ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΜΑΚΡΙΔΟΥ ΣΙΑΝΙΟΥ ν. LANITIS FARM LTD ή κατά την ελληνική ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΛΑΝΙΤΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 521/10, 19/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Πρωτοπαπά ) Δ. Χαριλάου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 521/10 Μεταξύ: ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΜΑΚΡΙΔΟΥ ΣΙΑΝΙΟΥ Αιτήτριας και LANITIS FARM LTD ή κατά την ελληνική ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΛΑΝΙΤΗΣ ΛΤΔ Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 19 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Φ. Αποστολίδης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ. Π. Χαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») ως βοηθός λογιστηρίου από τον Οκτώβριο του 1975 μέχρι τις 9/7/
- Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε €2,330.
- Περαιτέρω η Αιτήτρια με βάση τη σύμβαση εργασίας της κάθε χρόνο λάμβανε 13ο και 14ο μισθό. Η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση τερματίστηκε στις 9/7/2010 κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς που καταχώρησε στις 20/10/2010 ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή που της απέστειλε στις 12/7/2010 της γνωστοποίησε ότι θεωρεί ότι εγκατέλειψε αυτόβουλα την εργασία της και ότι απολύεται λόγω εγκατάλειψης της εργασίας της χωρίς άδεια. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέβαλε την παραίτηση της από την εργασία της και ότι στις 9/7/2010 απεχώρησε από την εργασία της λόγω προβλημάτων υγείας που είχε. Έτσι με την παρούσα αίτηση εξαιτείται εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Αιτήτρια εξαιτείται επίσης «το 50% των ιατρικών εξόδων που κατέβαλε .. κατά την 9η και 12η Ιουλίου 2010 ανερχόμενα στο συνολικό €400,00 που δικαιούται η Αιτήτρια ως «Εξόδων Ιατρικής Περίθαλψης».». Σημειώνουμε ότι πέραν του ότι δεν υπάρχουν δικογραφημένοι ισχυρισμοί που να στηρίζουν την εν λόγω αξίωση της Αιτήτριας (δεν γίνεται αναφορά σε ειδικές ζημιές της Αιτήτριας/ δεν υπάρχουν λεπτομέρειες των ποσών που κατέβαλε η Αιτήτρια) δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Συνακόλουθα η εν λόγω αξίωση απορρίπτεται. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε απέλυσε την Αιτήτρια αλλά ότι η Αιτήτρια οικειοθελώς παραιτήθηκε από την εργασία της στις 9/7/
- Ως εκ τούτου απορρίπτει τις αξιώσεις της Αιτήτριας και αιτείται απόρριψη της αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Βάρος απόδειξης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («o Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασης του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την απασχόληση του λόγω διαγωγής του εργοδότη τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόληση του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης του[2]. Στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόληση της. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, η Αιτήτρια είναι αυτή που κλήθηκε πρώτη να παρουσιάσει την υπόθεση της και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησης της ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησης της από την Εργοδότρια Εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Αιτήτριας κατέθεσε ενόρκως ενώπιον μας η ίδια. Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσαν μαρτυρία ο κ. Πέτρος Έλληνας, αποθηκάριος στο αγρόκτημα της Εργοδότριας Εταιρείας και ο κ. Δημήτρης Χρυσάνθου, αρχιλογιστής της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης ενώπιον μας κατέθεσε η κα Ειρήνη Σταύρου, πρώην εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας, μετά από έγκριση αιτήματος του δικηγόρου της Αιτήτριας για κλήση της ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την αντεξέταση της επί του περιεχομένου δηλώσεων της που περιέχονται σε έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι η περίοδος απασχόλησης της στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν συνεχής με την περίοδο απασχόλησης της στην εταιρεία Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ η οποία είναι αδελφική και/ή θυγατρική εταιρεία της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι στην Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ εργαζόταν από τον Οκτώβριο του 1972 και ότι βάσει συμφωνίας συνέχισης της εργοδότησης της από την Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ στην Εργοδότρια Εταιρεία ο μισθός της στην Εργοδότρια Εταιρεία θα παρέμενε ο ίδιος με αυτόν που είχε στην Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ. Στις 9/7/2010 ημέρα Παρασκευή μετά από άδεια του εργοδότη της μετέβηκε για αναλύσεις αίματος και επέστρεψε στην εργασία της κατά τις 9:00 π.μ. Όταν επέστρεψε στην εργασία της ενημέρωσε για αυτό τον αρχιλογιστή κ. Δημήτρη Χρυσάνθου και στα πλαίσια των καθηκόντων της του επεσήμανε ότι εκκρεμούσε «η εκτυπωμένη και ελεγμένη κατάσταση αποθήκης από τον αποθηκάριο Πέτρο Έλληνα ...... για να μπορέσει να ολοκληρώσει τη διαδικασία «συμπλήρωση - κλείσιμο του μήνα».». Ήταν η θέση της ότι με τις οδηγίες του αρχιλογιστή αυτή η διαδικασία γινόταν κάθε μήνα. Σημείωσε ότι παράλληλα με την πιο πάνω αναφερόμενη διαδικασία αυτή έπρεπε να ολοκληρώσει και τις ακόλουθες εργασίες: κάποιες λογιστικές εγγραφές, αρχειοθέτηση, έλεγχο της τράπεζας, ετοιμασία και υπολογισμών εισφορών για τις κοινωνικές ασφαλίσεις, προετοιμασία καταστάσεων για το Φ.Π.Α., κατανομές μισθών, μεταφορικών και γενικών εξόδων. Περαιτέρω εκείνη την περίοδο λόγω του ότι η ταμίας, κα Ελένη Σαζού, απουσίαζε λόγω ασθένειας από την εργασία της εκτελούσε και χρέη ταμία (πληρωμές και εισπράξεις σε μετρητά, μισθολόγιο εργατών κ.α.) καθώς επίσης χειριζόταν και το τηλεφωνικό κέντρο. Ο κ. Χρυσάνθου για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία «συμπλήρωση - κλείσιμο του μήνα» της ζήτησε να του δώσει τα δελτία εισαγωγής και εξαγωγής υλικών αποθήκης για να τα ελέγξει ο ίδιος προκειμένου να μην καθυστερήσει και άλλο η πιο πάνω εργασία και να μπορέσει αυτή να προχωρήσει σε ταξινόμηση δελτίων, δημιουργία/ ενημέρωση λογιστικών εγγραφών, προμηθευτών, αποθήκης, πελατών και διεκπεραίωση πληρωμών (έκδοση επιταγών ή εμβασμάτων). Ισχυρίστηκε ότι από το πρωί εκείνης της μέρας (9/7/2010) είχε έντονο πονοκέφαλο και η συνάδελφος της κα Ειρήνη Σταύρου της έδωσε παυσίπονα για να νιώσει καλύτερα. Επειδή επιδεινώθηκε η αδιαθεσία της τηλεφώνησε στο σύζυγο της ο οποίος την παρότρυνε να πάει στο γιατρό. Παράλληλα ο κ. Χρυσάνθου της ζήτησε να του εξηγήσει για ακόμα μία φορά τη διαδικασία ελέγχου της αποθήκης και αυτή έκπληκτη του απάντησε «δεν την ξέρεις;». Τότε εκείνος με έντονο και θυμωμένο ύφος της είπε «θα μου πεις ή δεν θα μου πεις;». Αυτή του απάντησε ότι θα του εξηγούσε. Λίγο αργότερα ένιωσε αδυναμία να συγκεντρωθεί στην εργασία της. Πήγε στο γραφείο του κ. Χρυσάνθου λέγοντας του ότι θα φύγει (ακολουθώντας τη διαδικασία που για χρόνια εφαρμοζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία, «φεύγω ή θα φύγω») και του παρέδωσε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου για ενδεχόμενες εισπράξεις ή πληρωμές για το υπόλοιπο της ημέρας. Μετά δυσκολίας έφτασε στο σπίτι της και λόγω της κατάστασης της ο γιος της αμέσως την πήρε στο γιατρό. Ο γιατρός της ανέφερε ότι είχε ψηλή πίεση, της έκανε καρδιογράφημα (Τεκμήριο 5) και της συνέστησε παραμονή στο σπίτι δίνοντας της άδεια απουσίας από την εργασία της λόγω ασθένειας από 9/7/2010 μέχρι 16/7/2010 (Τεκμήριο 4). Ο γιατρός έκρινε επίσης αναγκαίο να την υποβάλει σε τεστ κοπώσεως στις 12/7/
- Το απόγευμα της ημέρας που έφυγε από την εργασία της λόγω αδιαθεσίας ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με την κα Ειρήνη Σταύρου και της ανέφερε ότι πήγε στο γιατρό ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε ψηλή πίεση, ότι έκανε καρδιογράφημα και ότι στις 12/7/2010 θα ξαναπάει στο γιατρό για να κάνει τεστ κοπώσεως. Τη Δευτέρα 12/7/2010 επισκέφτηκε τον γιατρό της για να υποβληθεί σε τεστ κοπώσεως (Τεκμήριο 6) και όταν επέστρεψε στο σπίτι της βρήκε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της επιστολή από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 7) στην οποία γινόταν αναφορά ότι στις 9/7/2010 αναιτιολόγητα και χωρίς να δώσει την απαιτούμενη από το Νόμο προειδοποίηση υπέβαλε προφορικά παραίτηση και εγκατέλειψε την εργασία της. Υποστήριξε ότι ουδέποτε υπέβαλε την παραίτηση από την εργασία της και ισχυρίστηκε ότι όταν έφυγε από την εργασία της στις 9/7/2010 λόγω ασθένειας δεν παρέδωσε το κλειδί του γραφείου της ούτε μάζεψε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα που είχε στο γραφείο (συσκευές αποθήκευσης τροφίμων, τρόφιμα, εικόνες και προσωπικά βιβλία). Μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 7 αποτάθηκε στο δικηγόρο της ο οποίος της συνέστησε να απαντήσει γραπτώς στους εργοδότες της. Στις 13/7/2010 ο δικηγόρος της απάντησε στην Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή (Τεκμήριο 8) το σχετικό απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: «Έχω εντολή από την πελάτισσα μου κυρία Κλεονίκη Μακρίδου Σιάνιου να απαντήσω στην επιστολή σας προς αυτήν με ημερομηνία 12/7/2010, η οποία υπογράφεται από τον Αρχιλογιστή της εταιρείας σας και την οποία κάποιοι έχουν τοποθετήσει κάτω από την θύρα της κατοικίας της, και δεν την παρέδωσαν σε αυτή προσωπικά όπως αναφέρεται στην επιστολή σας «ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ», με την οποία ΤΕΡΜΑΤΙΣΑΤΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ τις από 35 και πλέον ετών υπηρεσίες της. Επαναλαμβάνω ότι ΠΑΡΑΝΟΜΑ έχετε τερματίσει τις υπηρεσίες της πελάτισσας μου, με τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η «ίδια » «. παραπονούμενη για διάφορα θέματα.» τα οποία δεν κατονομάζετε, ισχυρίζεστε ότι τερμάτισε η ίδια μονομερώς, μια μακρόχρονη και επιτυχή σταδιοδρομία στην υπηρεσία σας. Όντως ανορθόδοξη και πρωτοφανής περίπτωση στο εργατικό δίκαιο! Ακόμη η πελάτισσα μου απορρίπτει κατηγορηματικώς ότι έχει εγκαταλείψει την εργασία της και έχει παραδώσει τα κλειδιά του Ταμείου προς τον Αρχιλογιστή κ. Δημήτρη Χρυσάνθου την Παρασκευή 9/7/2010 ΚΑΙ ΏΡΑ 10 π.μ. με ΣΚΟΠΟ τον τερματισμό εκ μέρους της, της εργασίας της. Θέλω να αναφέρω ότι όντως η πελάτισσα μου έχει αποχωρήσει από την εργασία της στις 10:00 το πρωϊ της Παρασκευής 9/7/2010 και παρέδωσε τα κλειδιά του ταμείου στον αρμόδιο Αρχιλογιστή κ. Δημήτρη Χρυσάνθου, όχι με σκοπό τον τερματισμό της μακρόχρονης υπηρεσίας της, αλλά γιατί δεν αισθανόταν καλά και θα μετέβαινε προς ιατρική εξέταση στον προσωπικό της γιατρό Δρ. Πέτρο Πετράκη, γεγονός που έχει πράξει και ο οποίος της έχει παραχωρήσει άδεια ασθενείας από 9/7/2010 μέχρι και 16/7/2010, ένεκα της διάγνωσης την οποία έχει εξακριβώσει. Είναι όντως «άξιον απορίας» να μεταβαίνει κάποιος υπάλληλος σας για ιατρική εξέταση και ο Αρχιλογιστής της εταιρείας σας να προβαίνει σε απόλυση υπαλλήλου ο οποίος εργαζόταν για 38 χρόνια στην υπηρεσία σας με τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος έχει δώσει παραίτηση. Εσείς θα πρέπει να αποδείξετε την «νόμιμη απόλυση» της πελάτισσας μου από την υπηρεσία σας και όχι η πελάτισσα μου ότι υπέβαλε παραίτηση οικειοθελώς και προφορικά! Ένεκα της λήψης της επιστολής της 12/7/2010 περί τερματισμού των υπηρεσιών της από την εταιρεία σας, η πελάτισσα μου νομικά δεν έχει το δικαίωμα να προσέλθει μετά την συμπλήρωση της άδειας ασθενείας της. Ευελπιστεί όμως ότι η αποστολή της επιστολής της 12/7/2010 ήταν άστοχη και πως θα ενεργήσετε ανάλογα ώστε να αποκαταστήσετε την διασαλευθείσα κατάσταση». Στις 15/7/2010 οι δικηγόροι της Εργοδότριας Εταιρείας απάντησαν με επιστολή στον δικηγόρο της (Τεκμήριο 11) προβάλλοντας με λεπτομέρειες την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με το τι συνέβηκε στις 9/7/
- Στις 23/7/2010 οι δικηγόροι της Εργοδότριας Εταιρείας απέστειλαν επιστολή στο δικηγόρο της (Τεκμήριο 12) ζητώντας του να μεσολαβήσει ώστε να τους παραδώσει το κλειδί του γραφείου της, τη μηχανή ασφαλείας με την οποία προέβαινε σε ηλεκτρονικές πληρωμές μέσω τράπεζας στους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και τις σημειώσεις που αφορούσαν τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας. Αυτή παρέδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία μόνο το κλειδί του γραφείου της και τη μηχανή ασφαλείας. Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι εκτός από τον μισθό της είχε και τα ακόλουθα ωφελήματα κατά την απασχόληση της στην Εργοδότρια Εταιρεία Ταμείο Προνοίας, πληρωμή οδοιπορικών εξόδων και το 50% των εξόδων της ιατρικής περίθαλψης. Τον Ιούλιο του 2010 ήταν ηλικίας 56 ετών και μέχρι την αφυπηρέτηση της στο 63ο έτος ηλικίας της είχε ακόμα επτά χρόνια εργασίας. Ο κ. Πέτρος Έλληνας κατέθεσε ότι εντός των πλαισίων των καθηκόντων του ως αποθηκάριος στο αγρόκτημα της Εργοδότριας Εταιρείας παραλάμβανε από τους προμηθευτές τα προϊόντα που χρησιμοποιούνταν στο αγρόκτημα και παρέδινε τα προϊόντα στους αρμόδιους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας για να τα χρησιμοποιήσουν κατά τις εργασίες τους στο αγρόκτημα. Κατά την παραλαβή από τους προμηθευτές έλεγχε και υπέγραφε τα σχετικά τιμολόγια των προμηθευτών και κατά την παράδοση στους υπαλλήλους συμπλήρωνε τα σχετικά έγγραφα/έντυπα παράδοσης της Εργοδότριας Εταιρείας. Αυτός καταχωρούσε τα τιμολόγια και τα έγγραφα παράδοσης στο ηλεκτρονικό σύστημα της Εργοδότριας Εταιρείας μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή που είχε στην αποθήκη. Κάθε τέλος του μηνός έπαιρνε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την αποθήκη (τιμολόγια και έγγραφα παράδοσης) στο λογιστήριο και πιο συγκεκριμένα στην Αιτήτρια ώστε να ελέγξει το λογιστήριο (η Αιτήτρια) κατά πόσον οι εγγραφές των εισαγωγών και των εξαγωγών υλικών στην αποθήκη έχουν γίνει σωστά. Τέλος Ιουνίου του 2010 πήρε στην Αιτήτρια τα έγγραφα της αποθήκης ώστε να προβεί στον τακτικό μηνιαίο έλεγχο. Όταν άφησε τα έγγραφα στο γραφείο της Αιτήτριας αυτή του είπε ότι δεν θα κάνει τον έλεγχο λέγοντας του «εσείς που παίρνετε τις αυξήσεις να τα κάμνετε». Της απάντησε ότι αυτός δεν είχε κανένα λόγο να προβεί στον έλεγχο της δικής του εργασίας του και ότι δεν του είχε δοθεί οποιαδήποτε εντολή από τη διεύθυνση για να το πράξει. Αναφερόμενος στις αυξήσεις που είχε αναφέρει η Αιτήτρια, σημείωσε ότι αυτός ήταν μέλος της επιτροπής των εργοδοτουμένων της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία συζητούσε τους προηγούμενους μήνες με τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας για τις αυξήσεις στους μισθούς των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Η εν λόγω επιτροπή συμφώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα δινόταν αύξηση 1% πάνω στον βασικό μισθό του κάθε υπαλλήλου και ότι η διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας θα έδινε προσαύξηση (το ύψος της οποίας θα αποφασιζόταν από την Εργοδότρια Εταιρεία) σε όποιον εργοδοτούμενο έκρινε ότι δικαιούτο να του δοθεί προσαύξηση. Σε αυτόν δόθηκε συνολικά €75 αύξηση μηνιαίως. Κλείνοντας υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε ελέγξει ο ίδιος την αποθήκη και ότι τον Ιούλιο του 2010 ήταν η πρώτη φορά που η Αιτήτρια του ζήτησε να ελέγξει ο ίδιος τις εγγραφές της αποθήκης. Ο κ. Δημήτρης Χρυσάνθου κατέθεσε ότι έχει πανεπιστημιακό πτυχίο στα οικονομικά με ειδίκευση στη λογιστική και ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας πριν από 30 χρόνια ως ταμίας. Μετά από οκτώ χρόνια εργασίας στη θέση του ταμία προάχθηκε στη θέση του αρχιλογιστή, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Αναφερόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης σημείωσε ότι την Πέμπτη 8/7/2010 η Αιτήτρια του ζήτησε άδεια να απουσιάσει κάποιες ώρες το πρωί της επόμενης ημέρας από την εργασία της ώστε να υποβληθεί σε μικροβιολογικές αναλύσεις αίματος. Ήταν η θέση του ότι η διαδικασία που ακολουθείτο πάντοτε στην Εργοδότρια Εταιρεία όταν θα απουσίαζε οποιοσδήποτε υπάλληλος από την εργασία του ήταν να απευθυνθεί ο υπάλληλος στον άμεσα προϊστάμενο του και αφού του έδινε τις απαραίτητες εξηγήσεις ή του παρουσίαζε τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ο προϊστάμενος έκρινε αν μπορούσε ο υπάλληλος να πάρει την άδεια που ζητούσε. Κανένας άλλος είχε δικαίωμα ή εξουσία να παραχωρήσει άδεια απουσίας σε υπάλληλο λόγω ασθενείας ή για ιατρικούς σκοπούς. Στις 9/7/2010 η Αιτήτρια επέστρεψε στην εργασία της γύρω στις 9:00 π.μ. Πήγε στο γραφείο του και τον πληροφόρησε ότι υποβλήθηκε στις μικροβιολογικές αναλύσεις αίματος που ήθελε να κάνει. Συζητώντας μαζί της για τη δουλειά που είχαν να εκτελέσουν εκείνη την ημέρα, της είπε ότι καθυστερούσε το κλείσιμο της αποθήκης για τον μήνα Ιούνιο και έπρεπε να το ολοκληρώσει αφού ήταν στα καθήκοντα της. Του απάντησε ότι ο αποθηκάριος καθυστερούσε να της δώσει τον έλεγχο που είχε κάνει στις εγγραφές του. Της εξήγησε ότι αυτό που του έλεγε ήταν κάτι το νέο αφού πάντοτε ο έλεγχος της αποθήκης γινόταν από το λογιστήριο. Του απάντησε ότι από τώρα και στο εξής θα κάνει τον έλεγχο ο αποθηκάριος. Της είπε ότι δεν ήταν δυνατό να ζητά να ελέγχει κάποιος την ίδια του την εργασία και την παρακάλεσε να αφήσει κατά μέρος τις ιδιοτροπίες που έκανε τελευταίως στην εργασία της μετά τις αυξήσεις που είχαν δοθεί στους μισθούς του προσωπικού. Του απάντησε ότι δεν είχε σκοπό να κάνει την εργασία που έπρεπε να κάνουν άλλοι υπονοώντας τον αποθηκάριο κ.Πέτρο Έλληνα ο οποίος είχε πάρει μεγαλύτερη αύξηση από την ίδια. Σε αυτό το σημείο ο κ. Χρυσάνθου διευκρίνισε ότι λόγω οικονομικής κρίσης η Εργοδότρια Εταιρεία για ένα - δύο χρόνια δεν είχε δώσει αυξήσεις μισθών στο προσωπικό της και ότι τον Απρίλιο - Μάιο του 2010 άρχισε μία συζήτηση μεταξύ του προσωπικού και της διεύθυνσης της Εργοδότρια Εταιρείας όσον αφορά πιθανές αυξήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στους μισθούς του προσωπικού. Η Αιτήτρια εκείνη την περίοδο συζητούσε με όλο το προσωπικό το θέμα αποκαλύπτοντας στις συζητήσεις της με το υπόλοιπο προσωπικό το ύψος του μισθού κάθε υπαλλήλου γεγονός που τον ανάγκασε τον Μάιο του 2010 να αφαιρέσει από τα καθήκοντα της Αιτήτριας το μισθολόγιο των υπαλλήλων. Αρχές Ιουνίου του 2010 η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε τις μισθολογικές αυξήσεις που θα έδινε στο προσωπικό της οι οποίες αυξήσεις θα ήταν αναδρομικές από τον Ιανουάριο του
- Στην Αιτήτρια δόθηκε αύξηση στο βασικό μισθό €18 μηνιαίως και προσαύξηση €12 δηλαδή συνολικά της δόθηκε αύξηση ύψους €30 τον μήνα. Στον κ. Πέτρο Έλληνα δόθηκε αύξηση στο βασικό μισθό €12 τον μήνα και €63 προσαύξηση, δηλαδή, συνολικά €75 τον μήνα. Η πολιτική που ακολούθησε η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν να δοθεί μεγαλύτερη αύξηση στους χαμηλόμισθους υπαλλήλους της και μικρότερη στους ψηλόμισθους. Ο κ. Έλληνας λάμβανε περίπου €1.500 τον μήνα ενώ η Αιτήτρια €2.300 περίπου τον μήνα. Μόλις ανακοινώθηκαν οι αυξήσεις η Αιτήτρια θεωρώντας ότι αδικήθηκε κατάφορα συζητούσε με όλους το θέμα των μισθολογικών αυξήσεων και δημιουργούσε ένταση μεταξύ του προσωπικού. Όταν τον Ιούνιο του 2010 της ανακοίνωσε το ποσό της μισθολογικής αύξησης που της δόθηκε του είπε περιφρονητικά «εσκοτώσετε μας». Της εξήγησε τη λογική με βάση την οποία δόθηκαν οι αυξήσεις και ότι ο μισθός της ήταν τέτοιος που δεν δικαιολογούσε ψηλές αυξήσεις. Η Αιτήτρια δεν το αποδέχτηκε και συνέχισε να συζητεί με όλους το θέμα του μισθού της. Στις 9/7/2010 παρά το ότι εξήγησε στην Αιτήτρια ότι ήταν υποχρέωση της να ελέγξει και να «κλείσει» την αποθήκη, αυτή αντιδρούσε και αρνείτο να το πράξει. Στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί της, λόγω του ότι ήταν για πολλά χρόνια συνάδελφοι και οικογενειακοί φίλοι, την παρακάλεσε να του πάρει όλα τα στοιχεία που αφορούσαν την αποθήκη ώστε να προβεί αυτός στον έλεγχο και στο κλείσιμο της αποθήκης για τον Ιούνιο του 2010 ελπίζοντας ότι μέχρι τον επόμενο μήνα θα ηρεμούσε η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια πήγε στο γραφείο της, πήρε το φάιλ που περιείχε όλα τα έγγραφα που της είχε πάρει ο αποθηκάριος για να τα ελέγξει και αφού επέστρεψε στο γραφείο του του το έριξε στο γραφείο του. Της φώναξε να επιστρέψει πίσω και να του εξηγήσει μέχρι που είχε φτάσει καθώς και να του αναφέρει τη διαδικασία που ακολουθούσε κατά τον έλεγχο ώστε να μην χρειαστεί αυτός να σπαταλήσει πολύ χρόνο εργασίας ψάχνοντας το όλο θέμα. Του απάντησε ότι δεν είχε κάνει οτιδήποτε που αφορούσε την αποθήκη και ότι έπρεπε να γίνουν όλα από την αρχή. Προσπάθησε να αντιληφθεί σε ποιο σημείο βρισκόταν ο έλεγχος και με ποιο τρόπο τον έκανε και της τηλεφώνησε να έρθει στο γραφείο του για να του εξηγήσει τη διαδικασία. Αντί να επιστρέψει στο γραφείο του και να του εξηγήσει τη διαδικασία του ελέγχου του απάντησε ειρωνικά «γιατί δεν ξέρεις;». Την παρακάλεσε να έρθει στο γραφείο του και να του εξηγήσει τη διαδικασία. Του απάντησε ότι θα ερχόταν αλλά αντί να πάει στο γραφείο του, την άκουσε να μιλά στο τηλέφωνο. Στη συνέχεια άκουσε κάποιους θορύβους από το γραφείο της Αιτήτριας και ακολούθως την είδε από το παράθυρο του να μεταφέρει στο αυτοκίνητο της πλαστικές τσάντες γεμάτες με πράγματα που δεν μπορούσε να δει τι ήταν. Αφού τις άφησε στο αυτοκίνητο της πήγε στο γραφείο του και του έριξε μπροστά του τα κλειδιά του ταμείου λέγοντας του «παραιτούμαι, εγώ φεύγω, έχω καταντήσει η τελευταία υπάλληλος του αγροκτήματος, κανεί, παραιτούμαι». Της απάντησε ότι κανείς δεν την θεωρεί την τελευταία υπάλληλο του αγροκτήματος, η ίδια όμως με τη συμπεριφορά της μετά τις αυξήσεις στους μισθούς έχει εκθέσει τον εαυτό της. Του είπε «παραιτούμαι, φεύγω» και έφυγε. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια του πρωινού στις 9/7/2010 η Αιτήτρια ουδέποτε του είχε αναφέρει ότι ήταν άρρωστη ή ότι είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Μετά την αποχώρηση της Αιτήτριας από το γραφείο, πήγε στο γραφείο της Αιτήτριας και η κα Ειρήνη Σταύρου τον πληροφόρησε: (α) ότι η Αιτήτρια τηλεφώνησε στον σύζυγο της και αφού του ανέφερε τι συνέβαινε του είπε ότι «θα τους τα ξαπολήσω και θα φύγω», (β) ότι η ίδια ρώτησε την Αιτήτρια τι πάει να κάνει και της απάντησε πως δεν αντέχει άλλο και ότι ο σύζυγος της της είπε «να τους τα ξαπολήσω και να φύγω» και (γ) ότι η Αιτήτρια μετέφερε με τις πλαστικές σακούλες το προσωπικό της φάιλ, τις εικόνες που είχε στον τοίχο, το καπνιστήρι της, άλλα προσωπικά της είδη και ένα σημειωματάριο μέσα στο οποίο σημείωνε τις διαδικασίες του λογιστηρίου. Ήταν η θέση του ότι το απόγευμα της Παρασκευής 9/7/2010 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την Αιτήτρια λόγω των σχέσεων που είχαν ελπίζοντας ότι θα είχε ηρεμήσει και ότι θα έβρισκαν κάποια λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε. Δεν του απάντησε όμως η Αιτήτρια. Προσπάθησε και το Σάββατο να επικοινωνήσει μαζί της αλλά η Αιτήτρια δεν απάντησε στην κλήση του. Τη Δευτέρα 12/7/2010 γύρω στις 9:00 π.μ. προσπάθησε και πάλι να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς, αλλά και πάλι δεν είχε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας ο οποίος του ετοίμασε το Τεκμήριο 7 και πήγε ο ίδιος στο σπίτι της Αιτήτριας και αφού χτύπησε την πόρτα και δεν του άνοιξε κανείς, άφησε την επιστολή κάτω από την πόρτα. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια δεν είχε καμία προοπτική ανέλιξης στην Εργοδότρια Εταιρεία γιατί (α) λόγω της ηλικίας της είχε φτάσει στη δύση της σταδιοδρομίας της, (β) δεν είχε τα ακαδημαϊκά προσόντα για ανέλιξη και (γ) το αγρόκτημα Λανίτη ήταν σε φθίνουσα πορεία. Σε σχέση με τη μη παράδοση των κλειδιών του γραφείου της Αιτήτριας και τη μηχανή ασφαλείας της τράπεζας ανέφερε ότι: (α) το κλειδί του γραφείου της ήταν στα κλειδιά του αυτοκινήτου της και ότι επειδή στις 9/7/2010 είχε θυμώσει με το τι είχε συμβεί δεν του το παρέδωσε και (β) η μηχανή ασφαλείας της τράπεζας ήταν προσωπική και πάντοτε τη μεταφέρουν μαζί τους μέχρι να παραδοθεί στην τράπεζα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 γραπτή δήλωση της κας Ειρήνης Σταύρου στην οποία γίνεται αναφορά σε γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα εργατική διαφορά λέγοντας ότι μετά την ανταλλαγή των επιστολών των δικηγόρων των διαδίκων τον Ιούλιο του 2010 ζήτησε από την κα Σταύρου όπως του δώσει γραπτή αναφορά των γεγονότων που αυτή γνώριζε αναφορικά με την παραίτηση της Αιτήτριας. Η κα Ειρήνη Σταύρου αναγνώρισε το Τεκμήριο 18 λέγοντας ότι είναι δικό της έγγραφο και ότι η υπογραφή που υπάρχει στο τέλος είναι η δική της. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι συνέταξε το εν λόγω έγγραφο μετά που της το ζήτησε ο κ. Χρυσάνθου 10 - 15 ημέρες μετά τη φυγή της Αιτήτριας και τη λήψη της επιστολής του δικηγόρου της Αιτήτριας. Ήταν η θέση της ότι στις 9/7/2010 η Αιτήτρια δεν παραπονέθηκε για την υγεία της και ότι δεν της ζήτησε να της δώσει παυσίπονα. Λίγες ημέρες πριν η Αιτήτρια διαμαρτυρόταν για την αύξηση στο μισθό της που της έδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία. Αναφερόμενη στον ισχυρισμό της που περιέχεται στο Τεκμήριο 18 ότι η Αιτήτρια άλλαξε στάση μετά που δόθηκαν οι αυξήσεις είπε ότι η Αιτήτρια εκείνο τον καιρό είπε στον κ. Έλληνα ότι δεν πρόκειται να ελέγχει πλέον την αποθήκη γιατί αυτός πήρε μεγαλύτερη αύξηση και αυτό το ανέφερε και στον κ. Χρυσάνθου. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια στις 9/7/2010 της ανέφερε ότι ο σύζυγος της της είπε, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με αυτόν, να φύγει από την εργασία της. Τις ημέρες που η Αιτήτρια σχολνούσε κανονικά από την εργασία της έπαιρνε μόνο την τσάντα της ενώ στις 9/7/2010 πήρε εκτός από την τσάντα της και κάποια δικά της φάιλς. Αρνήθηκε ότι στις 9/7/2010 τηλεφώνησε στην Αιτήτρια. Νομική Πτυχή - Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Επίδικα θέματα στην προκείμενη περίπτωση είναι: (α) η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου και (β) οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των διάδικων μερών και οι νομικές συνέπειες των εν λόγω συνθηκών. Α. Περίοδος Απασχόλησης Το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα συγκεκριμένο εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Το άρθρο 20(γ) του Νόμου, καθορίζει την έννοια των συνδεδεμένων εταιρειών: «(γ) Αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται 'συνδεδεμένες εταιρείες' αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος 'θυγατρική εταιρεία' έχει την έννοια που αποδίδεται σ΄ αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου.» Το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 προβλέπει τα πιο κάτω: «148.
(1)Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3), εταιρεία λογίζεται θυγατρική άλλης αν, αλλά μόνο αν, - (α) η άλλη εταιρεία είτε - (
- i)είναι μέλος της και ελέγχει τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της· ή (
- ii)κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου σε αυτή· ή (iii) είναι μέλος της και ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μελών της δυνάμει συμφωνίας που έχει συναφθεί με άλλα μέλη της. (β) η εταιρεία που αναφέρθηκε πρώτα είναι θυγατρική οποιασδήποτε εταιρείας η οποία είναι θυγατρική εκείνης της άλλης.» Ενώπιον μας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16 εκτυπώσεις από το μηχανογραφημένο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών που αφορούν την Εργοδότρια Εταιρεία και την Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ. Παρατηρούμε ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία μέτοχοι είναι ο κ. Κώστας Λανίτης, ο κ. Μάριος Λανίτης, ο κ. Πλάτων Λανίτης, ο κ. Ανδρέας Ατταλίδης και η εταιρεία Lanitis E.C. Holdings Ltd. Η εν λόγω εταιρεία κατέχει το 82% των εκδοθέντων μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας. Στην Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ μέτοχοι είναι ο κ. Πλάτων Λανίτης, ο κ. Ανδρέας Ατταλίδης και η εταιρεία N.P. Lanitis Ltd η οποία κατέχει και την πλειοψηφία των μετοχών. Δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τα δικαιώματα ψήφου στην Εργοδότρια Εταιρεία και Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την άσκηση ουσιαστικού ελέγχου σε αυτές ή τη σχέση μεταξύ της Lanitis E.C. Holdings Ltd και της N.P. Lanitis Ltd. Συνακόλουθα δεν αποδείχτηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία και η Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ είναι «συνδεδεμένες εταιρείες» σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Πιο συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου η μια είναι θυγατρική της άλλης. Ούτε αποδείχθηκε ότι οι δύο εταιρείες που εργοδότησαν την Αιτήτρια είναι, σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, θυγατρικές μιας τρίτης εταιρείας. Ως εκ τούτου η πρόνοια σχετικά με μετάθεση σε συνδεδεμένη εταιρεία που περιέχεται στη επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους I του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση. (Βλ. Demades v. Ιωαννίδης
(1996)1 ΑΑΔ 228). Περαιτέρω δεν τέθηκε ενώπιον μας μαρτυρία που να δεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της Κυπριακής Εταιρείας Χρωμάτων Λτδ στην Εργοδότρια Εταιρεία. (Βλ. Γιανούλλα Τομάζου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Α.Α.Δ. 1078). Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν για τη μη διακοπή του συνεχές της απασχόλησης του εργοδοτουμένου στις περιπτώσεις που αλλάζει το πρόσωπο του εργοδότη. Πέραν τούτου παρατηρούμε ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 δεν υποστηρίζει τη θέση της Αιτήτριας για συμφωνία συνέχισης της εργοδότησης από την Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ στην Εργοδότρια Εταιρεία αφού στο Τεκμήριο 2 γίνεται αναφορά σε προσωρινό διορισμό της Αιτήτριας για έξι μήνες, περίοδο κατά την οποία η Αιτήτρια θα εργάζεται υπό δοκιμασία. Ως εκ τούτου η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας στην Κυπριακή Εταιρεία Χρωμάτων Λτδ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεχής με την περίοδο απασχόλησης της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Β . Λύση της εργασιακής σχέσης Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά. Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης και όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις και πως ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να αντιληφθεί τι σημαίνουν οι λέξεις ή οι φράσεις αυτές. Το πως εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος κάποιες φράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέμα αρκετά υποκειμενικό. Για αυτό τον λόγο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με αντικειμενικά κριτήρια κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πως έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά της κατ΄ ισχυρισμό δήλωσης παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανση του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση [5]. Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τόσο την Αιτήτρια όσο και τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας να καταθέτουν ενώπιον μας. Από την ενώπιον μας μαρτυρία τα πιο κάτω γεγονότα είτε αποτελούν κοινό έδαφος για τα διάδικα μέρη είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα ή ως αναντίλεκτα: Η Εργοδότρια Εταιρεία τον Ιούνιο του 2010 έχει ανακοινώσει στους εργοδοτούμενους της τις μισθολογικές αυξήσεις που θα τους έδινε. Η Αιτήτρια ενοχλήθηκε με το ποσό της μισθολογικής αύξησης που της είχε δοθεί και το θεώρησε μη ικανοποιητικό γι' αυτή και την εργασία που εκτελούσε. Στις 8/7/2010 η Αιτήτρια ζήτησε και της δόθηκε άδεια από τον κ. Χρυσάνθου όπως στις 9/7/2010 το πρωί απουσιάσει από την εργασία της (πιο συγκεκριμένα να προσέλθει στην εργασία πιο αργά από την ώρα που όφειλε να είναι στην εργασία της) για να υποβληθεί σε αναλύσεις αίματος. Στις 9/7/2010 η Αιτήτρια αφού είχε πάει σε μικροβιολογικό εργαστήριο για αναλύσεις αίματος μετέβηκε στην εργασία της γύρω στις 9:00 π.μ. Ενημέρωσε τον κ. Χρυσάνθου για το ότι προσήλθε στην εργασία της. Σε συζήτηση που είχε με τον κ. Χρυσάνθου η Αιτήτρια του ανέφερε ότι για να ολοκληρωθεί το λογιστικό κλείσιμο του μήνα έπρεπε να ολοκληρωθεί το λογιστικό κλείσιμο της αποθήκης το οποίο δεν έγινε για τον λόγο ότι ο αποθηκάριος, κ. Έλληνας, δεν της έδινε τον έλεγχο που έπρεπε να κάνει στις εγγραφές της αποθήκης (δηλαδή τον έλεγχο στην εκτυπωμένη κατάσταση εγγραφών της αποθήκης). Ο κ. Χρυσάνθου της ζήτησε να του παραδώσει τα έγγραφα της αποθήκης που της είχε παραδώσει ο κ. Έλληνας ώστε να διεκπεραιώσει αυτός τον έλεγχο της αποθήκης. Ο κ. Χρυσάνθου της ζήτησε δύο φορές να του εξηγήσει τη διαδικασία ελέγχου της αποθήκης. Η Αιτήτρια τη δεύτερη φορά του απάντησε ότι θα του την εξηγούσε. Η Αιτήτρια τηλεφώνησε στο σύζυγο της και ακολούθως πήγε στο γραφείο του κ. Χρυσάνθου, του παρέδωσε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου και έφυγε από την εργασία της, χωρίς να του αναφέρει ότι είναι άρρωστη ή ότι έφευγε με σκοπό να μεταβεί σε γιατρό λόγω του ότι δεν ένιωθε καλά, παίρνοντας μαζί της και ένα φάιλ/σημειωματάριο που περιείχε εκτός από προσωπικές σημειώσεις της και σημειώσεις σχετικά με την εργασία που εκτελούσε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Στις 9/7/2010 η Αιτήτρια φεύγοντας από την εργασία της δεν είχε παραδώσει το κλειδί του γραφείου της και τη μηχανή ασφαλείας με την οποία εκτελούσε ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές για την Εργοδότρια Εταιρεία. Η Αιτήτρια κατά το χρονικό διάστημα 9/7/2010 - 12/7/2010 παρά το ότι δεν τελούσε υπό οποιοδήποτε καθεστώς ανικανότητας να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους δεν είχε επικοινωνήσει με τον κ. Χρυσάνθου να του αναφέρει οτιδήποτε και μέχρι τις 12/7/2010 το μεσημέρι δεν του είχε αποστείλει το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 4) στο οποίο σημειωνόταν ότι δεν μπορούσε να εργαστεί από τις 9/7/2010 μέχρι τις 16/7/2010. Στις 12/72010 η Αιτήτρια βρήκε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της το Τεκμήριο 7 με το οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία της απέδιδε ότι στις 9/7/2010 παραιτήθηκε από την εργασία της χωρίς να της δώσει την απαιτούμενη από το Νόμο προειδοποίηση. Την επόμενη μέρα η Αιτήτρια απάντησε με επιστολή του δικηγόρου της απορρίπτοντας τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρεία και προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στις 9/7/2010 απεχώρησε από την εργασία λόγω ασθένειας με σκοπό να επισκεφτεί τον γιατρό της. Αναφορικά με τα υπόλοιπα γεγονότα της υπόθεσης (τις συνθήκες που περιβάλλουν τα πιο πάνω αναντίλεκτα γεγονότα) οι διάδικοι έθεσαν ενώπιον μας με τη μαρτυρία τους τη δική τους εκδοχή υποστηρίζοντας τις δικογραφημένες θέσεις τους σχετικά με το πως λύθηκε η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η μικροσκοπική εξέταση της δεν αποτελεί σωστό τρόπο προσέγγισης. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και σε κάθε περίπτωση υπό το πρίσμα των περιστάσεων. Ουσιαστικός παράγοντας για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τις αντιδράσεις του, τον τρόπο που απαντά, την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και την ιδιοσυγκρασία του. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και έχοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας καθενός από τους μάρτυρες δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των θέσεων της κάθε πλευράς καθώς και το συσχετισμό της μαρτυρίας της κάθε πλευράς με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και έχοντας κατά νου την ύπαρξη ή όχι συνάφειας στις θέσεις κάθε πλευράς μέσα από την μαρτυρία που δόθηκε, προβήκαμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας για να καταλήξουμε ποια από τις δυο εκδοχές είναι η αξιόπιστη. Η Αιτήτρια παρ΄ όλη την προσπάθεια να πείσει για την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν το έχει πετύχει. Μέσα από τη μαρτυρία της προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αδυναμίες στην εκδοχή της αλλά και στο να αφήσει θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Και εξηγούμε. Η θέση της Αιτήτριας ότι στις 9/7/2010 φεύγοντας από την εργασία της λόγω ασθένειας λέγοντας απλώς στον κ. Χρυσάνθου ότι φεύγει ακολούθησε τη διαδικασία που εφαρμοζόταν για χρόνια στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά την οποία απλώς αναφερόταν όπως είπε η Αιτήτρια «φεύγω ή θα φύγω», εκτός του ότι δεν μας φαίνεται λογική και φυσική, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να δικαιολογηθεί υπό το φως του γεγονότος ότι στις 8/7/2010 η Αιτήτρια ζήτησε άδεια από τον προϊστάμενο της για να απουσιάζει στις 9/7/2010 για λίγες ώρες από την εργασία της για αιματολογικές εξετάσεις. Περαιτέρω μας φαίνεται παράδοξο και μη φυσιολογικό η Αιτήτρια τη στιγμή που ο προϊστάμενος της την ανέμενε να πάει στο γραφείο του να του εξηγήσει τη διαδικασία ελέγχου των εγγραφών της αποθήκης ώστε να διεκπεραιώσει την εργασία ελέγχου της αποθήκης για να κλείσει λογιστικά ο μήνας, εργασία την οποία ανέλαβε ο προϊστάμενος της να διεκπεραιώσει στη θέση της για να μην υπάρξει άλλη καθυστέρηση, αφού λίγα λεπτά πριν η Αιτήτρια όταν της το ζήτησε με επιτακτικό και θυμωμένο τρόπο του είπε ότι θα πήγαινε να του εξηγήσει, να πάει στο γραφείο του προϊσταμένου της να του παραδώσει το κλειδί του χρηματοκιβωτίου και να αποχωρήσει από την εργασία της λέγοντας του μόνο ότι φεύγει χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Η εκδοχή της Αιτήτριας, κατά τη γνώμη μας, στερείται λογικού υποβάθρου για τον λόγο ότι δεν είναι σύμφωνη με την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Σε μια τέτοια περίπτωση το φυσικό ήταν να αναφέρει ο εργοδοτούμενος στον προϊστάμενο του τον λόγο για τον οποίο φεύγει από την εργασία του. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορούσε να πει τίποτα στον προϊστάμενο της, υπό το φως των αναντίλεκτων γεγονότων ότι (α) λίγα λεπτά πριν τηλεφώνησε στον σύζυγο της για να του αναφέρει ότι δεν είναι καλά και συζήτησε μαζί του κατά πόσον θα έφευγε από την εργασία της με τόση δουλειά που είχε να διεκπεραιώσει[6], (β) πήγε στο γραφείο του κ. Χρυσάνθου και παρέδωσε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου και (γ) στη συνέχεια οδήγησε για 15 λεπτά το αυτοκίνητο της για να μεταβεί από τον χώρο εργασίας της στο σπίτι της, στερείται πειστικότητας. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε κατά την αντεξέταση της να δώσει μια λεπτομερή και πειστική εξήγηση για ποιο λόγο στις 9/7/2010 φεύγοντας από την εργασία της, στην κατάσταση που ισχυρίστηκε ότι ήταν, πήρε μαζί της και το προσωπικό σημειωματάριο/φάιλ της. Παρατηρούμε ότι ενώ (α) με βάση το Τεκμήριο 5 και την προφορική μαρτυρία της Αιτήτριας συνάγεται ότι η Αιτήτρια στις 9/7/2010 μέχρι τις 12:00 π.μ. είχε αναχωρήσει από το ιατρείο του γιατρού της και η πίεση της δεν ήταν πλέον ψηλή και (β) η Αιτήτρια δεν ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι μετά την επίσκεψη στον γιατρό της δεν ήταν σε κατάσταση που δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε, δεν επικοινώνησε με τον εργοδότη της να του αναφέρει τον λόγο που έφυγε από την εργασία της ή ότι θα απουσιάσει από την εργασία της για μια εβδομάδα. Ερωτώμενη η Αιτήτρια γιατί δεν ενημέρωσε τον προϊστάμενο της την Παρασκευή 9/7/2010 το απόγευμα για την άδεια ασθενείας που της δόθηκε από τον γιατρό απάντησε ότι (α) θα του έστελλε την άδεια ασθενείας χωρίς όμως να διευκρινίσει πότε θα το έπραττε και (β) όταν της τηλεφώνησε η κα Ειρήνη Σταύρου το απόγευμα της 9/7/2010 της ανέφερε ότι είχε ψηλή πίεση και ότι θα πήγαινε τη Δευτέρα για τεστ κοπώσεως χωρίς όμως να μας αναφέρει ότι της είπε για πόσο καιρό θα απουσίαζε από την εργασία της. Τα πιο πάνω κενά στις απαντήσεις της Αιτήτριας μας δημιουργούν αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία της. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν επικοινώνησε με τον κ. Χρυσάνθου επειδή οι ιατρικές εξετάσεις της συνεχίζονταν αφού θα πήγαινε στις 12/7/2010 για τεστ κοπώσεως. Τα πιο πάνω δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι στις 9/7/2010 το πρωί προβληματιζόταν κατά πόσον λόγω του φόρτου εργασίας που είχε θα έφευγε από την εργασία της για να επισκεφθεί τον γιατρό της και ότι αυτή είχε πιο «μεγάλη έννοια» τη δουλειά από ότι ο κ. Χρυσάνθου. Η Αιτήτρια σε ερώτηση για ποιο λόγο όταν πήρε το Τεκμήριο 7 στις 12/7/2010 δεν επικοινώνησε με τον κ. Χρυσάνθου να του αναφέρει ότι απουσιάζει από την εργασία της λόγω ασθένειας και ότι είχε μιλήσει με την κα Σταύρου την οποία την ενημέρωσε γι΄ αυτό το θέμα την Παρασκευή 9/7/2010 απάντησε ότι θεώρησε την απόλυση της ως προμελετημένη και γι' αυτό δεν πήρε τηλέφωνο τον κ. Χρυσάνθου. Εκτός του ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να στηρίξει με σαφή μαρτυρία τον λόγο που θεώρησε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε προμελετημένα με σκοπό να την απολύσει, η εν λόγω θέση της δεν μπορεί να συγκεραστεί με τους ισχυρισμούς της ότι (α) με τον κ. Χρυσάνθου είχε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, (β) στις 9/7/2010 δεν είχε καβγαδίσει με τον κ. Χρυσάνθου και (γ) ότι ο προηγούμενος διευθυντής του αγροκτήματος της είπε ότι την θεωρούσε σημαντικό στέλεχος της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας. Η μαρτυρία της Αιτήτριας αναφορικά με τον έλεγχο των εγγραφών της αποθήκης εκτός του ότι ήταν ασαφής δεν ήταν ούτε σταθερή ούτε πειστική. Αρχικά είπε ότι με οδηγίες του αρχιλογιστή πρώτα ο αποθηκάριος έλεγχε την ορθότητα των καταχωρήσεων του και αυτή στη συνέχεια προέβαινε στις σχετικές λογιστικές πράξεις. Στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι αυτή ως υπάλληλος του λογιστηρίου έλεγχε τις καταχωρήσεις της αποθήκης με τη διευκρίνιση ότι αυτή έκανε δεύτερο έλεγχο ώστε να είναι σίγουρη για τις εντολές που θα έδινε σχετικά με τις λογιστικές εγγραφές και τις πληρωμές των προμηθευτών. Σε υποβολή ότι αυτή, αφού ο αποθηκάριος της έδινε τα δελτία της αποθήκης, έλεγχε την αποθήκη εκτυπώνοντας τις εγγραφές που είχε κάνει ο αποθηκάριος στο ηλεκτρονικό σύστημα και συγκρίνοντας τις με τα δελτία της αποθήκης, απάντησε μονολεκτικά λέγοντας ότι εκτύπωνε. Όταν ερωτήθηκε ξανά αν συμφωνεί με την πιο πάνω υποβολή απάντησε ότι αυτή εκτύπωνε τις καταχωρήσεις του αποθηκάριου ώστε να τον βοηθήσει να προχωρήσει με τον πρώτο έλεγχο για να μην την καθυστερεί και αυτήν από την ολοκλήρωση της εργασίας της. Σε ερώτηση γιατί τον Ιούλιο του 2010 δεν έκανε αυτά που ανέφερε πιο πάνω ώστε να βοηθήσει να ολοκληρωθεί το λογιστικό κλείσιμο του μήνα απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι «εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα είχα πολύ φόρτο εργασίας. Καθυστέρησα και το πρωί με τις αναλύσεις και δεν ήμουν καλά, είχα δυνατό πονοκέφαλο.». Ακολούθως σε διάσταση με τις πιο πάνω θέσεις της προέβαλε μια διαφοροποιημένη θέση λέγοντας ότι στις 9/7/2010 καθυστερούσε το λογιστικό κλείσιμο του μήνα Ιουνίου επειδή ο αποθηκάριος καθυστερούσε να εκτυπώσει και να ελέγξει την ορθότητα των καταχωρήσεων του. Μας δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο αφού η καθυστέρηση οφειλόταν σε παραλείψεις του αποθηκάριου και μη τήρηση των σχετικών εντολών του αρχιλογιστή από τον αποθηκάριο, ο κ. Χρυσάνθου αντί να προβεί σε ενέργειες όπως π.χ. σχόλιο για την ανυπακοή του αποθηκάριου, παρατήρηση στον αποθηκάριο ζήτησε από την Αιτήτρια να του δώσει τα έγγραφα που της παράδωσε ο αποθηκάριος για να διεξάγει αυτός τον έλεγχο. Θεωρούμε το ερώτημα εύλογο και το πλήγμα στην αξιοπιστία της Αιτήτριας ισχυρό. Παρατηρούμε επίσης ότι ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετά τις 9/7/2010 ζήτησε με επιστολή του δικηγόρου της από την Εργοδότρια Εταιρεία όπως της παραδώσει τα προσωπικά της αντικείμενα που άφησε στο γραφείο (α) δεν κατέθεσε ενώπιον μας οποιαδήποτε σχετική επιστολή του δικηγόρου της και (β) ο δικηγόρος της σε αντίθεση με αυτήν υπέβαλε στον κ. Χρυσάνθου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ζήτησε από την κα Σαζού όπως μαζέψει τα προσωπικά αντικείμενα της Αιτήτριας που παρέμειναν στο γραφείο για να δοθούν στην Αιτήτρια. Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της Αιτήτριας την οποία και απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη. Ο κ. Έλληνας μας προξένησε θετική εντύπωση κατά τη μαρτυρία του. Η στάση του όταν έδινε μαρτυρία από το εδώλιο ήταν φυσιολογική. Κατέθεσε με απλότητα και ήταν σταθερός στις απαντήσεις του σχετικά με τα γεγονότα για τα οποία κατέθετε. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο σημειώνουμε ότι δεν έχουμε εντοπίσει αντιφάσεις στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Παρόλο που ο κ. Έλληνας εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν διαφάνηκε ότι έχει προσωπικό συμφέρον ή τους δικούς του λόγους ώστε να μην να θέσει τα γεγονότα όπως τα βίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρούμε λοιπόν ότι το στοιχείο ότι ο κ. Έλληνας εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν είναι ικανοποιητικό από μόνο του για να απορριφθεί η μαρτυρία του κ. Έλληνα αφού κατά την κατάθεση του έκανε καλή εντύπωση, ήταν απλός, φυσικός και θετικός και δεν δίσταζε εκεί που δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε κάτι να το παραδεχθεί. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και η μαρτυρία του αποτελεί και εύρημα του Δικαστήριου σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο κ. Χρυσάνθου μας έδωσε την εντύπωση μάρτυρα αληθείας. Ήταν σταθερός κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και οι θέσεις του παρέμειναν συνεπείς χωρίς να κλονιστούν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Ο τρόπος που κατέθεσε ήταν αυθεντικός. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με ευθύτητα. Εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο η Αιτήτρια δεν παρέδωσε στις 9/7/2010 το κλειδί του γραφείου της και τη μηχανή ασφαλείας με την οποία προέβαινε η Αιτήτρια σε ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές της Εργοδότριας Εταιρείας. Απέρριψε ευθαρσώς όλες τις υποβολές/εισηγήσεις του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε την Αιτήτρια με σκοπό τη μείωση των εξόδων της. Σημειώνουμε ότι οι εν λόγω υποβολές/εισηγήσεις του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν στηρίζονται σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και ως εκ τούτου παρέμειναν μετέωρες. Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κ. Χρυσάνθου. Η εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας όπως παρουσιάστηκε μέσα από τη μαρτυρία του κ. Χρυσάνθου σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υποστηρίζεται σε ουσιαστικά σημεία από τη μαρτυρία της κας Σταύρου και μας φάνηκε πιο θετική, φυσιολογική και ειλικρινής από αυτή της Αιτήτριας. Η κα Σταύρου μας προξένησε καλή εντύπωση κατά τη μαρτυρία της. Η στάση της όταν έδινε μαρτυρία από το εδώλιο ήταν φυσιολογική. Κατέθεσε με απλότητα και ήταν σταθερή στις απαντήσεις της. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε η εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο σημειώνουμε ότι η κα Σταύρου δεν εργάζεται πλέον στην Εργοδότρια Εταιρεία και κατά την αντεξέταση της δεν διαφάνηκε ότι έχει προσωπικό συμφέρον ή τους δικούς της λόγους ώστε να μην να θέσει τα γεγονότα όπως τα βίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η κα Σταύρου δεν θυμόταν κατά πόσον η Αιτήτρια πήρε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα όταν έφυγε από την εργασία της στις 9/7/2010, λόγω της απουσίας κλονισμού της μαρτυρίας της στα υπόλοιπα ουσιώδη σημεία για τα επίδικα γεγονότα και λόγω του ότι κατά την κρίση μας κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό αφού έχουν παρέλθει 4 χρόνια από τότε που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό μέχρι τη μέρα που έδωσε μαρτυρία, δεν κρίνεται ως ικανό στοιχείο για τη μείωση της αξιοπιστίας της. Οφείλουμε να πούμε ότι δεν θεωρούμε ότι οι διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας του κ. Χρυσάνθου και της μαρτυρίας της κας Σταύρου σχετικά (α) με το κατά πόσον η Αιτήτρια στις 9/7/2010 πήρε μαζί της όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και (β) με τα λόγια που ειπώθηκαν από την Αιτήτρια και τον κ. Χρυσάνθου τη στιγμή που η Αιτήτρια έφευγε από την εργασία της[7] είναι τόσης σημασίας που να μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιαστικές αντιφάσεις που να οδηγούν στην απόρριψη ολόκληρης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας από τον κ. Χρυσάνθου και την κα Σταύρου. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία του κ. Χρυσάνθου και της κας Σταύρου ως αξιόπιστη. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία τους που τέθηκε ενώπιον μας από τον κ. Χρυσάνθου και την κα Σταύρου καταλήγουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας και κυρίως ο κ. Χρυσάνθου. Η μαρτυρία του κ. Χρυσάνθου αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκουμε ότι τα όσα μας ανέφερε σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης Εργατικής Διαφοράς ο κ. Χρυσάνθου αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης τα οποία και υιοθετούμε πέραν των όσων αναφέραμε πιο πάνω ως παραδεκτά γεγονότα και δεν θα τα επαναλάβουμε. Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και θέτοντας τα στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών είναι η κατάληξη μας ότι η Αιτήτρια στις 9/7/2010 εξέφρασε με σαφήνεια τη βούληση της να τερματίσει τις υπηρεσίες στην Εργοδότρια Εταιρεία. Οι λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στις 9/7/2010 από την Αιτήτρια σε συνδυασμό (α) με τη συμπεριφορά που εκδήλωσε κατά την αποχώρηση της από το χώρο εργασίας της, (β) με τις περιστάσεις που την οδήγησαν να εκδηλώσει τέτοια συμπεριφορά και (γ) με το γεγονός ότι μέχρι και το μεσημέρι της 12/7/2010 δεν ειδοποίησε την Εργοδότρια Εταιρεία για την άδεια απουσίας από την εργασία της λόγω ασθένειας που της έδωσε ο γιατρός της, κατά την κρίση μας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένας μέσος λογικός εργοδότης θα αντιλαμβανόταν ότι σκοπός της Αιτήτριας στις 9/7/2010 όταν αποχώρησε από τον χώρο εργασίας της ήταν να εγκαταλείψει την εργασία της και να τερματίσει τις υπηρεσίες της. Εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων μας κρίνουμε ομόφωνα ότι η Αιτήτρια στις 9/7/2010 υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση της από την εργασία της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις της Αιτήτριας για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της και πληρωμή αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Σημειώνουμε ότι η πιο πάνω κρίση μας σχετικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του κ. Χρυσάνθου παρά την μη πλήρη συμφωνία της με τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 18 δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης για τον λόγο ότι και αν ακόμα απορρίπταμε τη μαρτυρία του κ. Χρυσάνθου και της κας Σταύρου ως αναξιόπιστη, η μη αποδοχή της μαρτυρίας της Αιτήτριας από το Δικαστήριο λόγω αναξιοπιστίας θέτει τόσο την εκδοχή της Αιτήτριας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την απέλυσε όσο και το αίτημα της για αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης σε απόρριψη[8]. Η Αιτήτρια, η οποία είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της, απέτυχε να αποδείξει την απόλυση της από την Εργοδότρια Εταιρεία αφού λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που προσκόμισε προς υποστήριξη της θέσης της ως αναξιόπιστης, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία που να αποτελέσει βάση για ευρήματα πέραν των αναντίλεκτων γεγονότων που σημειώθηκαν πιο πάνω. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδεικνύει τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια υπέβαλε ρητά παραίτηση δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης της Αιτήτριας. Τα αναντίλεκτα γεγονότα μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις η Αιτήτρια επέδειξε τέτοια συμπεριφορά που θα έκανε την Εργοδότρια Εταιρεία να πιστέψει ότι απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και ο μέσος λογικός εργοδότης στις 9/7/2010 θα αντιλαμβανόταν ότι σκοπός της Αιτήτριας ήταν να εγκαταλείψει την εργασία της και να τερματίσει τις υπηρεσίες της. Κατάληξη Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της και η αίτηση της απορρίπτεται. Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και εις βάρος της Αιτήτριας δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................... Μ. Πρωτοπαπά, Μέλος. Δ. Χαριλάου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Οικειοθελής αποχώρηση). [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari
(1990)1 AAΔ 315. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)" Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Share
(1978)2 ALL E.R. 713. [5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then(unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (eg 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." Επίσης στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: " ..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered... Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, ie what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: 'the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.' Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd : 'A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.' Subject to this , the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation." [6] Η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι όταν ο σύζυγος της την παρότρυνε να φύγει από την εργασία της και να πάει στο γιατρό αυτή του είπε : «να τα ξαπολύσω και να φύω στην κατάσταση με τόση δουλειά που έχω;». [7] Ο κ. Χρυσάνθου είπε ότι η Αιτήτρια πήγε στο γραφείο του και του έριξε μπροστά του τα κλειδιά του ταμείου λέγοντας του «παραιτούμαι, εγώ φεύγω, έχω καταντήσει η τελευταία υπάλληλος του αγροκτήματος, κανεί, παραιτούμαι», ότι αυτός της απάντησε ότι κανείς δεν την θεωρεί την τελευταία υπάλληλο του αγροκτήματος, η ίδια όμως με τη συμπεριφορά της μετά τις αυξήσεις στους μισθούς έχει εκθέσει τον εαυτό της και ότι η Αιτήτρια του είπε ξανά «παραιτούμαι, φεύγω» και έφυγε. Η κα Σταύρου στο Τεκμήριο 18 αναφέρει ότι η Αιτήτρια είπε στον κ. Χρυσάνθου «φεύγω» και αφού χτύπησε την πόρτα έφυγε. [8] Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212 έχει λεχθεί: «If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in part) according to the view taken of his credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». Η ίδια αντιμετώπιση υπάρχει στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Νέστωρα Χ΄΄ Νέστωρος
(1990)1 C.L.R. 41. "Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά το βάρος της απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχή ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο