← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΓΙΑΤΟΥ ν. ANTONIS LOIZOU & ASSOCIATES LTD, Αρ. Αίτησης : 67/10, 5/10/2015

ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΓΙΑΤΟΥ ν. ANTONIS LOIZOU & ASSOCIATES LTD, Αρ. Αίτησης : 67/10, 5/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2015:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Κ. Χόππα } Φ. Φλώρου } Mελών Αρ. Αίτησης : 67/10 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΓΙΑΤΟΥ Αιτητή και ANTONIS LOIZOU & ASSOCIATES LTD Καθ΄ ων η Αίτηση ------------------ Ημερομηνία: 5.

  1. 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Χ"Κωστής Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ.Ντορζής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, χρόνο ασχολείτο με τη διαχείριση και διεύθυνση έργων ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας, κτηματομεσιτικές εργασίες (πωλήσεις, αγορές και ενοικιάσεις ακινήτων), διαχείριση κτηρίων, μελέτες βιωσιμότητας, επιμόρφωση κοινού και διεκπεραίωση εκτιμήσεων ακίνητης περιουσίας. Διατηρεί γραφεία σε όλες τις πόλεις της ελεύθερης Κύπρου και απασχολεί επιστημονικό προσωπικό που περιλαμβάνει πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες, εκτιμητές, λογιστές και κτηματομεσίτες. Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας είναι ο κ. Αντώνης Λοΐζου, ο οποίος κατέχει ακαδημαϊκούς και επαγγελματικούς τίτλους αναφορικά με τη διαχείριση και εκτίμηση ακίνητης περιουσίας και είναι εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων. Ο Αιτητής, ο οποίος είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός, προσελήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 05/02/1992 ως «Project Administrator/ Assistant Sales Representative». Απασχολήθηκε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό μέχρι τις 16/02/2009, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή του τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία με την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 10): «Κύριον Γιάννη Καγιάτο Λεμεσός Αγαπητέ κύριε, Τερματισμός εργοδότησης 1.
  2. Είναι γνωστά τα δεδομένα και για τους λόγους που γνωρίζεις, η εργοδότηση σου τερματίζεται άμεσα. 1.
  3. Θα σας πληρωθούν οι μισθοί του 2ου και 3ου μήνα του έτους 2009 και όλα τα σχετικά. 1.
  4. Λυπούμαι για αυτήν την εξέλιξη αλλά φαντάζομαι σου είναι αντιληπτοί οι λόγοι. Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στο μέλλον. Με Εκτίμηση, Α.Π.Λοϊζου» Κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στις €2.900,
  5. Περαιτέρω ο Αιτητής είχε δικαίωμα καταβολής σε 13ο μισθό. Κατά την ημερομηνία απόλυσής του, του καταβλήθηκε πληρωμή αντί προειδοποίησης, η οποία αντιστοιχούσε στα ημερομίσθια 6 εβδομάδων. Ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της παρούσας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας σαν εκτιμητής ακίνητης περιουσίας και ότι οι λόγοι πάνω στους οποίους η Εργοδότρια Εταιρεία έχει στηρίξει τον τερματισμό της απασχόλησής του είναι αναληθείς και/ή αβάσιμοι και/ή ανίσχυροι και κατά συνέπεια ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητος και/ή παράνομος. Ως εκ τούτου, με βάση τις πρόνοιες του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») αιτείται αποζημίωση λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του, πληρωμή αντί προειδοποίησης αντιστοιχούσα στα ημερομίσθια δύο εβδομάδων, νόμιμους τόκους και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης της, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στις 16/02/2009 τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή, καθότι περιήλθε στη γνώση της ότι ο Αιτητής, ως εκτιμητής ακινήτων, αντιδεοντολογικά και/ή παράνομα και/ή επιπόλαια, ετοίμαζε σε συγκεκριμένους πελάτες της, εν γνώσει του, ψεύτικες και/ή μη αντικειμενικές εκτιμήσεις και/ή εκτιμήσεις που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να εκτεθεί ανεπανόρθωτα η άριστη φήμη την οποία είχε ανά το παγκύπριο στον τομέα των εκτιμητών ακινήτων. Ότι ο Αιτητής ετοίμαζε τις πιο πάνω εκτιμήσεις με «φουσκωμένες» τις τιμές των υπό εκτίμηση ακινήτων, με σκοπό οι ιδιοκτήτες των ακινήτων να εξασφαλίζουν από τραπεζικά ιδρύματα δάνεια για μεγαλύτερα ποσά από όσα θα έπαιρναν αν η εκτίμηση ήταν αντικειμενική. Ότι αποτέλεσμα ενεργειών του Αιτητή, ήταν η Τράπεζα Κύπρου, δίνοντας εμπιστοσύνη στις εκτιμήσεις που προέρχονταν από την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσε δάνεια σε διάφορα πρόσωπα τα οποία δάνεια δεν ήταν πλήρως εξασφαλισμένα για σκοπούς της Τράπεζας. Ότι η Τράπεζα Κύπρου όταν διαπίστωσε, μετά από ειδική έρευνα, ότι παραπλανήθηκε από εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, τις οποίες διενήργησε ο Αιτητής διέκοψε τη συνεργασία της με την Εργοδότρια Εταιρεία επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της για αποζημιώσεις. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αφού έλεγξε όλες τις εκτιμήσεις που αμφισβήτησε η Τράπεζα Κύπρου, διαπίστωσε ότι τα παράπονά της ήταν πλήρως δικαιολογημένα. Ότι κάλεσε τον Αιτητή, του έθεσε υπόψη του την όλη κατάσταση, του ζήτησε εξηγήσεις και ο ίδιος αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση με αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες του Αιτητή τερματίστηκαν άμεσα με την πληρωμή ενός ποσού χαριστικά, ως αποζημίωση. Ενόψει των πιο πάνω, ζητά απόρριψη της παρούσας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3

(1)του Νόμου προβλέπει ότι: ″3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:″ Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, ″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″ δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στην Έγγραφο Εμφάνιση της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή το δικαίωμα αποζημίωσης. Για να αποσείσει το βάρος απόδειξης η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. Αντώνη Λοΐζου και του κ. Ανδρέα Γεωργίου, επιχειρηματία στον τομέα ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας και πελάτη της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Αιτητής για να υποστηρίξει το αίτημά του πρόσφερε εκτός από τη δική του μαρτυρία και τη μαρτυρία του κ. Γιώργου Στυλιανού, πρώην εργοδοτούμενου στο τμήμα εκτιμήσεων στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιον μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο κ. Αντώνης Λοΐζου, καταθέτοντας, ανέφερε ότι με την πάροδο του χρόνου και την ανάλογη εκπαίδευση του Αιτητή, τα καθήκοντα του Αιτητή περιορίστηκαν σε αυτά του εκτιμητή ακινήτων, κάτω από την επίβλεψη του υπεύθυνου υπάλληλου εκτιμήσεων του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό, κ. Λεύκιου Βασιλείου. Ο Αιτητής επέδειξε μεγάλη πρόοδο ως εκτιμητής ακινήτων και ως εκ τούτου του δόθηκαν ανάλογες αυξήσεις στον μισθό του. Η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ικανοποιημένη από την εργασία του Αιτητή και ο Αιτητής είχε δείξει ότι ήταν άξιος της εμπιστοσύνης της. Όταν ο κ. Βασιλείου απεχώρησε από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας λίγο μετά που απέκτησε πανεπιστημιακό πτυχίο ως εκτιμητής ακινήτων για να ανοίξει δικό του εκτιμητικό γραφείο, ο Αιτητής ανέλαβε ως υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεως της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Σημείωσε ότι οι άλλοι εκτιμητές στο γραφείο της Λεμεσού συχνά επικαλούνταν ότι μίλησαν με τον Αιτητή για την αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου. Από το 1994 μέχρι και το 2008, ο Αιτητής είχε εκτελέσει 6401 εκτιμήσεις ακινήτων. Τα βασικά καθήκοντα του Αιτητή ως εκτιμητή ακινήτων ήταν: η εκτέλεση εκτιμήσεων, η σωστή περιγραφή και πλήρης αναλυτική αποτύπωση της κατάστασης του υπό εκτίμηση ακινήτου (φυσικά χαρακτηριστικά), η μελέτη και η ανάλυση δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου και των συγκριτικών πωλήσεων παρόμοιων ακινήτων στην περιοχή και των νομικών χαρακτηριστικών του υπό εκτίμηση ακινήτου και ο καθορισμός της αξίας του υπό εκτίμηση ακινήτου, η παρακολούθηση και η αφομοίωση των διάφορων σημειώσεων/ memo που αποστέλλονταν περιοδικά από τα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και από αυτόν, η παρακολούθηση της αγοράς ακινήτων, μέσω των μεσών μαζικής επικοινωνίας για περαιτέρω γνώση της αγοράς ακινήτων και η επιτήρηση, η εποπτεία, η επίβλεψη και η εκπαίδευση των άλλων εκτιμητών στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Ισχυρίστηκε ότι το τελευταίο δίμηνο του 2008, η Τράπεζα Κύπρου τον ενημέρωσε ότι οι αξίες ορισμένων εκτιμήσεων ακινήτων του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό ήταν αδικαιολόγητα πολύ ψηλές και ότι διενεργούσε εσωτερικό έλεγχο γι' αυτές. Η Τράπεζα ζήτησε εκτιμήσεις από δύο άλλους εκτιμητές αναφορικά με τις αμφισβητούμενες εκτιμήσεις, οι οποίοι κατέληξαν σε αξίες πολύ πιο χαμηλές από αυτές που είχε δώσει το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Οι αμφισβητούμενες για την Τράπεζα εκτιμήσεις αφορούσαν 5 συγκεκριμένα πρόσωπα (ADIN PROPERTIES LTD, Ιορδάνη Κωστέκογκλου, Νίκο Περατικό, Δημήτρη Παπαχριστοδούλου και OPPLAND INVESTMENTS LTD) και έγιναν από τον Αιτητή και/ή τους άλλους εκτιμητές του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας, οι οποίοι ήταν υπό την επίβλεψη του Αιτητή. Όλες οι αμφισβητούμενες εκτιμήσεις είχαν διεκπεραιωθεί κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου του 2008 και Οκτωβρίου του 2008. Σημείωσε ότι η Τράπεζα Κύπρου διενήργησε δειγματοληπτικό έλεγχο αναφορικά με τις εκτιμήσεις
(1141)που εκτέλεσε η Εργοδότρια Εταιρεία παγκύπρια για την εν λόγω Τράπεζα, χωρίς να εντοπίσει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα με τις εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας εκτός από αυτό που εντόπισε αναφορικά με τις εκτιμήσεις του γραφείου της στη Λεμεσό. Αυτό έβαλε σε υποψίες την Τράπεζα για «συναλλαγή» της Εργοδότριας Εταιρείας με τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος επανεκτίμησε τα ακίνητα των αμφισβητούμενων εκτιμήσεων και διαπίστωσε ότι η Τράπεζα είχε σε μεγάλο βαθμό δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, η Τράπεζα αμφισβήτησε 15 εκτιμήσεις, οι οποίες αφορούσαν 51 τεμάχια. Από τις εν λόγω 15 εκτιμήσεις, οι 8 που αφορούσαν 21 τεμάχια, είχαν διεκπεραιωθεί από τον Αιτητή και οι υπόλοιπες από τους άλλους δύο εκτιμητές που εργάζονταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Διενεργώντας ο ίδιος επανεκτιμήσεις αναφορικά με τα ακίνητα των αμφισβητούμενων από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεων, διαπίστωσε ότι 6 από τις 8 εκτιμήσεις του Αιτητή, ήταν αδικαιολόγητα και αστήρικτα ψηλές και ότι οι αξίες των υπό εκτίμηση ακινήτων ήταν αστήρικτα υπερτιμημένες. Ειδικότερα οι εκτιμήσεις που έγιναν για την ADIN PROPERTIES LTD, υπόψη Ιορδάνη Κωστέκογκλου (Τεκμήρια 1(α) - 1(γ), 2 και 5). Προς υποστήριξη των θέσεων του κατέθεσε ως Τεκμήρια 1(α) - 1(γ) και 2, πίνακες τους οποίους ετοίμασε ο ίδιος και στους οποίους φαίνονται οι αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις και το ποσό της αξίας των ακινήτων που αφορούσαν οι αμφισβητούμενες εκτιμήσεις (α) το οποίο δόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό (το συνολικό ποσό των αξιών των ακινήτων ανερχόταν σε €4.548.000,00), (β) το οποίο δόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου από τους δύο άλλους εκτιμητές που διόρισε η Τράπεζα Κύπρου (το συνολικό ποσό των αξιών που έδωσε
(1)ο ένας εκτιμητής ανερχόταν σε €2.623.700,00 και
(2)ο άλλος εκτιμητής ανερχόταν σε €2.028.400,00) και (γ) το οποίο κατέληξε ο ίδιος επανεκτιμώντας τα (το συνολικό ποσό των αξιών των ακινήτων ανερχόταν σε €3.709.599,00). Μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας που διενεργήθηκαν από το γραφείο της στη Λεμεσό και των επανεκτιμήσεων που διενήργησε ο ίδιος υπάρχει μια διαφορά στις αξίες ύψους €838.401,00 «προς τα κάτω» (δηλαδή οι αξίες που δόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ήταν κατά €838.401,00 πιο ψηλές από αυτές στις οποίες κατέληξε αυτός). Το 74% της εν λόγω διαφοράς (€617.247,00) αφορούσε εκτιμήσεις του Αιτητή και το υπόλοιπο 26% αφορούσε εκτιμήσεις που έγιναν από τους δύο άλλους εκτιμητές του γραφείου στη Λεμεσό. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε 8 εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας που δόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου οι οποίες υπογράφονται από τον ίδιο. Διευκρίνισε ότι οι 8 εκτιμήσεις του Τεκμηρίου 5 είναι μέσα στις εκτιμήσεις που αμφισβήτησε η Τράπεζα Κύπρου το 2008 και ότι είναι αυτές που διενεργήθηκαν από τον Αιτητή. Υποδεικνύοντας χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή που επισυνάπτονται στις εν λόγω εκτιμήσεις είπε ότι οι εν λόγω σημειώσεις είναι το αποτέλεσμα της προεργασίας που έπρεπε να γίνει για να υπάρχει κατάληξη σε αξία (δηλαδή εντοπισμός των σχετικών συγκριτικών πωλήσεων και των νομικών και φυσικών χαρακτηριστικών του ακινήτου). Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε 8 δέσμες εγγράφων οι οποίες αποτελούν τις επανεκτιμήσεις του αναφορικά με τις αξίες των ακινήτων που εκτίμησε ο Αιτητής με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 5. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 είπε ότι: (α) συμφώνησε με τις αξίες 5 τεμαχίων που περιέχονταν στις 8 υπό αμφισβήτηση εκτιμήσεις του Αιτητή και (β) διαπίστωσε οι αξίες των υπόλοιπων 16 τεμαχίων ήταν «λανθασμένες». Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Εργοδότρια Εταιρεία διενεργεί συχνά σε τακτά χρονικά διαστήμα σεμινάρια με σκοπό την εκπαίδευση και την ενημέρωση των εκτιμητών και ότι συχνά αποστέλλονται στους εκτιμητές διάφορα σημειώματα/ memo αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Κατέθεσε διάφορα σημειώματα της Εργοδότριας Εταιρείας προς τους εκτιμητές ως δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 7, στα οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι (α) οι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας που εργάζονται στο τμήμα εκτιμήσεων είναι υπεύθυνοι για τις εκτιμήσεις που εκτελούν, (β) το γεγονός ότι ο κ. Λοΐζου διαβάζει τις εκτιμήσεις που εκτελούν δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες τους να διεκπεραιώνουν σωστά και ολοκληρωμένα τις εργασίες των εκτιμήσεών τους και (γ) σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τις ενέργειές τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους θα ευθύνονται για αυτές τους ενέργειες. Η Τράπεζα Κύπρου τον Φεβρουάριο του 2009 σταμάτησε να αναθέτει εκτιμήσεις στην Εργοδότρια Εταιρεία και διέκοψε τη συνεργασία της με την Εργοδότρια Εταιρεία. Μετά που διαπίστωσε ο ίδιος, με τις δικές του επανεκτιμήσεις ότι οι αμφισβητούμενες εκτιμήσεις του Αιτητή ήταν «λανθασμένες» και ότι το 74% των «λανθασμένων» εκτιμήσεων σε αξία ήταν του Αιτητή (και το υπόλοιπο ποσοστό στους εκτιμητές που ήταν υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση του Αιτητή) η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Αιτητή είχε κλονιστεί. Υποστήριξε ότι μετά
(1)τη διαπίστωση από την Τράπεζα ότι οι αξίες που της δόθηκαν με τις εκτιμήσεις που εκτέλεσε ο Αιτητής είχαν μεγάλη διαφορά από τις αξίες που της δόθηκαν από τους δύο άλλους εκτιμητές που διόρισε και
(2)τη διαπίστωση από τον ίδιο ότι οι αξίες που έδωσε ο Αιτητής για συγκεκριμένα πρόσωπα ήταν αδικαιολόγητα υπερτιμημένες, το μόνο συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι ο Αιτητής συνειδητά αύξησε τις αξίες των εν λόγω εκτιμήσεων, για εξυπηρέτηση των εν λόγω προσώπων, με οικονομικό όφελος προς τον ίδιο. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος μίλησε με τον Αιτητή δύο φορές, τον Δεκέμβριο του 2008 και τον Ιανουάριο του 2009, όπου ανέφερε στον Αιτητή τα γεγονότα, του υπέδειξε ότι έγιναν αδικαιολόγητα σοβαρά συνειδητά λάθη με συγκεκριμένα πρόσωπα, καθότι οι αξίες που δόθηκαν δεν δικαιολογούνταν από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του (συγκριτικές πωλήσεις στην περιοχή, μορφολογία και τοποθεσία, χρήση ακινήτου και γνώση της αγοράς και σχετικές αξίες). Ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι λάθη μπορεί να γίνονται, αλλά αρνήθηκε ότι έκανε λάθος στις πιο πάνω περιπτώσεις επί σκοπού. Η διακοπή της συνεργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου μαθεύτηκε στο «παζάρι» με αποτέλεσμα τη δυσφήμιση της Εργοδότριας Εταιρείας καθότι στην κτηματαγορά της Κύπρου διαδόθηκαν φήμες ότι η Εργοδότρια Εταιρεία «τα παίρνει» για να εκτελεί εκτιμήσεις κατά παραγγελία των πελατών και τέθηκε υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία της Εργοδότριας Εταιρείας. Η φήμη της Εργοδότριας Εταιρείας είχε αμαυρωθεί, καθότι διαδόθηκε ότι χρηματίζεται και αναθέτει ψηλές αξίες σε ακίνητα, με αποτέλεσμα πελάτες της Τράπεζας να παίρνουν δάνεια τα οποία δεν είναι εξασφαλισμένα (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω, η Τράπεζα Κύπρου κατέστησε την Εργοδότρια Εταιρεία υπεύθυνη για οποιεσδήποτε απώλειες, λόγω της παροχής ψηλότερων δανείων που δόθηκαν βάσει των εκτιμήσεων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Τον Αύγουστο του 2009 η Τράπεζα Κύπρου άρχισε να αναθέτει ξανά εκτιμήσεις στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά από ανεπίσημη προφορική συμφωνία της Εργοδότριας Εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου με βάση την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία θα αποζημίωνε την Τράπεζα Κύπρου με το ποσό των €330.000,00 μέσω εκπτώσεων στις χρεώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για τις εκτιμήσεις που θα διενεργήσει για την Τράπεζα Κύπρου. Τον Ιανουάριο του 2010 επισημοποιήθηκε η εν λόγω συμφωνία της Εργοδότριας Εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 4). Η Εργοδότρια Εταιρεία λόγω της διακοπής της συνεργασίας της με την Τράπεζα Κύπρου την περίοδο Φεβρουαρίου 2009 - Ιουλίου 2009 απώλεσε €148.000,00 σε εισοδήματα καθότι το 2009 η Τράπεζα Κύπρου της ανέθεσε 587 λιγότερες εκτιμήσεις από το
  1. Προσθέτοντας σε αυτό το ποσό και το ποσό των €330.000,00 οι ζημιές της Εργοδότριας Εταιρείας από τις πράξεις του Αιτητή ανέρχονται σε €478.000,00 (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στον ορισμό της εκτίμησης ακινήτου (η εξακρίβωση της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου στην ελεύθερη αγορά), καθώς και στη διαδικασία που χρειάζεται για να διεκπεραιωθεί μια εκτίμηση ακινήτου. Σημείωσε ότι οι εκτιμήσεις που γίνονταν για τις τράπεζες ήταν απλές και ότι μπορούσε να τις διεκπεραιώσει και κάποιος που δεν είναι επιστήμονας εκτιμητής, φτάνει να έχει τη σωστή εκπαίδευση και πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα του ακινήτου και της αγοράς ακινήτων στην περιοχή του υπό εκτίμηση ακινήτου. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής λόγω του ότι (α) ήταν πολιτικός μηχανικός, (β) είχε εκπαιδευτεί από την Εργοδότρια Εταιρεία και (γ) είχε στην κατοχή του όλα τα σχετικά δεδομένα (αφού αυτά βρίσκονταν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εργοδότριας Εταιρείας) ήταν σε θέση να διεκπεραιώσει τις εκτιμήσεις που αφορούσαν τις τράπεζες. Ο Αιτητής δεν υπέγραφε τις εκτιμήσεις που διενεργούσε καθότι όλες οι εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας υπογράφονται από τον ίδιο (τον κ. Λοΐζου). Υποστήριξε ότι ο Αιτητής ετοίμαζε ολοκληρωμένες εκτιμήσεις οι οποίες απλώς αποστέλλονταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας, στη Λευκωσία για να δακτυλογραφηθούν και υπογραφτούν από τον ίδιο (τον κ. Λοΐζου). Αρνήθηκε ότι ο Αιτητής τόσο στις αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις όσο και γενικά απλώς ενεργούσε ως ενδιάμεσος συνδετικός κρίκος για την ετοιμασία των εκτιμήσεων από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε ότι επειδή ο Αιτητής ήταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 17 χρόνια χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε προβληματική συμπεριφορά, αυτός του είχε εμπιστοσύνη και δεν άλλαζε τις εκτιμήσεις που του έστελλε ο Αιτητής. Απλώς τις διάβαζε και τις υπέγραφε. Ήταν η θέση του ότι ενώ η αξία ενός ακινήτου που δίνεται με κάθε εκτίμηση ενέχει και το υποκειμενικό στοιχείο, ο κάθε εκτιμητής οφείλει να τεκμηριώνει την κατάληξή του για την αξία ενός ακινήτου σε μια εκτίμηση. Δεν μπορεί ο κάθε εκτιμητής να βάζει ότι αξίες νομίζει. Αρνήθηκε ότι αυτός έδωσε τις υπερτιμημένες αξίες στην Τράπεζα Κύπρου και απέρριψε υποβολή ότι αυτός ζητούσε από τους βοηθούς εκτιμητές να «παραφουσκώνουν» τις εκτιμήσεις. Σημείωσε ότι οι άλλοι δύο εκτιμητές που απασχολούνταν στο γραφείο της Λεμεσού το 2008-2009 (ο κ. Ανδρέας Πηδιάς και ο κ. Γιώργος Στυλιανού) δεν απολύθηκαν όταν απολύθηκε ο Αιτητής τον Φεβρουάριο του 2009 λόγω των λανθασμένων εκτιμήσεων που εκτέλεσαν για την Τράπεζα Κύπρου καθότι αυτοί καθοδηγούνταν από τον Αιτητή. Ο ένας απεχώρησε από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας τον Φεβρουάριο του 2011 και ο άλλος απολύθηκε τον Αύγουστο του
  2. Ανέφερε ότι αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής έδινε υπερτιμημένες αξίες με σκοπό το δικό του οικονομικό όφελος λόγω του ότι διαπίστωσε με βάση τις σχετικές συγκριτικές πωλήσεις ότι ο Αιτητής έδωσε σχεδόν διπλάσιες αξίες από αυτές που θα έπρεπε να δώσει χωρίς καμία αιτιολόγηση. Διευκρίνισε ότι δεν διαπίστωσε, πριν την απόλυση του Αιτητή, ότι ο Αιτητής χρηματιζόταν και ότι οι οποιεσδήποτε σχετικές πληροφορίες ήρθαν σε γνώση του μετά την απόλυση του Αιτητή. Κατά την επανεξέτασή του, κατέθεσε χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή (Τεκμήριο 12), οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του, αποτελούν τις χειρόγραφες εκτιμήσεις του Τεκμηρίου
  3. Ο κ. Αντρέας Γεωργίου κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με κτηματικές επιχειρήσεις και συνεργαζόταν με την Εργοδότρια Εταιρεία ζητώντας της να του παρέχει εκτιμήσεις για ακίνητα ανά το παγκύπριο. Το 2008 γνώρισε τον Αιτητή και ζήτησε από αυτόν όπως του εκτιμήσει ένα συγκεκριμένο ακίνητο. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Αιτητή και για άλλες δύο εκτιμήσεις. Για όλες τις εκτιμήσεις που διενήργησε ο Αιτητής, εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας, ενώ είχε καταβάλει πληρωμή στην Εργοδότρια Εταιρεία προς εξόφληση των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία για τις υπηρεσίες εκτιμήσεων που του προσέφερε, ο Αιτητής του ζήτησε ένα επιπλέον ποσό σε μετρητά, λέγοντάς του ότι αυτός έτσι δουλεύει. Ισχυρίστηκε ότι για τις εκτιμήσεις που διεκπεραίωσε η Εργοδότρια Εταιρεία κατ΄ εντολή του, μέσω των γραφείων της στη Λάρνακα και στην Πάφο, τα μόνα ποσά που του ζητήθηκαν να καταβάλει ήταν τα ποσά των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία. Μετά την απόλυση του Αιτητή, όταν γνωστοποιήθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου σταμάτησε την συνεργασία της με την Εργοδότρια Εταιρεία, αυτός συναντήθηκε με εκπρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία, ο οποίος του είπε ότι ο Αιτητής τους δημιούργησε προβλήματα με την Τράπεζα Κύπρου. Τότε αυτός του ανέφερε ότι ο Αιτητής ζητούσε από αυτόν επιπλέον χρήματα σε μετρητά για να κάνει τις εκτιμήσεις που του ανέθετε. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν τον πληροφόρησε τον λόγο που ήθελε τα επιπλέον χρήματα σε μετρητά. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία εργάστηκε «σαν» βοηθός εκτιμητής. Ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντά του για όλη την περίοδο που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν βοηθητικά για την ετοιμασία των εκτιμήσεων και ότι ενεργούσε ως ενδιάμεσος βοηθητικός σύνδεσμος μεταξύ του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό και του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία ακολουθώντας πάντα τις οδηγίες του κ. Λοΐζου αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων του. Ήταν η θέση του ότι στο γραφείο της Λεμεσού γινόταν προεργασία για όλων των ειδών εκτιμήσεις και ότι εντός αυτού του πλαισίου αυτός έκανε επιτόπου επίσκεψη στα υπό εκτίμηση ακίνητα ώστε να μπορεί να περιγράψει τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, έβγαζε φωτογραφίες των υπό εκτίμηση ακινήτων, κατέγραφε τα νομικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση ακινήτων (πολεοδομική ζώνη, συντελεστές δόμησης κ.λ.π.) και συγκέντρωνε στοιχεία για τις σχετικές συγκριτικές πωλήσεις με τα υπό εκτίμηση ακίνητα και με βάση τις οδηγίες και σύμφωνα με την πολιτική που καθιέρωσε ο κ. Λοΐζου έκανε προκαταρκτικές εισηγήσεις για τις αξίες των υπό εκτίμηση κτημάτων. Κατέγραφε όλα τα πιο πάνω στοιχεία και εισηγήσεις και τα απέστελλε στη Λευκωσία για να ελεγχθούν από τον κ. Λοΐζου, να αξιολογηθούν και να ετοιμαστούν οι εκτιμήσεις. Ήταν η θέση του ότι την τελική άποψη και την απόφαση για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του κάθε ακινήτου την είχε πάντοτε ο κ. Λοΐζου, ο οποίος πάντοτε ετοίμαζε και υπέγραφε τις εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Πολλές φορές ο κ. Λοΐζου είτε μείωνε, είτε αύξανε τις αξίες που του εισηγούνταν οι βοηθοί εκτιμητές, χωρίς να τους ενημερώνει. Όσον αφορά τις συγκριτικές πωλήσεις, τα σχετικά στοιχεία υπήρχαν καταχωρημένα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης για τις συγκριτικές πωλήσεις έπαιρναν πληροφορίες από κοινοτάρχες, αγροφύλακες και άλλα άτομα που θα μπορούσαν να τους δώσουν τιμές. Όταν η εκτίμηση αφορούσε κτήρια, κατέγραφε όλες τις πληροφορίες σε σχέση με το είδος και την ποιότητα της κατασκευής και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν. Επίσης, μέσα στα καθήκοντά του ήταν η παρακολούθηση της αγοράς ακινήτων μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας, για γνώση των τιμών και της τάσης της αγοράς. Διαφώνησε έντονα με τον κ. Λοΐζου ότι τα καθήκοντά του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν καθήκοντα εκτιμητή. Απέρριψε τον ισχυρισμό του κ. Λοΐζου ότι μετά την αποχώρηση του κ. Βασιλείου από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ανέλαβε αυτός ως υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων του γραφείου της Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι ο ισχυρισμός του κ. Λοΐζου ότι του ανέθεσε καθήκοντα εποπτείας και εκπαίδευσης των άλλων εκτιμητών του γραφείου στη Λεμεσό τα οποία και εκτελούσε είναι ψευδής. Αρνήθηκε ότι έδινε διογκωμένες τιμές/ αξίες συνειδητά επί σκοπού. Δεν ενημερώθηκε ποτέ πριν την απόλυσή του από τον κ. Λοΐζου ότι υπήρξε πρόβλημα με ορισμένες εκτιμήσεις του γραφείου στη Λεμεσό. Δεν τέθηκαν ποτέ υπόψη του οι εκτιμήσεις στις οποίες έδωσε τη βοήθεια του να γίνουν και για τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου ισχυριζόταν ότι δόθηκαν διογκωμένες τιμές. Δεν γνωρίζει ποιος και πώς καθόρισε για λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου τις αξίες σε όλες τις εκτιμήσεις τις οποίες κατ' ισχυρισμό αμφισβητούσε η Τράπεζα Κύπρου. Αυτός ενεργούσε πάντοτε μέσα στα πλαίσια των εντολών και των οδηγιών του κ. Λοΐζου και της πολιτικής που καθόριζε κ. Λοΐζου και τα στοιχεία για τις αξίες που έπαιρνε, τα έπαιρνε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Εργοδότριας Εταιρείας και από τις πηγές που ο κ. Λοΐζου τους υποδείκνυε να συμβουλεύονται. Απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να γνωρίζει τους λόγους απόλυσής του. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κανένα έλεγχο και καμία εξουσία ή επιρροή στους συναδέλφους του στο γραφείο στη Λεμεσό και όλοι οι υπάλληλοι της Εργοδότριας Εταιρείας στο τμήμα εκτιμήσεων στη Λεμεσό εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα και ακολουθούσαν πάντα τις οδηγίες και την πολιτική του κ. Λοΐζου. Ήταν η άποψή του ότι αν υπήρξαν οποιαδήποτε προβλήματα με την Τράπεζα Κύπρου, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής και των αποφάσεων του κ. Λοΐζου. Ο κ. Λοΐζου για να ξεπεράσει τα προβλήματα που προκλήθηκαν με την Τράπεζα Κύπρου, τον απέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες ώστε να του φορτώσει τις δικές του ευθύνες και να κατευνάσει την Τράπεζα. Αναφερόμενος στη μαρτυρία του κ. Γεωργίου, ισχυρίστηκε ότι όλες οι αναφορές του εκτός από το ότι ο κ. Γεωργίου ζήτησε τις υπηρεσίες του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό, είναι ψευδείς. Σχετικά με τη σημερινή οικονομική του κατάσταση, είπε ότι μετά την απόλυσή του παρά τις προσπάθειές του να βρει άλλη εργοδότηση, δεν κατέστη δυνατό να βρει εργασία με σταθερά εισοδήματα στο ύψος αυτών που είχε όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Κατά την αντεξέτασή του αναγνώρισε τα έγγραφα του Τεκμηρίου 12 ως δικά του χειρόγραφα και υποστήριξε ότι αυτά τα έγγραφα περιέχουν απλώς τις πληροφορίες που ζητούσε η Εργοδότρια Εταιρεία να στέλλονται στο γραφείο της στη Λευκωσία για να αξιολογηθούν ώστε το γραφείο στη Λευκωσία να ετοιμάσει την εκτίμηση. Ισχυρίστηκε ότι αποτελούν απλώς υποβοηθητικά στοιχεία, ώστε το γραφείο της Λευκωσίας να έχει εικόνα για το υπό εκτίμηση ακίνητο και να μπορεί να ετοιμάσει την συμπληρωμένη έκθεση εκτίμησης, βάζοντας και την αξία του ακινήτου. Σχετικά με τις εκτιμήσεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 1(γ), υποστήριξε ότι αυτός δεν έκανε και ούτε υπέγραφε εκτιμήσεις, αλλά ενεργούσε ως ενδιάμεσος βοηθός εκτιμητής, δίνοντας πληροφορίες στο γραφείο της Λευκωσίας με σκοπό το γραφείο να προβεί στην εκτίμηση της αξίας του ακινήτου. Δεν ήρθε στην αντίληψή του το ποσό της αξίας που έβαλε ο κ. Λοΐζου για τις αναφερόμενες ως αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις όταν υπέγραψε τις εκτιμήσεις στο πρώτο στάδιο, ούτε όταν προέβηκε σε μεταγενέστερο στάδιο σε επανεκτιμήσεις. Τα αναφερόμενα στα Τεκμήρια 1 (α) και 1(β) δεν του λένε οτιδήποτε. Δεν θυμάται αν οι αναφερόμενες εκτιμήσεις στα εν λόγω Τεκμήρια είναι δικές του εκτιμήσεις. Είπε ότι μπορεί να έδωσε στοιχεία για τις εν λόγω εκτιμήσεις αλλά αυτός δεν υπέγραψε αυτές τις εκτιμήσεις. Αρνήθηκε ότι ο κ. Λοΐζου τον πληροφόρησε για το θέμα με την Τράπεζα Κύπρου και ότι προβαίνει σε δικό του έλεγχο και ισχυρίστηκε ότι η απόλυσή του αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη γι' αυτόν. Ο κ. Γιώργος Στυλιανού κατέθεσε ότι εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο 2004-2012, στο τμήμα εκτιμήσεων του γραφείου της στη Λεμεσό. Κατά την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία προέβαινε σε επί τόπου επιθεωρήσεις των υπό εκτίμηση ακινήτων και έβγαζε φωτογραφίες. Στη συνέχεια συνέτασσε την περιγραφή του υπό εκτίμηση ακινήτου και υπέβαλλε συγκριτικές πωλήσεις και προτεινόμενη τιμή. Τα εν λόγω στοιχεία και πληροφορίες τα έστελνε στη Λευκωσία όπου τα έβλεπε ο κ. Λοΐζου, ο οποίος, είτε έβαζε την τελική τιμή για την αξία του ακινήτου είτε ζητούσε περαιτέρω έρευνα αναφορικά με το υπό εκτίμηση ακίνητο. Για την άσκηση των καθηκόντων του, ήταν υπόλογος στον κ. Λοΐζου. Τα πρώτα χρόνια που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία, προτού αποκτήσει τη σχετική εμπειρία, έβλεπε τις τιμές που πρότεινε μαζί με τον Αιτητή, κατόπιν σχετικής υποδείξεως του κ. Λοΐζου. Ο κ. Λοΐζου του είπε ότι υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων στη Λεμεσό ήταν ο Αιτητής, αλλά η μόνη υπευθυνότητα που είχε ο Αιτητής, ήταν να τον συμβουλεύονται οι άλλοι εκτιμητές για τις τιμές στα αρχικά στάδια της απασχόλησής τους. Ο λόγος που ο Αιτητής θεωρείτο ως υπεύθυνος του τμήματος ήταν τα χρόνια προϋπηρεσίας του και η πείρα του. Ο Αιτητής έκανε εκτιμήσεις όπως τους υπόλοιπους υπαλλήλους τμήματος εκτιμήσεων στη Λεμεσό, και είχε τα ίδια καθήκοντα με τους άλλους υπαλλήλους στο γραφείο στη Λεμεσό. Ισχυρίστηκε ότι το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό έκανε όλων των ειδών εκτιμήσεων και ότι αυτός συμμετείχε στην ετοιμασία όλων των ειδών εκτιμήσεων. Πριν την απόλυση του Αιτητή, ο κ. Λοΐζου δεν τον κάλεσε για να τον ενημερώσει για οποιοδήποτε πρόβλημα υπήρχε με τον Αιτητή ούτε έκανε σε αυτόν οποιαδήποτε παρατήρηση. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι 2 περίπου χρόνια μετά την πρόσληψή του από την Εργοδότρια Εταιρεία άρχισε να βάζει μόνος του τις τιμές που θεωρούσε ως ορθές στις εκτιμήσεις και τις έστελνε στον κ. Λοΐζου. Επανέλαβε τη θέση του ότι τις τιμές στις εκτιμήσεις δεν τις καθόριζαν οι εκτιμητές στο γραφείο της Λεμεσού αλλά ο κ. Λοΐζου και υποστήριξε ότι έχει πολλά σημειώματα του κ. Λοΐζου που διαφωνούσε με τις τιμές που έβαζε αυτός. Μετά την απόλυση του Αιτητή, ανέλαβε αυτός ως υπεύθυνος εκτιμήσεων. Σε υποβολή του δικηγόρου των της Εργοδότριας Εταιρεία ότι ο κ. Λοΐζου δεν έλεγχε τις εκτιμήσεις που του έστελναν οι εκτιμητές που απασχολούνταν για χρόνια στο γραφείο, απάντησε «όχι πάντα». Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι πολλές φορές ο κ. Λοΐζου δεν δέχτηκε τις τιμές που του πρότεινε και αναλόγως, είτε τις μείωνε, είτε τις αύξανε. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
  4. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ....................................................................................................................... (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω της διαγωγής που επέδειξε κατά την άσκηση των εργασιακών του καθηκόντων με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά του κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου με αποτέλεσμα να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά, να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του» ( Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562). Ο εργοδοτούμενος οφείλει λοιπόν να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του, δηλαδή το κύρος του εργοδότη, την καλή φήμη της επιχείρησης του εργοδότη, την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει ο εργοδότης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Σύμφωνα με τη νομολογία η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτούμενου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιον του στοιχείων («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτούμενου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[1]. (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd. v. Σωτήρη Βασιλείου (πιο πάνω) στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανέφερε τ' ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: «In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Στις περιπτώσεις που η υπό εξέταση διαγωγή είναι ολοφάνερη ή παραδεκτή το ερώτημα για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση[2]. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά ποσόν έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου. ............................... Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[3] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί. (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513 (House of Lords)). Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτούμενου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις που διαφαίνεται ότι ο τρόπος που διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του εργοδοτούμενου που απολύθηκε ήταν τέτοιος που εμπόδισε τον εργοδότη να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις[4]. Στην ILEA v. Gravett
(1988)IRLR 497 αναφέρθηκαν τα εξής: "In determining whether in all the circumstances the employer could reasonably believe that the employee was guilty of misconduct, the situations which arise can vary from the one extreme where the employee was virtually caught in the act to the other extreme where the issue is one of pure inference. As the scale moves towards the latter end, so the amount of inquiry and investigation which may be required, including questioning of the employee, is likely to increase. At some stage, the employer will need to face the employee with the information which he has. That may be during an investigation prior to a decision that there is sufficient evidence upon which to form a view or it may be at the initial disciplinary hearing. In some cases it may be that after hearing the employee's version further investigation ought fairly to be made". (H υπογράμμιση είναι δική μας) Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόλυσης του εργοδοτούμενου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιον του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτούμενου[5] καθώς και στα στοιχεία που θα μπορούσαν να περιέλθουν στη γνώση του κατά την απόλυση του εργοδοτούμενου[6]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ.645 αναφέρονται τ' ακόλουθα: "It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time." Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολουθήσαμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μας. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προβαίνουμε στην πιο κάτω αξιολόγηση. Αρχίζοντας την αξιολόγηση από τον κ. Λοΐζου σημειώνουμε ότι η όλη εμφάνιση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα μας άφησε θετική εντύπωση. Δεν εντοπίσαμε τίποτα μεμπτό είτε στον τρόπο που έδωσε τη μαρτυρία του είτε στο περιεχόμενό της. Τόσο στο στάδιο της εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης απαντούσε με φυσικότητα, σταθερότητα και αμεσότητα χωρίς υπεκφυγές. Μελετώντας την ουσία της μαρτυρίας του δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε το ουσιαστικό που μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Εξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα (α) τι είναι μια εκτίμηση ακινήτου, (β) τι χρειάζεται για να γίνει μια εκτίμηση ακινήτου (δηλαδή τι στοιχεία είναι απαραίτητα να ληφθούν υπόψη ώστε να διαπιστωθεί η αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου), (γ) τον τρόπο λειτουργίας του τμήματος εκτιμήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, τον τρόπο που διεκπεραιώνονταν οι εργασίες του εν λόγω τμήματος, τον τρόπο που γίνονταν οι εκτιμήσεις που διενεργούσε η Εργοδότρια Εταιρεία και το πώς ο Αιτητής, ο οποίος δεν είναι προσοντούχος εκτιμητής, ήταν σε θέση να διεκπεραιώνει πλήρεις εκτιμήσεις, (δ) ποια ήταν τα εργασιακά καθήκοντα του Αιτητή κατά την περίοδο απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία, (ε) ποια ήταν η σχέση του Αιτητή με τους άλλους εργοδοτούμενους που εργάζονταν στο τμήμα εκτιμήσεων, (στ) ποια ήταν η ευθύνη των εργοδοτούμενων της Εργοδότριας Εταιρείας στο τμήμα εκτιμήσεων της και του ιδίου για τις εκτιμήσεις που διενεργούσε η Εργοδότρια Εταιρεία, (ζ) το πρόβλημα που προέκυψε με την Τράπεζα Κύπρου τέλη του 2008 και τη διακοπή της συνεργασίας Τράπεζας Κύπρου με την Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο Φεβρουαρίου 2009 - Ιουλίου 2009, (η) τις δικές του διαπιστώσεις και την έρευνα στην οποία προέβηκε αναφορικά με τις θέσεις της Τράπεζας Κύπρου σχετικά με συγκεκριμένες εκτιμήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, (θ) τον λόγο που οδήγησε την Εργοδότρια Εταιρεία να απολύσει τον Αιτητή τον Φεβρουάριο του 2009 και (ι) τον λόγο που στην επιστολή απόλυσης του Αιτητή δεν αναγράφονται οι λόγοι απόλυσης του Αιτητή. Παρατηρούμε ότι:
(1)τα στοιχεία (α), (β), (γ), (δ) και (στ) υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου 7 το οποίο ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Λοΐζου ούτε σχολιάστηκε από τον Αιτητή κατά τη μαρτυρία του και το στοιχείο (ζ) ενισχύεται από το Τεκμήριο 4 και τον πίνακα που επισυνάπτεται σε αυτό καθώς και από το περιεχόμενο της επιστολής του κ. Λοΐζου ημερομηνίας 21/2/2009 (έγγραφο μέρος του Τεκμηρίου 8). Σημειώνουμε ότι στο Τεκμήριο 4 φαίνονται οι αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις. Τα Τεκμήρια 5 και 12 επιβεβαιώνουν τις θέσεις του κ. Λοΐζου αναφορικά με τα καθήκοντα του Αιτητή, με το ότι ο Αιτητής ετοίμαζε πλήρεις εκτιμήσεις, με το ότι η αξία των υπό εκτίμηση ακινήτων ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένης προεργασίας που όφειλε ο Αιτητής να κάνει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και με το ότι 8 από τις αμφισβητούμενες εκτιμήσεις από την Τράπεζα Κύπρου ήταν εκτιμήσεις που διενήργησε ο Αιτητής. Επίσης τα εν λόγω Τεκμήρια επιβεβαιώνουν τη θέση ότι τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις τις ετοίμασε ο Αιτητής και ότι ο κ. Λοΐζου απλώς τις υπέγραψε. Σε αυτό το στάδιο οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο κ. Λοΐζου κατά τη μαρτυρία του εξήγησε με λεπτομέρεια και πειστικότητα για ποιο λόγο δεχόταν τις εκτιμήσεις που του έστελλε ο Αιτητής και τις υπέγραφε χωρίς να τις αξιολογεί (χρόνια υπηρεσίας, αριθμός εκτιμήσεων που διενήργησε, η συμπεριφορά που επέδειξε ως εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία). Με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ο κ. Λοΐζου έθεσε ενώπιόν μας τα στοιχεία και τους λόγους που στηρίζουν τα συμπεράσματα και τις θέσεις του που περιέχονται στα Τεκμήρια 1(α) - 1(γ) και τις αναφορές του κατά την ακροαματική διαδικασία για τη διαφορά ανάμεσα στις εκτιμήσεις που διενέργησε ο Αιτητής και τις επανεκτιμήσεις που διενήργησε αυτός όπως και για ποιο λόγο οι αξίες των ακινήτων που έδωσε ο Αιτητής στα Τεκμήρια 5 και 12 ήταν αδικαιολόγητα ψηλές. Τα εν λόγω στοιχεία τέθηκαν ενώπιόν μας με επάρκεια και αρκετές λεπτομέρειες και συνοδεύονταν από έγγραφα τα οποία στηρίζουν τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του κ. Λοΐζου σχετικά με τις αξίες που έπρεπε να δοθούν με τα Τεκμήρια 5 και 12. Βρίσκουμε ότι τα πιο πάνω στοιχεία είναι επαρκή και ότι μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να διαπιστώσουμε κατά πόσον οι αναφορές του κ. Λοΐζου σχετικά (α) με τις αξίες που έπρεπε να δοθούν με τα Τεκμήρια 5 και 12 και (β) με το ότι οι αξίες που δόθηκαν με τα εν λόγω Τεκμήρια ήταν αδικαιολόγητα ψηλές, ευσταθούν. Κρίνουμε ότι τα εν λόγω στοιχεία δικαιολογούν και στηρίζουν τις πιο πάνω αναφορές του κ. Λοΐζου. Οι ισχυρισμοί του ότι ο Αιτητής από το 2000 και μετά λόγω του ότι ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος στο τμήμα εκτιμήσεων του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό ήταν ο υπεύθυνος του εν λόγω τμήματος και ότι είχε υπό την επίβλεψη του τους άλλους εργοδοτούμενους που απασχολούνταν στο εν λόγω τμήμα επιβεβαιώθηκαν εν μέρει από τον κ. Στυλιανού, ο οποίος ήταν μάρτυρας της πλευράς του Αιτητή. Ο κ. Λοΐζου ευθαρσώς χωρίς υπεκφυγές παραδέχτηκε ότι πριν την απόλυση του Αιτητή δεν περιήλθαν στη γνώση του πληροφορίες ότι ο Αιτητής «χρηματιζόταν» κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και ότι κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής έδινε αδικαιολόγητα και αστήριχτα υπερτιμημένες αξίες ακινήτων για δικό του όφελος βασιζόμενος στα δικά του ευρήματα και τις διαπιστώσεις αναφορικά με τις αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις. Περαιτέρω ο κ. Λοΐζου ήταν σταθερός στις θέσεις του ότι πριν να απολυθεί ο Αιτητής συναντήθηκε ο ίδιος με τον Αιτητή και τον πληροφόρησε για το πρόβλημα που προέκυψε με την Τράπεζα Κύπρου και ότι στη συζήτηση που είχε με τον Αιτητή ο Αιτήτης του είπε ότι μπορεί να γίνονται λάθη αλλά αυτά δεν γίνονται επί σκοπού. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω δεχόμαστε τη μαρτυρία του κ. Λοΐζου ως αξιόπιστη. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του κ. Λοΐζου αναφορικά (α) με τις πληροφορίες και με τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή του μετά την απόλυση του Αιτητή, (β) με το Τεκμήριο 9 και (γ) με το περιεχόμενο των δύο εγγράφων του Τεκμήριου 8 (επιστολή του κ. Αναστάση ημερομηνίας 20/3/2009 και επιστολή του κ. Χριστοδούλου ημερομηνίας 27/5/2009) με βάση τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου θα αγνοηθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τη μαρτυρία του κ. Ανδρέα Γεωργίου η οποία αφορά κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τα οποία όμως γνωστοποιήθηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά την απόλυση του Αιτητή. Συνακόλουθα η μαρτυρία του κ. Γεωργίου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο Αιτητής παρ΄ όλη την προσπάθεια να πείσει για την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν το έχει πετύχει. Μέσα από τη μαρτυρία του προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αδυναμίες στην εκδοχή του αλλά και στο να αφήσει θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα: (α) οι ισχυρισμοί του που προώθησε κατά την ένορκη κατάθεσή του ότι απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία ως βοηθός εκτιμητής και ότι δεν του γνωστοποιήθηκαν πριν να προσέλθει στο Δικαστήριο οι λόγοι απόλυσής του είναι σε διάσταση με τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στους γενικούς λόγους της Αίτησής του αφού σε αυτούς δικογραφείται ότι «απασχολήθηκε σαν εκτιμητής ακίνητης περιουσίας σε υποκατάστημα» της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό και ότι «οι λόγοι πάνω στους οποίους οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν στηρίξει τον τερματισμό της απασχόλησης του είναι αναληθείς ή/και αβάσιμοι ή/και ανίσχυροι», και (β) αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του Αιτητή μας δημιούργησε το γεγονός ότι ο Αιτητής προέβαλε διάφορους γενικούς ισχυρισμούς κατά την κυρίως εξέτασή του με σκοπό να καταδείξει ότι αυτός εκτελούσε μόνο βοηθητικά καθήκοντα για την ετοιμασία των εκτιμήσεων και ότι αυτός δεν ευθύνεται για τις αμφισβητούμενες από την Τράπεζα Κύπρου εκτιμήσεις, τους οποίους ισχυρισμούς δεν υποστήριξε με απτά στοιχεία ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες αλλά με επιχειρήματα και όταν ερωτάτο κατά την αντεξέτασή του για τους εν λόγω ισχυρισμούς του απαντούσε με υπεκφυγές. Ενώ αρκετοί από τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν επιβεβαιώνονται από την ενώπιόν μας έγγραφη μαρτυρία, ο Αιτητής δεν έδωσε πειστικές και λογικές εξηγήσεις που να δικαιολογούν και να στηρίζουν τις θέσεις του. Περαιτέρω σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του δεν ήταν σε συνάφεια με αυτήν του κ. Στυλιανού. Ενδεικτικά των πιο πάνω, σημειώνουμε τ' ακόλουθα: (
  1. i)Ο Αιτητής διαφώνησε με τις θέσεις που προέβαλε ο κ. Λοΐζου αναφορικά με τα εργασιακά του καθήκοντα και έδωσε τη δική του περιγραφή σχετικά με τα καθήκοντα εργασίας του. Στην παράγραφο 5 της γραπτής δήλωσής του παραδέχεται ότι επισκεπτόταν τα υπό εκτίμηση ακίνητα, έβγαζε φωτογραφίες, συγκέντρωνε στοιχεία για τα φυσικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση ακινήτων και τις σχετικές συγκριτικές πωλήσεις, έκανε προκαταρκτικές εισηγήσεις για τις αξίες των υπό εκτίμηση ακινήτων και αφού κατέγραφε τα πιο πάνω έστελλε τα χειρόγραφά του στο γραφείο της Λευκωσίας για να αξιολογηθούν και να ετοιμαστούν οι εκτιμήσεις. Επικαλούμενος ότι τα νομικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση ακινήτων και οι συγκριτικές πωλήσεις μπορούν να εντοπιστούν εύκολα καθότι βρίσκονται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εργοδότριας Εταιρείας διαφώνησε με τον κ. Λοΐζου ότι εκτελούσε καθήκοντα εκτιμητή λέγοντας ότι ο κ. Λοΐζου «γνωρίζει τι έστι εκτιμητής ακινήτων» και ότι πιστεύει ότι «υπό άλλες συνθήκες» ο κ. Λοΐζου «θα υπερασπιζόταν με ζέση την επιστήμη του». Δεν μας έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τις τελευταίες θέσεις του και αδυνατούμε να τις κατανοήσουμε. Στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσής του όπου αναφέρει πιο λεπτομερώς τα καθήκοντα της εργασίας του διαφοροποιείται και ισχυρίζεται ότι αυτός κατέγραφε και τα νομικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση ακινήτων και ότι στις περιπτώσεις κτηρίων κατέγραφε τις σχετικές πληροφορίες για το είδος και την κατασκευή του κτηρίου. Κατά την αντεξέτασή του όταν ρωτήθηκε πού διαφωνεί με τον κ. Λοΐζου όσον αφορά τα εργασιακά καθήκοντα του απάντησε ότι διαφωνεί με τη θέση ότι αυτός όφειλε να περιγράφει σωστά και να αποτυπώνει πλήρως και αναλυτικά τα φυσικά χαρακτηριστικά του υπό εκτίμηση ακινήτου. Η εν λόγω θέση του, εκτός του ότι αντικρούεται από το περιεχόμενο των εγγράφων των Τεκμηρίων 7 και 12[7], δεν επιβεβαιώθηκε από τον κ. Στυλιανού, ο οποίος με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι αυτός έκανε την περιγραφή του υπό εκτίμηση ακινήτου, ότι υπήρχε ένας τυποποιημένος σκελετός που ακολουθείτο για τις εκτιμήσεις και ότι ο κ. Λοΐζου, αφού έβλεπε αυτά που του «έστελλε» αυτός (ο κ. Στυλιανού) από τη Λεμεσό, έβαζε την τελική τιμή στην εκτίμηση ή του (του κ. Στυλιανού) τα «έστελλε πίσω» για περαιτέρω έρευνα. Σε ερώτηση τι υπολείπονται από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 12 ώστε να είναι πλήρεις εκτιμήσεις, ο Αιτητής απάντησε γενικά και αόριστα ότι τα αναφερόμενα στα εν λόγω έγγραφα είναι απλώς οι πληροφορίες και τα υποβοηθητικά στοιχεία που χρειαζόταν το γραφείο της Λευκωσίας για να ετοιμάσει τις τελικές εκτιμήσεις. Δεν μας έδωσε όμως οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου 12 είναι ακριβώς το ίδιο με το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου 5. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε ότι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 5 είναι τελικές εκτιμήσεις. Ούτε δικαιολόγησε για ποιο λόγο τα έγγραφα του Τεκμηρίου 12 δεν αποτελούν ολοκληρωμένες εκτιμήσεις. Δεν μας φαίνεται φυσιολογικό ο Αιτητής ο οποίος εργάστηκε για 17 χρόνια στο τμήμα εκτιμήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας να μην μπορεί να δώσει μια σαφή και λεπτομερή απάντηση στις ερωτήσεις του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τι άλλο χρειαζόταν να γίνει ώστε τα χειρόγραφά του (Τεκμήριο 12) να θεωρούνται ως πλήρεις εκτιμήσεις. Ο Αιτητής απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις περιοριζόμενος στο να αναφέρει ότι αυτά δεν αποτελούσαν ολοκληρωμένες εκτιμήσεις αλλά στοιχεία τα οποία υποβοηθούσαν την Εργοδότρια Εταιρεία να ετοιμάσει συμπληρωμένη έκθεση εκτίμησης και να βάλει ο κ. Λοΐζου την τελική τιμή του υπό εκτίμηση ακίνητου. Περαιτέρω οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή αντικρούονται και από το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου 7 όπου γίνεται αναφορά στα καθήκοντα των εργοδοτούμενων που εργάζονται στο τμήμα εκτιμήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας. Στα εν λόγω έγγραφα γίνεται επίσης ρητή αναφορά στις ευθύνες τους αναφορικά με τις εκτιμήσεις που διενεργούν παρά το ότι τις διαβάζει ο κ. Λοΐζου, γεγονός το οποίο μας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο του ισχυρισμού του Αιτητή ότι αυτός δεν έκανε εκτιμήσεις αλλά απλώς προέβαινε σε εισηγήσεις για την αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου. Ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου 7. Ούτε προέβαλε οποιεσδήποτε θέσεις σχετικά με το εν λόγω Τεκμήριο. (
  2. ii)Ενώ το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 12 είναι πανομοιότυπο και οι εν λόγω εκτιμήσεις (Τεκμήρια 5 και 12) και οι αξίες που δόθηκαν σε αυτές τις εκτιμήσεις (οι οποίες αποτελέσαν το αντικείμενο της έρευνας που διενεργήθηκε από τον κ. Λοΐζου) αποτυπώθηκαν από τον κ. Λοΐζου στα Τεκμήρια 1(α) - 1(γ), ο Αιτητής όταν ρωτήθηκε για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1(α) - 1(γ) απάντησε (παρά το ότι παραδέχτηκε ότι το Τεκμήριο 12 αποτελείται από δικά του έγγραφα) ότι οι αναφερόμενες εκεί εκτιμήσεις και αξίες δεν του λένε τίποτα, ότι δεν θυμάται αν είναι δικές του εκτιμήσεις και ότι μπορεί να έδωσε στοιχεία για τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις αλλά δεν υπέγραψε αυτός οποιαδήποτε εκτίμηση. (iii) Όταν ρωτήθηκε πώς μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφορά στην αξία μεταξύ των εκτιμήσεων για την ADIN PROPERTIES LTD (υπόψη Ιορδάνη Κωστέκογκλου) που δόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήρια 5 και 12) και των επανεκτιμήσεων του κ. Λοΐζου (Τεκμήρια 6 και 1(α) - 1(γ)), επανέλαβε τους ισχυρισμούς του ότι αυτός δεν έκανε εκτιμήσεις και ότι δεν γνωρίζει τι τιμή έδωσε ο κ. Λοΐζου όταν έδωσε τις εκτιμήσεις στην Τράπεζα Κύπρου την πρώτη φορά. Το Τεκμήριο 12 διαψεύδει τον Αιτητή αφού στα εν λόγω χειρόγραφα του Αιτητή φαίνονται οι αξίες που έδωσε ο Αιτητής οι οποίες είναι οι ίδιες με αυτές που φαίνονται στον πίνακα του Τεκμηρίου 4. Ενώ ο Αιτητής αρνήθηκε ότι έδωσε «διογκωμένες» τιμές και ισχυρίστηκε ότι όλες οι ενέργειές του ήταν σύμφωνα με την πολιτική και τις οδηγίες του κ. Λοΐζου, δεν μας έδωσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εξήγηση πώς αυτός κατέληξε στις αξίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 12. Το εν λόγω γεγονός μας δημιουργεί την εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία πώς γίνεται ένας εργοδοτούμενος που απασχολείται για 17 χρόνια σε ένα τομέα μιας επιχείρησης να μην θέσει ενώπιόν μας ειδικά και με λεπτομέρειες τις οδηγίες και την πολιτική που ακολούθησε και εφάρμοσε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις του Τεκμηρίου 12 ώστε να καταλήξει στις συγκεκριμένες «προκαταρκτικές εισηγήσεις». Σε υποβολή του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι στις εκτιμήσεις του Τεκμηρίου 12 έγραψε διαφορετικά στοιχεία και δεδομένα από αυτά που έπρεπε με σκοπό να δώσει λάθος αποτέλεσμα, απάντησε για ακόμα μια φορά με γενικότητες και αοριστία ότι κατά τα 17 χρόνια απασχόλησής του γίνονταν λάθη αλλά ουδέποτε έκανε κάτι σκόπιμο. (
  3. iv)Ο Αιτητής είπε ότι δεν γνώριζε ποτέ τι αξίες έβαζε ο κ. Λοΐζου στις εκτιμήσεις που υπέγραφε και ότι μόνο αν τυχαία «έπεφτε η εκτίμηση» του κ. Λοΐζου στα χέρια του έβλεπε και μάθαινε την τιμή που έδωσε ο κ. Λοΐζου σε αντίθεση με τον κ. Στυλιανού που υποστήριξε ότι ο κ. Λοΐζου πολλές φορές του έστελλε σημειώματα που του έλεγε γιατί οι αξίες που πρότεινε ήταν λανθασμένες και ότι ο κ. Λοΐζου τροποποιούσε το ποσό της αξίας που είχε εισηγηθεί αυτός (ο κ. Στυλιανού). (
  4. v)Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Αιτητής αρνήθηκε ότι μετά που ο κ. Βασιλείου, ο οποίος σύμφωνα με τον Αιτητή είχε όλα τα ακαδημαϊκά προσόντα να είναι υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων στη Λεμεσό, αποχώρησε από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ανέλαβε αυτός ως υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό και βασιζόμενος στο ότι ο κ. Λοΐζου είπε ότι το γραφείο στη Λεμεσό εκτελούσε όλων των ειδών εκτιμήσεις και ότι αυτός (ο Αιτητής) μόνο τις απλές εκτιμήσεις των Τραπεζών ήταν σε θέση να εκτελέσει, ισχυρίστηκε ότι αφού αυτός δεν είχε τα πανεπιστημιακά προσόντα που είχε ο κ. Βασιλείου δεν μπορούσε να αναλάβει ως υπεύθυνος του τμήματος. Κατά την αντεξέτασή του όταν ρωτήθηκε αν μετά την αποχώρηση του κ. Βασιλείου προσλήφθηκε πτυχιούχος εκτιμητής από την Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίστηκε για πρώτη φόρα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι προσλήφθηκε ο κ. Μαρτίδης. Μας φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε αυτό τον ισχυρισμό του κατά την κυρίως εξέτασή του προς υποστήριξη της θέσης που προέβαλε. Περαιτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Λοΐζου ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει και να προβάλει τη δική του εκδοχή. Με βάση τις νομικές αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, Frederikou Schools Ltd v. ACUAC INC
(2002)1 ΑΑΔ 1527, κρίνουμε ότι η εν λόγω παράλειψη εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της εν λόγω μαρτυρίας του Αιτητή. Αντεξεταζόμενος, σε ερωτήσεις αναφορικά με το πότε απέκτησε πτυχίο εκτιμητή ο κ. Βασιλείου παραδέχτηκε ότι ο κ. Βασιλείου όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία έκανε μαθήματα αλληλογραφίας σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει πότε ακριβώς «έπιασε» το πτυχίο του και «πόσο καιρό» μετά που έγινε πτυχιούχος παρέμεινε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, γεγονός που κλονίζει ουσιαστικά το θεμέλιο και το υπόβαθρο των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του. Ο Αιτητής υποστήριξε επίσης τη θέση του ότι ουδέποτε ανέλαβε ως υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων στη Λεμεσό λέγοντας ότι ο μισθός του δεν αυξήθηκε ανάλογα. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν ήξερε τι μισθούς έπαιρναν οι συνάδελφοι του στο γραφείο της Λεμεσού. Στη συνέχεια ανέφερε ότι κάποιοι συνάδελφοι του παρά το ότι εργάζονταν πιο λίγα χρόνια στην Εργοδότρια Εταιρεία λάμβαναν πιο «ψηλό» μισθό από αυτόν. Όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις είπε ότι η τελευταία αναφορά του αφορούσε υπαλλήλους στα γραφεία της Πάφου και της Λευκωσίας. Ακολούθως σε υποβολή ότι αυτός ως υπεύθυνος του γραφείου στη Λεμεσού στο τμήμα εκτιμήσεων λάμβανε τον πιο «ψηλό» μισθό στο εν λόγω τμήμα στο γραφείο της Λεμεσού διαφοροποιήθηκε από τον ισχυρισμό του ότι δεν ήξερε τι μισθούς έπαιρναν οι συνάδελφοι του στο γραφείο της Λεμεσού και είπε ότι έπαιρνε τον πιο «ψηλό» μισθό στη Λεμεσό λόγω της προϋπηρεσίας του. (
  1. vi)Απορρίπτοντας τις θέσεις του κ. Λοΐζου ότι εκτελούσε καθήκοντα εποπτείας και εκπαίδευσης των άλλων εργαζομένων στο τμήμα εκτιμήσεων του γραφείου στη Λεμεσό είπε πολύ γενικά και αόριστα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε λεπτομέρεια ότι αν όντως εκτελούσε αυτά τα καθήκοντα δεν θα είχε χρόνο να εκτελεί τα άλλα καθήκοντά του λόγω των συχνών αλλαγών που γίνονταν στο υπαλληλικό προσωπικό. (vii) Σε διάσταση με τις θέσεις του Αιτητή στις υποπαραγράφους (
  2. v)και (
  3. vi)πιο πάνω, ο κ. Στυλιανού ανέφερε ότι όταν προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ο κ. Λοΐζου του ανέφερε ότι ο Αιτητής ήταν ο υπεύθυνος του τμήματος εκτιμήσεων στο γραφείο στη Λεμεσό και ότι κατά τα 2 πρώτα χρόνια της εργοδότησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία με οδηγίες του κ. Λοΐζου συζητούσε με τον Αιτητή τις τιμές που εισηγείτο. Διερωτόμαστε για ποιο λόγο να συζητά ο κ. Στυλιανού με τον Αιτητή τις τιμές που θα εισηγείτο αφού όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής στη Λεμεσό απλώς εντόπιζαν τα στοιχεία και τις πληροφορίες που χρειαζόταν το γραφείο της Λευκωσίας για να διεκπεραιώσει τις τελικές εκτιμήσεις. Περαιτέρω ο κ. Στυλιανού ανέφερε ότι μετά που απολύθηκε ο Αιτητής αυτός ως ο παλαιότερος υπάλληλος στο τμήμα εκτιμήσεων στη Λεμεσό ανέλαβε υπεύθυνος του εν λόγω τμήματος. Σημειώνουμε ότι ο κ. Στυλιανού δεν είναι πτυχιούχος εκτιμητής. Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τη μαρτυρία του Αιτητή και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Στυλιανού κρίνουμε ότι ενόψει (α) της διάστασης μεταξύ των ισχυρισμών του κ. Στυλιανού και του Αιτητή, (β) του ότι η μαρτυρία του ήταν γενική χωρίς να συνοδεύεται από απτά στοιχεία που να τη στηρίζουν (παρά τον ισχυρισμό του για ύπαρξη τέτοιων στοιχείων), (γ) του ότι κ. Στυλιανού δεν στήριξε με λεπτομέρειες τις θέσεις του για τον διαχωρισμό των εκτιμήσεων με βάση τον βαθμό δυσκολίας τους και (δ) του ότι οι θέσεις του ότι αυτός διενεργούσε τις εκτιμήσεις της Επαρχίας Λεμεσού (εκτός της πόλης) και ο Αιτητής εντός της πόλης της Λεμεσού συνήθως στη δυτική Λεμεσό δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια 1(α) - 1(γ)[8], δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του κ. Στυλιανού δεν είναι ικανή να αντικρούσει τη μαρτυρία του κ. Λοΐζου και να στηρίξει την εκδοχή του Αιτητή καθότι (α) οι θέσεις του κ. Στυλιανού ότι ο κ. Λοΐζου άλλαζε τις αξίες / τιμές που αυτός πρότεινε στις εκτιμήσεις που διενεργούσε δεν υποστηρίχτηκαν από απτά στοιχεία και προβλήθηκαν γενικά και αόριστα χωρίς εξειδίκευση για τη χρονική περίοδο που ο κ. Λοΐζου προέβαινε σε αυτές τις αλλαγές/ τροποποιήσεις (σημειώνουμε ότι σε υποβολή του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο κ. Λοΐζου δεν έλεγχε τις εκτιμήσεις που διενεργούσαν εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας που εργάζονταν για χρόνια στο τμήμα εκτιμήσεων απάντησε γενικά και αόριστα «όχι πάντα»), και (β) υπό το φως του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7 οι ισχυρισμοί του κ. Στυλιανού ότι ο κ. Λοΐζου έλεγχε τις τιμές που αυτός πρότεινε στις εκτιμήσεις που εκτελούσε δεν απαλλάσσουν τον Αιτητή από τις ευθύνες του σχετικά με τα Τεκμήρια 5 και 12. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκουμε ότι τα όσα κατέθεσε ο κ. Λοΐζου με την αποδεκτή μαρτυρία του για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τις υποθέσεις Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) και Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (πιο πάνω) κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή είχε εύλογες υποψίες που έφταναν στην πεποίθηση ότι ο Αιτητής κατά την άσκηση των εργασιακών καθηκόντων του δεν επέδειξε την ενδεδειγμένη διαγωγή και υπέπεσε στη διάπραξη παραπτώματος θέτοντας σε κίνδυνο την υπόληψη και το κύρος της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Εργοδότρια Εταιρία, όταν πληροφορήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου ότι μετά από δειγματοληπτικό έλεγχο που διενήργησε παγκύπρια σε σχέση με τις εκτιμήσεις που της δόθηκαν για το 2008 διαπιστώθηκε ότι συγκεκριμένες εκτιμήσεις που διενέργησε η Εργοδότρια Εταιρεία κατ' εντολή της Τράπεζας στη Λεμεσό μεταξύ Φεβρουαρίου 2008 και Οκτωβρίου του 2008 για συγκεκριμένα πρόσωπα που θα έπαιρναν δάνειο από την εν λόγω Τράπεζα με εξασφάλιση ακίνητη περιουσία τους ήταν αδικαιολόγητες ψηλές όσον αφορά την αξία των ακινήτων που εκτιμήθηκαν με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος τα δάνεια που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα με βάση τις εν λόγω εκτιμήσεις στα εν λόγω συγκεκριμένα πρόσωπα να μην είναι πλήρως εξασφαλισμένα για σκοπούς της Τράπεζας, προέβηκε σε δική της έρευνα με σκοπό να διαπιστώσει κατά ποσόν οι ισχυρισμοί της Τράπεζας Κύπρου ευσταθούν. Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών της Τράπεζας Κύπρου η Εργοδότρια Εταιρεία διαπίστωσε ότι από τις 15 εκτιμήσεις που αμφισβητούσε η Τράπεζα, η οποία έθετε και θέμα συναλλαγής της Εργοδότριας Εταιρείας με τα πρόσωπα των οποίων τα ακίνητα εκτιμήθηκαν λόγω του ότι διαπιστώθηκε ότι όλες οι αμφισβητούμενες εκτιμήσεις αφορούσαν μόνο 5 συγκεκριμένα πρόσωπα που τα ακίνητα τους βρίσκονταν στη Λεμεσό, οι 8 (που αφορούσαν 21 τεμάχια) διεκπεραιώθηκαν από τον Αιτητή και οι υπόλοιπες 7 (που αφορούσαν 30 τεμάχια) από τους άλλους δύο εκτιμητές που εργάζονταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό και οι οποίοι προσλήφθηκαν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας τουλάχιστον 12 χρόνια μετά από την πρόσληψη του Αιτητή και σύμφωνα με τις οδηγίες του διευθύνοντα σύμβουλου της Εργοδότριας Εταιρείας όφειλαν να συμβουλεύονται τον Αιτητή κατά την άσκηση των εργασιακών καθηκόντων τους. Περαιτέρω η Εργοδότρια Εταιρεία εξετάζοντας τις 8 εκτιμήσεις που διεκπεραίωσε ο Αιτητής διαπίστωσε ότι οι αξίες που δόθηκαν σε 6 από αυτές (οι οποίες αφορούσαν 3 συγκεκριμένα πρόσωπα) δεν δικαιολογούνταν με βάση τα στοιχεία και τα δεδομένα των υπό εκτίμηση ακινήτων και ότι ο Αιτητής αδικαιολόγητα δεν έλαβε υπόψη του τα φυσικά και τα νομικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση ακινήτων και τις σχετικές συγκριτικές πωλήσεις και κατέληξε σε υπερτιμημένες αξίες οι οποίες δεν στηρίζονταν σε οποιοδήποτε υπόβαθρο. Η Εργοδότρια Εταιρεία διαπίστωσε ότι οι αξίες που δόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με τις 15 αμφισβητούμενες εκτιμήσεις ήταν κατά €838.401,00 ψηλότερες από αυτές που θα έπρεπε να δοθούν, ότι οι αξίες που δόθηκαν με τις 6 εκτιμήσεις που διεκπεραίωσε ο Αιτητής ήταν κατά €617.247,00 πιο ψηλές από ότι θα έπρεπε να είναι αν ο Αιτητής λάμβανε υπόψη του ως όφειλε τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα και ότι οι αξίες που δόθηκαν από τους δύο άλλους εκτιμητές ήταν κατά (€221.154,00) ψηλότερες από ότι θα έπρεπε. Η Εργοδότρια Εταιρεία σε δύο περιπτώσεις έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να προβάλει τις θέσεις του αναφορικά με το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την Τράπεζα Κύπρου και να δικαιολογήσει τις αξίες στις οποίες κατέληξε με τις εκτιμήσεις που διενήργησε αλλά, όπως και ενώπιον του Δικαστηρίου, περιορίστηκε μόνο στο να πει ότι λάθη μπορεί να γίνονται και να αρνηθεί ότι έπραξε οτιδήποτε εσκεμμένα. Δεν προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό που θα μπορούσε να αποδυναμώσει τα γεγονότα στα οποία στηρίχτηκε η Εργοδότρια Εταιρεία να τον απολύσει ή που να δημιουργούσε στην Εργοδότρια Εταιρεία την υποχρέωση να προβεί σε περαιτέρω έρευνα σε σχέση με τη διαγωγή του και τις συνθήκες που την περιβάλλουν. Η μεγάλη διαφορά στις αξίες που έδωσε ο Αιτητής σε σχέση με τη διαφορά στις αξίες που έδωσαν οι δύο άλλοι εκτιμητές που εργάζονταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό δικαιολογεί και την απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να απολύσει μόνο τον Αιτητή. Κατά την κρίση μας η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να στοιχειοθετήσει στο μέτρο του λογικού εργοδότη ότι κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή είχε λογικές υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο Αιτητής, ο οποίος εργαζόταν στον τομέα των εκτιμήσεων για 17 χρόνια χωρίς πρόβλημα σε σχέση με την ικανότητά του να διενεργεί εκτιμήσεις και χωρίς οποιαδήποτε άλλη αμφισβήτηση των εκτιμήσεων που διενεργούσε και ο οποίος σε μια συγκεκριμένη περίοδο 6 - 7 μηνών κατά το 2008 με εκτιμήσεις που διενήργησε για την Τράπεζα Κύπρου για ακίνητα 3 συγκεκριμένων πελατών της Τράπεζας Κύπρου έδωσε αξίες αδικαιολόγητα ψηλές και αδικαιολόγητα στις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν έλαβε υπόψη του τα στοιχεία και τα δεδομένα που όφειλε να λάβει υπόψη του κατά τον καθορισμό της αξίας των υπό εκτίμηση ακινήτων, δεν ενεργούσε αμερόληπτα και τίμια κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων ως όφειλε με σκοπό να καθορίσει αντικειμενικά την αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου αλλά για δικούς του αλλότριους σκοπούς. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν στηρίχτηκε μόνο στους ισχυρισμούς της Τράπεζας Κύπρου, η οποία την πληροφόρησε ότι από τις 1000 και πλέον εκτιμήσεις που διενήργησε για αυτήν το μόνο που πρόβλημα που εντοπίστηκε ήταν αυτό με τις 15 εκτιμήσεις που έγιναν για 5 συγκεκριμένους πελάτες στην επαρχία της Λεμεσού, αλλά διερεύνησε τους ισχυρισμούς της Τράπεζας Κύπρου προβαίνοντας μέσω του κ. Λοΐζου σε επανεκτιμήσεις των ακινήτων που εκτίμησε ο Αιτητής. Ο κ. Λοΐζου διαπίστωσε ότι τα παράπονα της Τράπεζας Κύπρου για αδικαιολόγητα ψηλές αξίες των ακινήτων που εκτιμήθηκαν με τις 15 αμφισβητούμενες εκτιμήσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένα και ότι οι μεγαλύτερες διαφορές στις αξίες εμφανίζονταν στις εκτιμήσεις που διενήργησε ο Αιτητής. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τις επανεκτιμήσεις της διαπίστωσε ότι το 74% της διαφοράς μεταξύ των τιμών που δόθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με τις εκτιμήσεις και των τιμών που θα έπρεπε να δοθούν (με βάση τις επανεκτιμήσεις του κ. Λοΐζου) αν λαμβάνονταν υπόψη τα δεδομένα και τα στοιχεία που έπρεπε καθηκόντως να ληφθούν υπόψη από τους εκτιμητές στη Λεμεσό προερχόταν από τις εκτιμήσεις που διενήργησε ο Αιτητής. Όλα τα πιο πάνω τέθηκαν στον Αιτητή ο οποίος δεν έδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία οποιαδήποτε σοβαρή, πειστική και λεπτομερή δικαιολογία η οποία θα μπορούσε να αναιρέσει την πεποίθηση που σχημάτισε η Εργοδότρια Εταιρεία για τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής. Θεωρούμε ότι η διερεύνηση η οποία διενεργήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία εντάσσεται μέσα στα λογικά αναμενόμενα πλαίσια διερεύνησης τέτοιων περιστατικών. Τονίζουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι να καταλήξει στην τελική της απόφαση έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να παρουσιάσει τη δική του θέση αλλά ο Αιτητής δεν της παρουσίασε οποιαδήποτε πειστική εκδοχή ή δικαιολογία. Ο Αιτητής με τις ενέργειες του έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των εργοδοτών του αφού η υπόληψη και η αντικειμενικότητα της Εργοδότριας Εταιρείας όσον αφορά τη διενέργεια εκτιμήσεων ακινήτων υπέστηκαν σοβαρό πλήγμα και η συνεργασία της με ένα σημαντικό πελάτη της, ο οποίος της έδινε μεγάλο όγκο εργασιών, διακόπηκε. Θεωρούμε την πιο πάνω διαγωγή του Αιτητή ως σοβαρό παράπτωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων εργασίας του το οποίο επηρέαζε τη διεξαγωγή των εργασιών της επιχειρήσεως του εργοδότη του καθότι έθετε σε αμφισβήτηση το κύρος και την αξιοπιστία της επιχείρησης του εργοδότη του. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση η συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τις υποχρεώσεις του προς τον εργοδότη του που είναι μια επιχείρηση που διενεργεί εκτιμήσεις ακίνητης περιουσίας για διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και τραπεζικοί οργανισμοί. Η εν λόγω επιχείρηση οφείλει ανεξάρτητα, αντικειμενικά και αμερόληπτα να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πελατών της, στη συγκεκριμένη περίπτωση των τραπεζικών οργανισμών, δίνοντας τους εκτιμήσεις που να βασίζονται στα σχετικά δεδομένα και στοιχεία ώστε η αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και να είναι εξασφαλισμένοι οι τραπεζικοί οργανισμοί. Με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) βρίσκουμε ότι ένας λογικός εργοδότης, υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, εύλογα θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η φύση της εργασίας του και τα καθήκοντα του Αιτητή ως εκτιμητής σε συσχετισμό με τη συμπεριφορά που επέδειξε κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Κατάληξη Εν όψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η Εργοδότρια Εταιρεία δικαιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαγωγή του Αιτητή ήταν τέτοια που κλόνισε την σχέση εμπιστοσύνης εργοδότη-εργοδοτούμενου έτσι ώστε να καθίσταται λογικό υπό τις περιστάσεις για την Εργοδότρια Εταιρεία να κρίνει ως αδύνατη την εξακολούθηση της εργοδότησης του Αιτητή. Καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως ένας λογικός εργοδότης και προέβηκε σε τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, για διαγωγή που εμπίπτει μέσα στις προϋποθέσεις των παραγράφων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Κατά συνέπεια η Εργοδότρια Εταιρεία απαλλάσσεται από οποιαδήποτε πληρωμή αποζημίωσης ή προειδοποίησης στον Αιτητή. Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Κ. Χόππας, Μέλος Φ. Φλώρου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. [1] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [2] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) page 109 para.651 [3] Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση αρ. 310/2009 Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd ημερομηνίας 26/6/2013. [4] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 148-149 αναφέρονται τα ακόλουθα:. "the lack of investigative diligence of the employer affects the reasonableness of his decision if the omission, looked at from the time the decision was taken , created a real possibility that the result would be unreasonable.. In Henderson v Granville Tours Ltd the EAT Scottish Division asserted 'It is an error of law for an [Employment] Tribunal to hold that had an employer carried out further investigation into allegations against an employee, that investigation would have been the same ...In considering whether there has been an adequate investigation , the tribunal is concerned with the employer's state of mind at the moment of dismissal and the sufficiency of information to justify that state of mind that is not a procedural question; it goes to the heart of fairness of the dismissal and to whether or not the test of the fairness has been fulfilled..' Moreover in W Weddel & Co Ltd v Tepper the Court of Appeal agreed with the EAT that an employment tribunal had the discretion to decide that a failure by the employer to engage in further investigation could itself make a dismissal unfair even where the employer already had evidence amounting to a strong prima facie case of breach of regulations ... The court suggested however, that the limit to the tribunal's discretion to require further investigation was what 'ought to have been reasonably known to the employer in the circumstance'. That is to say the employer had carried out as much investigation as was reasonable in all the circumstances of the case...The tribunal's role in determining whether the employers had carried out a reasonable investigation was to consider the nature of the material before the employer when the decision to dismiss was taken. " [5] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 84 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: " In determining the reason for a dismissal, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of the dismissal. This means that no account will be taken of matters coming to light or occurring after the dismissal has taken place -W Devis and Sons Ltd v Atkins 1977 ICR 662, HL. Thus, if an employee is dismissed on the employer's whim for no reason at all, the dismissal will not made retrospectively fair if the employer later finds out that he employee had been engaged in long standing and large -scale embezzlement from the company that would have amply justified the dismissal if it had been discovered earlier." Στη σελίδα 92 σημειώνονται τα εξής: "In determining the reasonableness of an employer' s decision to dismiss, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of dismissal." [6] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 136-137 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Hence in judging the reasonableness of an employer's action an employment tribunal must normally take into account only those circumstances actually known to the employer at the time of dismissal or circumstances of which he could and should have known at the moment of dismissal....any event that occurs subsequent to the decision to dismiss, even though it may bear upon the correctness or incorrectness of the dismissal, will not normally be admissible in evidence either to support or to deny the reasonableness of the employer's decision to dismiss.....any information that becomes available to the employer after the dismissal is normally not admissible on the question of the reasonableness of his decision to dismiss, even if the information consists of evidence of misconduct by the employee or injustice to an employee which occurred prior to the dismissal. For example, where, as in Devin' s case, an employee is dismissed for a failure to comply with directions and is subsequently discovered to have been dishonest, the evidence of dishonesty may not normally be allowed on the question of the reasonableness of the employer's decision to dismiss. The test for the tribunal was the reasonableness of the employer's behavior at and leading up to the time of dismissal." [7] Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής αναγνώρισε τα έγγραφα του Τεκμήριο 12 ως δικά του χειρόγραφα. [8] Οι εκτιμήσεις που εκτέλεσε ο Αιτητής αφορούσαν ακίνητα στην Επαρχία Λεμεσού εκτός της πόλης της Λεμεσού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.