ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. BERVITO TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 610/10, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:16 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Στ. Χατζημανώλη ) Δ. Χαριλάου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 610/10 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτριας και BERVITO TRADING LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 8 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ.Ι. Χατζηνικολάου μαζί με κ.Ν. Χατζηλοϊζου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς εξαιτείται εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση τα ακόλουθα: (Α) Αποζημιώσεις για παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της παρά των Καθ΄ ών η αίτηση και/ή εξαναγκασμό της σε παραίτηση. (Β) Αποζημιώσεις αντί προειδοποιήσεως. (Γ) €1.800,00 οφειλόμενους και/ή δεδουλευμένους και/ή μη καταβληθέντες μισθούς. (Δ) Πληρωμή και/ή αναλογία 13ου μισθού και/ή οφειλομένων αδειών και/ή ετέρων ωφελημάτων. (Ε) Αποζημιώσεις για καταπιεστική και/ή εκδικητική και/ή μειωτική συμπεριφορά από μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση εις βάρος της. (Ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία δικαιούται υπό τας περιστάσεις. (Η) Νόμιμους τόκους. (Θ) Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον νόμιμο τόκο επ΄ αυτών, πλέον έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της αίτησης η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την εργασία της στις 30/9/2010 λόγω της εκδικητικής και/ή μειωτικής και/ή καταπιεστικής συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Καθ΄ ών η αίτηση προς το πρόσωπο της μετά την άρνηση της να αποδεχθεί νέους όρους εργασίας που της πρότειναν οι Καθ΄ ών η αίτηση. Οι Καθ΄ ών η αίτηση καταχώρησαν έγγραφο εμφάνισης στις 26/1/2011 με το οποίο αρνούνται τους ισχυρισμούς και απορρίπτουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας και ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια στις 9/9/2010 εγκατέλειψε μονομερώς, οικειοθελώς και χωρίς καμία προειδοποίηση προς τους Καθ΄ ών η αίτηση την εργασία της. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης άρχισε στις 4/12/2014, ημερομηνία κατά την οποία ακούστηκε η κυρίως εξέταση της Αιτήτριας. Η δικηγόρος που εμφανιζόταν εκ μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησε όπως η αντεξέταση της Αιτήτριας οριστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία καθ΄ ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν είχε καταφέρει να συναντηθεί με τους εκπροσώπους των Καθ΄ ών η αίτηση ώστε να προετοιμαστεί για να αντεξετάσει την Αιτήτρια. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης στις 13/1/
- Στις 13/1/2015 η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησε αναβολή της ακρόασης για λόγους υγείας του διευθυντή των Καθ΄ ών η αίτηση. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 3/2/
- Στις 3/2/2015 η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση ανέφερε στο Δικαστήριο ότι όλες οι προσπάθειες στις οποίες προέβηκε για να συναντηθεί με τον διευθυντή των Καθ΄ ών η αίτηση ώστε να προετοιμαστεί για την ακρόαση της υπόθεσης απέβησαν άκαρπες καθ΄ ότι ο διευθυντής των Καθ΄ ών η αίτηση προβάλλοντας διάφορες προφάσεις απέφευγε να πάει στο γραφείο της. Περαιτέρω ανέφερε ότι ενώ τον ενημέρωσε ότι όφειλε να είναι στο Δικαστήριο για τη συνέχιση της υπόθεσης δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του της ανέφερε ότι βρίσκεται στη Λευκωσία και ότι δεν θέλει να έρθει στο Δικαστήριο. Λόγω των πιο πάνω αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης με σκοπό να ετοιμάσει σχετική επιστολή με την οποία να τον ενημερώνει για την πρόθεση της να αποσυρθεί από δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση. Εν όψει των πιο πάνω το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης και την επαναόρισε για ακρόαση στις 18/2/
- Στις 18/2/2015 η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησε άδεια όπως αποσυρθεί από δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση λόγω της μη συνεργασίας του διευθυντή των Καθ΄ ών η αίτηση με αυτή. Παρέδωσε στο Δικαστήριο επιστολή της η οποία επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση με την οποία πληροφορούσε τους Καθ΄ ών η αίτηση για την πρόθεση της να αποσυρθεί από δικηγόρος τους καθώς και για το ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 18/2/2015, η ώρα 10:30 π.μ. Ο διευθυντής των Καθ΄ ών η αίτηση ή οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο πρόσωπο των Καθ΄ ών η αίτηση δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έδωσε άδεια στην δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση να αποσυρθεί από δικηγόρος τους. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν όπως η ακρόαση της υπόθεσης αναβληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να προχωρήσουν με αγορεύσεις και για να μελετήσουν κάποια θέματα που προέκυψαν από πληροφορίες που είχαν πάρει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση έχουν μεταβιβάσει όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σε τρίτους. Το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 4/3/
- Στις 4/3/2015 όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις στις 31/3/
- Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας είναι αυτή της Αιτήτριας η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία στη μαρτυρία της Αιτήτριας και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Με βάση τη μαρτυρία της Αιτήτριας προβαίνουμε στα πιο κάτω ευρήματα: Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση τον Μάιο του 2008 ως διανομέας αγαθών και εμπορευμάτων της επιχείρησης των Καθ΄ ών η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε ως πλασιέ και στην αρχή της εργοδότησης της πωλούσε κάρτες προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας σε περίπτερα. Στη συνέχεια οι Καθ΄ ών η αίτηση ανέθεσαν στην Αιτήτρια όπως πωλεί και λαχεία στα περίπτερα. Ο μισθός της κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στους Καθ΄ ών η αίτηση ανερχόταν σε €1.400 μηνιαίως, πλέον 13ο μισθό. Λίγους μήνες πριν τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση οι Καθ΄ ών η αίτηση της ζήτησαν να πωλεί και έτοιμο συσκευασμένο καφέ στα περίπτερα τον οποίο εισήγαγαν οι Καθ΄ ών η αίτηση και παράλληλα της υποσχέθηκαν ότι θα προσλάμβαναν κάποιο άντρα υπάλληλο να έρχεται μαζί της για να τη βοηθά να φορτώνει και να ξεφορτώνει τα κιβώτια των καφέδων. Οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν της έδωσαν ποτέ βοηθό να την βοηθά κατά τη διεκπεραίωση των πωλήσεων των έτοιμων καφέδων. Στις 8/9/2010 ο διευθυντής των Καθ΄ ών η αίτηση κ.Κώστας Στυλιανού της παρέδωσε ένα χειρόγραφο σημείωμα (Τεκμήριο 2) και την απείλησε ότι αν δεν αποδεχτεί τους όρους που περιέχονται στο εν λόγω σημείωμα θα την απολύσει. Με το εν λόγω σημείωμα οι Καθ΄ ών η αίτηση επιχειρούσαν να της τροποποιήσουν τους όρους εργασίας της. Ένας από τους όρους που ήθελαν να τροποποιήσουν ήταν το ποσό των απολαβών της το οποίο θα μειωνόταν σε €800 μηνιαίως, πλέον 4% προμήθεια. Περαιτέρω έθετε ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της εργοδότησης της την επίτευξη πωλήσεων €20.000, γεγονός που ήταν δύσκολο να επιτευχθεί καθ΄ ότι η πώληση των καρτών κινητής τηλεφωνίας και λαχείων είχε αφαιρεθεί από την Αιτήτρια και δόθηκε σε κάποιο άλλο υπάλληλο και η Αιτήτρια πωλούσε μόνο καφέδες οι οποίοι ήταν νέο προϊόν, ακριβότερο από άλλους παρόμοιους καφέδες που κυκλοφορούσαν στην αγορά. Αυτή αρνήθηκε να δεχτεί τους όρους που περιέχονταν στο σημείωμα και ζήτησε από τον κ.Στυλιανού μετά που της επανέλαβε ότι αν δεν δεχτεί θα την απολύσει, να της δώσει χαρτί ότι την απολύει. Ο κ.Στυλιανού αρνήθηκε και όταν του ανάφερε η Αιτήτρια ότι είχε τη διάθεση να συζητήσει νέους όρους εργοδότησης αλλά όχι στη βάση αυτών που της δόθηκαν ο κ.Στυλιανού δεν της απάντησε. Απέστειλε μέσω του δικηγόρου της σχετική επιστολή στους Καθ΄ ών η αίτηση στις 14/9/2010 (Τεκμήριο 3). Την επόμενη μέρα πήγε κανονικά στην εργασία της και όταν το απόγευμα παρέδωσε την είσπραξη της ημέρας στον κ.Στυλιανού, αυτός της είπε να αφήσει το αυτοκίνητο στην αποθήκη γιατί την επόμενη ημέρα θα πήγαινε για service. Την επόμενη μέρα πήγε στην εργασία της αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν της ανέθεσαν οποιαδήποτε καθήκοντα ή εργασία να διεκπεραιώσει. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι και τις 30/9/2010, ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε την παραίτηση της λόγω εξαναγκασμού της σε παραίτηση. Απέστειλε μέσω του δικηγόρου της στους Καθ΄ ών η αίτηση σχετική επιστολή (Τεκμήριο 4). Μετά την παραίτηση της από τους Καθ΄ ών η αίτηση έψαξε για άλλη εργασία μέχρι που κατάφερε να εργοδοτηθεί σε μία άλλη εταιρεία για 18 μήνες με μισθό €1.
- Κατά την ημερομηνία που υπέβαλε την παραίτηση της οι Καθ΄ ών η αίτηση της όφειλαν €400 έναντι του μισθού του Αυγούστου 2010, €1.400 για το μισθό του Σεπτεμβρίου 2010 και την αναλογία του 13ου μισθού μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου το 2010 για το έτος
- Μέχρι σήμερα οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω ωφειλομένων ποσών. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια κατά την ακροαματική διαδικασία απέσυρε την αξίωση της για οφειλόμενες ετήσιες άδειες. Το άρθρο 7 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, (Ν. 24/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, (στο εξής «ο Νόμος») προβλέπει ότι: «
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» Στην παρούσα περίπτωση, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αντικρούσει το νόμιμο μαχητό τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου και να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση της λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η Αίτηση για τους λόγους που αναφέρει στους γενικούς λόγους της αίτησης της. Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Αγγλικό Εφετείο για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: "... if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed .." Σε ελεύθερη μετάφραση: "... Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη,. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση ...». Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98, 103 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου ..». Όπως λέχθηκε και από τον Lord Denning στην υπόθεση Woods v. W.M. Car Services (Petersborough) Ltd [1981] ICR 666: "The circumstances (of constructive dismissal) are so infinitely various that there can be and is no rule of law saying what circumstances justify and what do not. It is a question of fact for the tribunal of fact- in this case the Industrial Tribunal". Παραβίαση από την πλευρά του εργοδότη ενός ρητού (όπως για παράδειγμα του όρου για πληρωμή της συμφωνηθείσας αντιμισθίας[1], της καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία[2], της παροχής αυτοκινήτου για ιδιωτική χρήση[3]) ή ενός εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται, στην περίπτωση που είναι αρκετά σοβαρή[4], ως διαγωγή που δικαιολογεί παραίτηση του εργοδοτούμενου. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Malic v. BCCI
(1997)4 ALL E.R. 1 o Lord Steyn ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου τονίζοντας ότι ο εν λόγω εξυπακουόμενος όρος έχει διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει τη μεγάλη ποικιλία των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να τηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του εργοδότη στο να διευθύνει, να οργανώνει και να λειτουργεί την επιχείρηση του όπως αυτός κρίνει ορθό και των συμφερόντων των εργοδοτουμένων να μην τον εκμεταλλεύονται άδικα και αντικανονικά. Ως εκ τούτου όταν ένας εργοδότης έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει καταστρέψει την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και πίστης με αποτέλεσμα να καθίσταται η συνέχιση της εργασιακής σχέσης αδύνατη, ένας εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω επίδειξης από τον εργοδότη συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτούμενου[5]. Το κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από την πλευρά του εργοδοτούμενου κρίνεται εκτιμώντας αντικειμενικά τα δεδομένα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης[6]. Οι υποκειμενικές ευαισθησίες του εργοδοτούμενου δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για να κριθεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά παραβίαση του όρου για αμοιβαία εμπιστοσύνη και πίστη να διαφανεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν σκόπιμη και κακόπιστη[7]. Στην απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Lewis v. Motorwolrd Garages Ltd [1986] ICR 157 αναφέρθηκαν τ' ακόλουθα: ".whether an employee had been entitled to terminate his contract of employment without notice by reason of the employer's conduct depended not upon whether the employer had intended the conduct to be repudiatory or could reasonably have believed that it would be accepted as such, but upon whether the employer' s conduct, viewed objectively, evinced an intention no longer to be bound by the contract.". Περιπτώσεις προσβλητικής και/ή μειωτικής συμπεριφοράς[8] ή περιπτώσεις που ο εργοδότης δεν δείχνει τον αναγκαίο σεβασμό σε ανώτερο προσωπικό υποβαθμίζοντας έτσι τις εξουσίες του στους υφιστάμενους του[9] καθώς και περιπτώσεις που ο εργοδότης δεν προσφέρει στον εργοδοτούμενο επαρκή υποστήριξη κατά τη διάρκεια περιόδων με αυξημένο όγκο εργασίας[10] ή του αναθέτει καθήκοντα εκτός των συμφωνηθέντων με τη σύμβαση εργασίας καθηκόντων εργασίας μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθούν ως συμπεριφορές που παραβιάζουν τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο. Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας όταν υπάρχει παραβίαση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη ο εργοδοτούμενος πρέπει να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του εξαιτίας αυτής της παραβίασης για να έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση[11]. Στην υπόθεση Weathersfield Ltd v. Sargent
(1999)I C.R. 425, το Court of Appeal έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο για τον εργοδοτούμενο όταν αποχωρεί να δηλώσει ξεκάθαρα ότι εξαναγκάζεται σε παραίτηση εξαιτίας της παράβασης της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδοτούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βασιζόμενο στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα κρίνει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε εξαιτίας της καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης από τον εργοδότη. Περαιτέρω, αν ο εργοδοτούμενος από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη (η παράβαση όρου της σύμβασης εργασίας) που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του, δεν εγκαταλείψει την εργασία του χωρίς καθυστέρηση ή εντός εύλογου χρόνου τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος: (α) παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να τερματίσει την σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις από τον εργοδότη του και (β) επιβεβαίωσε την σύμβαση εργασίας του όπως τροποποιήθηκε με την συμπεριφορά του εργοδότη. (Βλ. Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)) (πιο πάνω), W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] 1 I.C.R. 823. Στην απόφαση του Employment Appeal Tribunal Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ALL ER (D) 144 παραπέμποντας στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση W.E. Cox Toner λέχθηκε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται (δηλαδή την παράβαση όρων της σύμβασης εργασίας) δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο και τονίστηκε ότι είναι ζήτημα επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης αν υπήρξε επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδοτούμενο. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκουμε (
- i)ότι υπήρξε εκ μέρους των Καθ' ών η αίτηση (α) προσπάθεια παραβίασης των όρων που περιέχονταν στη σύμβαση εργασίας μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ών η αίτηση σχετικά με τη μισθοδοσία και τις απολαβές της Αιτήτριας καθώς και με τον τρόπο αξιολόγησης της εργασίας της με την εισαγωγή δυσμενέστερων για την Αιτήτρια όρων εργασίας μέσω του Τεκμηρίου 2 και (β) επίδειξη συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτούμενου αφού με την άρνηση της Αιτήτριας να αποδεχθεί τους τροποποιημένους όρους εργασίας που περιέχονταν στο Τεκμήριο 2 οι Καθ΄ ών η αίτηση της εξάσκησαν πίεση λέγοντας της ότι αν δεν δεχτεί τους τροποποιημένους όρους εργασίας θα απολυθεί και στη συνέχεια με την μη παροχή εργασίας σ΄ αυτή να εκτελέσει, (
- ii)ότι η εν λόγω συμπεριφορά των Καθ' ών η αίτηση ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί παραίτηση της Αιτήτριας από την εργασία της λόγω εξαναγκασμού της, (iii) ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε από την εργασία της εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς (και της συνακόλουθης καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης εργασίας) από τους Καθ' ών η αίτηση και (
- iv)ότι η Αιτήτρια δεν επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας της αφού δεν καθυστέρησε να εξασκήσει το δικαίωμα της να υποβάλει παραίτηση (το διάστημα από 9/9/2010 μέχρι 31/9/2010 δεν μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις τόσο μεγάλο ώστε να επηρεάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω των ενεργειών των Καθ' ών η αίτηση δηλαδή κατάφερε να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση της εξαναγκαζόμενη σε παραίτηση λόγω διαγωγής των Καθ' ών η αίτηση . Κατά συνέπεια η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου αφού σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένου λόγω διαγωγής του εργοδότη, θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη. Η παράγραφος 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Το Δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης οφείλει να λάβει υπόψη την ηλικία, τα ημερομίσθια, τη διάρκεια της υπηρεσίας, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία των Καθ' ών η αίτηση για 2 έτη και οι εβδομαδιαίες απολαβές της ανέρχονταν σε €350,00 (13 Χ €1.400,00 : 52). Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας και τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για εξεύρεση άλλης εργασίας, την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας και για την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης της δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 4 εβδομάδων, ήτοι, €1.400,00 (4 X €350). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(γ) του Νόμου η Αιτήτρια, σύμφωνα με την πιο πάνω περίοδο απασχόλησης της, δικαιούται σε πληρωμή τεσσάρων εβδομάδων απολαβών ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, ήτοι ποσό €1.400,00 (4 X €350). Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτρια και εναντίον Καθ' ών η αίτηση για τα πιο κάτω ποσά: α) Το ποσό των €1.050,00 ως οφειλόμενη αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2010, β) Το ποσό των €1.800,00 ως υπόλοιπο μισθών για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2010, γ) Το ποσό των €1.400,00 ως αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση, και δ) Το ποσό των €1.400,00 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης. ήτοι σύνολο €5.650,00 με νόμιμο τόκο. Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ών η αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Προωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............... (Υπ.) ................ Στ. Χατζημανώλης, Μέλος. Δ. Χαριλάου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Εξαναγκασμός σε παραίτηση). [1] R F Hill v. Moneey [1981] IRLR 258 [2] Stokes v. Hampstead Wine Co Ltd [1979] IRLR 298 [3] Ramage v. Harper- Mackay Ltd [1966] ITR 503 [4] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81 σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράβαση όρου της σύμβασης εργοδότησης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή για να θεωρείται ως συμπεριφορά που αποκηρύσσει τη σύμβαση εργοδότησης. ( " The breach must be sufficiently serious to amount to a repudiation" ). [5] Καθότι παραβίαση του εξυπακουόμενου όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη θεωρείται ως θεμελιώδης παράβαση των όρων εργασίας που κλονίζει τα θεμέλια της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου . Βλέπε Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347, Woods v. W.M. Car Services ( Petersborough ) Ltd [1981] ICR
- Στην απόφαση του το Employment Appeal Tribunal στην υπόθεση Morrow v. Safeway Stores plc [2002] IRLR 9 τόνισε τ΄ ακόλουθα : " In general terms , a finding that there has been conduct which amounts to a breach of the implied term of trust and confidence will mean , inevitably , that there has been a fundamental or repudiatory breach going necessarily to the root of the contract." [6] Ο Lord Steyn στην υπόθεση Malikv. BCCI (πιο πάνω) σημείωσε ότι: " .. The conduct must , of course, impinge on the relationship in the sense that, looked at objectively , it is likely to destroy or seriously damage the degree of trust and confidence the employee is reasonably entitled to have in his employer. That requires one to look at all the circumstances". [7] Στην απόφαση Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347 το επιχείρημα των εργοδοτών ότι η παραβίαση πρέπει να είναι σκόπιμη και κακόπιστη για να συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση απορρίφθηκε και λέχθηκε ότι η συμπεριφορά πρέπει να είναι : ". such that its effect judged reasonably and sensibly is to disable the other party from properly carrying out its obligations. " [8] Palmanor Ltd v. Cedron [1978] ICR
- [9] Associated Tyre Specialists (Eastern ) Ltd v Warehouse [1976] IRLR
- [10] Seligman & Latz Ltd v. Mc Hugh [1979] IRLR
- [11] Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition Reissue, Vol. 16 1 (B) para. 638, σημειώνονται τα ακόλουθα:"The employee must leave in response to the breach of contract. While, as matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο