ΚΟΚΟΣ ΔΗΜΟΥ ν. CIC AUTOMASTERS LTD, Αρ. Αίτησης: 579/10, 26/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Δ. Αναστασίου ) Γ. Ιωάννου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 579/10 Μεταξύ: ΚΟΚΟΣ ΔΗΜΟΥ Αιτητή και CIC AUTOMASTERS LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ. Ζ. Νικολάου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ. Λ. Διομήδους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με το εμπόριο αυτοκινήτων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων καθώς και την επιδιόρθωση αυτοκινήτων. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ στις 14/1/1985 ως μηχανικός αυτοκινήτων και απασχολείτο στο συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων που διατηρούσε η πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία στη Λεμεσό. Την 1/10/2009 οι επιχειρηματικές δραστηριότητες και το προσωπικό της εταιρείας Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ μεταφέρθηκαν στην εταιρεία Αδελφοί Δημάδη Λτδ. Ο Αιτητής συνέχισε την απασχόληση του στην εταιρεία Αδελφοί Δημάδη Λτδ χωρίς οποιανδήποτε διακοπή του συνεχές της απασχόλησης του. Την 1/1/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία τότε έφερε το όνομα CIC INFORMATION TECHNOLOGY LTD, ανέλαβε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τα περιουσιακά στοιχεία και το προσωπικό της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ. Ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να διακοπεί το συνεχές της απασχόλησης του. Στις 28/7/2010 ο Αιτητής απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία επιστολή (Τεκμήριο 1) στην οποία σημείωνε ότι είχε διαπιστώσει ότι τον τελευταίο καιρό του αφαιρέθηκαν αρκετά από τα καθήκοντα της εργασίας του με αποτέλεσμα να υποαπασχολείται και ζητούσε όπως ενημερωθεί για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και ποια θα είναι τα καθήκοντα του και οι αρμοδιότητες του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η Εργοδότρια Εταιρεία με απαντητική επιστολή της ημερομηνίας 5/8/2010 (Τεκμήριο 2) πληροφόρησε τον Αιτητή ότι (α) τα καθήκοντα και οι ευθύνες του είναι αυτά του εργαζόμενου επιστάτη και (β) με σκοπό την αναβάθμιση των υπηρεσιών του συνεργείου της Λεμεσού αποφάσισε να προχωρήσει στην πρόσληψη τεχνικού διευθυντή του παραρτήματος/καταστήματος της στη Λεμεσό. Στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ότι τα καθήκοντα του Αιτητή ως εργαζόμενου επιστάτη είναι τα ακόλουθα: «1.Παροχή βοήθειας στον Τεχνικό Διευθυντή του συνεργείου και συμμετοχή στην λύση τεχνικών προβλημάτων. 2.Κατανομή εργασίας του συνεργείου στους μηχανικούς. 3.Επιδιόρθωση οχημάτων. 4.Επίβλεψη της εκτελεσθείσας εργασίας από τους μηχανικούς. 5.Παροχή πληροφοριών και τεχνικών γνώσεων για επίλυση τεχνικών προβλημάτων. 6.Κατανομή του χρόνου εργασίας στις διάφορες εκτελεσθείσες εργασίες επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και κλείσιμο της κάρτας εργασίας πριν από την τελική τιμολόγηση. 7.Επίβλεψη για σωστή συντήρηση των εργαλείων, μηχανημάτων, κτιρίων. 8.Υπεύθυνος για την τήρηση των κανόνων ασφάλειας και υγείας στο χώρο του συνεργείου. 9.Σωστή χρήση του συστήματος της εργοστασιακής εγγύησης και υποβολή των απαιτήσεων όπως προνοούν οι διαδικασίες. 10.Έλεγχος των αυτοκινήτων πριν την παράδοση στους πελάτες. 11.Να τηρείτε απόλυτη εχεμύθεια. Απαγορεύεται να προβαίνετε στην εκτέλεση, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε δραστηριότητας ανταγωνιστικής προς την εταιρεία. Εργοδότηση σε άλλη φύση εργασίας χρειάζεται την έγκριση της Διεύθυνσης. 12.Οποιαδήποτε άλλα συναφή καθήκοντα ήθελε σας ανατεθούν.» Ο Αιτητής στις 26/8/2010 απάντησε στην πιο πάνω επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας με επιστολή του (Τεκμήριο 3). Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο του σχετικού με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση αποσπάσματος: «Έχω λάβει την επιστολή σας με την οποία μου παραθέτετε τα καθήκοντα τα οποία επιθυμείτε να έχω υπό την υπηρεσία σας. Θέλω να σας πληροφορήσω ότι βάση της επιστολής σας αυτής μου έχουν αφαιρεθεί κάποια από τα καθήκοντα μου τα οποία εκτελούσα εδώ και 20 χρόνια σαν υπεύθυνος του γκαράζ και τα οποία ουσιαστικά υποβιβάζουν την θέση μου, π.χ. το να υποδέχομαι τους πελάτες του γκαράζ και να έχω άμεση επαφή μαζί τους. Επίσης μου έχετε αναθέσει καθήκοντα τα οποία δεν ήταν στην αρμοδιότητα μου ως υπεύθυνου του γκαράζ που ήμουν π.χ. η επιδιόρθωση οχημάτων, η οποία επίσης υποβιβάζει την θέση την οποία κατείχα. Σας πληροφορώ ότι η παρούσα κατάσταση της αλλαγής των καθηκόντων μου δεν με ευχαριστεί και παρακαλώ όπως μου επιστραφούν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες τα οποία κατείχα και τα εκτελούσα με πάσα επιτυχία εδώ και 20 χρόνια. Ελπίζω να έχω τη κατανόηση σας και σύντομα επανέλθω στα καθήκοντα και αρμοδιότητες που κατείχα κατά την στιγμή που η CIC AUTOMASTER ΛΤΔ εξαγόρασε την εταιρεία που εργαζόμουν σαν υπεύθυνος του γκαράζ.» Η Εργοδότρια Εταιρεία απάντησε στον Αιτητή με επιστολή της 3/9/2010 (Τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας είναι ως ακολούθως: «Αναφερόμαστε στην επιστολή σας, με ημερομηνία 26/08/2010 και σας πληροφορούμε ότι τα καθήκοντα σας και οι ευθύνες σας είναι αυτά που σας έχουν κοινοποιηθεί με την επιστολή μας, ημερομηνίας 05/08/
- Η επιδιόρθωση αυτοκινήτων ήταν και είναι μέσα στα καθήκοντα σας. Αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετός χρόνος από την εργασία σας αναλωνόταν και στην επιδιόρθωση αυτοκινήτων που ήταν και το κυριότερο περιεχόμενο των καθηκόντων σας. Εκ των πραγμάτων και λόγω απουσίας διευθυντή συνεργείου και υπεύθυνου υποδοχής, εκτελούσατε και καθήκοντα υποδοχής πελατών. Όσο αφορά την υποδοχή των πελατών η Εταιρεία απεφάσισε για σκοπούς καλύτερης και αναβαθμισμένης εξυπηρέτησης των πελατών, με απώτερο σκοπό την αύξηση του αριθμού των εισερχόμενων αυτοκινήτων ημερησίως στο χώρο του συνεργείου να την αναθέσει στον νέο Διευθυντή του Γκαράζ, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι μειώνει την οποιαδήποτε δική σας προσφορά στο παρελθόν. Πιστεύουμε ότι η Εταιρεία έχει να κερδίσει περισσότερα από την εμπειρία και τεχνογνωσία σας μέσα στο συνεργείο, παρά να αναλώνει τον χρόνο σας στην υποδοχή και χειρισμό πελατών. Η φιλοσοφία μας είναι ότι οι δύο αυτές λειτουργίες πρέπει σε μεγάλο βαθμό να διαχωρίζονται. Ως εκ τούτου σας παρακαλούμε όπως αφοσιωθείτε στην εκτέλεση των καθηκόντων σας με ευσυνειδησία προς το κοινό όφελος.» Ο Αιτητής απάντησε με επιστολή του ημερομηνίας 12/9/2010 (Τεκμήριο 5) στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: «Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερομηνία 3/9/2010 και επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι δεν συμφωνώ με το περιεχόμενό της. Τα κυριότερα καθήκοντα μου τα τελευταία 20 χρόνια ήταν διευθυντής συνεργείου και μόνο όταν χρειαζόταν και ήταν μεγάλη ανάγκη μπορούσε να επιδιορθώσω κάποιο αυτοκίνητο. Όμως αυτό ήταν σπάνιο και μόνο σε περιπτώσεις που λόγω τεχνικών γνώσεων οι μηχανικοί δεν μπορούσαν να επιδιορθώσουν κάποιο αυτοκίνητο. Αυτό μπορούν να σας το επιβεβαιώσουν τόσο οι προηγούμενοι διευθυντές όσο και οι μηχανικοί που έχουν εργαστεί στο γκαράζ. Θεωρώ ότι με την τοποθέτηση μου σαν μηχανικός αυτοκινήτων με υποβιβάζετε και με τοποθετείτε στην χαμηλότερη βαθμίδα της ιεραρχίας, πράγμα το οποίο δεν αποδέχομαι. Ως εκ τούτου επιθυμώ να σας ξεκαθαρίσω ότι με την πιο πάνω επιστολή σας με υποβιβάζεται και επειδή δε συμφωνώ και δεν αποδέχομαι τον υποβιβασμό, δεν είμαι διατεθειμένος και ούτε πρόκειται να εκτελέσω οποιαδήποτε καθήκοντα ή να αναλάβω οποιαδήποτε ευθύνη που δεν είναι μέσα στα καθήκοντα που εκτελούσα μέχρι σήμερα, δηλαδή του υπεύθυνου συνεργείου. Θα συνεχίσω να εκτελώ όλα τα καθήκοντα του υπεύθυνου συνεργείου και τίποτα διαφορετικό.» Λόγω της άρνησης του Αιτητή να επιδιορθώσει ένα αυτοκίνητο, εργασία η οποία του είχε ανατεθεί από τον τεχνικό διευθυντή του συνεργείου στη Λεμεσό, η Εργοδότρια Εταιρεία του απέστειλε επιστολή στις 13/9/2010 (Τεκμήριο 6) με την οποία τον πληροφορούσε ότι με την εν λόγω άρνηση του, αρνείται να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης εργασίας του. Στη συνέχεια η Εργοδότρια Εταιρεία έθεσε τον Αιτητή σε άδεια μετ΄ απολαβών μέχρι να αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο της για τις περαιτέρω ενέργειες της σε σχέση με τον Αιτητή. Στις 21/9/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της προς τον Αιτητή (Τεκμήριο 7) του γνωστοποιούσε τ' ακόλουθα: «Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει μελετήσει το θέμα που προέκυψε λόγω της άρνησης σου να εκτελέσεις τα καθήκοντα σου ως Working Foreman που περιγράφονται στην επιστολή της εταιρείας μας ημερομηνίας 05/8/
- Έχουν καταλήξει στα πιο κάτω: 1.Να σε καλέσει να επανέλθεις στην εργασία σου στο συνεργείο ημέρα Δευτέρα στις 04/10/
- 2.Το οργανόγραμμα του συνεργείου που έχει καθοριστεί από την εταιρεία και λειτουργεί από την 01/07/2010 παραμένει σε ισχύει.
- Όπως αναφέρεται και στην επιστολή μας 05/08/2010 η νέα ιδιοκτήτρια της επιχείρησης απεφάσισε την αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών σ΄ όλα τα συνεργεία γι΄ αυτό από τη 01/07/2010 στο συνεργείο Λεμεσού διορίστηκε Διευθυντής Συνεργείου.» Ο Αιτητής στις 3/10/2010 απέστειλε επιστολή προς την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 8) στην οποία σημείωνε :
(1)ότι η Εργοδότρια Εταιρεία επιμένει στη θέση της για αλλαγή των καθηκόντων του, και
(2)ότι δεν αποδέχεται να εργάζεται με τα καθήκοντα που επιθυμεί η Εργοδότρια Εταιρεία να του αναθέσει για τους λόγους που ανέφερε στις προηγούμενες επιστολές του και ότι θα προσέλθει στην εργασία του στις 4/10/2010 αλλά θα εκτελεί τα καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι εκείνη την ημερομηνία και ότι δεν πρόκειται να εκτελέσει οποιαδήποτε καθήκοντα που δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι τότε. Στις 4/10/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της (Τεκμήριο 9) τερμάτισε αμέσως την απασχόληση του Αιτητή αναφέροντας ότι μετά την επιστολή του ημερομηνίας 3/10/2010, το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτεται, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έχει άλλη επιλογή παρά να τον απολύσει. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή για σκοπούς του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανέρχεται σε €543,
- Τα πιο πάνω γεγονότα είτε έγιναν παραδεκτά είτε παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Είναι η θέση του Αιτητή όπως αυτή αναφέρεται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς ότι η Εργοδότρια Εταιρεία μετά που ανέλαβε την επιχείρηση της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ άλλαξε ουσιωδώς τους όρους εργοδότησης του, υποβάθμισε τη θέση του, μείωσε την προσωπικότητα και το κύρος του απέναντι στους υφιστάμενους του και ως εκ τούτου δικαιολογημένα αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα που μονομερώς του επιβλήθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατ΄ ακολουθία ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του είναι παράνομος και ως εκ τούτου αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και πληρωμή αντί προειδοποίησης, πλέον έξοδα και νόμιμους τόκους. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της εγγράφου εμφάνισης της απορρίπτει τις αξιώσεις του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή είναι νόμιμος και δικαιολογημένος λόγω της άρνησης του να εκτελέσει καθήκοντα της εργασίας του. Ισχυρίζεται ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης της επιχείρησης της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ στην Εργοδότρια Εταιρεία ο Αιτητής εργαζόταν ως εργαζόμενος επιστάτης και ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργαζόταν στον προηγούμενο εργοδότη του. Ότι με σκοπό την αύξηση του κύκλου εργασιών του συνεργείου της Λεμεσού η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε την αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών του συνεργείου της Λεμεσού με την πρόσληψη προσοντούχου τεχνικού διευθυντή του συνεργείου από 1/7/
- Ο Αιτητής ανέμενε πως θα αναβαθμιζόταν ο ίδιος σε τεχνικό διευθυντή του συνεργείου και όταν προσλήφθηκε άλλο πρόσωπο στη θέση του τεχνικού διευθυντή αντέδρασε. Είναι ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας ότι δεν αφαιρέθηκαν καθήκοντα από τον Αιτητή όταν ανέλαβαν την επιχείρηση της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ και ότι ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων - επιστάτης και ότι λόγω της μη υπάρξεως τεχνικού διευθυντή στο συνεργείο στη Λεμεσό παρουσιαζόταν ο Αιτητής ως ο επικεφαλής του συνεργείου μέχρι την 1/7/2010 που η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να διορίσει ξεχωριστό διευθυντή του συνεργείου. Ως εκ τούτου ζητεί απόρριψη της αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην έγγραφο εμφάνιση της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή το δικαίωμα αποζημίωσης. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν ο κ.Παναγιώτης Πιτσιλλίδης, γενικός διευθυντής της, ο κ.Μάριος Τιμοθέου, τεχνικός διευθυντής, ο οποίος απασχολείται στο συνεργείο της στη Λευκωσία και ο κ.Ανδρέας Γιακουμή, μηχανικός ο οποίος απασχολείται στο συνεργείο της στη Λεμεσό. Για τον Αιτητή, εκτός από τον ίδιο, κατέθεσε η κα Άννα Ανδρονίκου, η οποία εργαζόταν στο παράρτημα/κατάστημα της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό ως γραμματέας και ο κ.Θράσος Θρασυβούλου, μηχανικός, ο οποίος απασχολείτο στο συνεργείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Μαρτυρία Ο κ.Πιτσιλλίδης κατέθεσε ότι όταν η Εργοδότρια Εταιρεία ανέλαβε την επιχείρηση των Αδελφών Δημάδη Λτδ ο Αιτητής εργαζόταν στο συνεργείο της στη Λεμεσό ως εργαζόμενος επιστάτης και ότι μετά την ανάληψη της επιχείρησης από την Εργοδότρια Εταιρεία ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στην ίδια θέση με τον ίδιο μισθό, δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως ακριβώς όταν εργαζόταν στην εταιρεία Αδελφοί Δημάδη Λτδ. Μέχρι και το τέλος του Ιουνίου του 2010 ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται σε αυτή τη θέση. Την 1/7/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να αναβαθμίσει τις προσφερόμενες υπηρεσίες της στη Λεμεσό και εντός αυτών των πλαισίων προσέλαβε τον κ.Μιχάλη Ττοφή, ο οποίος είναι πτυχιούχος μηχανολόγος μηχανικός, στη θέση του τεχνικού διευθυντή του συνεργείου της Λεμεσού. Πριν την 1/7/2010 τεχνικός διευθυντής για όλα τα συνεργεία της Εργοδότριας Εταιρείας ανά το παγκύπριο ήταν ο κ.Μάριος Τιμοθέου. Η έδρα εργασίας του κ. Τιμοθέου ήταν η Λευκωσία. Αναφερόμενος στην αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας υποστήριξε ότι ο Αιτητής παραπονείτο για την πρόσληψη του κ.Ττοφή και ότι προέβαλλε την απαίτηση να αναβαθμιστεί ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής με τις ενέργειες του μετά τις 28/7/2010 αρνείτο να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του εργαζόμενου μηχανικού - επιστάτη τα οποία καθήκοντα ήταν μέσα στα καθήκοντα εργασίας του από την ημέρα που ανέλαβε η Εργοδότρια Εταιρεία τις επιχειρηματικές εργασίες της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ και ότι ως εκ τούτου η Εργοδότρια Εταιρεία αναγκάστηκε να τερματίσει την απασχόληση του. Ήταν η θέση του ότι δεν αφαιρέθηκαν οποιαδήποτε καθήκοντα από τον Αιτητή όταν η Εργοδότρια Εταιρεία ανέλαβε την επιχείρηση της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ την 1/1/2010, ότι ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται ως εργαζόμενος μηχανικός αυτοκινήτων - επιστάτης μετά την 1/1/2010 και ότι μέχρι την 1/7/2010 λόγω της μη υπάρξεως τεχνικού διευθυντή στο συνεργείο της Λεμεσού ο Αιτητής παρουσιαζόταν ως ο επικεφαλής του συνεργείου στη Λεμεσό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αυτός πληροφορήθηκε για τα καθήκοντα και τη θέση εργασίας του Αιτητή στην εταιρεία Αδελφοί Δημάδη Λτδ από τον κ.Μάριο Τιμοθέου. Περαιτέρω υποστήριξε ότι αυτός σε επισκέψεις του στο συνεργείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό είδε τον Αιτητή να εργάζεται μέσα στο συνεργείο και να απασχολείται πάνω σε αυτοκίνητα. Διευκρίνισε ότι η θέση του υπεύθυνου του συνεργείου δεν είναι η ίδια με αυτή του εργαζόμενου επιστάτη, λέγοντας ότι ο εργαζόμενος επιστάτης εργάζεται μέσα στο συνεργείο όταν και εφόσον είναι ανάγκη ενώ ο υπεύθυνος του συνεργείου όχι. Ερωτώμενος σε σχέση με τα καθήκοντα του Αιτητή μέχρι την 1/7/2010 απάντησε ότι γνωρίζει ότι ο Αιτητής παραλάμβανε τα αυτοκίνητα από τους πελάτες που έφερναν τα αυτοκίνητα τους στο συνεργείο, παρακολουθούσε και καθοδηγούσε τους υπόλοιπους τεχνικούς - μηχανικούς σε σχέση με τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν πάνω στα αυτοκίνητα και εργαζόταν πάνω σε αυτοκίνητα. Ήταν η θέση του ότι τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 ήταν τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής από την 1/1/
- Επέμενε ότι ο Αιτητής επιδιόρθωνε αυτοκίνητα πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή και ότι για αυτό τον είχαν διαβεβαιώσει τόσο ο κ.Μάριος Τιμοθέου όσο και ο κ.Αντώνης Σελιάς, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Μετά την 1/7/2010 υπεύθυνος για την παραλαβή των αυτοκινήτων από τους πελάτες και την παράδοση του αυτοκινήτου στους πελάτες καθώς και για οποιαδήποτε επαφή με τους πελάτες ήταν ο κ.Ττοφής. Πριν την 1/7/2010 αυτά τα καθήκοντα τα εκτελούσε ο Αιτητής. Αναφερόμενος στη θέση του Αιτητή ότι του αφαιρέθηκαν τα καθήκοντα παραλαβής και παράδοσης αυτοκινήτων και η επαφή με τους πελάτες, απάντησε ότι τα εν λόγω καθήκοντα δεν ήταν τόσο σημαντικά και υποστήριξε ότι ο Αιτητής ασχολείτο και με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ότι το τι αφαιρέθηκε από τον Αιτητή ήταν η «γραφειοκρατία» που αφορούσε την παραλαβή και την παράδοση αυτοκινήτων από και προς τους πελάτες. Ο κ.Τιμοθέου κατέθεσε ότι εργοδοτήθηκε από την εταιρεία Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ τον Αύγουστο του 2008 ως τεχνικός διευθυντής. Ήταν υπεύθυνος για όλα τα συνεργεία της εταιρείας σε όλες τις επαρχίες σε σχέση με (α) τεχνικά θέματα και (β) την επικοινωνία τόσο με τους πελάτες όσο και με τα εργοστάσια που κατασκεύαζαν τα αυτοκίνητα για τεχνικά προβλήματα των αυτοκινήτων. Έδρα του ήταν η Λευκωσία και μέχρι την 1/7/2010 αυτός ήταν ο τεχνικός διευθυντής για το συνεργείο στη Λεμεσό. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής ήταν επιστάτης του συνεργείου στη Λεμεσό και διόρθωνε τεχνικά προβλήματα τα οποία ήταν δύσκολης φύσης να επιδιορθωθούν από απλούς μηχανικούς. Ότι ο Αιτητής εργαζόταν και ως μηχανικός και μερικές φορές όταν αυτός επισκέφθηκε το συνεργείο στη Λεμεσό με δικές του υποδείξεις ο Αιτητής εκτελούσε εργασίες επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Ο Αιτητής δεν μπορούσε να απασχοληθεί ως τεχνικός διευθυντής καθ΄ ότι δεν είχε τα ακαδημαϊκά προσόντα και δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα ώστε να μπορεί να επικοινωνεί με τα εργοστάσια που είχαν κατασκευάσει τα αυτοκίνητα. Αναφερόμενος στα καθήκοντα της θέσης του τεχνικού διευθυντή στην Εργοδότρια Εταιρεία είπε ότι μέσα σε αυτά είναι η λήψη τηλεφωνημάτων από τους πελάτες για τεχνικά προβλήματα των αυτοκινήτων, η διευθέτηση ραντεβού για να πάει το αυτοκίνητο στο συνεργείο, όταν το αυτοκίνητο έρθει στο συνεργείο η συνομιλία με τον πελάτη, η καταγραφή των παρατηρήσεων του πελάτη, η παραλαβή του αυτοκινήτου, η έκδοση της κάρτας εργασίας για τις τεχνικές εργασίες που θα πρέπει να γίνουν στο αυτοκίνητο και ο έλεγχος (πρόβα) του αυτοκινήτου αν χρειάζεται σε σχέση με τα παράπονα που έχουν αναφερθεί από τον πελάτη. Στη συνέχεια το αυτοκίνητο πάει στο συνεργείο όπου αναλαμβάνει ο επιστάτης ο οποίος διεκπεραιώνει τις εργασίες που πρέπει να γίνουν στο αυτοκίνητο. Ακολούθως το αυτοκίνητο πάει πίσω στον τεχνικό διευθυντή ο οποίος είναι υπεύθυνος να επικοινωνήσει με τον πελάτη για να τον ενημερώσει για το αυτοκίνητο του και να παραδώσει το αυτοκίνητο στον πελάτη. Ο κ.Ττοφής διορίστηκε την 1/7/2010 ως τεχνικός διευθυντής στο κατάστημα/ παράρτημα της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό με σκοπό να αναβαθμιστούν οι υπηρεσίες που προσφέρονταν στους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας στο συνεργείο στη Λεμεσό. Με την πρόσληψη του κ.Ττοφή οι πελάτες θα εξυπηρετούνταν καλύτερα καθ΄ ότι (α) λόγω της τεχνικής κατάρτισης του κ.Ττοφή θα μπορούσε ο κ.Ττοφή να τους εξηγεί πιο καλά τα προβλήματα των αυτοκινήτων τους και (β) ο Αιτητής ως επιστάτης θα απαλλασσόταν από ένα καθήκον ώστε να μπορέσει να επικεντρωθεί στην επιδιόρθωση των τεχνικών προβλημάτων των αυτοκινήτων των πελατών. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα που αναφέρονται σ΄ αυτό ήταν τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής τόσο πριν όσο και μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή τα τηλεφωνήματα από τους πελάτες τα λάμβανε η κα Άννα Ανδρονίκου η οποία σε συνεννόηση με τον Αιτητή κανόνιζε τα ραντεβού για να έρθουν τα αυτοκίνητα στο συνεργείο. Ότι η κα Ανδρονίκου σε συνεννόηση με τον Αιτητή κατέγραφε τα προβλήματα του αυτοκινήτου και εξέδιδε τη σχετική κάρτα εργασίας. Η σχετική πρόβα του αυτοκινήτου γινόταν από τον Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι τα service των αυτοκινήτων τα έκαναν οι απλοί μηχανικοί ενώ όταν υπήρχε αυτοκίνητο με τεχνικό πρόβλημα το αναλάμβανε ο Αιτητής. Μέρος της εργασίας του Αιτητή ήταν η διάγνωση των προβλημάτων του αυτοκινήτου με τη χρήση του διαγνωστικού μηχανήματος. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν υποβαθμίστηκε με την πρόσληψη τεχνικού διευθυντή αλλά ορισμένες εργασίες τις οποίες εκτελούσε προηγουμένως λόγω έλλειψης προσωπικού δεν θα τις εκτελούσε μετά την πρόσληψη του τεχνικού διευθυντή. Ο κ.Ανδρέας Γιακουμή, ο οποίος προσλήφθηκε το 1995 ως μηχανικός στο συνεργείο που διατηρούσε η εταιρεία Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ στη Λεμεσό, κατέθεσε ότι ο Αιτητής ως ο υπεύθυνος του συνεργείου στη Λεμεσό ήταν ο προϊστάμενος του και ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που παραλάμβανε τα αυτοκίνητα από τους πελάτες και έδινε εργασία στους μηχανικούς να εκτελέσουν. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής δεν εργαζόταν ως μηχανικός στο συνεργείο, ότι σπάνια εκτελούσε κάποιες εργασίες πάνω στα αυτοκίνητα και ότι επιδιόρθωνε αυτοκίνητα μόνο όταν υπήρχε πρόβλημα που δεν μπορούσαν να το επιλύσουν οι απλοί μηχανικοί. Ο Αιτητής χειριζόταν το διαγνωστικό μηχάνημα για να ελέγχει αν είχαν προβλήματα τα αυτοκίνητα. Όταν προσλήφθηκε ο κ.Ττοφής οι πελάτες όταν έρχονταν στο συνεργείο στη Λεμεσό ζητούσαν τον Αιτητή γιατί αυτόν γνώριζαν. Η κα Άννα Ανδρονίκου, η οποία προσλήφθηκε το 1978 ως γραμματέας στο κατάστημα της εταιρείας Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ στη Λεμεσό και συνέχισε να εργάζεται σε αυτή τη θέση μέχρι το 2010 που απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για λόγους πλεονασμού, κατέθεσε ότι τα τελευταία χρόνια ο Αιτητής ήταν ο υπεύθυνος του συνεργείου στη Λεμεσό. Όταν έρχονταν οι πελάτες στο συνεργείο αυτή σε συνεργασία με τον Αιτητή παραλάμβανε τα αυτοκίνητα των πελατών. Πιο συγκεκριμένα αυτή σε συνεργασία με τον Αιτητή διεκπεραίωνε τη σχετική γραφειακή εργασία και ο Αιτητής στη συνέχεια ανέθετε την τεχνική εργασία στους μηχανικούς. Όταν τηλεφωνούσαν οι πελάτες και ανέφεραν τεχνικά προβλήματα στα αυτοκίνητα τους ο Αιτητής ήταν αυτός που χειριζόταν τα εν λόγω τηλεφωνήματα. Από το 1990 που ο Αιτητής ανέλαβε ως υπεύθυνος του συνεργείου δεν επιδιόρθωνε αυτοκίνητα εκτός αν υπήρχε πρόβλημα το οποίο δεν μπορούσαν να επιδιορθώσουν οι μηχανικοί. Την 1/7/2010 ανέλαβε ο κ.Ττοφής ως υπεύθυνος του συνεργείου και η Εργοδότρια Εταιρεία προσπάθησε να τοποθετήσει τον Αιτητή ως μηχανικό στο γκαράζ. Μετά την 1/7/2010 ο κ.Ττοφής παραλάμβανε τα αυτοκίνητα από τους πελάτες αλλά οι πελάτες οι οποίοι ήξεραν τον Αιτητή ζητούσαν τον Αιτητή. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 και ανέφερε ότι αυτό ήταν αναρτημένο στον πίνακα ανακοινώσεων στο κατάστημα της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Διαφώνησε με το περιεχόμενο του λέγοντας ότι ο Αιτητής δεν άνηκε στο τεχνικό προσωπικό και ότι με αυτό το Τεκμήριο η διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας τοποθέτησε τον Αιτητή στο τεχνικό προσωπικό μαζί με τους μηχανικούς. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Αιτητής επιδιόρθωνε αυτοκίνητα μόνο όταν ήταν αναγκαίο και ότι μέσω του διαγνωστικού μηχανήματος επιδιόρθωνε κάποια αυτοκίνητα. Μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή ο Αιτητής συνέχισε να χειρίζεται το διαγνωστικό μηχάνημα. Ο κ.Θράσος Θρασυβούλου, μηχανικός, προσλήφθηκε το 1994 στην εταιρεία Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ στο συνεργείο στη Λεμεσό και απασχολήθηκε στο συνεργείο στη Λεμεσό μέχρι και τον Νοέμβριο του 2011 όταν η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε για λόγους πλεονασμού. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής ήταν υπεύθυνος του συνεργείου. Ως υπεύθυνος του συνεργείου ο Αιτητής παραλάμβανε τα αυτοκίνητα το πρωί από τους πελάτες και αφού, σε συνεργασία με την κα Ανδρονίκου κατέγραφε τις παρατηρήσεις των πελατών, εξέδιδε την κάρτα εργασίας. Στη συνέχεια έδινε την κάρτα εργασίας στους μηχανικούς και τους καθοδηγούσε πως θα εργαστούν στα αυτοκίνητα. Όταν δεν μπορούσαν οι μηχανικοί να επιδιορθώσουν τα αυτοκίνητα απευθύνονταν στον Αιτητή. Ο Αιτητής χειριζόταν το διαγνωστικό μηχάνημα για να εντοπίσει προβλήματα στα αυτοκίνητα. Όταν προσλήφθηκε ο κ.Ττοφή τα καθήκοντα του Αιτητή ως υπεύθυνου συνεργείου δόθηκαν στον κ.Ττοφή. Πιο συγκεκριμένα τις κάρτες εργασίας στους μηχανικούς τις έδινε ο κ.Ττοφής ο οποίος τους έλεγε τι εργασίες έπρεπε να κάνουν στα αυτοκίνητα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 λέγοντας ότι αυτό αναρτήθηκε στον πίνακα των ανακοινώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο κατάστημα στη Λεμεσό μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι την 1/2/1990 προήχθηκε σε υπεύθυνο του συνεργείου στη Λεμεσό και ασκούσε τα εξής καθήκοντα: - (α) Παραλαβή των πελατών που έρχονταν για σέρβις των αυτοκινήτων τους και καταγραφή των προβλημάτων και παρατηρήσεων που είχαν για τα αυτοκίνητα τους. - (β) Κατανομή των αυτοκινήτων στους μηχανικούς με τις ανάλογες οδηγίες για κάθε συγκεκριμένο αυτοκίνητο. - (γ) Επίβλεψη και διαπίστωση κατά πόσο εκτελέστηκε σωστά η εργασία από τους μηχανικούς και ότι το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο για να παραδοθεί στον πελάτη. - (δ) Τιμολόγηση των υπηρεσιών. - (ε) Παροχή πληροφοριών και τεχνικών γνώσεων για επίλυση δύσκολων τεχνικών προβλημάτων που πιθανό να αντιμετώπιζαν οι μηχανικοί. - (στ) Επίβλεψη για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγείας στον χώρο εργασίας. - (ζ) Επίβλεψη για να συντηρούνται σωστά και τακτικά τα μηχανήματα και τα εργαλεία. Ήταν η θέση του ότι ως υπεύθυνος του συνεργείου ουδέποτε επιδιόρθωνε αυτοκίνητα γιατί αυτή ήταν η δουλειά του απλού μηχανικού. Αυτό που κάποτε έπραττε ήταν να παρέχει συμβουλές και βοήθεια σε κάποιο μηχανικό όταν αυτός αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα και δεν μπορούσε να το επιλύσει. Ο τίτλος του εργαζόμενου επιστάτη περιήλθε πρώτη φορά στην αντίληψη του με το Τεκμήριο
- Με τον διορισμό του κ.Ττοφή τον Ιούλιο του 2010 άρχισαν να του αφαιρούνται καθήκοντα και υπευθυνότητες σε σημείο που υποαπασχολείτο. Από τα καθήκοντα που ανέφερε πιο πάνω του είχαν αφαιρεθεί όλα εκτός από την παροχή βοήθειας στους μηχανικούς όταν αντιμετώπιζαν σοβαρό τεχνικό πρόβλημα και τον έλεγχο των αυτοκινήτων πριν από την παράδοση στους πελάτες. Λόγω των πιο πάνω απέστειλε το Τεκμήριο 1 στην Εργοδότρια Εταιρεία. Με το Τεκμήριο 2 η Εργοδότρια Εταιρεία πρόσθεσε στα καθήκοντα του την επιδιόρθωση οχημάτων και αφαίρεσε την παραλαβή των αυτοκινήτων από τους πελάτες και την αναφορά και καταγραφή των προβλημάτων που τυχόν είχαν τα αυτοκίνητα τους. Με τα πιο πάνω υποβαθμιζόταν και μετατρεπόταν σε απλό μηχανικό αυτοκινήτων. Με τις επιστολές του προς την Εργοδότρια Εταιρεία ξεκαθάρισε σε αυτή ότι δεν αποδεχόταν την υποβάθμιση του και ότι δεν πρόκειται να εκτελέσει καθήκοντα που δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα που εκτελούσε ως υπεύθυνος συνεργείου. Μετά την άρνηση του να αναλάβει καθήκοντα επιδιόρθωσης αυτοκινήτων τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του. Υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε να αναβαθμιστεί ή να προαχθεί και ότι ούτε εναντιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στο διορισμό τεχνικού διευθυντή στο συνεργείο στη Λεμεσό. Εκείνο που ζήτησε ήταν η διατήρηση των καθηκόντων του που εκτελούσε προηγουμένως. Η θέση του εργαζόμενου επιστάτη δεν υπήρχε στο οργανόγραμμα της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ και ότι αυτός από το 1990 ήταν ο υπεύθυνος του συνεργείου στη Λεμεσό. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του κατέθεσε επιστολή της διευθύντριας της εταιρείας Δ.Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ημερομηνίας 23/6/2010 (Τεκμήριο 10) στην οποία αναφέρεται ότι από το 1990 και μετά ο Αιτητής εκτελούσε και καθήκοντα υπεύθυνου συνεργείου. Διαφώνησε με τις θέσεις του κ.Τιμοθέου ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αλλαγή στα καθήκοντα του εκτός από την αφαίρεση της επαφής με τους πελάτες και ότι η επιδιόρθωση αυτοκινήτων που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 θα αφορούσε μόνο την επιδιόρθωση δύσκολων τεχνικών προβλημάτων που δεν μπορούσαν να επιλύσουν οι άλλοι μηχανικοί υποστηρίζοντας ότι στα Τεκμήρια 2, 4 και 6 δεν υπάρχει αναφορά ότι θα επιδιορθώνει μόνο δύσκολα τεχνικά προβλήματα που δεν μπορούν να επιλύσουν οι άλλοι μηχανικοί. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι επιδιόρθωνε αυτοκίνητα μέχρι την μέρα που ανέλαβε ως υπεύθυνος του συνεργείου. Ήταν η θέση του ότι μετά που ανέλαβε ως υπεύθυνος του συνεργείου συμβούλευε μόνο τους μηχανικούς πως θα εκτελέσουν την εργασία τους και στις περιπτώσεις που δεν μπορούσαν οι μηχανικοί να διεκπεραιώσουν την εργασία που τους είχε αναθέσει τους βοηθούσε. Υποστήριξε ότι ο κ.Τιμοθέου απλώς ερχόταν στη Λεμεσό για τυπικούς λόγους και ότι το συνεργείο στη Λεμεσό το διαχειριζόταν αυτός. Ακόμη ισχυρίστηκε ότι μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή η εργασία στους μηχανικούς διαμοιραζόταν από τον κ. Ττοφή και όχι από αυτόν. Ανάλυση μαρτυρίας - Γεγονότα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας και με την ίδια προσοχή έχουμε μελετήσει το περιεχόμενο όλων των κατατεθέντων ως Τεκμηρίων εγγράφων, έχοντας κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αναντίλεκτα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Παρατηρούμε ότι συνιστά κοινό έδαφος για τους διαδίκους ότι: (α) ο Αιτητής χειριζόταν το διαγνωστικό μηχάνημα στο συνεργείο της Λεμεσού και (β) μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή δεν μειώθηκαν οι απολαβές του Αιτητή. Ο κ.Τιμοθέου ανέφερε ότι το διαγνωστικό μηχάνημα χρησιμοποιείτο για να σβηστεί μετά το service η λάμπα στο αυτοκίνητο που δεικνύει ότι το αυτοκίνητο χρειαζόταν service και για να γίνει έλεγχος των ηλεκτρονικών μονάδων του αυτοκινήτου ώστε να διαγνωστεί αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτοκίνητο. Ο κ.Γιακουμής είπε ότι ο Αιτητής χρησιμοποιούσε το διαγνωστικό για να ελέγξει αν είχε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό πρόβλημα το αυτοκίνητο. Ο κ.Θρασυβούλου ανέφερε ότι με το διαγνωστικό ο Αιτητής προσπαθούσε να εντοπίσει το πρόβλημα του αυτοκινήτου «αν αυτό έκανε διακοπές», ότι το διαγνωστικό εντοπίζει ηλεκτρονικά προβλήματα και ορισμένες φορές ρυθμίζει τα ηλεκτρονικά συστήματα του αυτοκινήτου και ότι αυτή η ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ως επιδιόρθωση. Προκύπτει λοιπόν από τη μαρτυρία του τεχνικού διευθυντή και των μηχανικών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η χρήση του διαγνωστικού μηχανήματος από τον Αιτητή αφορούσε τον έλεγχο των ηλεκτρονικών συστημάτων του αυτοκινήτου ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με αυτά και σε ορισμένες περιπτώσεις τη ρύθμιση ορισμένων ηλεκτρονικών συστημάτων και ότι η εν λόγω ρύθμιση θεωρείται ως επιδιόρθωση. Περαιτέρω ο Αιτητής χρησιμοποιούσε το διαγνωστικό για να ρυθμίζει τις ενδείξεις στο αυτοκίνητο μετά το service. Η κα Ανδρονίκου είπε ότι ο Αιτητής μέσω του διαγνωστικού επιδιόρθωνε αυτοκίνητα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση. Λόγω του ότι η κα Ανδρονίκου εργαζόταν ως γραμματέας στην Εργοδότρια Εταιρεία και όχι ως μηχανικός ή τεχνικός κρίνουμε ότι η εν λόγω θέση της θα πρέπει να ειδωθεί υπό το πρίσμα των σχετικών θέσεων των κ.κ. Τιμοθέου, Γιακουμή και Θρασυβούλου. Συνακόλουθα είμαστε της γνώμης ότι η εν λόγω θέση της κας Ανδρονίκου δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω συμπεράσματα μας τα οποία εξάξαμε βασιζόμενοι στη μαρτυρία των κ.κ. Τιμοθέου, Γιακουμή και Θρασυβούλου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε τ΄ ακόλουθα : (α) Ο κ.Πιτσιλλίδης κατέθεσε ότι ο Αιτητής εργαζόταν στο συνεργείο της Λεμεσού ως εργαζόμενος επιστάτης και συνέχιζε να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία στην ίδια θέση εργασίας και με τα ίδια καθήκοντα εργασίας με αυτά που είχε στην Εταιρεία Αδελφοί Δημάδη Λτδ. Κατά την αντεξέταση του ερωτώμενος αναφορικά με τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής μέχρι την 01/01/2010 ημερομηνία που η Εργοδότρια Εταιρεία ανέλαβε την επιχείρηση της εταιρείας Αδελφοί Δημάδη Λτδ ισχυρίστηκε ότι αυτός
(1)σε επισκέψεις του στο συνεργείο της Λεμεσού είδε τον Αιτητή να εργάζεται πάνω στα αυτοκίνητα μέσα στο συνεργείο και
(2)πληροφορήθηκε από τον κ.Τιμοθέου και τον κ.Σελιά (υπεύθυνο του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό) ότι ο Αιτητής εργαζόταν στη θέση του εργαζόμενου επιστάτη και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι η θέση του υπεύθυνου του συνεργείου διαφέρει από τη θέση του εργαζόμενου επιστάτη καθότι ο εργαζόμενος επιστάτης εργάζεται μέσα στο συνεργείο όταν και εφόσον είναι ανάγκη ενώ ο υπεύθυνος του συνεργείου δεν εργάζεται μέσα στο συνεργείο. Όταν του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 10 στο οποίο η κα Δημάδη αναφέρει ότι ο Αιτητής από 1/02/1990 μέχρι 30/09/2009 εκτελούσε και καθήκοντα υπεύθυνου συνεργείου στη Λεμεσό διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι κατά την κατάθεση του δεν αναφέρθηκε στη χρονική περίοδο που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αμφισβητεί ή να αντικρούει την αναφορά της κας Δημάδη ότι ο Αιτητής για 20 χρόνια εκτελούσε καθήκοντα υπεύθυνου συνεργείου. (β) Ο κ.Πιτσιλλίδης δεν μπορούσε να διευκρινίσει και να δώσει λεπτομέρειες σχετικά με το πότε είδε τον Αιτητή να εργάζεται πάνω σε αυτοκίνητα στο συνεργείο στη Λεμεσό και τι είδους εργασίες εκτελούσε ο Αιτητής όταν τον είδε να εργάζεται πάνω σε αυτοκίνητα στο συνεργείο στη Λεμεσό. (γ) Ενώ ο κ.Πιτσιλλίδης επέμενε ότι ο Αιτητής από την 01/01/2010 μέχρι την 01/07/2010 επιδιόρθωνε αυτοκίνητα επικαλούμενος αναφορές του κ.Τιμοθέου και του κ.Σελιά, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε έγγραφα, όπως τιμολόγια ή κάρτες εργασίας, που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του κ.Πιτσιλλίδη ότι ο Αιτητής κατά την εν λόγω περίοδο επιδιόρθωνε αυτοκίνητα. (δ) Ο κ.Πιτσιλλίδης δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 και παρά το ότι στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται σε οργανόγραμμα του συνεργείου της Εργοδότριας Εταιρείας που ίσχυε από την 01/07/2010 με το οποίο όφειλε ο Αιτητής να συμμορφωθεί, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέθεσε ενώπιον μας οποιαδήποτε σχετικά οργανογράμματα του συνεργείου της Λεμεσού που ίσχυαν τόσο πριν όσο και μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή στα οποία θα μπορούσαμε να βασιστούμε για να εξάξουμε συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. (ε) Η θέση του κ.Πιτσιλλίδη ότι ο Αιτητής παραπονέθηκε για την πρόσληψη του κ.Ττοφή ως τεχνικού διευθυντή του συνεργείου στη Λεμεσό και απαίτησε τη δική του αναβάθμιση δεν υποστηρίζεται από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό. Αυτό που προκύπτει από την έγγραφη μαρτυρία είναι ότι ο Αιτητής παραπονέθηκε και διαμαρτυρήθηκε για αφαίρεση συγκεκριμένων καθηκόντων εργασίας που εκτελούσε μέχρι τον Ιούλιο του 2010 και υποβάθμιση του. (στ) Ο κ.Τιμοθέου καταθέτοντας υποστήριξε ότι ο Αιτητής ως εργαζόμενος επιστάτης επιδιόρθωνε τεχνικά προβλήματα δύσκολης φύσης που αδυνατούσαν οι μηχανικοί να επιδιορθώσουν και ότι ο Αιτητής τόσο πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή όσο και μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα εργασίας και πιο συγκεκριμένα αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ανασκεύασε και παραδέχτηκε ότι τα καθήκοντα (α) παραλαβής και παράδοσης των αυτοκινήτων από και προς τους πελάτες και η σχετική γραφειακή εργασία και (β) λήψης τηλεφωνημάτων από τους πελάτες, τα οποία δεν αναφέρονται στο Τεκμήριο 2, πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή εκτελούνταν από τον Αιτητή σε συνεργασία με την κα Ανδρονίκου. Η θέση του κ.Τιμοθέου ότι ο Αιτητής θα επιδιόρθωνε αυτοκίνητα μόνο όταν υπήρχε ανάγκη λόγω της δυσκολίας του προβλήματος να επιλυθεί δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μας έγγραφη μαρτυρία αφού σε κανένα έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον μας δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να διευκρινίζει σε ποιες περιπτώσεις θα επιδιορθώνει αυτοκίνητα ο Αιτητής ή που να σημειώνει ότι στις περιπτώσεις που ο Αιτητής αρνήθηκε να προβεί στις επιδιορθώσεις που του ανατέθηκαν υπήρχαν δύσκολα τεχνικά προβλήματα που δεν μπορούσαν να επιλύσουν οι απλοί μηχανικοί. Κατά την αντεξέταση του ο κ.Τιμοθέου δεν ήταν σαφής και σταθερός στις θέσεις που προέβαλλε. Στην αρχή είπε ότι ο Αιτητής επιδιόρθωνε και αυτοκίνητα γενικά (διαφοροποιούμενος από τη θέση του ότι ο Αιτητής επισκεύαζε αυτοκίνητα που παρουσίαζαν δύσκολα τεχνικά προβλήματα), στη συνέχεια ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν "έκανε service" που είναι συντήρηση ρουτίνας αλλά "έλυε προβλήματα που ήταν πιο δύσκολης μορφής" και ακολούθως προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι όταν υπήρχε αυτοκίνητο με πρόβλημα το οποίο πρόβλημα διαπιστωνόταν από το παράπονο του πελάτη (διακρίνοντας απλώς το service από την επιδιόρθωση ενός αυτοκινήτου με πρόβλημα χωρίς να αναφερθεί σε δύσκολα τεχνικά προβλήματα) το αναλάμβανε ο Αιτητής. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο Αιτητής πολύ σπάνια επιδιόρθωνε αυτοκίνητα απάντησε προβάλλοντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής χειριζόταν το διαγνωστικό μηχάνημα στο συνεργείο στη Λεμεσό για να κάνει διάγνωση του προβλήματος και για να σβήσει τη λάμπα ένδειξης στο αυτοκίνητο ότι το αυτοκίνητο χρειάζεται service μετά την ολοκλήρωση του service και ισχυρίστηκε ότι επειδή ο χειρισμός του διαγνωστικού είναι μέρος του service συνακόλουθα συνιστά επιδιόρθωση. Η τελευταία θέση του είναι σε διάσταση με την προηγούμενη θέση του ότι ο Αιτητής δεν ασχολείτο με θέματα ρουτίνας. Παραδέχτηκε ότι και αυτός επιδιορθώνει αυτοκίνητα όταν υπάρχουν δύσκολα τεχνικά προβλήματα και όταν ρωτήθηκε ποια η διαφορά της δικής του περίπτωσης από αυτή του Αιτητή απάντησε πολύ γενικά και αόριστα ότι τα δικά του καθήκοντα είναι επιπρόσθετα από αυτά του Αιτητή. Τέλος ο κ.Τιμοθέου υποστήριξε ότι τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή δεν διαφοροποιήθηκαν μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή αλλά ορισμένες από τις εργασίες που εκτελούσε λόγω έλλειψης προσωπικού (δηλαδή τεχνικού διευθυντή) δεν θα χρειαζόταν να τις εκτελεί μετά την πρόσληψη του τεχνικού διευθυντή. Υπό το φως της μη αμφισβήτησης της αναφοράς της κας Δημάδη ότι ο Αιτητής εκτελούσε αυτές τις εργασίες για 20 χρόνια δεν μπορούμε να δεχτούμε τη θέση του κ.Τιμοθέου ότι ο Αιτητής εκτελούσε αυτές τις εργασίες απλώς λόγω έλλειψης προσωπικού. (ζ) Στο Τεκμήριο 4 ο κ.Πιτσιλλίδης αναφέρει ότι αφαιρέθηκαν από τον Αιτητή τα καθήκοντα της υποδοχής των πελατών στο συνεργείο. Κατά τη μαρτυρία του ο κ. Πιτσιλλίδης ισχυρίστηκε ότι από τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή αφαιρέθηκε το «γραφειοκρατικό κομμάτι» που αφορούσε την παραλαβή των αυτοκινήτων στο συνεργείο. Ήταν η θέση του ότι αυτά τα καθήκοντα δεν ήταν σημαντικά και δεν απαιτούσαν πολύ από το χρόνο εργασίας του Αιτητή. Ο κ.Τιμοθέου κατέθεσε ότι μέσα στα καθήκοντα του τεχνικού διευθυντή στην Εργοδότρια Εταιρεία είναι η επικοινωνία με τους πελάτες, η παραλαβή των αυτοκινήτων από τους πελάτες και η παράδοση των αυτοκινήτων προς τους πελάτες και η σχετική γραφειακή εργασία. Εκτός από την επικοινωνία με τα εργοστάσια, δεν ανέφερε ότι ένας τεχνικός διευθυντής εκτελεί οποιαδήποτε αλλά καθήκοντα εργασίας από τα πιο πάνω. Δεν μας διευκρίνισε αν για την επικοινωνία με τα εργοστάσια καταναλώνεται αρκετός χρόνος εργασίας. Μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία για ποιο λόγο η Εργοδότρια Εταιρεία, εφόσον τα καθήκοντα της επικοινωνίας με τους πελάτες και η παραλαβή και η παράδοση των αυτοκινήτων ήταν ασήμαντα και μη απαιτητικά από πλευράς κατανάλωσης χρόνου εργασίας όπως ισχυρίστηκε ο κ.Πιτσιλλίδης, να προσλάβει ένα υπάλληλο για να ασχολείται με αυτά καθήκοντα. Περαιτέρω αφού δεν ήταν σημαντικά για ποιο λόγο να χρειάζεται ο Αιτητής να επικεντρωθεί στα καθήκοντα επιδιόρθωσης αυτοκινήτων (όπως ανέφερε ο κ.Τιμοθέου) ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των αυτοκινήτων που πήγαιναν στο συνεργείο ημερησίως. (η) Η μαρτυρία των κ.κ. Πιτσιλλίδη και Τιμοθέου αναφορικά με τους λόγους πρόσληψης πτυχιούχου μηχανολόγου μηχανικού ήταν γενική και δεν υποστηριζόταν από οποιαδήποτε στοιχεία και ως εκ τούτου δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε κατά πόσο ο εν λόγω ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας είναι βάσιμος και πραγματικός[1]. Πιο συγκεκριμένα δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να στηρίζουν τη θέση ότι με την πρόσληψη πτυχιούχου μηχανολόγου τα προβλήματα των αυτοκινήτων θα μπορούσαν να επεξηγηθούν καλύτερα απ' ότι τα επεξηγούσε ο Αιτητής. Περαιτέρω σε σχέση με την επικοινωνία του συνεργείου της Λεμεσού με τα εργοστάσια στο εξωτερικό την οποία δεν μπορούσε ο Αιτητής να διεκπεραιώσει λόγω του ότι δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα δεν μας αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τις απαιτήσεις του συνεργείου στη Λεμεσό για επικοινωνία με τα εργοστάσια στο εξωτερικό (δηλαδή δεν μας αναφέρθηκε πόσες φόρες επικοινωνεί το συνεργείο της Λεμεσού με τα εργοστάσια στο εξωτερικό). Ούτε οποιαδήποτε λεπτομέρεια αναφορικά με το πως θα αυξάνονταν τα αυτοκίνητα που εισέρχονταν στο συνεργείο της Λεμεσού ημερησίως με τον περιορισμό των καθηκόντων του Αιτητή μας δόθηκε (δεν μας αναφέρθηκε πόσα αυτοκίνητα εισέρχονταν στο συνεργείο πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή και πως θα αυξάνονταν αυτά μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή). (θ) Ο κ.Γιακουμή, σε αντίθεση με τις θέσεις που προέβαλαν οι κ.κ. Πιτσιλλίδης και Τιμοθέου, ρητά, απερίφραστα και με φυσικότητα κατέθεσε ότι ο Αιτητής
(1)ήταν ο υπεύθυνος του συνεργείου στη Λεμεσό,
(2)σπάνια επιδιόρθωνε αυτοκίνητα (μόνο στις περιπτώσεις που οι απλοί μηχανικοί δεν μπορούσαν να επιλύσουν το πρόβλημα που παρουσίαζε το αυτοκίνητο), και
(3)χειριζόταν το διαγνωστικό μηχάνημα για να διαπιστώσει αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στα ηλεκτρονικά συστήματα του αυτοκινήτου. Οι θέσεις του ότι ο Αιτητής μετά την πρόληψη του κ.Ττοφή συνέχισε να είναι ο υπεύθυνος συνεργείου και δεν έκανε κάτι διαφορετικό, δεν πρέπει να ειδωθούν απομονωμένα αλλά υπό το φως
(1)της απάντησης του ότι οι πελάτες όταν έρχονταν στο συνεργείο παρά το ότι ήταν ο κ.Ττόφης "μπροστά στα ταμεία" ζητούσαν να δουν τον Αιτητή και
(2)του αναντίλεκτου γεγονότος ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να εκτελέσει οποιαδήποτε καθήκοντα που σύμφωνα με αυτόν δεν εκτελούσε πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι οι θέσεις του κ.Γιακουμή είναι σε ουσιαστική διάσταση με τις θέσεις που προέβαλαν οι κ.κ. Πιτσιλλίδης και Τιμοθέου. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεχτούμε τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ως αξιόπιστη. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της κας Ανδρονίκου και του κ.Θρασυβούλου παρατηρούμε ότι οι εν λόγω μάρτυρες ήταν σαφείς και θετικοί στις θέσεις και στις εξηγήσεις τους αναφορικά με τη θέση και τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή πριν την πρόσληψη του κ.Ττοφή και τις αλλαγές που επήλθαν σε σχέση με τη θέση και τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή μετά την πρόσληψη του κ.Ττοφή. Κατά την αντεξέταση τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους και δεν υπέπεσαν σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις που να κλονίζουν το αξιόπιστο της εκδοχής που παρουσίασαν με τη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του Αιτητή χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, σαφήνεια, συνέπεια και φυσικότητα και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον μας. Δεν εντοπίσαμε σε αυτήν οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία της. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω δεχόμαστε τη μαρτυρία των μαρτύρων της πλευράς του Αιτητή ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Επομένως αποτελεί εύρημα μας ότι πέραν των αναντίλεκτων και παραδεκτών γεγονότων που καταγράφηκαν στην παρούσα απόφαση τα γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς είναι όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον μας με τη μαρτυρία των μαρτύρων της πλευράς του Αιτητή. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής στα Γεγονότα - Κατάληξη Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ο Αιτητής αρχικά προσλήφθηκε ως μηχανικός και μετά από 5 χρόνια ανέλαβε τα καθήκοντα του υπεύθυνου του συνεργείου στη Λεμεσό. Ο Αιτητής εκτελούσε τα καθήκοντα του υπεύθυνου του συνεργείου στη Λεμεσό για περισσότερο από 20 χρόνια. Με την πρόσληψη του κ.Ττόφη τον Ιούλιο του 2010 του αφαιρέθηκαν διάφορα καθήκοντα που εκτελούσε. Του αφαιρέθηκε το καθήκον της παραλαβής των αυτοκινήτων από τους πελάτες / της παράδοσης των αυτοκινήτων στους πελάτες και της σχετικής γραφειακής εργασίας. Περαιτέρω του ζητήθηκε όπως επιδιορθώνει αυτοκίνητα. Ο Αιτητής διαμαρτυρήθηκε για τις εν λόγω ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Εργοδότρια Εταιρεία υποστηρίζει ότι η άρνηση του Αιτητή να εκτελεί τα καθήκοντα του εργαζόμενου επιστάτη όπως αυτά αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 και ειδικά τα καθήκοντα επιδιόρθωσης αυτοκινήτων όταν του ανατίθεται τέτοια εργασία από τον τεχνικό διευθυντή, αποτελούσε από την πλευρά του άρνηση εκτέλεσης (α) των καθηκόντων του και (β) νόμιμης και εύλογης εντολής που του δόθηκε από τους εργοδότες του και ότι η εν λόγω διαγωγή του Αιτητή συνιστούσε διαγωγή που δικαιολογούσε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία είχε το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή λόγω της διαγωγής του εντός των προνοιών των παραγράφων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου[2]. Αποτελεί γενική αρχή του εργατικού δικαίου ότι το καθήκον του εργοδοτούμενου να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του και να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του είναι το πιο σημαντικό καθήκον ενός εργοδοτούμενου. Προσφέροντας και παρέχοντας τις υπηρεσίες του ένας εργοδοτούμενος που συμφωνήθηκαν να παρέχει με τον τρόπο που του ζητείται από τον εργοδότη του είναι το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του από τον εργοδότη του. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι η σύμβαση εργασίας είναι ένα από τα είδη των νομικών συμφωνιών που συχνά αλλάζουν κατά τη διάρκεια τους με την αλλαγή των συνθηκών και των περιστάσεων. Οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. Η σιωπηρή συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί από την ενέργεια του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους τροποποιημένους όρους εργασίας[3]. Μονομερής και αυθαίρετη τροποποίηση υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί την τροποποίηση των όρων εργασίας με την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος του ξεπερνώντας τα συμβατικά όρια μέσα στα οποία το δικαίωμα αυτό του επιτρέπει να το κάνει[4]. Η ενέργεια του εργοδότη να τροποποιήσει ή να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτουμένου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τους συμφωνημένους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου είναι αντισυμβατική. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης τροποποιεί τους όρους εργασίας ή αλλάζει τη φύση που ο εργοδοτούμενος εκτελεί τη σύμβαση εργασίας και ο εργοδοτούμενος δεν συγκατατίθεται εξετάζεται κατά πόσον ο εργοδότης νομιμοποιείται με βάση τη σύμβαση εργασίας να επιβάλει την αλλαγή ή την τροποποίηση χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, στη σελίδα 86 αναφέρονται τα εξής: "In so far as the contract stipulates, expressly or by implication, such terms as the type of work to be performed, the place of work and the hours of work, an employer is entitled to insist that an employee obey his instructions to do a particular type of work, at a particular place for a particular number of hours, always assuming that this instructions are not otherwise unlawful, or involve a clear risk of personal safety, or are of unclear authority. However, if an employer instructs an employee to perform a particular type of work, at a particular place, or during particular hours which are not part of the employee's contractual obligations, the employer has exceeded his contractual authority, and his insistence upon the employer performing the act or agreeing to a change in the terms of the contract to the point of resignation may constitute a repudiation." Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας με τη μονομερή τροποποίηση όρων εργασίας, η οποία παράβαση προκαλεί άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημιά στον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία και παράβαση (repudiation) της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων[5]. Ο υποβιβασμός του εργοδοτούμενου με την τοποθέτηση σε κατώτερη θέση εργασίας ή με την ανάθεση καθηκόντων κατώτερης θέσης και η αλλαγή του είδους ή του περιεχόμενου της εργασίας του εργοδοτούμενου όταν δεν προβλέπεται ή επιτρέπεται από τη σύμβαση εργασίας θεωρείται ως βλαπτική μεταβολή ασχέτως αν δεν συνοδεύεται από μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου[6]. Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή «Εργατικό Δίκαιο», 2006, σελ. 549: «το διευθυντικό δικαίωμα δεν παρέχει στον εργοδότη την εξουσία να αναθέτει στον εργαζόμενο εργασία κατώτερη ή διαφορετική απ' αυτή που συμφωνήθηκε να παρέχει, έστω και αν η μεταβολή αυτή δεν συνοδεύεται από μείωση αποδοχών, εκτός αν από τη σύμβαση προκύπτει σαφώς το αντίθετο. .............................. Εάν ο εργοδότης επιχειρήσει μονομερώς μεταβολή του είδους εργασίας χωρίς να του παρέχει το διευθυντικό δικαίωμα την εξουσία αυτή, ο εργαζόμενος μπορεί να την αντικρούσει και αν συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή. Εάν η μεταβολή είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν παραπάνω, ο εργαζόμενος στη σύμβαση, αορίστου χρόνου, έχει τη δυνατότητα να τη θεωρήσει ως καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και να αποχωρήσει αξιώνοντας την αποζημίωση απόλυσης.» Στο σύγγραμμα St. D. Anderman (πιο πάνω) στις σελίδες 86 - 88 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τον υποβιβασμό ενός εργοδοτούμενου και την μονομερή αλλαγή του είδους εργασίας: "Thus where an employee is downgraded to lower status work than that specified in the contract an employment tribunal will be entitled to find that the contract was repudiated. For example in Wadham Stringer Commercials (London) Ltd and Wadham Stringer Vehicles Ltd v Brown [1983] IRLR 46 where an employee was demoted from fleet sales director to retail salesman given no salary increase and moved to demeaning offices the EAT upheld an employment tribunal' s decision that these actions by the employer amounted to constructive dismissal entitling Mr Brown to resign..it is possible for a mere demotion in status without loss of pay to amount to a repudiation. For example in Millbrook Furnishing Industries Ltd v McIntosh [1981] IRLR 309 three highly skilled sewing machinists transferred to less skilled work in the bedding department with an assurance that their pay would be the same even though the wage structures in the two departments were different. They decided to resign after being issued with an ultimatum from the employer. The employment tribunal's decision that they were constructively dismissed was upheld by the EAT. And in Bumpus v Standard Life Assurance Co Ltd [1974] IRLR 232 owing to a reorganization of regional offices Bumpus was demoted from Local Secretary to Chief Inspector, a change involving mainly his job and responsibilities. His salary was unaffected apart from a loss of responsibility allowance of £150 to £200 per annum but he had opportunities to make greater commissions on sales. The employer argued that there was no demotion but only a sideways movement and that the change in conditions was minimal. The tribunal held, however, that the employer's insistence on a demotion in status though not large, was substantial enough to constitute a repudiation of the contract of employment....... Furthermore, even if the contract specifies that the employee may do two jobs, if it clearly indicates which is the predominant job then an attempt to alter the contract so that the lesser job becomes the predominant part of the person's work could entitled a tribunal to decide that the employer has repudiated the contract. For example in Pedersen v Camden London Borough Council [1981] IRLR 173 an employee was hired as a bar steward/ catering assistant and worked almost exclusively as a bar steward for 4 years. When circumstances entailed a shift in his work to a large proportion of catering duties, an employment tribunal found this to be a unilateral alteration in the contract of a fundamental kind entitling the employee to resign and claim constructive dismissal. The Court of Appeal upheld the tribunal's decision on this question of fact." Με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) (όπου εφαρμόζονται οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση κατά πόσον μία απόλυση είναι λανθασμένη βάσει του δικαίου των συμβάσεων) (Wrongful Dismissal), ο εργοδοτούμενος με την άρνηση του να υπακούσει τις εντολές του εργοδότη του και να εκτελέσει τα συμφωνηθέντα καθήκοντα της εργασίας του, στην ουσία αρνείται να δεσμευτεί με τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του και ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τον απολύσει χωρίς προειδοποίηση. Το καθήκον αυτό του εργοδοτούμενου όμως περιορίζεται στην υπακοή νόμιμων και λογικών οδηγιών του εργοδότη και στην εκτέλεση των συμφωνηθέντων με τη σύμβαση εργασίας καθηκόντων εργασίας του εργοδοτούμενου. (Βλ. D.J. Lockton, Employment Law, Palgrave Macmillan Law Masters, 5th Edition, σελ. 103, Chitty on Contracts, 27th Edition, Vol. II Specific Contracts p. 798, Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1981)1 CLR 302, Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1 ΑΑΔ 1146). Η αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) αναγνωρίζει τη βασική αρχή της σύμβασης εργασίας ότι ο εργοδοτούμενος πρέπει να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις νόμιμες και λογικές οδηγίες του εργοδότη του και να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του αλλά σημειώνει ότι για να δικαιολογηθεί η απόφαση απόλυσης ενός εργοδοτούμενου λόγω άρνησης του να υπακούσει μία νόμιμη εντολή του εργοδότη του εντός των πλαισίων της εργατικής νομοθεσίας και να εκτελέσει τα καθήκοντα της εργασίας του πρέπει να ικανοποιηθούν και κριτήρια τα οποία να υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό κριτήριο που ζητεί το Κοινοδίκαιο. Δηλαδή, εκτός του ότι η εντολή του εργοδότη πρέπει να είναι εντός του συμβατικού πλαισίου, νόμιμη και λογική, η άρνηση του εργοδοτούμενου πρέπει να είναι ηθελημένη ή εσκεμμένη, να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι αυτή η συμπεριφορά του θα οδηγήσει σε απόλυση και να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. (Βλ. St. D. Anderman, (πιο πάνω) σελ. 190, J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 348). Επίσης η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης για τον εν λόγω λόγο από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) (α) δίνοντας την επίδικη εντολή στον εργοδοτούμενο παράλληλα με τη νομιμότητα της εν λόγω εντολής δυνάμει της μεταξύ των δύο μερών σύμβασης εργασίας. (Βλ. J. Bowers (πιο πάνω) σελ. 349, Halsbury΄s Laws of England, 4th Edition, Reissue Vol. 16(1B), σελ. 111, footnote 19) και (β) αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου που αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (Βλ. St. D. Anderman (πιο πάνω) σελ. 190). Εξετάζοντας την εντολή που δόθηκε από τον εργοδότη ένα Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη εκτός από το κατά πόσο η εν λόγω εντολή ήταν εντός των συμβατικών πλαισίων της σύμβασης εργασίας και κατά πόσο
(1)αυτή ήταν λογικό να εκδοθεί από τον εργοδότη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και
(2)ήταν λογικό για τον εργοδότη να επιμένει σε συμμόρφωση του εργοδοτούμενου[7]. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο προτού αποφανθεί κατά πόσον ο επίδικος τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος ή όχι, θα πρέπει να εξετάσει τα πιο κάτω ζητήματα: (α) κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία δυνάμει (
- i)της σύμβασης εργασίας που είχε με τον Αιτητή και (
- ii)του διευθυντικού της δικαιώματος, είχε το δικαίωμα μονομερώς να ζητήσει από τον Αιτητή να εκτελεί το καθήκον της επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και να του αφαιρέσει τα καθήκοντα που σχετίζονταν με την παραλαβή και την παράδοση των αυτοκινήτων και την επικοινωνία με τους πελάτες εντός των πλαισίων της ανάθεσης σε αυτόν των καθηκόντων εργασίας της θέσης του εργαζόμενου επιστάτη, και (β) στην περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία είχε αυτό το δικαίωμα, κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (
- i)το εξάσκησε εύλογα και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας και (
- ii)η άρνηση του Αιτητή να εκτελεί τα καθήκοντα της θέση του εργαζόμενου επιστάτη ήταν δικαιολογημένη ή όχι. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με το (α) να αφαιρέσει από τον Αιτητή τα καθήκοντα που σχετίζονταν με την παραλαβή και την παράδοση των αυτοκινήτων και την επικοινωνία με τους πελάτες εντός των πλαισίων της ανάθεσης σε αυτόν των καθηκόντων εργασίας της θέσης του εργαζόμενου επιστάτη και (β) να του αναθέσει την επιδιόρθωση των αυτοκινήτων γενικά, ενήργησε αντισυμβατικά, μονομερώς και αυθαίρετα. Ο Αιτητής για 20 χρόνια ως υπεύθυνος του συνεργείου στη Λεμεσό εκτελούσε τα καθήκοντα που του αφαιρέθηκαν και σπάνια επιδιόρθωνε αυτοκίνητα (στις περιπτώσεις που οι απλοί μηχανικοί του συνεργείου δεν μπορούσαν επιλύσουν το τεχνικό πρόβλημα του αυτοκινήτου). Τα πιο πάνω καθήκοντα συνιστούσαν τα συμβατικά καθήκοντα εργασίας του Αιτητή. Ο χειρισμός του διαγνωστικού μηχανήματος γινόταν από τον Αιτητή λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων που απαιτούντο για το χειρισμό του και αφορούσε τον έλεγχο των ηλεκτρονικών συστημάτων και μονάδων του αυτοκινήτου με σκοπό τη διαπίστωση τυχόν προβλημάτων και τη ρύθμιση των ηλεκτρονικών μονάδων του αυτοκινήτου. Παρά το ότι με τον χειρισμό του διαγνωστικού μηχανήματος γινόταν διάγνωση και ρύθμιση προβλημάτων στα ηλεκτρονικά συστήματα των αυτοκινήτων, ενέργειες που εντάσσονται στην επιδιόρθωση αυτοκινήτων, ενόψει του ότι ο χειρισμός του διαγνωστικού απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις τις οποίες δεν είχαν οι απλοί μηχανικοί και ότι ο Αιτητής σπάνια και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις επιδιόρθωνε αυτοκίνητα κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε μετά από 20 χρόνια να τροποποιήσει και να αλλάξει το είδος εργασίας του Αιτητή σε σχέση με την επιδιόρθωση των αυτοκινήτων δηλαδή δεν μπορούσε να του ζητήσει να επιδιορθώνει αυτοκίνητα γενικά ως να είναι ένας απλός μηχανικός του συνεργείου και να του αφαιρέσει τα καθήκοντα της επικοινωνίας με τους πελάτες της, της παραλαβής από τους πελάτες και της παράδοσης στους πελάτες των αυτοκινήτων και της σχετικής γραφειακής εργασίας τοποθετώντας τον εξολοκλήρου μέσα στο συνεργείο. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τις εν λόγω ενέργειες της στην ουσία ανέθετε στον Αιτητή καθήκοντα εργασίας κατώτερα από αυτά που εκτελούσε για 20 χρόνια. Ακόμα και αν η αναφορά στο Τεκμήριο 10 ότι ο Αιτητής απασχολείτο στη θέση του μηχανικού και ότι εκτελούσε και καθήκοντα υπεύθυνου του συνεργείου στη Λεμεσό μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ότι καταδεικνύει ότι στη σύμβαση εργασίας του Αιτητή καθορίζονταν δύο είδη εργασίας, καθοδηγούμενοι από την αγγλική απόφαση Pedersen v Camden London Borough Council [πιο πάνω] κρίνουμε ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής για 20 χρόνια εκτελούσε τα καθήκοντα του υπεύθυνου του συνεργείου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα καθήκοντα αυτά έγιναν τα επικρατέστερα και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν νομιμοποιείται να ζητά από τον Αιτητή να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης που αποτελούσαν το μικρότερο μέρος της εργασίας του. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε το συμβατικό και το διευθυντικό δικαίωμα να τροποποιήσει, να μεταβάλει και να αλλάξει το είδος εργασίας του Αιτητή τον Ιούλιο του 2010. Συνακόλουθα οι ενέργειες του Αιτητή μετά τις 28/7/2010 μέχρι την απόλυση του δεν μπορούν να συνιστούν άρνηση του να εκτελέσει τα καθήκοντα της εργασίας του και μη συμμόρφωση του με νόμιμη και λογική οδηγία του εργοδότη του. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας για απόλυση του Αιτητή ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη. Είναι επομένως κατάληξη μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα και δικαιολογημένα την εργοδότηση του Αιτητή εντός των πλαισίων του άρθρου 5 του Νόμου και ως εκ τούτου υποχρεούται όπως καταβάλει αποζημιώσεις στον Αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία[8] ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Βρίσκουμε ότι το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε ο Αιτητής αν κηρυσσόταν πλεονάζων προσωπικό θα ανερχόταν στις €41.029,72 (75.5Χ€543,44) και η μέγιστη αποζημίωση που μπορεί να του επιδικάσει το Δικαστήριο αντιστοιχεί στις απολαβές δύο χρόνων δηλαδή €56.517,76 (104Χ€543,44). Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον μας μαρτυρία σχετικά με την ηλικία του κατά τον χρόνο απόλυσης του. Ούτε ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση είτε με τις προσπάθειες που έκανε για να εξεύρει άλλη απασχόληση μετά την απόλυση του είτε με τις επιπτώσεις που είχε στο πρόσωπο του η απόλυση του. Περαιτέρω παρά το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιον μας πειστική και λεπτομερή μαρτυρία που να δικαιολογεί την απόφαση της για την ανάθεση των καθηκόντων της επικοινωνίας με τους πελάτες και της παραλαβής των αυτοκινήτων από τους πελάτες/ της παράδοσης των αυτοκινήτων στους πελάτες και της σχετικής γραφειακής εργασίας σε προσοντούχο μηχανικό και την ανάθεση στον Αιτητή καθηκόντων επιδιόρθωσης αυτοκινήτων γενικά, σημειώνουμε ότι δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε κακόπιστα και για αλλότριους σκοπούς. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή (δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε νόμιμος και δικαιολογημένος τερματισμός της απασχόλησης του ενόψει του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε το συμβατικό δικαίωμα να ενεργήσει όπως ενήργησε και την απουσία κακοπιστίας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας), το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή (€543,44) και τη διάρκεια της υπηρεσίας του (25 συναπτά έτη σύμφωνα με τον Νόμο) κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 75.5 εβδομάδων ήτοι €41.029,72. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €4.347,52. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €45.377,24 πλέον νόμιμο τόκο. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου αναφορικά με το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για παράνομη απόλυση του Αιτητή το ποσό των €28.258,88 πλέον νόμιμο τόκο που αντιστοιχεί με τις απολαβές ενός έτους, θα καταβληθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία (όπως και το ποσό της πληρωμής αντί προειδοποίησης), το δε υπόλοιπο ποσό €12.770,84 πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................... Δ. Αναστασίου, Μέλος. Γ. Ιωάννου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω άρνησης εκτέλεσης καθηκόντων εργασίας). [1] Είναι επίσης νομολογιακά καθιερωμένο ότι για οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους εργοδότησης του εργοδοτούμενου, ο εργοδότης θα πρέπει να καταδείξει ότι η αλλαγή αυτή έγινε για εύλογη αιτία την οποία να υποστηρίζει με στοιχεία. Η απλή δήλωση του εργοδότη δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την αλλαγή των όρων απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να αντισταθμιστούν τα συμφέροντα του εργοδότη να προβεί στην αλλαγή και του εργοδοτούμενου να μην την αποδεχτεί. (Βλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law - DI Unfair Dismissal κάτω από τον υπότιτλο A. Refusal to accept changes in terms and conditions, παρ. 1859). Οι αλλαγές δεν πρέπει να εισάγονται για αυθαίρετους λόγους (βλ. Catamaran Cruises Ltd v. Williams
(1994)IRLR 386). [2] «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ............................ (β) ............................ (γ) ............................ (δ) ............................. (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii).................................................................................................................................................. (iii) ............................................................................................................................................... (iv)................................................................................................................................................. (
- v).............................................................................................................................................». [3] Στο σύγγραμμα J .Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στις σελ 47-48 σημειώνονται τα εξής : "The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements , changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. The tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions." Επίσης στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στην παράγραφο 13.01 αναφέρεται ότι : "Because of the ongoing nature of the employment relationship, the issue of variation is very often far from theoretical one. On general principles the contract of employment can be varied by mutual agreement. " [4] Βλέπε Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Στ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα
(2012), σελ. 974 [5] J .Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στη σελ 48 σημειώνονται τα εξής: "If, however, the employer unilaterally enforces a variation without active consent or acquiescence, he repudiates the contract of employment and the employee is put to his election whether to accept the fundamental breach, and resign, or to carry on working and seek damages." [6]Βλέπε Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Στ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα
(2012), σελ. 974-975, Halsbury's Laws of England, Fourth Edition , Vol.16, para.478 [7] Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξουσία και η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας πρέπει να εξασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας (βλ. Anderman (πιο πάνω), σελ. 184, 198, United Bank v. Akhtar [1989] IRLR 507), καθ' ότι ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση. Σύμφωνα με την Ελληνική νομολογία, αναφορικά με το δικαίωμα του εργοδότη να καθορίζει το είδος εργασίας που θα εκτελεί ένας εργοδοτούμενος εκδίδοντας σχετική εντολή, σημειώνεται ότι ο εργοδότης διατηρεί στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος (αν και εφόσον η εν λόγω εργασία που δίνεται η εντολή στον εργοδοτούμενο να εκτελέσει είναι εντός των πλαισίων των συμφωνηθέντων όρων εργασίας), την πρωτοβουλία να καθορίζει το συγκεκριμένο είδος ή τη συγκεκριμένη θέση εργασίας. Ο προσδιορισμός όμως θα πρέπει να γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης, τις ανάγκες της επιχείρησης και τις δυνατότητες του εργοδοτούμενου (βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκουλα
(2005), σελ. 522 - 524). Επίσης στο σύγγραμμα του Δημήτρη Ζερδελή ″Το Δίκαιο της Καταγγελίας της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας″, Β΄ Έκδοση, στη σελ. 668, στην υποσημείωση 42 αναφέρεται ότι:«Έτσι, όταν ο εργοδότης μέσα στα όρια του διευθυντικού δικαιώματος μεταθέσει τον εργαζόμενο από τόπο σε τόπο ή από υπηρεσία σε άλλη, ή μεταβάλλει το είδος της εργασίας, πρέπει να ασκεί το δικαίωμά του κατά τους κανόνες της καλής πίστης και κατά δίκαιη κρίση, αποβλέποντας στο πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης και στην εύρυθμη λειτουργία της.» [8] Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 104-105 σημειώθηκαν τ΄ ακόλουθα:«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο