ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΙΜΗ ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 338/2012, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:31 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Παντελίδου και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 338/2012 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΙΜΗ Αιτήτρια -και- ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
- ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
- ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Ιούνιου, 2015 Εμφανίσεις: Για Την Αιτήτρια: κ. Χ. Προύντζος με κα Χ. Χαραλάμπους Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια είχε διοριστεί στη Στατιστική Υπηρεσία ως βοηθός στατιστικών ερευνών επί τη βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου δυνάμει απανωτών επιστολών διορισμού από 2.5.
- Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι από της προσλήψεως της υπηρέτησε στην ίδια θέση εργασίας και με τα ίδια καθήκοντα, επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δια περίοδο που υπερέβαινε συνολικά τους τριάντα μήνες, με αποτέλεσμα η σύμβαση απασχόλησης της να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Έτσι, με την Αίτηση της αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση / Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εργοδότηση της στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών. Β. Επαναδιορισμό / Επαναπρόσληψη με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα που υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της. Γ. Καταβολή σε αυτήν όλων των δικαιωμάτων της συμπεριλαμβανομένων μισθών, ωφελημάτων και άλλων απολαβών και εισφορών για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας. Δ. Υπογραφή γραπτής σύμβασης αόριστου διαρκείας από την ημερομηνία που η Αιτήτρια συμπλήρωσε τριάντα μήνες απασχόλησης στους Καθ' ων η αίτηση. Ε. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της. Ζ. Γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση Η. Νόμιμο Τόκο Θ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης ότι από 2.5.2007 μέχρι 26.6.2009 η Αιτήτρια απασχολήθηκε με συμβόλαια εποχιακής βάσης μεταξύ των οποίων παρεμβαλλόταν μικρή διακοπή. Ισχυρίζονται ότι οι εργοδοτούμενοι που απασχολούνται για εποχική εργασία στη δημόσια υπηρεσία προσλαμβάνονται από την οικεία, κατά περίπτωση, αρχή με βάση σχετικό κονδύλι που περιλαμβάνεται στους προϋπολογισμούς για τη σκοπούμενη πρόσληψη. Η πρόσληψη και απασχόληση της εν λόγω κατηγορίας προσωπικού δεν καλύπτεται από το νομικό πλαίσιο που διέπει την απασχόληση εκτάκτου προσω-πικού στη δημόσια υπηρεσία και, ως εκ τούτου, για την πρόσληψή τους δεν ακολουθείται η διαδικασία που καθορίζεται στη σχετική για την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού νομοθεσία (καταρτισμός καταλόγου μέσω μοριοδότησης των αιτήσεων των υποψηφίων και πρόσληψη με βάση τη σειρά κατάταξης.) Στις 2.7.2009 η Αιτήτρια προσλήφθηκε σε έκτακτη βάση σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμου, για εκτέλεση ίδιας φύσεως καθηκόντων με αυτά που εκτελούσε και προηγουμένως. Η Αιτήτρια απασχολήθηκε υπό αυτό το καθεστώς μέχρι και τις 30.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της λόγω πλήρωσης της θέσης έναντι της οποίας υπηρετούσε με μόνιμο προσωπικό. Η Αιτήτρια απασχολήθηκε σε εποχική βάση με συμβόλαια απασχόλησης χρονικής διάρκειας από 4.7.2011 μέχρι 16.12.2011 και από 16.1.2012 μέχρι 29.2.
- Τα καθήκοντα της Αιτήτριας, κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της τόσο ως εποχιακή υπάλληλος όσο και ως έκτακτη υπάλληλος, αφορούσαν την καταχώρηση και επεξεργασία στοιχείων σε σχέση με την Έρευνα Ταξιδιωτών. Η Αιτήτρια, με επιστολή του Δικηγόρου της με ημερομηνία 13.3.2012, ζήτησε όπως, στα πλαίσια εφαρμογής του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου, η σύμβαση απασχόλησης της μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με επιστολή του ημερομηνίας 2/4/2012 απάντησε στην πιο πάνω επιστολή, αναφέροντας πως το ζήτημα εξετάζεται ως θέμα γενικής πολιτικής και η σχετική απόφαση θα της γνωστοποιείτο. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της Σύμβασης Απασχόλησης της Αιτήτριας, ότι η απασχόλησή της θα ήταν όση και ο χρόνος διεκπεραίωσης της συγκεκριμένης εργασίας την οποία προσλήφθηκε για να εκτελέσει. Έτσι είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η απασχόληση σε εποχική βάση και/ή η απασχόληση της Αιτήτριας εμπίπτει στους αντικειμενικούς λόγους που το άρθρο 7
(2)(α) και (β) του Νόμου καθορίζει και, ως εκ τούτου δυνάμει του άρθρου 7
(1)του ίδιου Νόμου, μπορεί να αποκλειστεί η μετατροπή της Σύμβασης Απασχόλησης σε αορίστου χρόνου. Στις 17/4/2012 προσφέρθηκε στην Αιτήτριας νέο συμβόλαιο απασχόλησης εποχικής βάσης, που αφορούσε στην εκτέλεση καθηκόντων για σκοπούς διεκπεραίωσης συγκεκριμένης τηλεφωνικής έρευνας, το οποίο, ωστόσο, δεν αποδέχτηκε. Η Αιτήτρια προσελήφθη εκ νέου δυνάμει Σύμβασης Απασχόλησης ημερομηνίας 23/1/
- Ως επακόλουθο απορρίπτουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας και ζητούν την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Μαρτυρία Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό μορφή γραπτής δήλωσης, ήταν αυτή της Αιτήτριας. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, από τις 2.5.2007 μέχρι τις 28.2.2012 και από τις 23.1.2013 μέχρι και σήμερα υπηρετεί ως έκτακτη βοηθός στατιστικών ερευνών με μικρή διάρκεια (μερικών ημερών) διακοπής των συμβολαίων της. Είναι η θέση της ότι τα καθήκοντα που αναγράφονται στα διάφορα συμβόλαια, τα οποία κατάθεσε ως Τεκ.1(α-μ), δεν αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά καθήκοντα που εκτελούσε κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της, που ήταν η καταχώρηση και επεξεργασία στοιχείων σε σχέση με την έρευνα ταξιδιωτών. Η έρευνα αυτή ήταν συνεχής και ολόχρονη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «εποχιακή», αφού επρόκειτο για κάλυψη μονίμων και πάγιων αναγκών. Από τις 2.7.2009 μέχρι και 30.6.2011 εργάστηκε στην ίδια υπηρεσία ως βοηθός στατιστικών ερευνών, αφού προσλήφθηκε με βάση τη διαδικασία καταρτισμού καταλόγων εκτάκτων υπαλλήλων πάνω σε συνεχή βάση. Ακολούθως στις 4.7.2011 προσλήφθηκε εκ νέου στην ίδια θέση εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα μέχρι τις 16.12.2011, με τη διαφορά ότι η πρόσληψη της αναφερόταν σε εποχιακή βάση. Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι τον Ιούλιο 2009, ο διευθυντής της Στατιστικής Υπηρεσίας κάλεσε σε ενημερωτική συνάντηση όλους τους εργοδοτούμενους ορισμέ-νου χρόνου που είχαν προσληφθεί με την ίδια διαδικασία και τους ίδιους όρους στις 2.7.2009 και τους ανακοίνωσε ότι θα αποκτούσαν το καθεστώς εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου. Θεωρώντας, τόσο η ίδια όσο και οι συνάδελφοι της ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί, όταν κλήθηκαν να υπογράψουν νέο συμβόλαιο θεώρησαν ότι επρόκειτο για ένα απλό διαδικαστικό θέμα, εν αναμονή της τροποποιητικής νομοθεσίας που εκκρεμούσε για ψήφιση στη Βουλή. Ενώ η εν λόγω νομοθεσία δημοσιεύθηκε στις 4.3.2011 και ανέμενε ότι θα διευθετείτο και τυπικά το καθεστώς εργοδότησης της, ανεπίσημα πληροφορήθηκε από το περιβάλλον του γραφείου της ότι πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση ήταν η διακοπή του συμβολαίου και η υπογραφή νέου συμβολαίου περιορισμένης διάρκειας. Με επιστολή της ημερ. 24.3.2011 πληροφόρησε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών ότι είχε συμπληρώσει ήδη συνολική περίοδο απασχόλησης 30 μηνών και ότι με βάση τις πρόνοιες του σχετικού νόμου κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Αγνοώντας εντελώς το αίτημα της, αντί αυτού με επιστολές ημερ. 9.5.2011 και 24.5.2011 πληροφορήθηκε από την υπηρεσία της ότι η απασχόληση της τερματίζετο από 1.7.
- Ακολούθησε νέα επιστολή της Αιτήτριας ημερ. 14.6.
- Σε απαντητική επιστολή ημερ. 27.6.2011, το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού πληροφόρησε την Αιτήτρια ότι το αίτημα της «μελετάται ως θέμα γενικότερης πολιτικής, σε συνεργασία με το τμήμα Στατιστικής Υπηρεσίας» και ότι θα λάμβανε απάντηση σε εύθετο χρόνο. Στις 4.7.2011 υπέγραψε νέο συμβόλαιο απασχόλησης εξάμηνης διάρκειας, το οποίο ετοίμασε η Στατιστική Υπηρεσία, παραδίδοντας ταυτόχρονα επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε ότι υπέγραφε το διαφοροποιημένο συμβόλαιο άνευ βλάβης και με επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων της. Ακολούθησε νέα επιστολή της ημερ. 5.1.2012 προς το Υπουργείο Οικονομικών και στις 16.1.2012 επαναπροσλήφθηκε για ακόμα ένα εξάμηνο, με τα ίδια καθήκοντα που κατά κανόνα ασκούσε από το
- Σε απαντητική επιστολή ημερ. 19.1.2012 το Υπουργείο Οικονομικών την πληροφόρησε ξανά ότι το αίτημα της εξακολουθούσε να εξετάζεται σε συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ως θέμα γενικότερης πολιτικής για το οποίο σε εύθετο χρόνο θα ενημερωνόταν ως προς το αποτέλεσμα. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2012 η στατιστική υπηρεσία διέκοψε μονομερώς το τελευταίο εξάμηνο συμβόλαιο που είχαν υπογράψει με τη δικαιολογία ότι ήταν παράνομο. Ισχυρίστηκε ότι στις 9.4.2012 κλήθηκε σε συνέντευξη στη στατιστική υπηρεσία με σκοπό την απασχόληση της για μικρό χρονικό διάστημα πάνω σε εποχιακή βάση με πολύ δυσμενέστερους όρους απασχόλησης απ' όλο το υπόλοιπο προσωπικό που υπηρετούσε στη στατιστική υπηρεσία είτε ως μόνιμο είτε ως έκτακτο. Θεώρησε την ενέργεια αυτή ξεκάθαρα κακόπιστη και εκδικητική, απορρίπτοντας την προσφορά, γιατί καθώς είπε, αποτελούσε δυσμενή μεταχείριση για την ίδια. Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια δεν αρνήθηκε ότι καταχωρήθηκε εναντίον της από την Ελληνική Τράπεζα η αίτηση πτωχεύσεως με αρ. 347/11 και ότι στις 2.12.2011 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Η ίδια καθώς είπε έλαβε γνώση του διατάγματος σε μεταγενέστερο στάδιο δηλώνοντας τα εισοδήματα της στον Επίσημο Παραλήπτη. Αφού της υποδείχθηκαν τα διάφορα συμβόλαια που υπέγραψε τα πρώτα δύο χρόνια της εργοδότησης της και της υπεβλήθηκε ότι με την υπογραφή του κάθε συμβολαίου αναλάμβανε διαφορετικά καθήκοντα, αυτή επέμενε ότι από της προσλήψεως της εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα που ήταν η καταχώρηση και επεξεργασία στοιχείων σε σχέση με την έρευνα ταξιδιωτών και τουρισμού. Ταυτόχρονα για πολύ μικρό διάστημα, ασχολήθηκε και με έρευνα γάμων και διαζυγίων. Για το συμβόλαιο ημερ. 16.1.2012 [Τεκ. 1(λ)] ανέφερε ότι υπεγράφη μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη στατιστική υπηρεσία και ότι η επιλογή της δεν έγινε μέσα από κατάλογο. Στην επανεξέταση της δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει εάν το διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον της αφορούσε πτώχευση ή παραλαβή της περιουσίας της. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας και των υποβολών που δέχθηκε η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι με το μαρτυρικό υλικό που η Αιτήτρια προσήγαγε ενώπιον του Δικαστηρίου κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη 30μηνης περιόδου απασχολήσεως της στον ίδιο εργοδότη, θεμελιώνοντας έτσι το υπόβαθρο να θεωρηθεί ότι η σύμβαση απασχόληση της έχει καταστεί αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003). Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι, οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε την σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια και την μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Αντιθέτως αυτό που διεφάνη μέσα από τη διαδικασία και τις έγγραφες προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της εναρμονιστικής νομοθεσίας και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και καταχρηστικά συνομολόγησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια με απώτερο σκοπό η απασχόλησης της να μη μετατραπεί ποτέ σε αορίστου διαρκείας. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι από τα συμβόλαια απασχόλησης της Αιτήτριας καθίσταται φανερό ότι η πρόσληψη της γινόταν για συγκεκριμένη περίοδο και για διαφορετική κάθε φορά έρευνα, με επακόλουθο να δικαιολογείται η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου λόγω αντικειμενικού λόγου δυνάμει του άρθρου 7
(2)(α) του Ν.98(Ι)/2003 και δη για το λόγο ότι οι ανάγκες της υπηρεσίας ήταν προσωρινές. Το τι καθήκοντα εκτελούσε η Αιτήτρια δεν έχει καμία σημασία καθότι οι συμβάσεις ήταν γραπτές και τα καθήκοντα περιγράφονταν σ' αυτές ρητά. Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση του ότι η Αιτήτρια με παράνομο τρόπο εξασφάλιζε συμβόλαια ορισμένης διάρκειας για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων τα οποία ουδέποτε εκτέλεσε και ότι με αυτό τον τρόπο ξεγελούσε την Δημοκρατία εξασφαλίζοντας απασχόληση και αξιώνοντας τελικά από το Δικαστήριο όπως το συμβόλαιο καταστεί αορίστου διαρκείας λόγω της συμπεριφοράς του Εργοδότη της την οποία θεωρεί κακόπιστη. Η Αιτήτρια, καθώς αναφέρει, προσλή-φθηκε στη στατιστική υπηρεσία χωρίς προκήρυξη και ότι χωρίς προκήρυξη δικαιολογούνται οι εποχιακές προσλήψεις δηλαδή για μικρό χρονικό διάστημα και για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων, κάτι που η ίδια γνώριζε και αποδέχθηκε. Καταλήγει δε ότι κατά πρώτο λόγο η Αιτήτρια είναι εποχιακή με βάση τις γραπτές συμβάσεις απασχόλησης της οπότε δεν δικαιολογείται να θεωρηθεί ως εργοδοτούμε-νη αορίστου διαρκείας αφού οι εν λόγω συμβάσεις τερματίζονταν με τον τερματισμό της έρευνας που έκανε, και κατά δεύτερο λόγο γιατί η Αιτήτρια εξαπάτησε το Δημόσιο με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο οπόταν και πάλι δεν δικαιούται προστασίας από το νόμο. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία της, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε στο Δικαστήριο η Αιτήτρια ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Οι σχετικές υποβολές της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτρια παρέμειναν μετέωρες. Καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση για να θεμελιώσουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Συγκεκριμένα παρατηρήσουμε ότι οι υποβολές των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτρια, ότι με την υπογραφή του κάθε συμβολαίου αναλάμβανε διαφορετικά καθήκοντα, δεν συνάδει με την παράγραφο 8 των γενικών λόγων εμφάνισης όπου ρητά αναφέρεται ότι, στις 2.7.2009 η Αιτήτρια προσλήφθηκε σε έκτακτη βάση σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμου, για εκτέλεση ιδίας φύσεως καθηκόντων με αυτά που εκτελούσε και προηγουμένως ήτοι από 2.5.2007 μέχρι 26.6.2009 που εργάστηκε στη στατιστική υπηρεσία με εξάμηνα συμβόλαια εποχιακής βάσης. Επίσης με την παράγραφο 10 των γενικών λόγων εμφάνισης γίνεται ρητή παραδοχή ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας, κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της τόσο ως εποχιακή υπάλληλος όσο και ως έκτακτη υπάλληλος, αφορούσαν την καταχώρηση και επεξεργασία στοιχείων σε σχέση με την έρευνα ταξιδιωτών, θέση που υποστήριξε και η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της. Στους γενικούς λόγους εμφάνισης δεν προσδιορίζεται ούτε η υποβολή των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτρια, την οποία ανέπτυξαν και με την αγόρευση τους, ότι η τελευταία εξασφάλιζε απασχόληση εξαπατώντας το Δημόσιο. Είναι καθιερωμένη αρχή του δικονομικού δικαίου ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στη δικογραφία. (Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Επίσης, σύμφωνα με Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507: «. για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» Οι πιο πάνω αρχές του δικονομικού δικαίου επιβεβαιώνονται και στην Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: «Δεν μας διαφεύγει της προσοχής ότι η Δίκη στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα και όχι εκείνο της αντιπαράθεσης. Το εξεταστικό σύστημα παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς. Δεν μεταβάλλει όμως τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. (Βλέπε: Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.α
(1993)3 Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα, ιδιαίτερα, όπως στην παρούσα υπόθεση, όταν στο θέμα, το οποίο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε ρητή παραδοχή απ' όλους τους διαδίκους στη δικογραφία.» Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στην Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A775, Πολ. Εφ. 60/2010, ημερ. 14.10.2014, που αφορά επίσης απόφαση του παρόντος Δικαστη-ρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: «τα δικόγραφα, όπως τονίστηκε σε σειρά αποφάσεων, και αποτελεί πλέον ξεκάθαρη νομολογιακή αρχή, αποτελούν τη βάση προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και η προσαχθείσα μαρτυρία θα πρέπει να στοχεύει στο στόχο αυτό. Το θέμα αυτό βρισκόμενο, όπως είναι παραδεχτό εκτός των δικογράφων, ορθώς δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο». Ως επακόλουθο, οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση όπως αναπτύσσονται ανωτέρω, θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο αφού δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως πλήρως συνάδουσας με την πραγματικότητα, ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Νομικό Πλαίσιο Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευ-σης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Είναι προφανές, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως έκτακτη υπάλληλος, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από 2.5.2007 μέχρι 29.2.2012 με μικρές ενδιάμεσες διακοπές. Ήδη από τον Νοέμβριο 2009 είχε συμπληρώσει συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών και ενόψει της ενημέρωσης που είχε λάβει από τον διευθυντή της Στατιστικής Υπηρεσίας, τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι που απασχολούνταν υπό το ίδιο καθεστώς, ανέμενε ότι θα καθίστα-το εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Ωστόσο, στις 30.6.2011 η απασχόλησης της τερματίστηκε με την επίκληση πλήρωσης από την Ε.Δ.Υ. δέκα μονίμων θέσεων βοηθού Στατιστικών Ερευνών. Ακολούθησαν δύο νέα συμβόλαια εξάμηνης διάρκειας ημερ. 4.7.2011 και 16.1.2011. Στις 29.2.2012 η Στατιστική Υπηρεσία διέκοψε μονομερώς το τελευταίο συμβόλαιο με τη δικαιολογία ότι ήταν παράνομο. Ως επακόλουθο των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογούσε την εργοδότηση της Αιτήτριας με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι Καθ' ων η αίτηση, μέσα από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, διατείνονται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας ήταν εποχιακή και συνεπώς υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι δυνάμει του άρθρου 7
(2)(α) και (β) του Νόμου που απέκλειαν την μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειώσουμε ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434) Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρούμε, ότι κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που σύναπταν οι Καθ' ων η αίτηση με την Αιτήτρια, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση της. Αντίθετα αυτό που προκύπτει, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι η Αιτήτρια προσλαμβάνετο δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας εξάμηνης και διετούς διάρκειας με σκοπό την κάλυψη αναγκών που προέκυπταν από την ύπαρξη κενών μονίμων θέσεων και ότι απασχολείτο συνεχώς από την ίδια θέση ως βοηθός Στατιστικών Ερευνών, ασκώντας καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της τα ίδια καθήκοντα που ήταν η καταχώρηση και επεξεργασία στοιχείων σε σχέση με την έρευνα ταξιδιωτών. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ανάγκες της υπηρεσίας σε πρόσθετο προσωπικό δεν ήταν παροδικές αλλά είχαν μόνιμο χαρακτήρα, κάτι που γνώριζαν οι Καθ' ων η αίτηση κατά τον χρόνο σύναψης των διαφόρων συμβάσεων με την Αιτήτρια, αφού η αναπλήρωση κενών μονίμων θέσεων προμήνυε τη διαρκή ανάγκη προσωπικού για πλήρωση του κενού. Άλλωστε πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες προσωρινές όταν επί πέντε σχεδόν έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε η Αιτήτρια. Συνεπώς η απασχόληση της Αιτήτριας δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ' ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι εργοδοτούμενοι που απασχο-λούνται σε εποχιακή εργασία στη δημόσια υπηρεσία προσλαμβάνονται από την οικεία, κατά περίπτωση, αρχή με βάση σχετικό κονδύλι που περιλαμβάνεται στους προϋπολογισμούς για τη σκοπούμενη πρόσληψη. Η πρόσληψη και απασχόληση της εν λόγω κατηγορίας προσωπικού δεν καλύπτεται από το νομικό πλαίσιο που διέπει την απασχόληση εκτάκτου προσωπικού στη δημόσια υπηρεσία και, ως εκ τούτου, για την πρόσληψή τους δεν ακολουθείται η διαδικασία που καθορίζεται στη σχετική για την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού νομοθεσία (καταρτισμός καταλόγου μέσω μοριοδότησης των αιτήσεων των υποψηφίων και πρόσληψη με βάση τη σειρά κατάταξης.) Επί τούτου σημειώνουμε ότι η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονται ως «προσλήψεις επί εποχιακής βάσεως» από μόνο του δεν μπορεί να δικαιολογήσει την χωρίς περιορισμούς σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Για την εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός της σχέσης αλλά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Επίσης όπως ήδη ρητά έχει διευκρι-νίσει το ΔΕΕ (παλαιότερα ΔΕΚ) στην έννοια του εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου εμπίπτουν και οι εργοδοτούμενοι με συμβάσεις ή σχέσεις πολύ μικρής διάρκειας, που εργάζονται περιστασιακά, ακόμη και με συμβάσεις ή σχέσεις μίας ημέρας. (βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C- 486/08 ημερ. 22.4.2010). Όπως η συμφωνία - πλαίσιο έτσι και ο Νόμος επιβάλλει η έννοια του «εργοδοτούμενου με εργασία ορισμένου χρόνου» να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα και με βάση το ουσιαστικό / λειτουργικό κριτήριο. Δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός αλλά τα χαρακτηριστικά της εργασιακής σχέσης. Τούτο, προκειμένου να μην μπορεί να θιγεί - μέσω του οποιουδήποτε τυπικού χαρακτηρισμού της σχέσης - η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου και η ομοιόμορφη εφαρμογή της στα κράτη μέλη. (βλ. και Φ.Δ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σ.87 επ.) Με τον ίδιο τρόπο ούτε και η τήρηση οποιασδήποτε προβλεπομένης σε νόμο ή κανονισμό διαδικασίας που αφορά την πρόσληψη εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου δύναται να αποτελέσει προϋπόθεση μετατροπής της σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Από τη στιγμή που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η πρόνοια 7
(1)και
(2)του Νόμου η σύμβαση θεωρείται αυτοδίκαια ως σύμβαση αορίστου χρόνου εκτός και αν ήθελε αποδειχθεί από πλευράς εργοδότη η συνδρομή αντικειμενικών λόγων που δεν θα δικαιολογούσε τη μετατροπή της. Εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν τη σύναψη διαδοχι-κών συμβάσεων ορισμένου χρόνου χωρίς συγχρόνως να διασφαλίζουν την αποτροπή αποτελεσματικά της καταχρηστικής σύναψης τέτοιων συμβάσεων είναι προφανές ότι αντιβαίνουν στο ενωσιακό δίκαιο, στόχος του οποίου δεν είναι - και δεν πρέπει να είναι - η προώθηση μιας χωρίς περιορισμούς ελαστικότητας, αλλά η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην ευελιξία και την ασφάλεια, πράγμα άλλωστε που ρητά διατυπώνεται στην αιτιολογία της Οδηγίας. Περαιτέρω ούτε και η επίκληση περί προσλήψεως του εργοδοτούμενου με βάση σχετικό κονδύλι που περιλαμβάνεται στους προϋπολογισμούς μπορεί αν αποκλείσει τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου αφ' ης στιγμής συντρέχουν οι προϋποθέσεις της σχετικής πρόνοιας του Νόμου. Κατά μία γνώμη (Ζερδελής σ.61) δεν πρέπει να διαφοροποιούνται οι απαιτήσεις ως προς την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου ανάλογα με το αν πρόκειται για τον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα. Εάν δεχθούμε ότι εκτιμήσεις αναγόμενες στον προϋπολογισμό (χρονικά περιορισμένη διάθεση κονδυλίων του προϋπολογισμού, αβεβαιότητα ως προς τα μελλοντικά οικονομικά μέσα για τη χρηματοδότηση κ.ά.) δικαιολογούν σε κάθε περίπτωση, χωρίς δηλαδή απτό σύνδεσμο με το περιεχόμενο και τις συνθήκες άσκησης της δραστηριότητας που αφορούν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οδηγούμαστε σε μια ανεπίτρε-πτη προνομιακή μεταχείριση του δημόσιου τομέα σε σχέση με τον ιδιωτικό και στη δυνατότητα του δημοσίου να κατασκευάζει το ίδιο, ως εργοδότης, αντικειμενικούς λόγους κατά το δοκούν, συνέπεια μη συμβατή προς το σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας. (βλ. παρατηρήσεις Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση C-313/10). Άλλωστε, το θέμα των πιστώσεων του Προϋπολογισμό για σκοπούς αμοιβής για εργασία ορισμένου χρόνου, έχει απασχολήσει τον Κύπριο νομοθέτη ο οποίος κατά την ψήφιση του τελικού κειμένου του Ν.98(Ι)/2003 απάλειψε την πρόβλεψη που περιλαμβανόταν στο νομοσχέδιο, σύμφωνα με την οποία θα συνιστούσε αντικειμε-νικό λόγο μη μετατροπής μιας σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος αμείβεται από πιστώσεις του Προϋπολογισμού που προορίζονται για εργασία ορισμένου χρόνου, αφού διαπίστωσε ότι μια τέτοια διάταξη θα οδηγούσε σε αποτελέσματα δυνητικά με τους σκοπούς της Οδηγίας και της συμφωνίας -πλαισίου. Κρίνουμε λοιπόν, με βάση όλα όσα έχουμε εκθέσει ανωτέρω, ότι οι Καθ' ων η αίτηση με τις υποβολές τους προς την Αιτήτρια και την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία που θέλησαν να επικαλεστούν, απέτυχαν στο να αποδείξουν την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης της Αιτήτριας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως επακόλουθο της κατάληξης μας και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας και δη στις 29.2.2012 υφίσταντο όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση εργοδότη-σης της για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Θεραπείες Η Αιτήτριας εκτός από την αξίωση της για υπογραφή σύμβασης αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε τριάντα μήνες απασχόλησης στους Καθ ων η αίτηση, εξαιτείται επίσης καταβολή όλων των δικαιωμάτων της περιλαμβανομένων μισθών και άλλων ωφελημάτων που απώλεσε ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η Αιτήτρια απέσυρε το αίτημα της για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού δηλώνοντας ότι από 23.1.2013 επανήλθε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση υπογράφοντας νέο συμβόλαιο. Ως επακόλουθο η Αιτήτρια επιμένει στις υπόλοιπες θεραπείες. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω αξιώσεων της Αιτήτριας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η πρόβλεψη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς το είδος των κυρώσεων που θα επιβάλουν για την καταχρηστική χρήση τέτοιων συμβάσεων, αρκεί να πρόκειται για κυρώσεις που δεν αντιστρατεύονται αλλά αντίθετα υπηρετούν τον επιδιωκόμενο με την Οδηγία σκοπό. Η Οδηγία δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη ως κύρωση τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Η μετατροπή αυτή προβλέπεται από την Οδηγία ως μια δυνατότητα, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων κατά του εργοδότη, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους, με τον περιορισμό ότι θα πρόκειται για κυρώσεις που θα εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού.(ΔΕΚ 23.4.2009, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-378/07 και C-380/07, ΔΕΚ 4.7.2006 (Αδενελέρ κλπ), Συλλογή Νομολογίας 2006 Ι 6057). Στις συνεκδικα-σθείσες αυτές υποθέσεις, εξετάστηκε επίσης η συμβατότητα των πάγιων διατάξεων του εναρμονιστικού με την Οδηγία Π.Δ.164/2004 που αφορά τον ευρύτερο Ελληνικό δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με το ΔΕΚ, μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του Π.Δ.164/2004, η οποία απαγορεύει απόλυτα στο δημόσιο τομέα να μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πράξη είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει η εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους να προβλέπει, στον εν λόγω τομέα, ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο ώστε να αποτρέπεται και εν ανάγκη να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με τον αντίστοιχο εναρμονιστικό Ν.98(Ι)/2003, που αφορά τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ο Κύπριος νομοθέτης, έθεσε ως αποκλειστική κύρωση για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Συνεπώς η αποτελεσματική αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να ανακύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε άλλη μορφή κύρωσης, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης, παρά μόνο με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, είμεθα της γνώμης ότι στην προκείμενη περίπτωση η επιδίκαση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων τότε μόνο θα δικαιολογείτο, εάν η Αιτήτρια, ως επακόλουθο της μετατροπής της σύμβασης εργοδότησης της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, επέμενε στο αδικαιολόγητο της απασχόλησης της. Η επιμονή της ωστόσο στην καταβολή αποζημιώσεων θα εξάλειφε ουσιαστικά το δικαίωμα της για επιβολή της υπό του Νόμου προβλεπόμενης κύρωσης για μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης της σε αορίστου χρόνου. Επαναλαμβάνουμε ότι ως μέτρο κύρωσης η αποζημίωση δεν προβλέπεται στον Νόμο, όπως επίσης δεν προβλέπεται η καταβο-λή γενικών αποζημιώσεων για δυσμενή μεταχείριση με βάση τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου που αποβλέπουν στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου και στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Πρόσθετα, με τον τερματισμό της απασχόλησης πιστεύουμε ότι συνδέεται και η απαίτηση της Αιτήτριας για καταβολή δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένων μισθών και άλλων ωφελημάτων ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας. Η καταβολή μισθών θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος επαναπρόσληψης δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Νόμου 24/67. Από την άλλη ως αυτοτελής αξίωση δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Αιτήτριας για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει, μέσα στα πλαίσια ειδικής απαίτησης, σε εύλογο αποτέλεσμα αλλά ούτε και γίνεται λόγος στις τελικές αγορεύσεις. Συνεπώς με τη υπογραφή νέας συμφωνίας και την επαναφορά της Αιτήτριας στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, η μόνη μορφή θεραπείας που προσφέρεται είναι η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Υπέρ της Αιτήτριας επιδικάζονται και €1500 ως έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι υπόλοιπες απαιτήσεις της Αιτήτριας απορρίπτονται. (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Παντελίδου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο