ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. Σ.Π.Ε. ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 262/10, 2/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Δ. Αναστασίου ) Δ. Χριστοδούλου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 262/10 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ Αιτήτριας και
- Σ.Π.Ε. ΟΡΕΙΝΗΣ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ΄ ών η αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ: 29/5/
- Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ Αιτήτριας και
- Σ.Π.Ε. ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 2 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Ζ. Νικολάου. Για την Καθ΄ ής η αίτηση 1: Ο κ.Χ. Ιωάννου. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Γ. Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ής η αίτηση 1 είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία η οποία δημιουργήθηκε με τη συγχώνευση άλλων Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών μεταξύ των οποίων ήταν και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ορεινής Πιτσιλιάς (στο εξής «Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς»). Η Αιτήτρια απασχολήθηκε ως πωλήτρια στην υπηρεσία της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς στο κατάστημα πώλησης καταναλωτικών ειδών (μπακάλικο) που διατηρούσε η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς στο χωριό Άγιος Παύλος της επαρχίας Λεμεσού από τις 4/1/1993 μέχρι τις 31/1/2009, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η απασχόληση της από την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς για λόγους πλεονασμού. Στις 2/12/2008 η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς παρέδωσε στην Αιτήτρια επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της (Τεκμήριο 2) στην οποία αφού σημείωνε ότι αποφάσισε την παύση της διεξαγωγής της επιχείρησης του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών ειδών στην οποία απασχολείτο ως πωλήτρια και τη μεταβίβαση ή ενοικίαση του μπακάλικου σε τρίτο πρόσωπο την ενημέρωνε ότι λόγω των πιο πάνω και επειδή λόγω προσόντων δεν μπορούσε να την απασχολήσει στα άλλα τμήματα της τα οποία ασχολούνται με τραπεζικές εργασίες, η υπηρεσία της τερματίζεται και ότι θα της καταβληθούν όλα τα ωφελήματα που δικαιούται. Κατά την περίοδο Οκτωβρίου 2008 - Ιανουαρίου 2009 η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς εξέτασε προσφορά που υπέβαλε η Αιτήτρια για να της παραχωρηθεί το κατάστημα πώλησης καταναλωτικών ειδών στον Άγιο Παύλο αφού προηγουμένως κατά την περίοδο Αυγούστου - Οκτωβρίου 2008 είχε (η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς) αναρτήσει ανακοινώσεις για λήψη προσφορών για διαχείριση του εν λόγω καταστήματος και αποφάσισε όπως εγκρίνει την παραχώρηση του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών ειδών στον Άγιο Παύλο στην Αιτήτρια. Κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ της Αιτήτριας και της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς συμφωνήθηκε όπως η Αιτήτρια αγοράσει το εμπόρευμα που υπήρχε στο μπακάλικο με έκπτωση 30% και όπως ενοικιάσει το υποστατικό στο οποίο ασκείτο η επιχείρηση καταστήματος πώλησης καταναλωτικών ειδών μαζί με τον υφιστάμενο εξοπλισμό του (ηλεκτρονική ζυγαριά, ράφια, ψυγείο, ταμειακή μηχανή κ.λ.π.) για τέσσερα χρόνια από την 1/2/2009 μέχρι 31/1/2013 (Βλέπε δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 7). Το ενοίκιο για την περίοδο 1/2/2009 μέχρι 31/1/2010 θα ήταν €0 και για την περίοδο 1/2/2010 μέχρι 31/1/2013 €60 μηνιαίως (Τεκμήριο 6). Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας πριν την απόλυση της για σκοπούς του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (στο έξης «ο Νόμος») ήταν €248,
- Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονασμού (στο εξής «το Ταμείο») για πληρωμή λόγω πλεονασμού στις 24/4/2009 η οποία απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 6/4/
- Τα πιο πάνω γεγονότα είτε δηλώθηκαν ως παραδεκτά από τους δικηγόρους των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία είτε προκύπτουν ως παραδεκτά από τα δικόγραφα και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον μας από κοινού από τους δικηγόρους των διαδίκων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον μας. Σημειώνουμε ότι με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς η Αιτήτρια αξιώνει από την Καθ΄ ής η αίτηση 1 αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου και διαζευκτικά σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι η απόλυση της οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού πληρωμή από το Ταμείο με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Η Καθ΄ ής η αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους του τροποποιημένου έγγραφου εμφάνισης της απορρίπτει την εναντίον της αξίωση ισχυριζόμενη ότι η Αιτήτρια απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό κατόπιν απόφασης της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς για παύση λειτουργίας του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών ειδών στο οποίο εργοδοτείτο η Αιτήτρια και ότι όντως η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς έπαυσε να λειτουργεί την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο η Αιτήτρια. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφάνισης του ισχυρίζεται ότι πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας η εταιρεία Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς αποδέχτηκε προσφορά της Αιτήτριας για μεταβίβαση του μπακάλικου στην Αιτήτρια πράγμα που έγινε αμέσως μετά την απόλυση της Αιτήτριας και εγγραφής της Αιτήτριας ως αυτοτελώς εργαζόμενης. Είναι η θέση του ότι η αίτηση της Αιτήτριας που υποβλήθηκε στο Ταμείο απορρίφθηκε γιατί από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του διαπιστώθηκε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού αλλά σε πώληση, εξαγορά ή μεταβίβαση της επιχείρησης και/ή του τμήματος της επιχείρησης στην οποία απασχολείτο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων έγινε παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι η Αιτήτρια μετά την απόλυση της από την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς λειτουργούσε ως αυτοτελώς εργαζόμενη κατάστημα πώλησης καταναλωτικών αγαθών στον Άγιο Παύλο στο κατάστημα που ενοικίασε από την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς και στο οποίο κατάστημα πριν την 1/2/2009 η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς λειτουργούσε την επιχείρηση του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών αγαθών στον Άγιο Παύλο. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i) Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii)Καταργήσεις τμημάτων. (iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii)Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το άρθρο 20 του Νόμου προβλέπει τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδοτούμενος αν και απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 20 προνοεί τα πιο κάτω: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού- (α)εάν προ του τερματισμού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.» Σημειώνουμε ότι το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Στην επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, προνοούνται τα ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228). Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του άρθρου 20 του Νόμου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Παρατηρούμε λοιπόν ότι στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Νόμος ότι ο εργοδοτούμενος δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο παρά το ότι η απόλυση του έγινε κάτω από συνθήκες πλεονασμού το συνεχές της απασχόλησης του εργοδοτούμενου δεν διακόπτεται και ο εργοτοδούμενος είχε την ευκαιρία να συνεχίσει να απασχολείται με τους ίδιους ή παρόμοιους όρους εργοδότησης είτε στον εργοδότη του είτε σε ένα άλλο εργοδότη ανάλογα με την περίπτωση. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει του άρθρου 18(α) του Νόμου εκτός αν
(1)η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης οφείλεται σε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» σε άλλο επιχειρηματία - εργοδότη και
(2)ο νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου[1]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης, ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος μετά από μεταβίβαση της «ως έχει» σε αυτόν, του προσφέρει εργασία με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησης του[2]. Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει να κριθεί ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» από τον ένα εργοδότη στον άλλο και ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου έχει ανανεωθεί. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του Νόμου το πρόσωπο που αναλαμβάνει μια επιχείρηση «ως έχει»[3] δεν υποχρεούται να συνεχίσει την εργοδότηση του υπάρχοντος προσωπικού και το προσωπικό που απολύθηκε από τον εργόδοτη που μεταβίβασε την επιχείρηση του δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το 2000 θεσπίστηκε ο Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμος (Ν.104(Ι)/2000)για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής νομοθεσίας με το Κοινοτικό Δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ[4] (″η Οδηγία″). Σημειώνουμε ότι ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες[5]. Ο σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη[6]. Οι διατάξεις της στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στη διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάξει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτούμενων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από μόνο το γεγονός της μεταβίβασης[7]. Σκοπός της Οδηγίας όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (τότε ονομαζόταν Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ)) είναι ″. να διασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση της επιχείρησης κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα″[8], ″. η εξασφάλισης της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη......″[9] και ″...να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντας τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα″[10]. Το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οφείλει λοιπόν να λάβει υπόψη του τη διατύπωση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[11]. Τα άρθρα 3
(1),
(2)και
(3), 4
(1), 5
(1)και 10
(1)και
(2)του Ν.104(Ι)/2000 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) προνοούν τ΄ ακόλουθα: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
(2)Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)και των ακόλουθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.
(3)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις .......................... 4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα. ................................ 5
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. .................................... 10
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τους όρους εργασίας που ίσχυαν στην επιχείρηση του εκχωρητή, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά, των διατάξεων των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994.
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.» Παρατηρούμε ότι με βάση τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 ο νέος εργοδότης δεν υποχρεούται όπως προσλάβει το προσωπικό της επιχείρησης που ανέλαβε αλλά απαγορεύεται τόσο στον νέο εργοδότη όσο και στον προηγούμενο εργοδότη να προβούν σε πράξεις με τις οποίες ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σκοπό της Οδηγίας που είναι να διατηρηθεί η υπόσταση και το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση. Ως εκ τούτου σε περίπτωση που το προσωπικό της επιχείρησης απολυθεί λόγω της μεταβίβασης είτε πριν τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση είτε μετά τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση τότε η απόλυση του προσωπικού είναι παράνομη και οι εργοδοτούμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις[12]. Με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση του λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη ή κατάργηση τμήματος λόγω μεταβίβασης του τμήματος σε άλλο εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000, η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης ή η κατάργηση τμήματος δεν αποτελούν πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση και κατά συνέπεια απόλυση εργοδοτουμένου λόγω παύσης διεξαγωγής επιχείρησης συνεπεία μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλο επιχειρηματία θεωρείται ως παράνομη απόλυση[13]. Με βάση το άρθρο 4
(1)το Ν.104(Ι)/2000όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη. Με βάση νομολογία του ΔΕΕ μετά την ημερομηνία μεταβίβασης
(1)ο προηγούμενος εργοδότης απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του ως εργοδότης και οι εν λόγω υποχρεώσεις του μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη ανεξάρτητα από τη θέληση του εργοδοτούμενου[14] και
(2)οι εργοδοτούμενοι που απολύθηκαν παράνομα από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση λίγο πρίν τη μεταβίβαση και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση «μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως[15].» Σύμφωνα με τα άρθρα 3
(1)και 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 για να εφαρμοστούν οι προστατευτικές για τον εργοδοτούμενο ρυθμίσεις πρέπει να συνυπάρχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ να έχει ως αντικείμενο μια οικονομική μονάδα, (β) η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας που μεταβιβάστηκε να διατηρείται μετά τη μεταβίβαση, και (γ) να υπάρχει μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ η οποία είναι το αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης[16]. Σύμφωνα με την Οδηγία (άρθρο 1 (β)) και τον Ν.104(Ι)/2000 (άρθρο 3
(2)) ″επιχείρηση″, ″εγκατάσταση″ ή ″τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης″ θεωρείται η οικονομική οντότητα που συντίθεται από ένα σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας. Με το σύνολο των οργανωμένων πόρων εννοείται η ενότητα υλικών μέσων (κτήρια, μηχανήματα, τεχνικός και τεχνολογικός εξοπλισμός κ.λ.π) και άϋλων αγαθών (έννομες σχέσεις, φήμη, πελατεία, εσωτερική οργάνωση, δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικά γνωρίσματα, κ.λ.π.). Στην απόφαση στην υπόθεση C-13/95 Suzen, ημερ. 11/3/1997 το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι η έννοια της οικονομικής μονάδας κατά την Οδηγία αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας η οποία επιδιώκει τον ίδιο σκοπό[17]. Το ΔΕΕ στις αποφάσεις του τόνισε ότι η επίλυση του ζητήματος αν η Οδηγία εφαρμόζεται εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο και για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εντός του πλαισίου των εννοιών του άρθρου 1(β) της Οδηγίας (Βλέπε άρθρο 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000) (δηλαδή κατά πόσον (α) η υπό εξέταση περίπτωση αφορά μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας οργανωμένης κατά σταθερό τρόπο και (β) αν η εν λόγω οικονομική μονάδα / οντότητα διατηρεί την ταυτότητα της μετά τη μεταβίβαση) το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που περιβάλλουν το επίδικο γεγονός/την επίδικη πράξη. Στα πλαίσια της συνολικής εκτίμησης το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω επιμέρους στοιχεία, τα οποία ανάλογα με την περίπτωση (είδος της επιχειρήσεως περί της οποίας πρόκειται- στα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της επιχείρησης περιλαμβάνεται και ο σκοπός της ο οποίος καθορίζει το αντικείμενο της παραγωγής και υπαγορεύει ποια θα είναι τα υπόλοιπα στοιχεία της επιχείρησης και πως θα συντεθούν για να πάρει το σχήμα της η επιχείρηση) έχουν και την ανάλογη βαρύτητα: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα κ.λ.π.), (β) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών καθώς και η αξία τους, (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο εργοδότη, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και (στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής/πιθανής αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών[18]. Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν επί μέρους πλευρές της γενικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμηθούν μεμονωμένα. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης μεταβίβασης για τους σκοπούς της Oδηγίας είναι η επιχείρηση να διατηρήσει την ταυτότητα της υπό την έννοια ότι μεταβιβάζεται μία οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει μεταξύ άλλων από (α) την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την ανάληψη αυτής (με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες) (Βλέπε Απόφαση 287/66 Ny Molle Kro, ημερ. 17/12/1987, Απόφαση Hidalgo 173/96 ημερ. 10/12/1998) και (β) τη διατήρηση της οργανωτικής ενότητας της επιχείρησης. Η διατήρηση της ταυτότητας προϋποθέτει ότι ο λειτουργικός δεσμός μεταξύ των μεταβιβασθέντων συντελεστών παραγωγής ο οποίος παρέχει στον νέο επιχειρηματία / εργοδότη τη δυνατότητα να τους αξιοποιήσει και να τους χρησιμοποιήσει για την άσκηση της ίδιας ή όμοιας δραστηριότητας, εξακολουθεί να υφίσταται ασχέτως αν ο νέος φορέας της επιχείρησης δεν διατηρεί την οργάνωση εργασίας του προηγούμενου φορέα αλλά εντάσσει τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία σε μια διαφορετική οργανωτική δομή[19]. Όσον αφορά την προϋπόθεση η μεταβίβαση της επιχείρησης να αποτελεί νομική μεταβίβαση, η νομολογία του ΔΕΚ[20] υποστηρίζει ότι η Οδηγία έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ο οποίος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση ανεξάρτητα από το αν η ιδιοκτησία (κυριότητα) της επιχείρησης έχει μεταβιβαστεί ή όχι.[21] Στην απόφαση του ΔΕΕ C-234/98 Allen v. Amalgamated Construction Co Ltd [1999] ECR I- 8643 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την Οδηγία : «
- Σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως. Κατά το άρθρο 2, στοιχεία α´ και β´, της οδηγίας, ως «εκχωρητής» και ως «εκδοχέας» νοούνται, αντιστοίχως, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβιβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει ή αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως.
- Η οδηγία εφαρμόζεται, επομένως, εφόσον υπάρχει μεταβολή, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως, του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο, ως εκ τούτου, συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να εξετάζεται το αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως .....................................
- Επομένως, σκοπός της οδηγίας είναι να καλύπτει όλες τις νομικές μεταβολές του προσώπου του εργοδότη, εφόσον, εξάλλου, πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει...» Να σημειώσουμε ότι τόσον η Οδηγία[22] όσον και η Οδηγία 2001/23/ΕΚ[23] περιέχουν πρόνοιες που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους. Η δυνατότητα αυτή εκφράζει την πολιτική του Κοινοτικού Νομοθέτη ότι με την Οδηγία επιδιώκεται απλώς η διασφάλιση ενός ελάχιστου / κατώτατου κοινού επίπεδου προστασίας των εργοδοτουμένων και όχι η εισαγωγή ενιαίου βαθμού προστασίας στα κράτη μέλη. Με βάση τα πιο πάνω οι διατάξεις του Νόμου (Ν.24/67) στην περίπτωση που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον Ν.104(Ι)/2000 με την έννοια του περιορισμού των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων που διασφαλίζει η Οδηγία εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται. Είμαστε της γνώμης ότι ακόμα και μετά την εναρμόνιση της Κυπριακής Νομοθεσίας με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες με τη θέσπιση του Ν.104(Ι)/2000 εκεί που οι ρυθμίσεις του Νόμου (Ν.24/67) είναι ευνοϊκότερες για τους εργοδοτούμενους από αυτές του Ν.104(Ι)/2000 εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Νόμου (Ν.24/67) καθότι ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που προστατεύεται με την Οδηγία. Μόνο ο εργοδοτούμενος μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες της Οδηγίας για να απολαύσει προστασία[24] και συνακόλουθα η ερμηνεία των κανόνων της Οδηγίας πρέπει να κατευθύνεται στην υλοποίησης της προστασίας του εργοδοτούμενου και όχι στην υπονόμευση ή την άρση της. Η υποστήριξη της θέσης ότι οι κανόνες της Οδηγίας μπορούν να παρέχουν δικαιώματα στον εργοδότη ή στο Ταμείο σε βάρος του εργοδοτούμενου οδηγεί σε άρση της προστασίας του εργοδοτουμένου και συνακόλουθα δεν μπορεί να βρει έρεισμα[25]. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που να οδηγεί σε καθεστώς δυσμενέστερο για τους εργοδοτούμενους από αυτό που ίσχυε πριν την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/ 2000 δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας να υιοθετηθεί. Στην προκείμενη περίπτωση η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο η Αιτήτρια. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς τερμάτισε τις υπηρεσίες της Αιτήτριας για λόγους πλεονασμού και κατά συνέπεια η Καθ' ής η αίτηση 1 δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημιώσεις στην Αιτήτρια. Η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Νόμου εκτός αν το δικαίωμα της αυτό εξουδετερώθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20(β) του Νόμου λόγω της ανάληψης από αυτήν της λειτουργίας του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών αγαθών στον Άγιο Παύλο. Η Αιτήτρια ενοικίασε το υποστατικό το οποίο χρησιμοποιείτο ως μπακάλικο μαζί με όλο τον εξοπλισμό του καταστήματος ο οποίος ήταν απαραίτητος για τη διεξαγωγή της επιχείρησης του μπακάλικου και παράλληλα αγόρασε και όλο το απόθεμα των αγαθών που υπήρχε στο κατάστημα. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια την 1/2/2009 έγινε κάτοχος μιας τρέχουσας επιχείρησης τις δραστηριότητες της οποίας μπορούσε να συνεχίσει χωρίς διακοπή. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η Αιτήτρια ανέλαβε την επιχείρηση του μπακάλικου στον Άγιο Παύλο που διατηρούσε η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς και συνέχισε τη λειτουργία της. Βρίσκουμε λοιπόν ότι η επιχείρηση που διατηρούσε η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς μεταβιβάστηκε «ως έχει» στην Αιτήτρια. (Βλέπε Γιαννούλα Τομάζου κ.α. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 1078). Σημειώνουμε ότι με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος "εργοδοτούμενος" περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, και εργάζεται στην εταιρεία αυτή, όχι όμως με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.» Η Αιτήτρια συνέχισε από την 1/2/2009 την επιχείρηση του μπακάλικου, που πριν από αυτή την ημερομηνία διαχειριζόταν η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς, ως αυτοτελώς εργαζόμενη. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια έπαυσε μετά την απόλυση της από την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς να είναι εργοδοτούμενη εντός του πλαισίου της έννοιας του Νόμου και συνακόλουθα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών αγαθών σε αυτήν ανανέωση της σύμβασης εργασίας που είχε με την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου (δεν υπάρχει πλέον σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου). Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα της Αιτήτριας για πληρωμή λόγω πλεονασμού δεν εξουδετερώθηκε από τις πρόνοιες του άρθρου 20(β) του Νόμου. Το γεγονός ότι μετά τη μεταβίβαση η Αιτήτρια συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης υπό διαφορετικό καθεστώς απασχόλησης (αυτό του αυτοτελώς εργαζόμενου) το οποίο καθεστώς δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου έχει ως αποτέλεσμα:
(1)να διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης της (τα χρόνια που απασχολήθηκε στην Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς δεν μπορούν να προστεθούν στα χρόνια που εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενη) και
(2)σε περίπτωση που θα παύσει η ίδια να λειτουργεί την επιχείρηση του μπακάλικου στον Άγιο Παύλο δεν θα έχει το δικαίωμα σε πληρωμή λόγω πλεονασμού καθότι δεν είναι πλέον εργοδοτούμενη εντός της έννοιας του Νόμου. Τα πιο πάνω υποστηρίζουν, κατά την άποψη μας, το πιο πάνω συμπέρασμα μας καθότι η Αιτήτρια μετά τη μεταβίβαση έχασε όλα τα δικαιώματα που είχε δυνάμει του Νόμου ως εργοδοτούμενη (όπως σημειώσαμε πιο πάνω με το άρθρο 20 του Νόμου οι εργοδοτούμενοι που χάνουν το δικαίωμα για πληρωμή λόγω πλεονασμού διατηρούν τα δικαιώματα τους που έχουν δυνάμει του Νόμου και δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης τους). Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του ΔΕΕ λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της επιχείρησης του μπακάλικου, βρίσκουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει (α) νομική μεταβίβαση (αν και δεν υπήρξε μεταβίβαση της κυριότητας επιχείρησης, στην προκειμένη περίπτωση μέσω συμβάσεων (ενοικίασης υποστατικού και εξοπλισμού, πώλησης αποθέματος) υπήρξε μεταβολή του προσώπου που ήταν υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης του μπακάλικου στον Άγιο Παύλο) και (β) μεταβίβαση οικονομικής μονάδας η οποία διατήρησε την ταυτότητα της υπό τον νέο φορέα δεδομένου ότι η Αιτήτρια συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα του μπακάλικου που διατηρούσε πριν η Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς χωρίς διακοπή και χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της επιχείρησης και ότι τα επί μέρους μεταβιβασθέντα από την Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς στην Αιτήτρια στοιχεία (υποστατικό, εξοπλισμός, στοκ, κ.λ.π.) της εν λόγω επιχείρησης συνιστούσαν ένα σύνολο οργανωμένων πόρων που διατηρούσαν την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς του μπακάλικου υπό τον νέο φορέα της επιχείρησης, την Αιτήτρια. Συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας γεγονότα καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει εντός των πλαισίων των διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000. Συνακόλουθα δυνάμει του άρθρου 10
(1)του Ν.104(Ι)/2000 ο τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας από την Σ.Π.Ε Ορεινής Πιτσιλιάς είναι παράνομος καθ΄ ότι έγινε λόγω παύσης της διεξαγωγής της επιχείρησης του καταστήματος πώλησης καταναλωτικών ειδών στον Άγιο Παύλο από αυτήν, που οφείλεται στη μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης στην Αιτήτρια, ο οποίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 δεν συνιστά νόμιμο λόγο τερματισμού της απασχόλησης. Δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Σ.Π.Ε Ορεινής Πιτσιλιάς σχετικά με τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας μεταβιβάστηκαν στην Αιτήτρια. Δυνάμει λοιπόν των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 η Αιτήτρια θεωρείται ότι αυτή έδωσε την ειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησης της και υπέχει την ευθύνη για τον τερματισμό των υπηρεσιών της ενώ η Σ.Π.Ε Ορεινής Πιτσιλιάς απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη είχε ως εργοδότης της Αιτήτριας. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δεν δικαιούται αποζημιώσεις από την Καθ΄ής η αίτηση
- Ούτε πληρωμή από το Ταμείο. Περαιτέρω επειδή η Αιτήτρια μετά τη μεταβίβαση και την ανάληψη της επιχείρησης του μπακάλικου από αυτήν εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενη τα χρόνια που απασχολήθηκε στη Σ.Π.Ε Ορεινής Πιτσιλιάς δεν μπορούν να προστεθούν στα χρόνια που θα απασχοληθεί ως αυτοτελώς εργαζόμενη δυνάμει των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 καθότι οι προστατευτικές διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000 εφαρμόζονται μόνο σε εργοδοτούμενους. Όπως τονίσαμε πιο πάνω, οποιαδήποτε ερμηνεία του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας που θέτει τον εργοδοτούμενο σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που ίσχυε στην Κύπρο πριν τη θέσπιση του Ν.104(Ι)/2000 δεν μπορεί να υιοθετηθεί καθ΄ ότι θα στερούσε τον εργοδοτούμενο από την ελάχιστη / κατώτατη προστασία που σκοπεύει να του παρέχει η Οδηγία. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Νόμου (Ν24/67) καθότι είναι ευνοϊκότερες για την Αιτήτρια ως εργοδοτούμενη από αυτές του Ν.104(Ι)/
- Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η απόλυση της Αιτήτριας έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(α) του Νόμου και κατά συνέπεια η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης της (16 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται η Αιτήτρια αντιστοιχεί με τις απολαβές 41.5 εβδομάδων ήτοι ποσό €10.319,39 (49.5 Χ €248,66). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €10.319,39 με νόμιμο τόκο. Η αίτηση εναντίον της Καθ΄ ής η αίτηση 1 για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας απορρίπτεται. Εν όψει της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης και του καινοφανούς του επίδικου θέματος δεν επιδικάζουμε έξοδα. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................... Δ. Αναστασίου, Μέλος. Δ. Χριστοδούλου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω μεταβίβασης επιχείρησης / Ανάληψη επιχείρησης από εργοδοτούμενο ως αυτοτελώς εργαζόμενος). [1] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [2] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. [3] Έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να ανανεώσει τη σύμβαση απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στον επιχειρηματία που του μεταβίβασε την επιχείρηση. Από τη στιγμή όμως που είτε ρητώς είτε σιωπηρώς του ανανεώνει τη σύμβαση εργασίας τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον αρχικό εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχολήσεως των εργοδοτουμένων ως απασχόληση στον νέον εργοδότη και η απασχόληση του εργοδοτούμενου ως συνεχής με την απασχόληση του στον προηγούμενο εργοδότη. [4] Η Οδηγία 98/50/ΕΚ θεσπίσθηκε για να διευκρινίσει ορισμένα σημαντικά ζητήματα ερμηνείας που προέκυψαν κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ υπό το φως των αποφάσεων του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 98/50/ΕΚ σημειώνει ότι: ″. για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί η νομική έννοια των μεταβιβάσεων με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι μία τέτοια διευκρίνιση δεν συνιστά τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου″. [5] Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. [6] Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ τονίζει ότι: ″Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους″. [7] Απόφαση ΔΕΚ 19/83 Wendelboe, Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas [8] Απόφαση ΔΕΚ 324/1986 Telerrup, Απόφαση ΔΕΚ 135/1983 Abels. [9] Απόφαση ΔΕΚ 173/96 Hidalgo. [10] Απόφαση ΔΕΚ 287/66 Ny Molle Kro. [11] Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA. [12] Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ. 628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». [13] Άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/
- [14] Το ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.».Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου. Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση Αρ. 359/2009 CTC-ARI AIRPORT LTD V
- Χαράλαμπου Ανδρέου ημερομηνίας 26.11.
- [15] Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως».. [16] Απόφαση ΔΕΚ C-51/00 Temco Service Industries SA v. Imzilyen,, Β. Δούκα, ″Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας″, 1997, σελ. 28, 47, 89-90., C. Barnard ″E C Employment Law″, 4rd Edition, Oxford University Press, σελ. 581: "There are now three elements that need to be shown :
(1)there is an economic entity,
(2)which has been transferred, and
(3)that entity retains its identity following the transfer." [17] Στην απόφαση Case C-108/10 Scattalon v. Ministero dell' Istruzione ημερ. 6/9/2011 το ΔΕΕ διευκρίνισε την έννοια της επιχείρησης και της οικονομικής μονάδας λέγοντας ότι: «
- Επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 αποτελεί κάθε σταθερά οργανωμένη οικονομική οντότητα, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής της και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς της. Οικονομική οντότητα αποτελεί, δηλαδή, κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων, το οποίο καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός και το οποίο είναι επαρκώς οργανωμένο και αυτοτελές.......
- Η έννοια της «οικονομικής δραστηριότητας» που περιλαμβάνεται στον παρατεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ορισμό καλύπτει κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά.» [18] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ C-24/85 Spijkers, Απόφαση ΔΕΚ C-209/91 Watson Rask, Απόφαση ΔΕΚ C-392/92 Schmidt,, Απόφαση ΔΕΚ C-13/95 Suzen. [19] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ι. Κουκιάδη , Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας , Στ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012 στη σελίδα 397:«.πρέπει να μεταβιβάζονται στοιχεία που διατηρούν οργανική ενότητα που συνιστούν συνδυασμό υλικών στοιχείων ( μηχανήματα, κτίρια) ή άϋλων (πελατεία, φήμη, δραστηριότητα , σήμα, ανάληψη προσωπικού) έτσι ώστε να διαφυλάττεται η επιδίωξη του συνδεόμενου με αυτές σκοπού». Στο σύγγραμμα της Β. Δούκα «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικής Σχέσης Εργασίας» 1997, στη σελίδα 122:″Η δραστηριότητα της επιχείρησης, όπως προσδιορίζεται μέσα από τον σκοπό της, ανάγεται σε ουσιώδους σημασίας παράγοντα, επειδή αποτελεί τη συνισταμένη στην οποία συγκλίνει η αξιολόγηση των μεταβιβαζομένων στοιχείων. Η διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης δεν εξαρτάται από πόσα στοιχεία μεταβιβάζονται αλλά από το αν τα στοιχεία που μεταβιβάζονται πείθουν ότι στο νέο φορέα τους περιέχεται η ίδια επιχείρηση″. [20] Το ΔΕΚ ερμήνευσε αρκετά ελαστικά την έννοια της συμβατικής μεταβίβασης ώστε να ανταποκρίνεται προς το σκοπό της Οδηγίας (Βλέπε C. Barnard ″E C Employment Law″, 3rd Edition, Oxford University Press, σελ. 628-634). [21] Στην υπόθεση 287/66 Ny Molle Kro, το ΔΕΚ ανέφερε ότι : ″σκοπός της Οδηγίας είναι να εξασφαλίσει . τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία .. Επομένως έχει εφαρμογή η Οδηγία , εφόσον υπάρχει μεταβολή , προκύπτουσα από συμβατική εκποίηση ή συγχώνευση του -φυσικού ή νομικού - προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης.. και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή όχι της κυριότητας της επιχείρησης.. Οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης της οποίας αλλάζει ο κάτοχος, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας, βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των εργαζομένων εκποιηθείσας επιχείρησης και χρήζουν επομένως της ίδιας προστασίας.″; Στην υπόθεση C- 463/09 Clece Sa, λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 77/187, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2001/23, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως.» [22] Άρθρο
- [23] Άρθρο
- [24] Απόφαση ΔΕΚ 257/1986, Ny Molle Kro, Απόφαση ΔΕΚ Daddy's Dance Hall 324/
- [25] Β. Δούκα , «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας» 1997, σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο