HOLGER BRIEL ν. EDEX - EDUCATIONAL EXELLENCE CORPORATION LTD, Αρ. Υπόθεσης: 264/2013, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:44 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Χατζηγαβριήλ και Π. Σαββίδη, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 264/2013 Μεταξύ: HOLGER BRIEL Αιτητής -και- EDEX - EDUCATIONAL EXELLENCE CORPORATION LTD Καθ' ων η αίτηση ---------- Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σταυρινίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Κ. Μιχαηλίδου με κ. Κωνσταντίνου ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούν Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο, που έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί με βάση τον περί Ιδιωτικών Πανεπιστημίων Νόμο. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.10.2008 ως βοηθός καθηγητής (Associate Professor) στο Παν/μιο, με σύμβαση εργασίας ορισμέ-νου χρόνου που ανανεωνόταν από χρόνο σε χρόνο. Τον Μάιο του 2012 οι Καθ' ων η αίτηση πληροφόρησαν προφορικά τον Αιτητή ότι οι υπηρεσίες του θα τερματίζονταν στις 31.8.
- Στις 6.6.2012 με επιστολή των Καθ' ων η αίτηση προς τον Αιτητή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), του ζήτησαν όπως συμπληρώσει έντυπο απαλλαγής προσω-πικού (staff /Faculty Clearance Form on termination of Employment). Ο Αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, με επιστολές ημερ. 30.8.2012 και 12.10.2012, ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση όπως του γνωστοποιήσουν γραπτώς τους λόγους απόλυσης του. Οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 25.10.2012 ζήτησαν χρόνο για μελέτη του αιτήματος. Έκτοτε δεν υπήρξε οποια-δήποτε ανταπόκριση. Ο τελευταίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στα €2.975,86 πλέον όλα τα ωφελήματα της σχετικής συλλογικής σύμβασης. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι στις 10.6.2010 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου αποφάσισε τη μονιμότητα του (tenure) και ότι εκκρεμούσε η έγκριση της απόφασης από το Συμβούλιο του Παν/μίου. Επίσης ότι η απασχόληση του διεπόταν από σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία ανανεωνόταν από χρόνο σε χρόνο και ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης του είχε ήδη συμπληρώσει περίοδο τριάντα μηνών με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας του να θεωρείται σύμβαση αορίστου διαρκείας, βάσει των προνοιών του Νόμου 98(Ι)/
- Ως επακόλουθο ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν παράνομος, αυθαίρετος και αδικαιολόγητος, αξιώνοντας από τους Καθ' ων η αίτηση (α) αποζημιώσεις (β) αυξημένες αποζημιώσεις και ή αποζημιώσεις μεγαλύτερες από το προβλεπόμενο ελάχιστο ποσό αποζημιώσεων για απώλεια καριέρας, (γ) οποιαδή-ποτε άλλη και ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, (δ) νόμιμο τόκο, (ε) έξοδο και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου που δικαιολογείτο από αντικειμενικούς λόγους σε πλήρη συμμόρφωση με τον Νόμο 98(Ι)/
- Ειδικότερα ο Αιτητής προσελήφθη με σύμβαση ορισμένου χρόνου για τη διδασκαλία του μεταπτυχιακού προγράμματος Media & Communication το οποίο δεν κατέστη δυνατό να προσελκύσει ικανοποιητικό αριθμό φοιτητών, παρά τις προσπάθειες που είχαν καταβάλει. Αντιθέτως υπολει-τουργούσε με ελάχιστο αριθμό φοιτητών. Ισχυρίζονται δε, ότι λόγω των ιδιαίτερων αντικειμενικών συνθηκών που περιέβαλλαν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα για το οποίο εργοδοτήθη και δίδασκε ο Αιτητής, η απασχόληση του με σύμβαση ορισμένου χρόνου δικαιολογείτο από αντικειμενικούς λόγους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες που περιβάλλουν τη λειτουργία και φύση των υπηρεσιών των Ιδιωτικών Παν/μίων, δικαιολογούν αντικειμενικά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με αριθμό εκπαιδευτικού προσωπικού. Δεδομένου ότι ο Αιτητής παρείχε υπηρεσίες με σύμβαση ορισμένου χρόνου και με ημερομηνία λήξης την 31.8.2012, η σύμβαση εργοδότησης του τερματίστηκε νόμιμα στη λήξη της και κανένα ποσό αποζημιώσεων ή οποιαδήποτε άλλης θεραπείας δικαιούται. Ενώ παραδέχονται τη θέση του Αιτητή ότι η Σύγκλητος αποφάσισε ότι πληρούσε τα ακαδημαϊκά προσόντα για tenure ωστόσο ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς και τον καταστατικό χάρτη του Παν/μίου, η απόφαση της Συγκλήτου δεν ενεργοποιείται και δεν έχει ισχύ εάν δεν εγκριθεί από το Συμβούλιο του Παν/μίου, το οποίο ουδέποτε επικύρωσε μια τέτοια απόφαση. Ως επακόλουθο ζητούν την απόρριψη της Αίτησης ως νομικά και πραγματικά αβάσιμης με έξοδα. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απόλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς υποστήριξη των θέσεων τους κατέθεσαν ο Δρ. Φίλιππος Πουγιούττας, Διευθυντής Ακαδημαϊκών Σπουδών (Director of Academic Affairs) στο Παν/μιο. Κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Παράλληλα, κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο Δρ. Φ. Πουγιούττας με τη γραπτή κατάθεση του επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις που οι Καθ' ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκε σε τέσσερεις διαδοχικές σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν με τον Αιτητή κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση την 1.10.2008 για να διδάσκει ειδικά στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Media & Communication το οποίο είχε εισαχθεί για πρώτη φορά κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 2007 - 2008 και ότι τόσο ο Αιτητής όσο και οι Καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν από την αρχή την πιθανότητα και αποδέχθηκαν τον κίνδυνο αποτυχίας του προγράμματος, εξ ου και ο Αιτητής αποδέχθηκε την πρόσληψη του με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον αριθμό των φοιτητών που είχαν φοιτήσει στο εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα από το Fall 2007 μέχρι και το Spring του 2014 καθώς και τον αριθμό των φοιτητών που προσέλκυσε το πρόγραμμα ανά τετράμηνο από το Fall 2007 μέχρι το Fall 2013. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, λόγω του πολύ χαμηλού αριθμού φοιτητών που φοιτούσαν στο πρόγραμμα οι Καθ' ων η αίτηση δεν ηδύναντο να συμπληρώνουν τάξεις και κατά συνέπεια ούτε και τις ώρες διδασκαλίας που όφειλε να διδάσκει ο Αιτητής. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι το Fall του 2008 ο Αιτητής υπολειπόταν 3 ώρες διδασκαλίας τη βδομάδα, το Spring του 2009 6 ώρες και το Fall του 2010 3 ώρες. Προκειμένου να συμπληρώνει κάποιες από τις ώρες του και σε μία προσπάθεια διάσωσης του προγράμματος δίδασκε σε τάξεις με πολύ χαμηλό αριθμό φοιτητών γεγονός που οι Καθ' ων η αίτηση ενέκριναν κατ' εξαίρεση και κατά παράβα-ση της πολιτικής τους να μη λειτουργούν τάξεις με τόσο χαμηλό αριθμό φοιτητών. Επίσης ένα επιπρόσθετο βήμα των Καθ' ων η αίτηση σε μια απέλπιδα προσπάθεια διάσωσης του προγράμματος ήταν η παροχή μεγάλου αριθμού υποτροφιών και εκπτώσεων στους συμμετέχοντες. Περαιτέρω ο μάρτυς επιβεβαίωσε τη θέση του Αιτητή, σε σχέση με την απόφαση της Συγκλήτου, ότι ο Αιτητής πληρούσε τα ακαδημαϊκά κριτήρια για tenure. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι το καθεστώς του tenure είναι ακαδημαϊκής σημασίας και ότι το διδακτικό προσωπικό που εγκρίνεται από τη Σύγκλητο για tenure δείχνει ότι ο υποψήφιος πληροί τα σχετικά ακαδημαϊκά / ερευνητικά κριτήρια και μέσω του tenure κατοχυρώ-νεται η ακαδημαϊκή ελευθερία. Σύμφωνα δε με τους εσωτερικούς κανονισμούς και τον καταστατικό χάρτη των Καθ' ων η αίτηση, η απόφαση της Συγκλήτου δεν ενεργο-ποιείται και ή δεν τίθεται σε ισχύ εάν εκ των υστέρων δεν εγκριθεί από το Συμβούλιο (Council) του Παν/μίου. Στην προκείμενη δε περίπτωση η απόφαση της Συγκλήτου ημερ. 10.6.2010 σε σχέση με τον Αιτητή ουδέποτε επικυρώθηκε από το Συμβούλιο. Σημείωσε τέλος ότι εξ όσων γνωρίζει, ο Αιτητής αμέσως μετά εργοδοτήθηκε από Παν/μιο στην Κίνα στη ίδια θέση που κατείχε στους Καθ' ων η αίτηση. Επίσης ότι είχε εργαστεί σε πολλά Παν/μια σε διάφορες χώρες πριν εργοδοτηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση και διετέλεσε μεταξύ άλλων Vice Rector και Deanship στο New York University, Skopje. Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι όλα τα πιο πάνω που επικαλείται δεν τα ανέφεραν γραπτώς στον Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι λόγω του μικρού αριθμού των φοιτητών και των υποτροφιών που δίνονταν, το υπό αναφορά πρόγραμμα δεν είχε προοπτική και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι την αποφοίτηση των υφιστάμενων φοιτητών που ενεγράφησαν βάσει του περί ιδιωτικών Παν/μίων Νόμου. Ενώ το 2012 δεν γνώριζε να υπήρχε οποιαδήποτε απόφαση τερματισμού της λειτουργίας του προγράμματος, εν τούτοις ανέφερε ότι το 2013 είχε αρχίσει νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που θα έπρεπε να ολοκληρωθεί. Ενώ επίσης παραδέχθηκε ότι από το λεχτικό των συμβάσεων εργασίας που υπέγραψαν με τον Αιτητή δεν προκύπτει πουθενά ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε ειδικά για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα εντούτοις ισχυρίστηκε ότι στα πτυχιακά δίδαξε ένα μόνο μάθημα στα τέσσερα χρόνια παρουσίας του στο Παν/μιο. Ο Αιτητής με τη σειρά του επανέλαβε τα όσα διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε του γνωστο-ποίησαν το λόγο για τον οποίο το Συμβούλιο του Παν/μίου δεν ενέκρινε τη θέση μονιμοποίησης του (tenure). Επίσης ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι με την ανανέωση της είχε συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών. Σημείωσε μάλιστα ότι η θέση του στο Παν/μιο ήταν σημαντική, αφού πέραν των διδακτικών ωρών, μεγάλο μέρος του χρόνου, όπως ορίζεται στους όρους και προϋποθέσεις εργοδότησης διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (Faculty Terms and Conditions of Employment), ήταν η αφοσίωση στην ακαδημαϊκή έρευνα. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του στους Καθ' ων η αίτηση, εξέδωσε διάφορα άρθρα και δύο βιβλία, το τελευταίο εκ των οποίων εκδόθηκε τον Ιούνιο 2014 από τις εκδόσεις του Παν/μίου Λευκωσίας. Επίσης παρακολούθησε διάφορα σεμινάρια πληρωμένα από τους Καθ' ων η αίτηση και προσέλκυσε για τους τελευταίους χρηματοδοτήσεις από τρίτους μέσω επιτυχημένης αίτησης για πρόγραμμα χρηματοδοτημένο από την Ε.Ε. Σε σχέση με τη διδασκαλία, ισχυρίστηκε ότι δεν δίδασκε μόνο στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Media and Communication, αλλά και στο προπτυχιακό πρόγραμμα Διοίκησης Επιχειρήσεων. Επίσης ότι το εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα προσέ-λκυε αρκετούς φοιτητές ώστε να συνεχίσει τη λειτουργία του, ισχυριζόμενος ότι ο αριθμός των φοιτητών ήταν μεγαλύτερος απ' ότι αναφέρουν οι Καθ' ων η αίτηση και ότι το πρόγραμμα εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα. Σημείωσε δε ότι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση για τερματισμό της απασχόλησης του, αποκλειστικά και μόνο λόγω της ισχυριζόμενης μειωμένης συμμετοχής και παρακολούθησης του μαθήματος από φοιτητές, δεν ευσταθεί. Ισχυρίστηκε τέλος ότι λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του, δυσκολεύτηκε να εξεύρει νέα εργασία στην Κύπρο πριν την πάροδο σχεδόν ενός έτους λόγω της φύσης του επαγγέλματος, αφού οι προσλήψεις προσωπικού στα Παν/μια γίνονται πριν την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς και δη κάθε Σεπτέμβριο, με αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλη ζημιά και οικονομική δυσπραγία και απώλεια κοινωνικών ωφελημάτων, καθώς και ζημιά στην ακαδημαϊκή του καριέρα, με υπαιτιότητα των Καθ' ων η αίτηση για να συμβιβαστεί τελικά με θέση εργασίας στην Κίνα, όπου εργοδοτείται ως βοηθός Καθηγητής (Associate Professor) στο Παν/μιο Xi' an Jiaotong Liverpool University. Είναι 53 ετών. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ένοιωσε το φόβο ότι θα έχανε την εργασία του αφού είχε λάβει τις διαβεβαιώσεις των προϊσταμένων του ότι μετά το πέρας των 30 μηνών θα συνέχιζε κανονικά την απασχόληση του. Ο ίδιος δέχθηκε να εργαστεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου γιατί, καθώς είπε, του αναφέρθηκε ότι αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσε το Παν/μιο. Σημείωσε επίσης ότι στην εκπαίδευση συνηθί-ζεται η υπογραφή συμβολαίων ορισμένου χρόνου, όπως συνηθίζεται να γίνεται και στο εξωτερικό. Αφού του υπεβλήθη ότι εργοδοτήθηκε με συμβόλαια ορισμένου χρόνου γιατί δεν γνώριζαν εκ των προτέρων για την επιτυχία το προγράμματος, διαφώνησε και επανέλαβε τη θέση του ότι δεν προσλήφθηκε απλώς για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα και ότι κατέβαλαν επίπονες προσπάθειες για να αυξήσουν τον αριθμό των φοιτητών. Σημείωσε επίσης ότι δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι θα τερματιζόταν η λειτουργία του μεταπτυχιακού προγράμματος και κατά συνέπεια η απασχόληση του. Τέλος δεν αμφισβήτησε τη θέση της άλλης πλευράς ότι όντως ο αριθμός των φοιτητών ήταν χαμηλός σημειώνοντας ωστόσο ότι για μεταπτυχιακό πρόγραμμα ήταν ικανοποιητικός. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια των έγγραφων προτάσεων και της μαρτυρίας κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Είναι η εισήγηση του κ. Σταυρινίδη, ότι με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής κατάφερε να τεκμηριώσει την 30μηνη και πλέον περίοδο απασχολήσεως του στους Καθ' ων η αίτηση, θέτοντας έτσι το υπόβαθρο να θεωρηθεί ότι η σύμβαση απασχόληση του κατέστη αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003). Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν επικαλέστηκαν κανένα λόγο, πλην του προσωρινού της απασχόλησης του, που να δικαιολογεί τον τερματισμό των υπηρεσιών του, με επακόλουθο να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Αντίθετα η κα Μιχαηλίδου εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που οι Καθ' ων η αίτηση προσκόμισαν στο Δικαστήριο έχουν δείξει ότι υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την απασχόληση του Αιτητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου και ότι συνεπώς δεν προσέφυγαν στη σύναψη τέτοιων συμβάσεων καταχρηστικά. Ανάλυση Το σημείο που τίθεται προς εξέταση και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρού-σας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας ή υφίσταντο αντικει-μενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν το προσωρινό της απασχόλησης του. Της εξέτασης του σημείου προέχει η αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα ώστε η νομική ανάλυση να τεθεί σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τόσο τον κ. Πουγιούττα όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου τις έγγραφες προτάσεις και την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία όπου αυτό ήταν αναγκαίο και επιτρεπτό. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση με σύμβαση ορισμένου χρόνου ημερ. 20.3.2008 για την περίοδο από 1.10.2008 μέχρι 31.8.
- Η σύμβαση ανανεώθηκε για περίοδο ενός έτους από 1.9.2009 μέχρι 31.8.2010 και ακολούθως από 1.9.2010 μέχρι 31.8.2011 και από 1.9.2011 μέχρι 31.8.
- Η θέση του κ. Πουγιούττα ότι ο Αιτητής προσελήφθη για να διδάσκει ειδικά στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Media & Communication δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της εγγράφου συμφωνίας, γεγονός που ο μάρτυρας παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Ισχυρίστηκε ωστόσο, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι στα τέσσερα χρόνια που ο Αιτητής απασχολήθηκε στο Παν/μιο δίδαξε στα πτυχιακά ένα μόνο μάθημα. Από την άλλη όμως δεν αμφισβητήθηκε ούτε και η θέση του Αιτητή ότι πέραν των διδακτικών ωρών, μεγάλο μέρος του χρόνου, όπως ορίζεται στους όρους και προϋποθέσεις εργοδότησης διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, ήταν η αφοσίωση στην ακαδημαϊκή έρευνα και ότι κατά τη διάρκεια της απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση εξέδωσε διάφορα άρθρα και δύο βιβλία εκ των οποίων το τελευταίο εκδόθηκε τον Ιούνιο 2014 από τις εκδόσεις του Παν/μίου. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε επίσης η θέση του κ. Πουγούττα σε σχέση με τον αριθμό των φοιτητών που παρακολούθησαν το εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα από της προσλήψεως του Αιτητή μέχρι και την απόλυση του. Συγκεκριμένα όπως ο ίδιος ανέφερε το Fall 2007 φοίτησαν συνολικά 13 φοιτητές ενώ το Spring 2008 μειώθηκαν στους
- Το Fall 2008 και Spring 2009 οι φοιτητές ήταν 22 ενώ το Fall 2009 και Spring 2010 ήταν
- Το Fall 2010 ήταν 26, το Spring 2011 ήταν 31, το Fall 2011 ήταν 29 και το Spring 2012 ήταν
- Το Fall 2012 ήταν 22, το Spring 2013 ήταν 20, το Fall 2013 ήταν 7 και το Spring 2014 ήταν 4 φοιτητές. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε τη θέση του κ. Πουγιούττα ότι το 2013, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της απόλυσης του Αιτητή, είχε αρχίσει νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που θα έπρεπε να ολοκληρωθεί. Περαιτέρω ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής όπως και οι Καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν από την αρχή την πιθανότητα και αποδέχθηκαν τον κίνδυνο αποτυχίας του προγράμματος, εξ ου και ο Αιτητής αποδέχθηκε να προσληφθεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Τη θέση αυτή απορρίπτει ο Αιτητή για τους λόγους που έχει αναφέρει στη μαρτυρία του. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας τείνουμε να αποδεχθούμε τη θέση του Αιτητή, γιατί, εάν τελικά ίσχυαν τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται, τότε δεν υπήρχε λόγος για τον Αιτητή να αναμένει τη μονιμοποίηση του (tenure) εν όψει της αποφάσεως της Συγκλήτου ότι πληρούσε τα ακαδημαϊκά προσόντα για τη θέση αυτή. Επακόλουθο της πιο πάνω ανάλυσης και των ευρημάτων στα οποία έχουμε απολήξει θα προχωρήσουμε στην εξέταση του εξ αρχής τιθέμενου σημείου που δεν είναι άλλο από το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευ-σης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβα-ση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέω-σης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκο-λύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Είναι προφανές, μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για συνολική περίοδο πέραν των τριάντα μηνών δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1.10.2008 μέχρι 31.8.2012. Εν ολίγοις, πληρούσε τα χρονικά πλαίσια που θα του επέτρεπαν να θεωρηθεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογούσε την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι Καθ' ων η αίτηση, τόσο με του γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσκομισθείσα μαρτυρία διατείνονται ότι υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι δυνάμει του άρθρου 7
(2)(γ) του Νόμου που απέκλειαν τη μετατροπή της σύμβασης απασχό-λησης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου καθότι το μεταπτυχιακό πρόγραμμα για το οποίο προσελήφθη να διδάσκει ο Αιτητής δεν κατέστη δυνατό να προσελκύσει ικανοποιητικό αριθμό φοιτητών, παρά τη προσπάθεια τους, αλλά αντιθέτως υπολειτουργούσε με ελάχιστο αριθμό φοιτητών. Διατείνονται επίσης ότι αναγνώρισαν από την αρχή την πιθανότητα και αποδέχθηκαν τον κίνδυνο αποτυχίας του προγράμματος, εξ ου και ο Αιτητής προσελήφθη με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήμα-τος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογη-τικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβά-σεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό» Και στην προκείμενη περίπτωση αυτό που προκύπτει μέσα από τα πραγματικά γεγονότα είναι η αβεβαιότητα των Καθ' ων η αίτηση για τη μελλοντική λειτουργία του μεταπτυχιακού πρόγραμμα λόγω μη προσέλκυσης ικανοποιητικού αριθμού φοιτη-τών. Εν ολίγοις, συνάπτοντας οι Καθ' ων η αίτηση με τον Αιτητή τέσσερεις ετήσιες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου επιδίωξαν ουσιαστικά να μετακυλίσουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο στους ώμους του Αιτητή και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιοι εάν θα χρειάζονταν τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη εκάστης διαδοχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου, λόγω της αβεβαιότητας που οι ίδιοι επικαλούνται για την εξέλιξη της επιχείρησης τους. Πέραν τούτου κατά την κατάρτιση των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων, οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβαλαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν με επαρκή ασφάλεια ότι με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης του Αιτητή. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη, διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί τέσσερα συνεχή χρόνια δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε ο Αιτητή. Περαιτέρω πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για μελλοντική αβεβαιότητα στην εξέλιξη της επιχείρησης τους, από τη στιγμή που η λειτουργία του μεταπτυχιακού προγράμματος συνεχίστηκε και μετά την απόλυση του Αιτητή, με την κατάρτιση νέων τμημάτων. Κρίνουμε λοιπόν, με βάση τα πιο πάνω, ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν οποιεσδήποτε ιδιαίτερες συνθήκες που θα μπορούσαν να δικαιολογή-σουν την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή. Ως επακόλουθο της κατάληξης μας και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή υφίσταντο όλες οι προϋποθέσεις για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης του για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί τερματισμού απασχολήσεως Νόμου, 5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) .................. (β) .................... (γ) .................. (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικών Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή προβάλλοντας ως λόγο τη λήξη της σύμβασης απασχόλησης του. Ωστόσο, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας η ενδεδειγμένη μορφή σύμβασης για την απασχόληση του Αιτητή ήταν η σύμβαση αορίστου διαρκείας. Ως επακόλουθο, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ένα από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου με αποτέλεσμα η απασχόληση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για τέσσερα συναπτά έτη και ότι για σκοπούς του Νόμου λάμβανε €686,73 εβδομαδιαίως. Επίσης ότι είναι 53 χρόνων και ότι μετά την απόλυση του εργοδοτήθηκε από Παν/μιο της Κίνας στη θέση βοηθού καθηγητή. Η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στη μαρτυρία του, ότι δυσκολεύτηκε να εξεύρει νέα εργασία στην Κύπρο πριν την πάροδο ενός σχεδόν έτους λόγω της φύσης του επαγγέλματος του, δεν επιβεβαιώνεται μέσα από οποιαδήποτε στοιχεία, αφού τίποτα το συγκεκριμένο δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για τυχόν προσπάθειες που κατέλαβε αμέσως μετά που έλαβε γνώση για την απόλυση του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €5.493,90 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 8 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €5.493,90 με νόμιμο τόκο από 27.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Κθα' ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1200 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 27.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. (υπ)............... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Χατζηγαβριήλ, Μέλος Π. Σαββίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο