← Κύπρος

ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αίτησης: 556/11, 14/10/2015

ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αίτησης: 556/11, 14/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2015:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: E. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Αναστασίου ) Γ. Ιωάννου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 556/11 Μεταξύ: ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ, από το Σούνι Λεμεσού Αιτήτρια και

  1. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ από το Σούνι Λεμεσού
  2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΟΥΝΙΟΥ - ΖΑΝΑΤΖΙΑΣ Καθ΄ ων η Αίτηση ------ Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις Για την Αιτήτρια: κα Ελίζα Γιάννακα Για τον Καθ΄ ου η αίτηση 1: Καμία εμφάνιση Για τους Καθ΄ ων η αίτηση 2: κ. Κωνσταντίνος Κουρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια από τον Ιούνιο του 2000 μέχρι σήμερα εργάζεται ως γραμματέας στους Καθ΄ ων η αίτηση
  3. Ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 κατά την περίοδο 2004 μέχρι την 1.1.2012 ήταν ο εκλελεγμένος κοινοτάρχης του χωριού Σούνι-Ζανατζιά. Στις 29.6.2011 η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς (στο εξής «η Αίτηση») με την οποία εξαιτείται εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυως και/ή κεχωρισμένως τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή υλική ζημιά και/ή την θετική ζημιά την οποία έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης των Περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμων 2002 - 2009 και/ή διάκρισης λόγω φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή παράνομου τερματισμού της απασχόλησης και/ή εξαναγκασμού της σε παραίτηση και/ή παραβίασης των ατομικών της δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα, από τις παράνομες και/ή υπαίτιες πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση. Β. Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί. Δ. Δικηγορικά έξοδα ΦΠΑ επί των εξόδων (00687172 J) E. Νόμιμο Τόκο». Η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησης της ισχυρίζεται ότι από τον Φεβρουάριο του 2010 και μετά ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 διενέργησε διάφορες πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της. Ότι του έδειχνε φανερά την ενόχληση της αναφορικά με τις πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης που δεχόταν και ότι προσπαθούσε να τον αποτρέψει. Ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 στη συνέχεια σταμάτησε να την παρενοχλεί σεξουαλικά αλλά προχώρησε στη δημιουργία ενός εκφοβιστικού και εχθρικού περιβάλλοντος εργασίας για αυτήν. Ότι επειδή η προσβλητική συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς το πρόσωπο της δεν σταμάτησε, τον Ιούλιο του 2010 ανέφερε το ζήτημα σε κάποια από τα μέλη των Καθ΄ ων η αίτηση
  4. Τον Σεπτέμβριο του 2010 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά την εργασία της λαμβάνοντας άδεια ασθενείας λόγω της ψυχολογικής πίεσης που της ασκούσε καθημερινά ο Καθ΄ ου η αίτηση
  5. Ότι στις 27.9.2010 υπέβαλε καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση της από τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 στο Υπουργείο Εργασίας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση 1 παραβιάστηκαν τα ατομικά συνταγματικά της δικαιώματα και τα δικαιώματα της που απορρέουν από τους περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμους 2002-2009 (στο εξής «ο Ν.205(Ι)/2002»). Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 είναι διά νόμου συνυπεύθυνοι με τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τις πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση 1 καθότι εξ αμελείας και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους δεν έλαβαν καθόλου επαρκή μέτρα πρόληψης των πράξεων του Καθ΄ ου η αίτηση 1 και/ή τα δέοντα μέτρα προστασίας και προφύλαξης της Αιτήτριας από τις πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση
  6. Ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν καταχώρησε έγγραφο εμφάνισης. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 2, στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης τους, αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου όταν ενημερώθηκαν τον Ιούλιο του 2010 ότι η συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 1, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προς αυτήν ήταν προσβλητική έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για άρση και τερματισμό της, κατ΄ ισχυρισμό, συμπεριφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς την Αιτήτρια και ότι προχώρησαν σε όλες τις ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις ενέργειες και μέτρα για την προστασία της Αιτήτριας. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους που τους αποδίδει η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησης της. Προς περαιτέρω υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι «αν πράγματι ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι υπαίτιος της συμπεριφοράς που η Αιτήτρια του καταλογίζει, γεγονός το οποίο οι ίδιοι δεν γνωρίζουν και σε κάθε περίπτωση αρνούνται, αυτό αφορά αποκλειστικά τον ίδιο τον Καθ΄ ου η αίτηση 1, ο οποίος ενεργούσε ως άτομο και με την ιδιότητα του ως φυσικό πρόσωπο και σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με αυτούς οι οποίοι είναι νομικό πρόσωπο ή πρόσωπο κατά πλάσμα δικαίου» και ότι «οι ίδιοι ουδέποτε είχαν σχέση με τις ισχυριζόμενες πράξεις, ενέργειες και συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς την Αιτήτρια, ούτε αυτές απόρρεαν ή ήταν μέσα στα καθήκοντα του ως κοινοτάρχης ούτε απόρρεαν από τη θέση του αυτή, ούτε ποτέ οι ίδιοι συγκατατέθηκαν σε αυτές ή τις ενέκριναν με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά αντίθετα προέβηκαν σε συστάσεις και παρατηρήσεις προς αυτόν και αλλαγή της συμπεριφοράς του, ζήτησαν την παραίτηση του μόλις ενημερώθηκαν από την Αιτήτρια και όταν αυτός δεν παραιτήθηκε προέβησαν σε σχετική καταγγελία στον Έπαρχο και στον Υπουργό Εσωτερικών». Ως εκ τούτου ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμία ευθύνη έναντι της Αιτήτριας και εξαιτούνται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ τους. Στις 5.5.2015 οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 μέσω των δικηγόρων τους εξέδωσαν ειδοποίηση προς τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 σύμφωνα με την Δ.10 Θ.12 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και του Κ.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 στην οποία αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «ΕΙΔΟΠΟΙΕΙΣΤΕ, ότι η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεση καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 2 και εσάς, ως Καθ΄ ου η αίτηση 1, με την οποία αξιώνει αλληλέγγυα και/ή χωριστά, αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή υλική ζημιά και/ή την θετική ζημιά, την οποία έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης των Περί της Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμων και/ή διάκρισης λόγω φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή παράνομου τερματισμού της απασχόλησης και/ή εξαναγκασμού της σε παραίτηση και/η παραβίασης των ατομικών της δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα, από τις παράνομες πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση, πλέον τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους, έξοδα και ΦΠΑ. Η Αιτήτρια στηρίζει τις πιο πάνω απαιτήσεις, σε ισχυριζόμενη διενέργεια σειράς πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης που έγιναν από εσάς, την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο του 2010, κατά τη διάρκεια της θητείας σας ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου του Σουνίου - Ζανατζιάς και ενόσω η Αιτήτρια ήταν Γραμματέας του ίδιου Συμβουλίου, την περίοδο που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω η Αιτήτρια στηρίζει τις απαιτήσεις της εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 2, ως συνυπεύθυνους με εσάς, καθότι, όπως ισχυρίζεται, από αμέλεια και/ή κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεων και καθηκόντων τους δεν έλαβαν καθόλου ή επαρκή μέτρα πρόληψης και προστασίας της. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 2, αρνούνται, ότι είναι ένοχοι της ισχυριζόμενης από την Αιτήτρια αμέλειας και/ή οποιασδήποτε αμέλειας ή ότι παρέβηκαν τις νόμιμες υποχρεώσεις και καθήκοντα τους και/ή οποιαδήποτε από αυτά ή ότι σαν αποτέλεσμα αυτών έχουν προκληθεί στην Αιτήτρια οι ισχυριζόμενες βλάβες, ζημιές και έξοδα. Περαιτέρω οι Καθ΄ ων η αίτηση 2, ισχυρίζονται, ότι εσείς ο Καθ΄ου η αίτηση 1, ευθύνεστε αποκλειστικά για τις ισχυριζόμενες βλάβες, ζημιές και έξοδα της Αιτήτριας. Αλλ΄ ακόμη και αν οι Καθ΄ ων η αίτηση 2, θεωρηθούν από το δικαστήριο υπεύθυνοι σε οποιοδήποτε βαθμό ή ποσοστό για τις ισχυριζόμενες βλάβες, ζημιές και έξοδα της Αιτήτριας, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση αρνούνται, θ΄ απαιτήσουν από εσάς συνεισφορά και/ή αποζημίωση σε οποιοδήποτε ποσό, το οποίο δυνατό να επιδικαστεί από το Δικαστήριο προς όφελος της Αιτήτριας σαν εύλογο και δίκαιο, έχοντας υπόψη τη δική σας ευθύνη για τις ισχυριζόμενες βλάβες, ζημιές και έξοδα της Αιτήτριας. ΔΙΔΕΤΑΙ περαιτέρω ειδοποίηση, ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 θα ζητήσουν από το Δικαστήριο, όπως το θέμα της ευθύνης και/ή υποχρέωσης γι΄ αποζημίωση της Αιτήτριας, αποφασιστεί, όχι μόνο μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ΄ ων η αίτηση, αλλά και μεταξύ των Καθ΄ ων η αίτηση 2 και εσάς του Καθ΄ ου η αίτηση
  7. Η υπόθεση είναι ορισμένη για οδηγίες στις 18 Μαϊου 2015, ημέρα Δευτέρα και ώρα 09:00 π.μ. και μπορείτε, να εμφανιστείτε, για να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας, τα συμφέροντα και τα δικαιώματα σας». Η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε στον Καθ΄ ου η αίτηση 1 στις 9.5.2015 και ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 18.5.2015 ημερομηνία κατά την οποία η Αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 27.10.15 και ενημέρωσε τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι για να εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία θα πρέπει είτε να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει είτε να καταχωρήσει έγγραφο εμφάνισης στο οποίο να φαίνονται οι ισχυρισμοί και η θέση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλει η Αιτήτρια στην Αίτηση της. Στις 11.6.2015 οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 καταχώρησαν την υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση με την οποία αιτούνται οδηγίες: «α. Όπως οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 - Αιτητές παραδώσουν τους Γενικούς Λόγους (την έκθεση απαίτησης) τους προς τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 - Συνεναγόμενο μέσα σε 45 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ή μέσα σε τέτοιο χρόνο, όπως το σεβαστό Δικαστήριο ήθελεν κρίνει δίκαιο και ορθό κάτω από τις περιστάσεις. β. Όπως ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 - Συνεναγόμενος παραδώσει τους Γενικούς Λόγους (την υπεράσπιση) του μέσα σε 45 ημέρες από την παράδοση σ΄ αυτόν των Γενικών Λόγων (της έκθεσης απαίτησης) των Καθ΄ ων η αίτηση 2 - Αιτητών ή μέσα σε τέτοιο χρόνο, όπως το σεβαστό Δικαστήριο ήθελεν κρίνει δίκαιο και ορθό κάτω από τις περιστάσεις. γ. Όπως επιτραπεί στον Καθ΄ ου η αίτηση 1 - Συνεναγόμενο, να εμφανιστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και να συμμετάσχει κατά τέτοιο τρόπο, όπως το Δικαστήριο ήθελεν καθορίσει και δεσμευτεί από την απόφαση του. δ. Όπως το ζήτημα της ευθύνης και/ή συνεισφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση 1 - Συνεναγομένου, ν΄ αποζημιώσει την Αιτήτρια κ. Νεκταρία Βερεσιέ και/ή να συνεισφέρει σε τέτοια έκταση, όπως το Δικαστήριο ήθελεν καθορίσει έναντι της απαίτησης της Αιτήτριας κ. Νεκταρίας Βερεσιέ, εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ή όπως ήθελεν καθορίσει το σεβαστό Δικαστήριο.» Η νομική βάση της εν λόγω αίτησης είναι ο Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999, άρθρα 2, 6

(1)(δ), 11
(1)(α) και (β) και
(2), 12
(1)και
(2), 13
(1)και
(2)και 17, ο Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμος Ν. 8/67, άρθρο 12
(1)και 10, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.10 Θ.7, 8 και 10 και η Σύμφυτη Εξουσία και Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου, η Νομολογία και η Πρακτική. Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε τόσο στον Καθ΄ ου η αίτηση 1 όσο και στους δικηγόρους της Αιτήτριας. Στις 7.7.15 ημερομηνία κατά την οποία η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η αίτηση 2 ζήτησε όπως η αίτηση οριστεί για ακρόαση. Το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση στις 24.9.15 για ακρόαση και ενημέρωσε ξανά τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι για να μπορεί να εμφανίζεται θα πρέπει να καταχωρήσει έγγραφο εμφάνισης. Στις 24.9.15 ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε ούτε καταχώρησε έγγραφο εμφάνισης. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση και το Δικαστήριο προχώρησε στις ακρόαση της αίτησης με αγορεύσεις από την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση 2. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002, στον οποίο στηρίζονται οι αξιώσεις της Αιτήτριας εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 (α) η σεξουαλική παρενόχληση απαγορεύεται να διενεργείται από τον εργοδότη ή τον προϊστάμενο ή οποιοδήποτε συνάδελφο του θύματος ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, (β) απαγορεύεται η θυματοποίηση του εργοδοτούμενου που καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης και (γ) η διενέργεια έστω και μιας πράξης σεξουαλικής παρενόχλησης και η μη λήψη από τον εργοδότη, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση του η σεξουαλική παρενόχληση, μέτρων για άρση των συνεπειών της και μη επανάληψη της ή η παράλειψη του εργοδότη να λάβει αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα που να αποτρέπουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας (παρά το ότι ο εργοδότης δεν γνώριζε την ύπαρξη της σεξουαλικής παρενόχλησης και ως αποτέλεσμα δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισης της- βλ. άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002) καθιστούν τον εργοδότη εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνο με το άτομο που εκδήλωσε τις απαγορευμένες πράξεις. Το άρθρο 12 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί τα πιο κάτω: «
(1)Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ' αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.
(2)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών οφείλουν να προστατεύουν τους εργαζόμενους, εκπαιδευόμενους ή καταρτιζόμενους ή υποψηφίους για απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση από κάθε πράξη προϊσταμένου τους ή προσώπου που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου, εκπαιδευομένου ή καταρτιζομένου, η οποία συνιστά διάκριση λόγω φύλου και ιδίως παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση και, από κάθε πράξη που αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης.
(3)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση, απέναντι στο άτομο που υπέστη την παρενόχληση ή τη σεξουαλική παρενόχληση ή/και την άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, από τον προϊστάμενό του ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση τους η συγκεκριμένη παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή οι συνέπειές τους, να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους, καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τον προϊστάμενο ή το πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή τον εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο που διέπραξε τις απαγορευμένες από το εδάφιο
(1)πράξεις.
(4)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο για να αποτρέψουν τις πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)εν γένει στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, και, θεωρείται ότι λαμβάνουν τέτοιο μέτρο, όταν εισάγουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή των πράξεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και λαμβάνουν επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή των όσων καθορίζονται σε τέτοιο κώδικα. Σε αντίθετη περίπτωση, και, σε περίπτωση που διαπράττονται από προϊστάμενο ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο οι απαγορευμένες δυνάμει του εδαφίου
(1)πράξεις, είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τα πρόσωπα αυτά.»[1] Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου: «15.
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος ..............
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(4)Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία: Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς.
(5)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(6)..............................» Σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.205(Ι)/2002σε περίπτωση παραβάσεως του Ν.205(Ι)/2002 (α) δεν εφαρμόζονται διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο αποζημίωσης και (β) το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή άλλο πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το αστικής φύσεως αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας είναι δημιούργημα ειδικού Νόμου (statutory tort), του Ν.205(Ι)/2002. Ο Ν.205(Ι)/2002παρέχει σε ένα πρόσωπο που παραπονείται ότι υπέστηκε σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας του από τον εργοδότη του ή από οποιοδήποτε συνάδελφο ή προϊστάμενο του αγώγιμα δικαιώματα (και θεραπείες) εναντίον του προσώπου που διενήργησε τις πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης και του εργοδότη του για τα οποία (επιφυλασσόμενης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρο 146 του Συντάγματος) αρμοδιότητα εκδίκασης έχει το Δ.Ε.Δ.. Με βάση τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 στην περίπτωση που Δ.Ε.Δ. διαπιστώσει ότι ένας εργοδοτούμενος (ο θύτης) παρενόχλησε σεξουαλικά συνάδελφο του (δηλαδή το πρόσωπο που παραπονείται ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας του) ο εργοδότης του παραπονούμενου προσώπου (του θύματος) είναι εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνος με τον θύτη (το πρόσωπο που διενήργησε τις πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης) και ευθύνεται αλληλέγγυως και κεχωρισμένως (jointly and severally liable) με τον θύτη για τις ζημιές/βλάβες που υπέστηκε το θύμα από τον θύτη εκτός αν (ο εργοδότης) αποδείξει ότι έλαβε (α) αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα που να αποτρέπουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας, και (β) μέτρα για άρση των συνεπειών της σεξουαλικής παρενόχλησης και μη επανάληψη της αμέσως μόλις περιήλθε σε γνώση του η σεξουαλική παρενόχληση. Τονίζουμε ότι με βάση το άρθρο 12
(1)(β) του Ν.8/67 και το άρθρο 15
(1)του Ν.205(Ι)/2002 η δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ περιορίζεται στα πλαίσια που καθορίζει ο Ν.205(Ι)/2002, δηλαδή σε διαφορές/ζητήματα που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 και δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλα ζητήματα και θέματα. Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι με βάση το κοινοδίκαιο ένας συναδικοπραγήσαντας δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει συνεισφορά ή κάλυψη από ένα άλλο συναδικοπραγήσαντα εκτός αν με βάση σύμβαση προβλέπεται αυτό το δικαίωμα του. Στην Αγγλία και στην Ουαλία με τον Νόμο Law Reform (Married Woman and Tortfeasors) Act 1935 δημιουργήθηκε το δικαίωμα συνεισφοράς μεταξύ συναδικοπραγήσαντων αστικών αδικημάτων (tortfeasors) που ευθύνονταν για την ίδια ζημιά που προκλήθηκε στο θύμα από τα αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν από τους συναδικοπραγήσαντες. Ο εργοδότης ο οποίος κρίνεται εκ προστήσεως υπεύθυνος για αστικά αδικήματα που διέπραξε ένας εργοδοτούμενος του θεωρείται ως συναδικοπραγήσαντας με τον εν λόγω εργοδοτούμενο του και με βάση τον Νόμο Law Reform (Married Woman and Tortfeasors) Act 1935 δικαιούται να αξιώσει συνεισφορά από τον τον λόγω εργοδοτούμενο του. Επίσης με βάση την απόφαση Lister v Romford Ice & Cold Storage Co Ltd [1957] AC 555 [2] ένας εργοδότης ο οποίος βρέθηκε εκ προστήσεως υπεύθυνος (vicariously liable) για τις αμελείς πράξεις ή παραλείψεις ενός εργοδοτούμενου του, οι οποίες πράξεις συνιστούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας και οι οποίες προκάλεσαν ζημιά σε ένα άλλο εργοδοτούμενο του, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να ζητήσει συνεισφορά ή κάλυψη από τον εργοδοτούμενο που προκάλεσε τη ζημιά. Στην εν λόγω υπόθεση το δικαίωμα του εργοδότη βασίστηκε στο εξυπακουόμενο καθήκον ενός εργοδοτούμενου να εκτελεί τα καθήκοντα εργασίας του με εύλογη επιμέλεια. Στην Κύπρο στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148 υπάρχει παρόμοια πρόνοια με αυτήν του Νόμου Law Reform (Married Woman and Tortfeasors) Act 1935 η οποία πρόνοια προβλέπει για συνεισφορά από συναδικοπραγήσαντες που διέπραξαν αστικό αδίκημα εντός του πλαισίου του Κεφ. 148[3]. Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η εκ προστήσεως ευθύνη του εργοδότη για αστικά αδικήματα προβλέπεται στο άρθρο 13 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148[4] στο οποίο άρθρο αναφέρεται ρητά ότι η εν λόγω πρόβλεψη αφορά σκοπούς του Κεφ.
  1. Στην Αγγλία και στην Ουαλία το 1978 ο Νόμος Law Reform (Married Woman and Tortfeasors) Act 1935 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Νόμο Civil Liability (Contribution) Act 1978 ο οποίος Νόμος επέκτεινε το δικαίωμα συνεισφοράς μεταξύ συναδικοπραγήσαντων για ευθύνη για ζημιά/βλάβη που προκλήθηκε στο παραπονούμενο πρόσωπο από άλλες αιτίες όπως παράβαση σύμβασης ή παράβαση καταπιστεύματος[5]. Στην Κύπρο εκτός από το άρθρο 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη νομοθετική ρύθμιση σε σχέση με το δικαίωμα συνεισφοράς. Με βάση τα πιο πάνω τα δικαιώματα και οι βάσεις για συνεισφορά και κάλυψη που παρέχονται εντός του πλαισίου του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις των αστικών αδικημάτων που προβλέπονται και καλύπτονται από το Κεφ.148 και όχι γενικά. Δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις περιπτώσεις συναδικοπραγήσαντων που προκάλεσαν ζημιά/ βλάβη στο θύμα συνεπεία αδικήματος/πράξης/παράλειψης που δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Κεφ.
  2. Ούτε στην περίπτωση που η εκ προστήσεως ευθύνη του εργοδότη είναι για πράξεις ενός εργοδοτουμένου οι οποίες δεν αποτελούν αστικά αδικήματα σύμφωνα με τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148 αλλά αστικής φύσεως αδικήματα δυνάμει των προνοιών άλλου Νόμου ο οποίος άλλος Νόμος προβλέπει ειδικά την εκ προστήσεως ευθύνη του εργοδότη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το Employment Appeal Tribunal εξέτασε σε τρεις υποθέσεις[6] το ζήτημα κατά πόσον το Employment Tribunal σε υποθέσεις διακριτικής μεταχείρισης και σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας μπορεί να εξετάσει ζήτημα συνεισφοράς μεταξύ των συνυπεύθυνων για τη ζημιά/ βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Στις εν λόγω υποθέσεις εγέρθηκε το ζήτημα συνεισφοράς ή κάλυψης του εργοδότη από τον εργοδότουμενο του που προέβηκε στις απαγορευμένες με τη σχετική νομοθεσία πράξεις οι οποίες προκάλεσαν τη ζημιά στο θύμα. Αποφασίστηκε ότι το Employment Tribunal δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάζει και να αποφασίζει αξιώσεις που βασίζονται στον Νόμο Civil Liability (Contribution) Act 1978 καθότι (α) ο εν λόγω Νόμος αφορά αξιώσεις που εκδικάζονται στα Επαρχιακά Δικαστήρια και (β) επειδή το δικαίωμα για συνεισφορά είναι νομοθετικό δημιούργημα και ο Νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα της συνεισφοράς εντός του πλαισίου του εργατικού δικαίου, των εργατικών διαφορών και της παράνομης διακριτικής μεταχείρισης το οποίο είναι διαφορετικό από τα πλαίσια των άλλων δικαίων το Employment Tribunal δεν μπορεί να καλύψει το κενό και να επιληφθεί του ζητήματος. Σημειώθηκε ότι οποιοδήποτε δικαίωμα για συνεισφορά στα πλαίσια των διαφορών εργατικού δικαίου, είτε αυτό αντικατοπτρίζει τη θέση του γενικού δικαίου είτε είναι τροποποιημένο για να είναι κατάλληλο για το εργατικό πλαίσιο, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από τον Νομοθέτη. Σε σχέση με τη δικονομική πτυχή σημειώνουμε κατ΄ αρχάς ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμούς 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δ.Ε.Δ τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Ο Κ. 12 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6.» Σύμφωνα με τον Τύπο 6 η ενδιάμεση αίτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία : «
  3. Αιτούμενη θεραπεία.
  4. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση[7].
  5. Νομική βάση της αίτησης[8].» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Καν.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα δεν υπάρχει ειδική διαδικαστική ρύθμιση στους Κανονισμούς, δηλαδή δεν υπάρχει ρύθμιση της διαδικασίας ειδοποίησης συνεναγόμενου και του θέματος της ανταλλαγής δικογράφων στα πλαίσια ειδοποίησης συνεναγόμενου, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Ο κανονισμός 12 της Διαταγής 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τ' ακόλουθα: "
(1)Where a defendant claims against another defendant- (
  1. a)that he is entitled to contribution or indemnity, or (
  2. b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or (
  3. c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant making the claim and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant making the claim but as between the plaintiff and that defendant and another defendant or between any or either of them, the defendant making the claim may without any leave issue and serve on such other defendant a notice making such claim or specifying such question or issue.
(2)No appearance to such notice shall be necessary and the same procedure shall be adopted for the determination of such claim, question or issue between the defendants as would be appropriate under this Order if he were a third party.
(3)Nothing herein contained shall prejudice the rights of the plaintiff against any defendant to the action." Παρατηρούμε ότι η επίδικη αίτηση δεν στηρίζεται στη Δ.10 Θ.12 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας που αφορά τη διαδικασία συνεισφοράς μεταξύ συναδικοπραγήσαντων οι οποίοι είναι συνεναγόμενοι αλλά στους Θ.7, 8 και 10 της Δ.10 οι οποίοι εφαρμόζονται στην περίπτωση προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου η οποία γίνεται με σκοπό την αξίωση συνεισφοράς από τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος. Επειδή όμως η Δ.10 Θ.12 παραπέμπει στη διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση διαδικασίας τριτοδιαδίκου καθοδηγούμενοι από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd
(2008)1 A.A.Δ 367[9] δεν θεωρούμε ότι η παράλειψη των Καθ΄ων η αίτηση 2 να αναφέρουν στη νομική βάση της αίτησης τους τη Δ.10 Θ.12 είναι μοιραία για την υπό εξέταση αίτηση ούτε αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την αίτηση. Σημειώνουμε ότι στην επίδικη αίτηση δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στη νομική βάση που στηρίζει την αξίωση των Καθ΄ων η αίτηση 2 για συνεισφορά εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 προφανώς για τον λόγο ότι στον Ν.205(Ι)/2002 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να προβλέπει για δικαίωμα συνεισφοράς μεταξύ των προσώπων που κρίνονται συνυπεύθυνοι για τις ζημιές/βλάβες που υπέστηκε το παραπονούμενο πρόσωπο λόγω της διενέργειας των απαγορευμένων από τον Ν.205(Ι)/2002 πράξεων. Είναι διαπίστωση του Δικαστηρίου πως, με βάση τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του οι Καθ΄ων η αίτηση 2, στην έγγραφο εμφάνισης τους, στην ειδοποίηση συνεναγομένου και στην επίδικη αίτηση επικαλούνται κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα που στηρίζουν την υπεράσπιση τους ότι δεν ευθύνονται εκ προστήσεως για τις πράξεις του Καθ' ου η αίτηση 1 σύμφωνα με (α) το άρθρο 13 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 και (β) με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Ν.205(Ι)/
  1. Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω το άρθρο 13 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία. Η «εκ προστήσεως ευθύνη» του εργοδότη σε περιπτώσεις που ένας εργοδοτούμενος παραπονείται ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση από συνάδελφο του στο χώρο εργασίας του προβλέπεται από τον Ν.205(Ι)/2002 και τόσον οι προϋποθέσεις διαπίστωσης της όσον και τα κριτήρια μη ύπαρξης της διαφέρουν από τα αντίστοιχα στοιχεία του άρθρου 13 του Κεφ.
  2. Περαιτέρω οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 θέτουν θέμα ευθύνης του Καθ' ου η αίτηση 1 αναφορικά με τις διεκδικήσεις της Αιτήτριας στην Αίτηση και φαίνεται με βάση τα γεγονότα που επικαλούνται ότι στηρίζουν την αξίωση τους εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 για συνεισφορά ή κάλυψη τους στη βάση της μεταξύ τους σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, των άρθρων 13 και 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 και των αρχών της απόφασης Lister v Romford Ice & Cold Storage Co Ltd [1957] AC 555 και όχι στη βάση οποιασδήποτε πρόνοιας του Ν.205(Ι)/2002 και/ή οποιασδήποτε άλλης γενικής αρχής δικαίου που εφαρμόζεται εκτός του πλαισίου του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Τα εν λόγω ζητήματα όπως τα θέτουν οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205
(1)/2002 και συνακόλουθα δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. (η οποία είναι αυστηρά οριοθετημένη από τις σχετικές νομοθεσίες και δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλους τομείς). Ενόψει της κατάληξης μας σχετικά με την απουσία νομικής βάσης που να στηρίζει την αξίωση των Καθ΄ ων η αίτηση 2 εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 για συνεισφορά εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 και με την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών επί του ζητήματος όπως το θέτουν οι Καθ΄ ων η αίτηση 2, η παρούσα ενδιάμεση αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ........... Δ. Αναστασίου, Μέλος Γ. Ιωάννου, Μέλος Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΚ/ΕΜ Subject: Interim / Industrial Disputes Court Αναφορά: Αίτηση για συνεισφορά / σεξουαλική παρενόχληση [1]Τα άρθρα 7, 8, 9, και 10 του Ν.205(Ι)/2002 αφορούν όλα τα στάδια προσχώρησης και ανέλιξης στην εργασία καθώς και εξόδου από την εργασία (από τις διαδικασίες επιλογής κατάλληλου υποψηφίου μέχρι και τους όρους αφυπηρέτησης ή απόλυσης ενός εργοδοτούμενου) και καλύπτουν σε ότι αφορά στην πρόσβαση την απασχόληση, στην εργασία και στους όρους ή συνθήκες απασχολήσεως. [2] Βλέπε Chitty on Contracts, 13th Edition, Vol.II, Specific Contracts, page 1053, para 39-067: "Duty to indemnify the employer. If the employee, in breach of his duty to his employer to exercise a reasonable degree of competence in a particular skill or to take reasonable care in his work, causes damage or injury by his negligence to a third person, and the employer pays damages to the third person on account of his vicarious liability for the employee's tort, the employer can recover an indemnity from his employee". [3] Άρθρο 64. «-
(1)Αv πρόσωπo υπoστεί ζημιά συvεπεία αστικoύ αδικήματoς oπoιoιδήπoτε συvαδικoπραγήσαvτες πoυ υπέχoυv ευθύvη σε σχέση με τηv εv λόγω ζημιά δύvαvται vα τύχoυv συvεισφoράς από oπoιoδήπoτε άλλo αδικoπραγήσαvτα, o oπoίoς υπέχει, ή αv εvαγόταv θα υπείχε, ευθύvη σε σχέση με τη ζημιά αυτή, είτε ως συvαδικoπραγήσας είτε άλλως πως, oύτως ώστε καvέvα πρόσωπo vα μη δικαιoύται vα τύχει συvεισφoράς δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ από πρόσωπo πoυ δικαιoύται σε κάλυψη από αυτό σε σχέση με τηv ευθύvη σχετικά με τηv oπoία επιδιώκεται η συvεισφoρά.
(2)Σε κάθε δικαστικό μέτρo δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ τo πoσό της συvεισφoράς πoυ πρέπει vα καταβληθεί από oπoιoδήπoτε πρόσωπo είvαι τo πoσό τo oπoίo τo Δικαστήριo ήθελε βρει ως δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τηv έκταση της ευθύvης τoυ πρoσώπoυ αυτoύ για τη ζημιά και τo Δικαστήριo έχει εξoυσία vα απαλλάσσει oπoιoδήπoτε πρόσωπo από τηv υπoχρέωση για συvεισφoρά ή vα διατάσσει όπως η συvεισφoρά πoυ πρέπει vα καταβληθεί από oπoιoδήπoτε πρόσωπo αvαχθεί σε πλήρη κάλυψη.» [4] Άρθρο 13. «-
(1)Για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ o κύριoς ευθύvεται για κάθε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη τoυ- (α) Τηv oπoία αυτός εξoυσιoδότησε ή εvέκριvε, ή (β) η oπoία τελέστηκε από τov υπηρέτη κατά τηv απασχόληση τoυ: Νoείται ότι o κύριoς δεv ευθύvεται για πράξη πoυ τελέστηκε από oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo δεv είvαι υπηρέτης τoυ, πρoς τo oπoίo o υπηρέτης τoυ ήθελε, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή εξoυσιoδότηση τoυ, vα αvαθέσει τα καθήκovτα τoυ.
(2)Πράξη θεωρείται ότι τελέστηκε κατά τηv απασχόληση υπηρέτη αv τελέστηκε από αυτόv υπό τηv ιδιότητα τoυ ως υπηρέτη και εvόσω εκτελoύσε τα συvήθη και παρεμπίπτovτα με τηv απασχόληση τoυ καθήκovτα, αvεξάρτητα από τo γεγovός ότι η πράξη αυτή ήταv πλημμελής τρόπoς εκτέλεσης πράξης εξoυσιoδoτημέvης από τov κύριo͘ αλλά η πράξη δεv θεωρείται ότι τελέστηκε με τov τρόπo αυτό αv τελέστηκε από υπηρέτη πoυ εvεργoύσε για δικoύς τoυ σκoπoύς και όχι εκ μέρoυς τoυ κυρίoυ.
(3)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ πράξη περιλαμβάvει και παράλειψη.
(4)Καμιά διάταξη πoυ περιλαμβάvεται στo άρθρo αυτό δεv επηρεάζει τηv ευθύvη oπoιoυδήπoτε υπηρέτη από oπoιαδήπoτε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη αυτό.» [5] Στο section 6
(1)του εν λόγω νόμου αναφέρονται τα εξής : " A person is liable in respect for any damage for the purpose of this Act if the person who suffered it (or anyone representing his estate or dependants) is entitled to recover compensation from him in respect of that damage (whatever the legal basis of his liability, whether tort, breach of contract , breach of trust or otherwise)." [6] Beresford v Sovereign House Estates [2011] UKEAT/0405/11/SM, ημερ. 29/11/2011, Brennan & Ors v Sunderland City Council [2011] UKEAT/0286/11/SM, ημερ. 2/5/2012, Welsh v Bendel &Anor [2012] UKEAT /0014/12/BI ημερ.29/6/2012. [7] Τα γεγονότα θα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικώς. [8] Τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζονται. [9] «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.