Ονουφρίου Ιωσηφίδη ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Αρ. Αίτηση: 225/11, 2/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2015:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Δ. Αναστασίου ) Α. Κωνσταντινίδου ) Μελών. Αρ. Αίτηση: 225/11 Μεταξύ: Ονουφρίου Ιωσηφίδη Αιτητή Και Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd Καθ΄ ών η αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτημα για εξαίρεση της Δικαστή του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λεμεσό- Πάφο από την εκδίκαση της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτησης εργατικής διαφοράς . ------------------------------------------------------------------------------------------------------------Ημερομηνία: 2 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Μιχαήλ. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Περικλέους μαζί με την κα Ρούσσου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση αυξημένη ή εύλογη αποζημίωση για παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Στους γενικούς λόγους της αίτησης του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τον απέλυσαν χωρίς προειδοποίηση στις 29/11/2010 προβάλλοντας αβάσιμους και αναληθείς ισχυρισμούς. Είναι η θέση του ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια πριν την απόλυση του οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν του είχαν καταβάλει αυξήσεις στις απολαβές του χωρίς να του δώσουν οποιαδήποτε δικαιολογημένη εξήγηση επικαλούμενοι απλώς ότι είχε μειωμένη απόδοση. Για αυτό τον λόγο είχε καταχωρήσει το 2010 αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών η οποία πήρε τον αριθμό 108/10 με την οποία αξίωνε τις νενομισμένες αυξήσεις στο μισθό του για τα έτη 2007 -
- Είναι ισχυρισμός του ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τα τελευταία χρόνια της εργοδότησης του, του ανέθεταν υπερβολικό και μη εύλογο όγκο εργασίας και απαιτούσαν από αυτόν να εργάζεται επιπρόσθετα από το κανονικό ωράριο εργασίας του χωρίς οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή. Ισχυρίζεται ότι στις 25/11/2010 ο δικηγόρος του σε μία προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης της αίτησης εργατικής διαφοράς με αριθμό 108/10 και παύσης της συμπεριφοράς που επεδείκνυαν οι Καθ΄ ών η αίτηση προς το πρόσωπο του συναντήθηκε με τον δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση. Ότι κατά τη συνάντηση αυτή ο δικηγόρος του υπέβαλε διάφορες προτάσεις με σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ών η αίτηση. Ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση ερμήνευσαν την όλη προσπάθεια εξεύρεσης λύσης ως εκβιαστική λόγω του ότι στην εν λόγω συνάντηση αναφέρθηκαν προσωπικά δεδομένα διευθυντικών στελεχών σχετικά με τις απολαβές τους και ότι προσχηματικά και μεθοδευμένα τερμάτισαν την απασχόληση του. Οι Καθ΄ ών η αίτηση με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν καθ΄ όλα νόμιμη και δικαιολογημένη. Είναι η θέση τους ότι η μη παροχή αυξήσεων στις απολαβές του Αιτητή για τα έτη 2007 - 2010 ήταν δικαιολογημένη και περί αυτής ενημερωνόταν ο Αιτητής. Αρνούνται ότι ανέθεταν υπερβολικό όγκο εργασίας στον Αιτητή και ότι απαιτούσαν από αυτόν να εργάζεται υπερωριακά χωρίς οποιαδήποτε ανταμοιβή και ισχυρίζονται ότι είχαν ικανοποιήσει αίτημα του Αιτητή για αλλαγή των καθηκόντων του ώστε να εργάζεται μόνος του. Είναι η θέση τους ότι στις 25/11/2010 έγινε συνάντηση μεταξύ του δικηγόρου του Αιτητή και του εκ των δικηγόρων των Καθ΄ ών η αίτηση κ.Γιώργου Χριστοδούλου μετά από επιμονή του δικηγόρου του Αιτητή ο οποίος διαμηνούσε προς τον κ.Χριστοδούλου μέσω της δικηγόρου κας Σκεύης Ρούσου ότι είχε κάτι σοβαρό να του πει που αφορούσε τους Καθ΄ ών η αίτηση. Αρνούνται ότι κατά την εν λόγω συνάντηση έγινε αναφορά σε προτεινόμενη λύση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και είναι η θέση τους ότι ο δικηγόρος του Αιτητή κρατούσε και επεδείκνυε και/ή επικαλείτο μία δέσμη εγγράφων ηλεκτρονικής μορφής που όπως ανάφερε του τα παρέδωσε ο Αιτητής και επικαλούμενος τον Αιτητή ανέφερε ότι αυτός γνώριζε για εμπλοκή αξιωματούχων των Καθ΄ ών η αίτηση σε φοροδιαφυγή κάτι που προέκυπτε από τα εν λόγω έγγραφα και ότι ο Αιτητής θα ήταν διαθετειμένος να συμβιβαστεί και να αποχωρήσει από την υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση αν αυτοί του κατέβαλλαν €500.000 και ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προέβαινε σε καταγγελίες. Ότι ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε από τον κ.Χριστοδούλου να μεταφέρει τα πιο πάνω και την απαίτηση του Αιτητή στους Καθ΄ ών η αίτηση. Είναι η θέση των Καθ΄ ών η αίτηση ότι κατά την εν λόγω συνάντηση η προσπάθεια του Αιτητή ήταν να τους εκβιάσει και σε αυτήν δεν αναφέρθησαν μόνο προσωπικά δεδομένα διευθυντικών στελεχών σχετικά με τις απολαβές τους αλλά επιχειρήθηκε και εκβιασμός με την εκτόξευση της απειλής για καταγγελίες αν δεν καταβάλλετο το συγκεκριμένο ποσό. Είναι για αυτό το λόγο που απολύθηκε ο Αιτητής. Οι Καθ΄ ών η αίτηση αιτούνται την απόρριψη της παρούσας αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εναντίον του. Από τον Σεπτέμβριο του 2011 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2013 ήμουν τοποθετημένη στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που συνεδριάζει στη Λευκωσία - Λάρνακα. Μετά τη μετάθεση μου στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λεμεσού- Πάφου η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 7/10/2013, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Η ακρόαση της υπόθεσης εκείνη την ημερομηνία αναβλήθηκε μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των δύο πλευρών για τον λόγο ότι ανέμεναν την έκβαση της αίτησης εργατικής διαφοράς με αριθμό 108/10 και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23/1/2014 και ακολούθως στις 6/2/2014 μετά από κοινά αιτήματα των διαδίκων να παραμείνει η υπόθεση για οδηγίες. Στις 6/2/2014 οι δικηγόροι ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 2/7/
- Στο ενδιάμεσο η αδελφή μου, κα Λήδα Κωνσταντίνου, η οποία ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, προσλήφθηκε στη δικηγορική εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι εκπροσωπούν τους Καθ΄ ών η αίτηση και εργάζεται στο δικαστηριακό τμήμα της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας. Εν όψει του ότι με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων η έκβαση της παρούσας εργατικής διαφοράς θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ.Γιώργου Χριστοδούλου, ο οποίος είναι συνέταιρος στη δικηγορική εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και ο επικεφαλής του Δικαστηριακού τμήματος, ενημέρωσα τον δικηγόρο του Αιτητή για το ότι η αδελφή μου εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε[1]. Στις 2/7/2014 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ο κ.Μιχαήλ ζήτησε αναβολή της ακρόασης με σκοπό να μελετήσει το θέμα κατά πόσον θα αιτηθεί εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης. Η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12/11/
- Στις 26/9/2014 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης προβάλλοντας εκτός από τον λόγο ότι η αδελφή μου εργάζεται στο δικαστηριακό τμήμα του Χρύση Δημητριάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., ότι και εγώ πριν τον διορισμό μου ως δικαστής εργαζόμουν στο συνεταιρισμό Χρύσης Δημητριάδης & Σία, ότι είχα άμεση επαφή με τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα αίτηση, καθώς και τους Καθ΄ ών η αίτηση. Στις 12/11/2014 ο κ.Μιχαήλ απέσυρε την αίτηση για εξαίρεση μου ημερομηνίας 26/9/2014 και οι δύο πλευρές ζήτησαν από κοινού αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23/3/
- Στις 23/3/2015 ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο ήταν έτοιμο να αρχίσει την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, το Δικαστήριο ζήτησε από τον κ.Μιχαήλ να επιβεβαιώσει ότι δεν τίθεται θέμα από την πλευρά του Αιτητή σχετικά με προκατάληψη του προσώπου μου προς τον Αιτητή. Ο κ.Μιχαήλ ανέφερε ότι θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθώ από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης τονίζοντας ότι η πλευρά του Αιτητή δεν ζητά την εξαίρεση μου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο παρά το ότι ο κ.Μιχαήλ επαναλάμβανε συνεχώς ότι δεν ζητά την εξαίρεση μου και ότι αυτό που ζητούσε ήταν την αυτοεξαίρεση μου ανέφερε ότι οι θέσεις του κ.Μιχαήλ εκλαμβάνονται ως αίτημα εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης και ως τέτοιο θα αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ζήτησε από τους δικηγόρους όπως αγορεύσουν επί του ζητήματος. Ο κ.Μιχαήλ κατά την αγόρευση του ανέφερε ότι δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε υποκειμενικής προκατάληψης μου αλλά ότι αντικειμενικά μπορεί να υπάρχει προκατάληψη. Πιο συγκεκριμένα σημείωσε ότι στην παρούσα υπόθεση μεγάλο μέρος της μαρτυρίας θα δοθεί από δικηγόρους και ότι η έκβαση της υπόθεσης θα κριθεί από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των δικηγόρων αναφορικά με το τι συνέβηκε κατά τη συνάντηση μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών στις 25/11/
- Και επειδή κύριος μάρτυρας για τους Καθ΄ ών η αίτηση θα είναι ο κ.Γιώργος Χριστοδούλου ο οποίος είναι προϊστάμενος της αδελφής μου θεωρεί ότι θα ήταν επιβεβλημένο να μην εκδικάσω την υπόθεση εγώ. Ο κ.Περικλέους περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι επειδή ο κ.Μιχαήλ είπε ότι δεν τίθεται θέμα προσωπικής μεροληψίας του Δικαστηρίου και ότι δεν ζητά την εξαίρεση μου από την εκδίκαση της υπόθεσης θεωρούν ότι δεν τίθεται θέμα εξαίρεσης του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομική Πτυχής Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικος δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές δικαίου με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη βασική αρχή δικαίου θεμελιώδους σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης, ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και έκδηλα να φαίνεται ότι απονέμεται. (Βλέπε Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπρόσωπων
(1990)3 Α.Α.Δ. 54). Το ζήτημα της εξαίρεσης ενός δικαστή από την εκδίκαση μιας υπόθεσης έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η νομολογία έχει καθιερώσει τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες κρίνεται το εν λόγω ζήτημα. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση 68/2012 Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Συμεού για άδεια καταχώρησης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari ημερομ. 21.5.2012 λέχθηκαν τα εξής από τον Ερωτοκρίτου Δ.: « Ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το τεκμήριο αμεροληψίας μπορεί να ανατραπεί όταν τεθεί θέμα αμεροληψίας, οπότε και εξετάζεται με βάση τόσο το υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή την προσωπική περίπτωση του κάθε δικαστή, όσο και με βάση το αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή κατά πόσον ο δικαστής έδωσε εγγυήσεις ικανοποιητικές για να αποκλείσουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί έλλειψης αμεροληψίας. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική που διαμορφώθηκε και τις αρχές της νομολογίας, δικαστής που αισθάνεται ότι για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή άλλο, κωλύεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαιρείται από τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Καίτη Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α., Υποθ. Αρ.74/09 ημερ. 22.4.2010). Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ζητηθεί η εξαίρεση του από διάδικο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154:- «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK
(1997)24 EHRR 221, 244, Castillo Algar v. Spain
(1998)30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, είναι κατά πόσο θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρωνα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 ΑΑΔ 268 και Porter ν. Magill
(2002)2 AC 357).» Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατιας κ.α
(1994)1Α.Α.Δ 268 λέχθηκαν τα ακόλουθα : «To Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρ. 30
(2)και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με τον Περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμος του 1962 (Ν.39/62)προβλέπουν ότι καθένας κατά την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δικαιούται ανεπηρέαστης δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου. ................................................................................................................. Είναι βασική αρχή θεμελιώδους σημασίας ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. Δικαστής δεν εξαιρείται με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές." Στην Economides and another v. Τhe Police
(1983)2 C.L.R 301 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως το κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται για τη διαπίστωση προκατάληψης δικαστή η οποία δικαιολογεί τον αποκλεισμό του από τη δίκη, είναι κατά πόσο ένας μέσος λογικός άνθρωπος που είναι ενημερωμένος για όλα τα σχετικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε υπόνοια ως προς την εξασφάλιση δίκαιας δίκης. Στην Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R 304 υποδείχθηκε ότι η ευαισθησία του δικαστή δεν αποτελεί οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ότι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κίνδυνους για την απονομή της δικαιοσύνης και ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέξει τον δικαστή που θα τον δικάσει. Στην Addidas Ltd v. Krashias
(1990)1 ΑΑΔ 873, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι: «Μιλώντας για τον εαυτό μου επανέλαβα στους συναδέλφους μου και επαναλαμβάνω τώρα τα όσα είχα πει στην υπόθεση Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304 στην οποία κατά συγκυρία, όπως μας υπενθύμισε ο κ. Μιχαηλίδης, δικηγόρος ήταν και πάλι ο κ. Μιχαηλίδης του διαδίκου που ζήτησε την εξαίρεση μου. Παρατήρησα στην υπόθεση εκείνη και επαναλαμβάνω ότι δεν είμαι αδιάφορος στο αίτημα διάδικου για την εξαίρεση μου ή ακόμα ότι θα αισθανόταν ο διάδικος πιο άνετα να εκδικαστεί η υπόθεση του από άλλο ή άλλους Δικαστές. Και ότι αν το θέμα τελείωνε ως εδώ και η προσωπική ευαισθησία του Δικαστή ήταν το κριτήριο, δεν θα είχα κανένα δισταγμό να αποσυρθώ. Δεν τελειώνει όμως το θέμα εδώ η απρόσωπη και προκαθορισμένη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει μια υπόθεση είναι θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης. Έχω, όπως είπα και στη Makrides, ένα έργο να επιτελέσω την εκπλήρωση του οποίου δεν μπορεί να αποποιηθώ ή να εγκαταλείψω εκτός για καλό λόγο. Διαφορετικά η ευαισθησία του Δικαστή θα επενεργούσε ως ανατρεπτικός παράγοντας για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Το καθήκον μου το προσδιόρισα ως εξής στη Makrides: 'As I perceive my duty, in the absence of valid reasons disqualifying me from sitting in the case, to excuse myself would be an abdication of duty. An abdication of duty with visible dangers to the administration of justice. One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the Judge who will try him. I could neither condone such a practice nor shut off from my mind the repercussions from any such decision'.» Στην Αναθεωρητική Έφεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Κυπριακή Δημοκρατία (Αρ. 1)
(2002)3 Α.Α.Δ. 80 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την εξαίρεση δικαστή από την εκδίκαση δικαστικών υποθέσεων: « Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." «Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2000)1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης (Piersack v. Belgium
(1982)5 EHRR 169, De Cubber v. Belgkium
(1984)7 EHRR 236, Haushildt v. Denmark
(1989)12 EHRR 266, Langborger v. Sweden
(1989)12 EHRR 416). Στη Locabail Ltd (ανωτέρω), παρέχονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς τις σχέσεις που τείνουν να αποκαλύψουν προκατάληψη καθώς και εκείνες που δεν προσδίδουν, κατά κανόνα, έρεισμα στην ύπαρξη προκατάληψης. Σ' αυτή την πτυχή της απόφασης δεν θα υπεισέλθουμε ούτε θα διατυπώσουμε οποιαδήποτε άποψη. Τέτοιο θέμα δεν τίθεται προς εξέταση. Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2)
(1999)1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού Δικαστή από τη σύνθεση Δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του. .....Οι αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης Δικαστή η οποία δικαιολογεί τον αποκλεισμό του από τη δίκη εξηγούνται στην Economides and Another v. The Police
(1983)2 C.L.R 301. Δεν θα τις επαναλάβουμε. Αρκούμαστε στη διαπίστωση ότι δεν υφίστανται λόγοι που να δικαιολογούν την εξαίρεσή μου ή του Αρτέμη, Δ., λόγω προκατάληψης. Η διαπίστωση εξ αντικειμένου κωλύματος δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο Δικαστής μπορεί να εξαιρέσει τον εαυτό του από τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζεται δικαίωμα αυτοεξαίρεσης Δικαστή οποτεδήποτε ο ίδιος κρίνει ότι αντενδείκνυται η συμμετοχή του. Η ακόλουθη δήλωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του προκειμένου στην Pres. of Republic v. House of R/tatives
(1985)3 C.L.R 1501 κατοπτρίζει την ισχύουσα αρχή: (σ.1504-1505) «Σύμφωνα με τις σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές πρόνοιες το Ανώτατο Δικαστήριο απαρτίζεται από τα Μέλη του. Δικαστές που κωλύονται να παρακαθήσουν ή για προσωπικούς λόγους κρίνουν οι ίδιοι ότι δεν ενδείκνυται να συμμετάσχουν στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως, εξαιρούνται της συνθέσεως του Δικαστηρίου. Θέμα συνθέσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζεται δικαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο μόνο όταν αυτό εγερθεί από τους διαδίκους. Για τον λόγο αυτό δεν εγείρεται θέμα συνθέσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι η ένσταση για τη συμμετοχή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αποσυρθεί.» Η αυτοεξαίρεση Δικαστή για προσωπικούς λόγους ανάγεται αποκλειστικά στον ίδιο. Σχετίζεται με την ελευθερία του Δικαστή όπως ο ίδιος τη βιώνει, να λειτουργήσει ως κριτής.» Όπως λέχθηκε στην Tekinder Pal v. Δημοκρατίας και Χρ. Προκοπίου Κίτα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551 : «Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.» Παραθέτουμε πιο κάτω το απόσπασμα από την απόφαση Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2000)1 All E.R. 65, στο οποίο τίθενται οι αρχές αναφορικά με το ζήτημα εξαίρεσης ενός δικαστή από την εκδίκαση μιας υπόθεσης και οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς τις σχέσεις που τείνουν να αποκαλύψουν εξ αντικειμένου προκατάληψη: " 21. In any case giving rise to automatic disqualification on the authority of Dimes and Pinochet (No. 2), the judge should recuse himself from the case before any objection is raised. The same course should be followed if, for solid reasons, the judge feels personally embarrassed in hearing the case. .....If, in any case not giving rise to automatic disqualification and not causing personal embarrassment to the judge, he or she is or becomes aware of any matter which could arguably be said to give rise to a real danger of bias, it is generally desirable that disclosure should be made to the parties in advance of the hearing. If objection is then made, it will be the duty of the judge to consider the objection and exercise his judgment upon it. He would be as wrong to yield to a tenuous or frivolous objection as he would to ignore an objection of substance. We find force in observations of the Constitutional Court of South Africa in President of the Republic of South Africa & Others v. South African Rugby Football Union & Others 1999
(7)BCLR (CC) 725 at 753, even though these observations were directed to the reasonable suspicion test: "It follows from the foregoing that the correct approach to this application for the recusal of members of this Court is objective and the onus of establishing it rests upon the applicant. The question is whether a reasonable, objective and informed person would on the correct facts reasonably apprehend that the judge has not or will not bring an impartial mind to bear on the adjudication of the case, that is a mind open to persuasion by the evidence and the submissions of counsel. The reasonableness of the apprehension must be assessed in the light of the oath of office taken by the judges to administer justice without fear or favour; and their ability to carry out that oath by reason of their training and experience. It must be assumed that they can disabuse their minds of any irrelevant personal beliefs or pre-dispositions. They must take into account the fact that they have a duty to sit in any case in which they are not obliged to recuse themselves. At the same time, it must never be forgotten that an impartial judge is a fundamental prerequisite for a fair trial and a judicial officer should not hesitate to recuse herself or himself if there are reasonable grounds on the part of a litigant for apprehending that the judicial officer, for whatever reasons, was not or will not be impartial."
- ..................
- ..................
- .................
- It would be dangerous and futile to attempt to define or list the factors which may or may not give rise to a real danger of bias. Everything will depend on the facts, which may include the nature of the issue to be decided. We cannot, however, conceive of circumstances in which an objection could be soundly based on the religion, ethnic or national origin, gender, age, class, means or sexual orientation of the judge. Nor, at any rate ordinarily, could an objection be soundly based on the judge's social or educational or service or employment background or history, nor that of any member of the judge's family; or previous political associations; or membership of social or sporting or charitable bodies; or Masonic associations; or previous judicial decisions; or extra-curricular utterances (whether in text books, lectures, speeches, articles, interviews, reports or responses to consultation papers); or previous receipt of instructions to act for or against any party, solicitor or advocate engaged in a case before him; or membership of the same Inn, circuit, local Law Society or chambers (KFTCIC v. Icori Estero SpA (Court of Appeal of Paris, 28 June 1991, International Arbitration Report. Vol. 6 #8 8/91)). By contrast, a real danger of bias might well be thought to arise if there were personal friendship or animosity between the judge and any member of the public involved in the case; or if the judge were closely acquainted with any member of the public involved in the case, particularly if the credibility of that individual could be significant in the decision of the case; or if, in a case where the credibility of any individual were an issue to be decided by the judge, he had in a previous case rejected the evidence of that person in such outspoken terms as to throw doubt on his ability to approach such person's evidence with an open mind on any later occasion; or if on any question at issue in the proceedings before him the judge had expressed views, particularly in the course of the hearing, in such extreme and unbalanced terms as to throw doubt on his ability to try the issue with an objective judicial mind (see Vakauta v. Kelly
(1989)167 CLR 568); or if, for any other reason, there were real ground for doubting the ability of the judge to ignore extraneous considerations, prejudices and predilections and bring an objective judgment to bear on the issues before him. The mere fact that a judge, earlier in the same case or in a previous case, had commented adversely on a party or witness, or found the evidence of a party or witness to be unreliable, would not without more found a sustainable objection. In most cases, we think, the answer, one way or the other, will be obvious. But if in any case there is real ground for doubt, that doubt should be resolved in favour of recusal. We repeat: every application must be decided on the facts and circumstances of the individual case. The greater the passage of time between the event relied on as showing a danger of bias and the case in which the objection is raised, the weaker (other things being equal) the objection will be. 26. We do not consider that waiver, in this context, raises special problems (.....). If, appropriate disclosure having been made by the judge, a party raises no objection to the judge hearing or continuing to hear a case, that party cannot thereafter complain of the matter disclosed as giving rise to a real danger of bias. It would be unjust to the other party and undermine both the reality and the appearance of justice to allow him to do so. What disclosure is appropriate depends in large measure on the stage that the matter has reached. If, before a hearing has begun, the judge is alerted to some matter which might, depending on the full facts, throw doubt on his fitness to sit, the judge should in our view enquire into the full facts, so far as they are ascertainable, in order to make disclosure in the light of them. But if a judge has embarked on a hearing in ignorance of a matter which emerges during the hearing, it is in our view enough if the judge discloses what he then knows. He has no obligation to disclose what he does not know. Nor is he bound to fill any gaps in his knowledge which, if filled, might provide stronger grounds for objection to his hearing or continuing to hear the case. If, of course, he does make further enquiry and learn additional facts not known to him before, then he must make disclosure of those facts also. It is, however, generally undesirable that hearings should be aborted unless the reality or the appearance of justice requires that they should". Το γεγονός ότι θα αξιολογήσω τη μαρτυρία του κ. Γιώργου Χριστοδούλου ο οποίος είναι ο προϊστάμενος της αδελφής μου δεν είναι εμπίπτει κατά τη γνώμη μου στις περιπτώσεις που εγείρεται αυτόματα κώλυμα από την πλευρά μου να συμμετάσχω στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ούτε κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ενδείκνυται για προσωπικούς μου λόγους να συμμετάσχω στην εκδίκαση της υπόθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικαστική πρακτική που ισχύει καθορίζει με σαφή τρόπο τα πλαίσια μέσα στα οποία ο δικαστής πρέπει να αντιμετωπίζει συγγενικά του πρόσωπα όταν εμφανίζονται ενώπιον του το γεγονός ότι η αδελφή μου εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ών η αίτηση από μόνο του με δεδομένο ότι η αδελφή μου δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στο χειρισμό της υπόθεσης δεν μπορεί να δικαιολογήσει συμπέρασμα ότι ο αντικειμενικός παρατηρητής θα μπορούσε να σχηματίσει την εντύπωση ότι υπάρχει υπό τις περιστάσεις πραγματική πιθανότητα προκατάληψης. Εικασίες και καχυποψίες δεν είναι δυνατόν να εδραιώσουν προκατάληψη. Τα ίδια ισχύουν και για το γεγονός ότι πριν τον διορισμό μου ως δικαστής εργαζόμουν στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ών η αίτηση. Εφόσον όμως η πλευρά του Αιτητή μη αμφισβητώντας την υποκειμενική μου αμεροληψία εγείρει ότι υπάρχει θέμα εξ αντικειμένου εντύπωσης στο μέσο συνετό πολίτη ότι υπάρχει προκατάληψη λόγω της σχέσης μου με τον κ.Γιώργο Χριστοδούλου (προϊστάμενος της αδελφής μου), κύριο μάρτυρα των Καθ΄ ών η αίτηση, θα πρέπει να εξετάσω το εν λόγω ζήτημα και να αποφανθώ επί τούτου. Δηλαδή έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη θα πρέπει να αποφασίσω κατά πόσο είναι αναγκαία η εξαίρεση μου ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε υπόνοια ως προς την εξασφάλιση δίκαιης δίκης. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο η μαρτυρία του κ. Γιώργου Χριστοδούλου η αξιοπιστία του οποίου είναι σημαντική για την απόφανση του επίδικου θέματος κατά ποσόν οι Καθ΄ ών η αίτηση νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή αντικειμενικά θα οδηγούσε το μέσο λογικό άνθρωπο στην εντύπωση ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα προκατάληψης από μένα λόγω της σχέσης του κ. Γιώργου Χριστοδούλου με την αδελφή μου[2]. Κατά την άποψη μου δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες στα μάτια ενός λογικού ανθρώπου που είναι ενημερωμένος ότι υπάρχει, υπό τις περιστάσεις, πραγματική πιθανότητα προκατάληψης. Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εξαιρεθώ από τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς και ως εκ τούτου το αίτημα του Αιτητή για εξαίρεση μου εγκρίνεται. Για αυτό ο φάκελος της υπόθεσης παραπέμπεται στον Έντιμο Πρόεδρο του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Λαμβανόμενης υπόψη της φύσης του αιτήματος τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. (Yπ.) .................................................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............... (Υπ.) ............. Δ. Αναστασίου , Μέλος Αντ. Κωνσταντινίδου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για εξαίρεση Δικαστή) [1] Με βάση τις αρχές που τίθενται στις παραγράφους 21 και 26 στην απόφαση Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2000)1 All E.R. 65. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω στην παρούσα απόφαση. [2] Με βάση τις αρχές που τίθενται στην παράγραφο 25 στην απόφαση Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2000)1 All E.R. 65. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο πάνω στην παρούσα απόφαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο