του προσέφερε εργασία εάν υπήρχε κάποια θέση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι αυτό που καταβλήθηκε στον Αιτητή δυνάμει του Τεκ. 46 ήταν τα αεροπορικά εισιτήρια των παιδιών του και όχι μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο. Από το σύνολο των στοιχείων που παρέθεσε ο Αιτητής, σε σχέση με τον ισχυρισμό του για συνέχιση της εργοδότησης του στους Καθ' ων η αίτηση, παρατηρούμε ότι μέσα από τις απαντήσεις του προκύπτει μία ουσιαστική αντίφαση στο κατά πόσο αναμενόταν η εργοδότηση του στους Καθ' ων η αίτηση μετά την αποχώρηση του από τη σερβική εταιρεία. Ενώ με τη δήλωση του ισχυρίζεται ότι ανέμενε την τοποθέτηση του στους Καθ' ων η αίτηση σε ανάλογη θέση με αυτή που κατείχε αμέσως πριν μεταβεί στην Σερβία, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του, μεταβάλλοντας την αρχική του θέση, αναφέρθηκε σε υπόσχεση του κ. Ανδρέου ότι θα τον εργοδοτούσε σε κάποια από τις εταιρείες του Ομίλου και όχι συγκεκριμένα στους Καθ' ων η αίτηση. Από τις απαντήσεις του και μόνο διαφαίνεται ότι αυτό που ανέμενε ήταν η προσφορά ανάλογης εργασίας και όχι η επαναφορά του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι του καταβλήθηκε μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο που ήταν με άδεια, παρατηρήσουμε ότι το μόνο στοιχείο που έθεσε ενώπιον μας για να υποστηρίξει τη θέση του είναι το Τεκ.
  13. Το Τεκμήριο αυτό, που φέρει ημερ. 11.11.2009, αποτελεί απόδειξη πληρωμής σε μετρητά ποσού €6.400 από την EBO προς τον Αιτητή. Η EBO με βάση τα όσα παραθέτουμε ανωτέρω, ήταν η εταιρεία που πλήρωνε στον Αιτητή τους μισθούς των 41 τελευταίων μηνών ενόσω αυτός εργαζόταν στη σερβική εταιρεία. Είναι λοιπόν φανερό ότι η καταβολή του πιο πάνω ποσού αφορά υποχρέωση της A&P d.o.o. προς τον Αιτητή και σίγουρα δεν αφορά την καταβολή μισθού από τους Καθ' ων η αίτηση προς τον Αιτητή. Από τα όσα έχουμε εκθέσει πιο πάνω είναι επίσης φανερό ότι οι υπηρεσίες του Αιτητή προς τη σερβική εταιρεία τερματίστηκαν στις 28.8.
  14. Επομένως, αυτό και μόνο το στοιχείο τείνει να καταδείξει ότι η εν λόγω εταιρεία από την πιο πάνω ημερομηνία δεν είχε καμία σχέση με τον Αιτητή και συνεπώς δεν είχε καμία υποχρέωση έναντι του για καταβολή μισθού. Περαιτέρω οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή από τη σερβική εταιρεία υπερέβαιναν κατά πολύ του ποσού των €6.
  15. Ως αποτέλεσμα δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι το ποσό των €6.400 που ο Αιτητής έλαβε από την EBO με βάση το Τεκ.46 αντιπροσωπεύει τα αεροπορικά εισιτήρια των παιδιών του και όχι μισθό για τον μήνα Σεπτέμβριο
  16. Συνεπώς μετά την επιστροφή του από την Σερβία, ο Αιτητής δεν πληρώθηκε κανένα μισθό από τους Καθ' ων η αίτηση. Από τη στιγμή, όμως, που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση, υπό λογικές συνθήκες αναμενόταν ότι θα απαιτούσε την καταβολή των μισθών του. Ωστόσο δεν αξίωσε κανένα μισθό ούτε με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 23.11.2009 αλλά ούτε και με την Αίτηση του. Είναι κοινή η θέση των μερών ότι στις 19.10.2009, προτάθηκε στον Αιτητή η θέση υποδιευθυντή στην A&P Enterprises Ltd την οποία ο Αιτητής απέρριψε. Η προσφορά περιελάμβανε ετήσιο μισθό €75.000 πλέον 13ο μισθό, €750 μηνιαίως έξοδα παραστάσεως και καινούργιο αυτοκίνητο BMW 520 ή άλλο ισόποσης αξίας αυτοκίνητο. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση του Αιτητή προτού μεταβεί στη Σερβία οι ετήσιες ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €75.122,56 με διάφορα άλλα ωφελήματα, όπως αυτοκίνητο και έξοδα παραστάσεως €598, ενώ συχνά λάμβανε και φιλοδώρημα είτε υπό μορφή μετρητών είτε μετοχών. Από την άλλη με βάση την αδιαμφισβήτητη θέση του κ. Αριστοτέλους, ο Αιτητής, ως υποδιευθυντής θα απολάμβανε τον ίδιο σχεδόν μισθό και τα ίδια ωφελήματα με τον γενικό διευθυντή της A&P Enterprises Ltd. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρούμε στην εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων που ήδη έχουμε αναφέρει. (i) Η ύπαρξη ή μη εργασιακής σχέσης μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση Η έννοια του εργοδοτούμενου καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)(«ο Νόμος») ως ακολούθως: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Δικαστικό προηγούμενο επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 όπου το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα και τα γεγονότα που αφορούν την κάθε υπόθεση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Το άλλο δικαστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Η τελευταία αυτή υπόθεση επικροτεί και επαναλαμβάνει τη θέση ότι ακόμη και αυτή η έκφραση της πρόθεσης των μερών για το χαρακτήρα της συμφωνίας τους, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι παράγων αποφασιστικής σημασίας για να προσδιοριστεί η αληθινή της φύση. Από την ίδια υπόθεση ο δικαστής παραθέτει στη συνέχεια περικοπή που επεξηγεί τους όρους που συγκροτούν τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση κυρίου - υπηρέτη με προεξάρχον συστατικό στοιχείο το δικαίωμα του εργοδότη να εποπτεύει και ελέγχει το μισθωτό αποτελεσματικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα ίδια κριτήρια ακολουθήθηκαν και στην απόφαση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Παρόμοιες είναι οι αντιλήψεις που επικρατούν και στην Ελλάδα όπου στο σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο» 1967 σελ. 35, για το οποίο γίνεται αναφορά στην Prousi διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας», 2002, σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη. Επειδή και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν αποκλείεται μια χαλαρή εξάρτηση, δεδομένου ότι - παρά την αντίθετη εντύπωση που δημιουργεί ο παραπάνω ορισμός - οδηγίες και έλεγχος μπορεί να υπάρχουν και στις συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών, τελικά κρίσιμος είναι ο βαθμός της προσωπικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται το πρόσωπο που παρέχει την εργασία του. Εφόσον δε η προσωπική εξάρτηση εκφράζεται με το δικαίωμα του ενός μέρους να δίνει οδηγίες στο άλλο μέρος ως προς τους όρους παροχής της εργασίας και με την αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτές (διευθυντικό δικαίωμα), κρίσιμη είναι η έκταση του δικαιώματος αυτού. Τούτο σημαίνει ότι η προσωπική εξάρτηση είναι κριτήριο «σχετικό». Όσο εντονότερη είναι η δέσμευση από τις οδηγίες τόσο περισσότερο συνηγορεί το στοιχείο αυτό για την αποδοχή σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Ο αναγκαίος για την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας βαθμός προσωπικής εξάρτησης προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση όλων των συνθηκών και εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης δραστηριότητας». Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, καθίσταται φανερό ότι μέχρι τις 14.9.2004 ο Αιτητής απασχολείτο στην A&P Enterprises Ltd. Ενώ υπέγραψε το Τεκ.7
(1)και συμφώνησε, δυνάμει του περιεχομένου του, ότι θα μεταφερόταν και θα συνέχιζε αδιάκοπα την απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση, εν τούτοις στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της εν λόγω Εταιρείας δεν φαίνεται να ανέλαβε ποτέ οποιαδήποτε καθήκοντα. Είναι γεγονός ότι την επομένη της υπογραφής μετέβη στη Σερβία όπου ανέλαβε ως γενικός διευθυντής της A&P d.o.o. και ότι στις 4.10.2004 και ακολούθως στις 3.10.2005 υπέγραψε σύμβαση εργασίας αορίστου διαρκείας με την εν λόγω εταιρεία. Είναι επίσης γεγονός, βάσει της πιο πάνω κατάληξη μας, ότι το Τεκ.7
(1)ουδέποτε εφαρμόστηκε και οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε δήλωσαν ή συμπεριέλαβαν τον Αιτητή μεταξύ των εργοδοτουμένων τους. Επίσης, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να διευθύνουν και εποπτεύουν την εργασία του Αιτητή αλλά ούτε κι αυτός είχε την αντίστοιχη υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες τους. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης, ενόσω εργαζόταν στη Σερβία οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να επιπλήξουν ή να απολύσουν οποιοδήποτε υπάλληλο της σερβικής εταιρείας περιλαμβανο-μένου και του ιδίου. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατέβαλλαν μισθό ή ωφελήματα στον Αιτητή. Είναι γεγονός ότι στους οκτώ πρώτους μήνες της απασχόληση του στη Σερβία, ο μισθός του καταβαλλόταν απ' ευθείας από την ίδια τη σερβική εταιρεία, για δε το υπόλοιπο διάστημα της απασχόληση του, οι μισθοί τόσο του ιδίου όσο και επτά άλλων υπαλλήλων καταβάλλονταν για 11 μήνες από τους Καθ' ων η αίτηση και για τους υπόλοιπους 41 μήνες και μέχρι την παραίτηση του, από την EBO. Στη συνέχεια οι εν λόγω εταιρείες εισέπρατταν τα καταβαλλόμενα ποσά από τη σερβική εταιρεία. Ως επακόλουθο δεν φαίνεται να υπήρχε προσωπική εξάρτηση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση Ο κ. Μούντης στην αγόρευση του σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής ενόσω εργαζόταν στη A&P d.o.o., δεν υπόκειτο σε έλεγχο και δεν δεχόταν εντολές από την εν λόγω εταιρεία, παρά μόνο από τον κ. Ανδρέου που ήταν διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος των Καθ' ων η αίτηση, ως και διευθυντής της σερβικής εταιρείας. Η εκδοχή αυτή του Αιτητή, πέραν του ότι δεν συνάδει με τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα μας, ταυτόχρονα διίσταται της θεμελιώδους αρχής δικαίου ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης έχει νομική προσωπικότητα εντελώς χωριστή και ανεξάρτητη από τα φυσικά πρόσωπα που την αποτελούν. Η νομική της οντότητα διατηρείται οσοσδήποτε είναι ο έλεγχος που ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά ασκούν στην εταιρεία (Solomon v. Solomon & Co [1897] A.C. 22). Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι με βάση τα πιο πάνω δεν έχει συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση στη βάση του άρθρου 2 του Νόμου. (ii) Η ύπαρξη ή μη δανεισμού δυνάμει διευθετήσεως Η πλευρά του Αιτητή εισηγείται επίσης ότι με το Τεκ. 7
(1)υπήρχε συνεννόηση μεταξύ Αιτητή και Καθ'ων η αίτηση, μέσω του κ. Ανδρέου, ότι ο Αιτητής θα μετέβαινε στη Σερβία ως δανειζόμενος στη σερβική εταιρεία για περιορισμένη χρονική περίοδο και ότι εργοδότες του θα παρέμεναν οι Καθ'ων η αίτηση στην υπηρεσία των οποίων θα επανερχόταν. Η συνεννόηση αυτή, καθώς είπε, αποτελούσε μια συνήθη πρακτική ή έθιμο που λάμβανε συχνά χώρα κατά την απασχόληση του Αιτητή στις εταιρείες της A&P. Για σκοπούς διασάφησης και άρσης οποιασδήποτε αμφιβολίας σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μας αναφορικά με την εργασιακή σχέση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση ήθελε αμφισβητηθεί, κρίνουμε σκόπιμο όπως επιληφθούμε και του τιθεμένου αυτού ζητήματος της «διευθέτησης» όπως τίθεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο. Σύμφωνα με την παράγραφο 7, Μέρος ΙΙ, του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου, «7. Το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: .... (στ) απουσίας εκ της εργασίας υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτούμενου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζόμενη. (ζ) Απουσίας εκ της εργασίας του λόγω απασχολήσεως στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη. .... Στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Παναγιώτας Ονησιφόρου
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 504, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω επί του θέματος της διευθέτησης: Αναφορικά με τον ισχυρισμό για "διευθέτηση" η άποψή μας είναι ότι δεν ευσταθεί. Η ουσιαστική αιτία της απόφασης είναι η συνταύτιση των εταιρειών μας με τους μετόχους και διευθυντές της. Ακόμα το εύρημα για απασχόληση ακαθόριστου χρόνου στην δεύτερη εταιρεία, που είχε αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στην εφεσίβλητη σαν εργοδότης της, συγκρούεται και αναιρεί την έννοια της διευθέτησης. Μια ενδεχόμενη διευθέτηση - που δεν συμβαίνει εδώ - θα ήταν ο δανεισμός υπαλλήλου για τακτή περίοδο. Το θέμα σχολιάζει ο GRUNFELD "The law of Redundancy", 3rd ed., p. 252, παραθέτοντας και σχετικές αποφάσεις στις υποσημειώσεις: "Equally, where an employee is loaned by his general employer to a temporary employer for a limited period of time, the understanding and intention being that he would later return into the employment of his general employer, his absence from work at his general employer's premises might be said to be 'by arrangement' within the meaning of paragraph 9
(1)(c)" Σημειωτέον ότι η παραπάνω πρόνοια είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την υποπαράγραφο (στ). Σύμφωνα με τον Ι. Δ. Κουκιάδη, «Εργατικό Δίκαιο» σελ.357, "Η παραχώρηση πρέπει να έχει προσωρινό χαρακτήρα που εκφράζεται με τη διασφάλιση επανόδου του μισθωτού στον αρχικό εργοδότη. Διαφορετικά πρόκειται για σύναψη νέας σύμβασης εργασίας και λύση της παλαιάς ή για μεταβίβαση της σχέσης εργασίας από τη μία εταιρεία στην άλλη (μεταβολή του προσώπου του εργοδότη). Δεν έχει σημασία για την έννοια του δανεισμού του μισθωτού ο βραχυχρόνιος ή μακροχρόνιος χαρακτήρας της παραχώρησης. Για να αποφεύγονται δυσάρεστες εκπλήξεις πρέπει το στοιχείο της προσωρινότητας να διατυπώνεται με σαφήνεια". Από το περιεχόμενο του Τεκ.7
(1), δεν διαφαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε συνεννόηση με βάση την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών, για πρόσκαιρο δανεισμό του Αιτητή στην σερβική εταιρεία. Απλώς, με το εν λόγω έγγραφο ο Αιτητής πληροφορείτο για τη μεταφορά της απασχόλησης του από την A&P Enterprises Ltd στους Καθ' ων η αίτηση από 14.9.2004, με διασφάλιση του συνεχούς της υπηρεσίας του για σκοπούς ωφελημάτων και δικαιωμάτων. Μια τέτοια εκδοχή επίσης, περί διευθετήσεως για προσωρινή παραχώρηση του Αιτητή στη σερβική εταιρεία, δεν διασαφηνίζεται ούτε και μέσα από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, σε αντίθεση με την μέχρι τότε τακτική του Ομίλου να διασφαλίζει γραπτώς το συνεχές της απασχόλησης των υπαλλήλων που μεταφέρονταν από μια εταιρεία στην άλλη περιλαμβανομένου και του Αιτητή. Τουναντίον, από την πιο πάνω ανάλυση διαφαίνεται ότι ο Αιτητής, αναλαμβάνοντας καθήκοντα γενικού διευθυντή της A&P d.o.o, υπέγραψε με την εν λόγω εταιρεία δύο συμβάσεις εργασίας ημερ. 4.10.2004 και 3.10.2005 στις οποίες ρητά αναφέρεται ότι η απασχόληση του θα ήταν για απεριόριστο χρόνο, γεγονός που συγκρούεται και αναιρεί την έννοια της διευθέτησης ως μέτρου προσωρινού χαρακτήρα. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι ο ισχυρισμός περί "διευθετήσεως" δεν ευσταθεί. Αντιθέτως, πρόκειται για μια νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που ο Αιτητής σύναψε με τη σερβική εταιρεία. Είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της σερβικής εταιρείας για περίοδο πέντε χρόνων και ότι υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του στις 28.8.2009. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, για την περίοδο από 7.10.2004 μέχρι 17.5.2006 οι Καθ' ων η αίτηση ήταν μητρική εταιρεία της σερβικής αφού κατείχε το 100% του μετοχικού της κεφαλαίου. Ακολούθως και μέχρι την παραίτηση του Αιτητή όλες τις μετοχές της σερβικής εταιρείας κατείχε η EBO. Η πλευρά του Αιτητή, για να υποστηρίξει το προσωρινό της απασχόλησης του στη σερβική εταιρεία, επικαλέστηκε πρόσθετα την εφαρμογή της υποπα-ράγραφου 7(ζ) του Πίνακα. Είμεθα ωστόσο της άποψης ότι στην προκείμενη περίπτωση, ούτε η εν λόγω διάταξη χρήζει εφαρμογής για δύο λόγους. Κατά πρώτο λόγο, γιατί η απασχόληση του Αιτητή στη σερβική εταιρεία διεπόταν από σύμβαση εργασίας αορίστου διαρκείας και κατά δεύτερο λόγο, γιατί κατά την πενταετή εκεί απασχόληση του Αιτητή, η επιχείρηση δεν ανήκε εξ ολοκλήρου και κατά κύριο λόγο στους Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, η ανυπαρξία οποιασδήποτε συμφωνίας περί επανόδου του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση επιβεβαιώνεται και μέσα από την ίδια τη συμπεριφορά του. Γιατί αν υπήρχε μια τέτοια συμφωνία, γεγονός που δεν έχομε διαπιστώσει, οπωσδήποτε ανάλογη αναμενόταν να ήταν και η αντίδραση του Αιτητή. Ωστόσο, με την επάνοδο του στην Κύπρο δεν εργάστηκε αλλά ούτε και διεκδίκησε την άμεση εργοδότηση του από τους Καθ' ων η αίτηση. Επίσης ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε μισθό, για τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι και Νοέμβριο 2009 που ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ούτε τους αξιώνει με την Αίτηση του. Το μόνο που τελικά διεφάνη ότι ανέμενε ο Αιτητής ήταν η τοποθέτηση του σε μία από τις εταιρείες του Ομίλου. Και ενώ ο Αιτητής δέχθηκε μια γενναιόδωρη πρόταση για απασχόληση στη θέση υποδιευθυντή της A&P Enterprises Ltd, με απολαβές που προσέγγιζαν αυτές του γενικού διευθυντή της εταιρείας, εν τούτοις απέρριψε την πρόταση ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, κάτι που δεν ευσταθεί, με τα όσα παραθέτουμε και εξηγούμε πιο πάνω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουμε εξηγήσει, ομόφωνα καταλήγουμε ότι ο Αιτητή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και συνεπώς η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Ως επακόλουθο η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Φ. Καρής, Μέλος Γ. Διαβαστός, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.