← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΙΑΜΠΑΝΙΑ ν. PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 80/2013, 8/9/2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΙΑΜΠΑΝΙΑ ν. PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 80/2013, 8/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:34 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Ν. Σατσιά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 80/2013 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΙΑΜΠΑΝΙΑ Αιτητής -και- PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8η Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Χριστοφόρου μαζί με την κα Παναγιώτου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Βορκάς ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113), ασχολούμενη με την παροχή λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Ο Αιτητής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο απασχολείτο στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως ελεγκτής. Η απασχόληση του τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 30.11.2012 (Τεκ.10), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: Κύριε, ΘΕΜΑ: Τερματισμός Εργοδότησης Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα θα ήθελα να σας αναφέρω ότι μετά τα πρόσφατα πολύ σοβαρά γεγονότα που έχουν συμβεί και ειδικότερα:

  1. Την παραδοχή σας ενώπιον υπαλλήλων του γραφείου μας πως διατηρούσατε και δικούς σας πελάτες παράλληλα με την εργοδότηση σας και τις ώρες εργασίας σας με την εταιρεία μας.
  2. Την παράνομη και χωρίς τη γνώμη και συγκατάθεση της διεύθυνσης της εταιρείας μας επέμβαση σας στον παροχέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών (server) της εταιρείας μας. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχει άλλη επιλογή στο να προχωρήσω στον τερματισμό της εργοδότησης σας από σήμερα 30 Νοεμβρίου
  3. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα να σας ευχηθώ ότι το καλύτερο στο μέλλον. Επιπρόσθετα σας αναφέρουμε ότι σας εσωκλείουμε επιταγή με το ποσό των €3534.95 το οποίο αναλύεται ως εξής: - Μισθός Νοεμβρίου €1844.32 (Χίλια οκτακόσια σαράντα τέσσερα ευρώ και τριάντα δυο σεντς). - Αναλογία 13ου μισθού €1690.63 (Χίλια εξακόσια ενενήντα ευρώ και εξήντα τρία σεντς) Σας ευχαριστώ Μετά τιμής Πάνος Χρυσοστόμου Το δικογραφημένο παράπονο του Αιτητή είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να αναφέρει τη θέση του επί των κατηγοριών, τερμάτισε την απασχόληση του για λόγους που αφορούσαν κατ' ισχυρισμό πειθαρχικά παραπτώματα. Ισχυρίζεται ότι δεν περιέπεσε σε κανένα παράπτωμα και πως οι ισχυρισμοί της Εργοδότριας Εταιρείας περί του αντιθέτου είναι ανυπόστατοι, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων για τερματισμό της απασχόληση του. Με αυτά ως υπόβαθρο αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, αναλογία άδειας για το 2012, επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω απώλειας καριέρας, νόμιμο τόκο και έξοδα συν ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζό-μενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή σε καμία περίπτωση δεν έγινε χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί, αλλά ούτε και οι λόγοι του τερματισμού της απασχόλησης του είναι ανυπόστατοι αλλά ούτε εκ των υστέρων σκέψεις. Σημειώνει ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς και συγκε-κριμένα διότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του απασχολείτο ταυτόχρονα, εν ώρα εργασίας, με δικές του προσωπικές εργασίες και ή ταυτόσημες και σχετικές με τα καθήκοντα του, τις οποίες διενεργούσε στο όνομα του και προς όφελος του. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Αιτητής επενέβη παράνομα στον διακομιστή (server) και τοποθέτησε σ' αυτόν άγνωστο για την ίδια λογότυπο (logo) κάτι που δείχνει ότι ο Αιτητής χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο λογότυπο για τις δικές του εργασίες που διενεργούσε παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της. Επίδικο θέμα αποτελεί επίσης η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή. Ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εργάστηκε στην υπηρεσία της Chrysostomou Associates Ltd από τις 7.2.2006 μέχρι την 1.10.2008 και ότι ακολούθως συνέχισε να απασχολείται από την Εργοδότρια Εταιρεία, που είναι Εταιρεία ιδίων συμφερόντων με τον προηγούμενο εργοδότη, εντούτοις η τελευταία αμφισβητεί την περίοδο απασχόλησης του ισχυριζό-μενη ότι ο Αιτητής απασχολείτο στην υπηρεσία της από 1.10.2008 μέχρι 30.11.2012 και όχι ως ο ίδιος διατείνεται. Επίσης ότι δεν είναι των ιδίων συμφερόντων με την Chrysostomou Associates Ltd. Οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή, όπως προκύπτουν από την παράγραφο 2 των γενικών λόγων της Αίτησης, ανέρχονταν στο ποσό των €2010 πλέον 13ο μισθό, που για σκοπού αποζημίωσης υπολογίζονται στο ποσό των €502,50 εβδομαδιαίως. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργο-δοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τον Αιτητή. Από την άλλη στον Αιτητή απόκειται να αποδείξει το συνεχές της απασχόλησης του. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε ο διευθυντής και μέτοχος της κ. Πάνος Χρυσοστόμου και ο εξωτερικός συνεργάτης της κ. Μάριος Σχίζας. Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία. Πρόσθετα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Με την έγγραφη κατάθεση του, ο κ. Π. Χρυσοστόμου ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ουδεμία σχέση είχε με τον προηγούμενο εργοδότη του Αιτητή που ήταν η εταιρεία Chrysostomos Associates Ltd. Ούτε μετοχική σχέση υπήρξε μεταξύ των δύο εταιρειών και ούτε οποιαδήποτε διευθυντική συσχέτιση καθότι μοναδική μέτοχος της εταιρείας ήταν η σύζυγος του Όλγα Χρυσοστόμου και Διευθυντές η σύζυγος του και ο πατέρας της Παύλος Χρυσοστόμου. Για τις συνθήκες απόλυσης του Αιτητή ανέφερε ότι στις 26.11.2012 μία εκ των ελεγκτών της Εργοδότριας Εταιρείας, η κα Νίκη Ιωσήφ, του παρουσίασε ένα έγγραφο που εκτυπώθηκε από τον Η/Υ της και αφορούσε εργασία που της ανατέθηκε αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Green River Ltd, διαπιστώνοντας ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα με την ονομασία caseware που χρησιμοποιείται από την Εργοδότρια Εταιρεία για την ετοιμασία των οικονομικών και φορολογικών καταστάσεων των πελατών της, αντί να εμφανίζει την ονομασία της, εμφάνιζε την ονομασία ενός άλλου ελεγκτικού γραφείου, του AuditPro Services Ltd. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να καλέσει τους τέσσερεις ελεγκτές της Εταιρείας, περιλαμβανομένου του Αιτητή, για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Αιτητής ήταν το μοναδικό πρόσωπο που κατ' εξουσιοδότηση του ενημέρωνε αποκλειστικά το εν λόγω πρόγραμμα από το 2008 στον κεντρικό Η/Υ του γραφείου. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή παρά μόνο απέδωσε το θέμα σε πρόβλημα του προγράμματος. Ακολούθως αφού επικοινώνησε με την κα Μαρία Ορφανίδου από την εταιρεία CMS Systems Solution Ltd, που είναι οι προμηθευτές του προγράμματος caseware, του απέκλεισε το ενδεχόμενο το πρόβλημα να προέκυψε απ' αυτούς. Ενημερώνοντας τους ελεγκτές του γραφείου του για την εν λόγω επικοινωνία, τους ζήτησε να μην προβούν σε καμία ενέργεια ή παρέμβαση στο πρόγραμμα μέχρι να εξακριβωθεί η αιτία του προβλήματος. Αντί αυτού στις 29.11.2012 ο Αιτητής από μόνος του προχώρησε σε επέμβαση στο πρόγραμμα επαναφέροντας το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας, παρά τις σαφείς οδηγίες που είχε δώσει. Όταν ζήτησε εξηγήσεις από τον Αιτητή η απάντηση του ήταν «θεώρησα πως έπρεπε να διορθωθεί». Αμέσως κάλεσε τον κ. Μάριο Σχίζα, εξωτερικό συνεργάτη και υπεύθυνο των ηλεκτρο-νικών υπολογιστών στο γραφείο της Εταιρείας και του ανέθεσε να επαναφέρει το πρόγραμμα στην κατάσταση που ήταν πριν τη διόρθωση του από τον Αιτητή και να τυπώσει την παραβίαση που υπήρχε σ' αυτό, κάτι που έπραξε. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήριο γραπτή δήλωση του εν λόγω προσώπου μαζί με οικονομικές καταστάσεις της Green River Ltd όπου φαίνεται ως ελεγκτικό γραφείο η AuditPro Services Ltd αντί η Εργοδότρια Εταιρεία καθώς και ελεγκτική εργασία που αφορούσε άλλη πελάτισσα εταιρεία με τα σωστά δεδομένα στον Η/Υ. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι με βάση τα εν λόγω έγγραφα φαίνεται ξεκάθαρα ότι κάποιος σε αντίθεση με τους εξυπακουόμενους όρους εργασίας επενέβη στο σύστημα και αντικατέστησε το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας με άλλο ελεγκτικό γραφείο. Σημείωσε δε, ότι ο μοναδικός υπάλληλος που είχε την άδεια και αρμοδιότητα πρόσβασης στο σύστημα για ενημέρωση του caseware ήταν ο Αιτητής και κανένας άλλος καθώς οι υπόλοιποι υπάλληλοι δεν είχαν τη γνώση να προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες και ήταν αδύνατο να έγινε η αλλαγή απ' αυτούς. Μετά απ' όλα τα πιο πάνω άρχισε να υποπτεύεται πως ο Αιτητής χρησιμοποιούσε τόσο τις ώρες εργασίες του στην Εργοδότρια Εταιρεία όσο και το πρόγραμμα caseware για προσωπικές του εργασίες και προσωπικό του όφελος σε συνεργασία με το γραφείο ελεγκτών AuditPro Services Ltd και ότι ο ίδιος είχε προβεί στις πιο πάνω αλλαγές καθώς τα προηγούμενα έγγραφα πριν τις 26.11.2012 εμφανίζονταν στο όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας. Μετά το πιο πάνω περιστατικό, την ίδια μέρα τον ζήτησε στο τηλέφωνο κάποια Παναγιώτα Σιεκερή από τη Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους και τον ρώτησε εάν οι πληροφορίες μέσα από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας C.P.7 Ltd ήταν έτοιμες. Της εξήγησε ότι δεν ενεργούσαν ως λογιστές ή ελεγκτές της εν λόγω εταιρείας και τότε του διευκρίνισε ότι είχε μιλήσει λίγες μέρες προηγουμένως με τον Αιτητή και ότι το τηλέφωνο της Εταιρείας το είχε πάρει από κάποια κα Ανδρούλλα από την C.P.7 Ltd. Ακολούθως κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του και ζήτησε εξηγήσεις. Αρχικά ενώ απόφευγε να του απαντήσει εν τέλει παραδέχθηκε ότι ενεργούσε ως λογιστής της εν λόγω εταιρείας. Τότε του υπενθύμισε πως η δουλειά του ήταν αυτή του ελεγκτή στην Εταιρεία και ότι δεν μπορούσε εν αγνοία του να διατηρεί δικούς του πελάτες και να τους εξυπηρετεί μέσω του γραφείου της Εργοδότρια Εταιρείας κατά τις ώρες απασχόλησης του. Επίσης το απόγευμα της ίδια μέρας βρήκε στο γραφείο του Αιτητή φάκελο (Τεκ.9) που αφορούσε ελεγκτικές εργασίες, που αυτός διεκπεραίωνε κατά την ώρα της δουλειάς του για δικό του πελάτη, της εταιρείας Τassos Kontos & Sons Motors Ltd. Στον εν λόγω φάκελο ισχυρίστηκε ότι φαίνονται ελεγκτικές εργασίες που τυπώθηκαν από τους Η/Υ της Εργοδότριας Εταιρείας και ευρίσκονται μέχρι σήμερα στη μνήμη του κεντρικού Η/Υ. Επίσης σε κάποιες σελίδες φαίνονται και τα χειρόγραφα του Αιτητή. Επακόλουθο όλων των πιο πάνω ήταν να κλονιστεί πλήρως η εμπιστοσύνη του ιδίου στο πρόσωπο του Αιτητή με επακόλουθο να μην είναι πλέον ανεκτή η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης. Το ότι ο Αιτητής εργαζόταν για δικούς του πελάτες χρησιμοποιώντας τις διευκολύνσεις του γραφείου της Εργοδότριας Εταιρείας επιβεβαιώθηκε και στις 28.12.2012 στους Η/Υ του γραφείου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση που η Εταιρεία έδωσε στον Αιτητή να χρησιμοποιεί για τις δουλειές της, όπου έφθασε πολυσέλιδο ηλεκτρονικό μήνυμα από την εταιρεία Cavalier που απευθύνετο στον Αιτητή με συνημμένες τιμολογιακές καταστάσεις. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το 2006 ήταν αυτοεργοδοτούμενος ελεγκτής και δεν δραστηριοποιείτο μέσω της Εργοδότριας Εταιρείας. Συμφώνησε επίσης ότι η διεύθυνση των διευθυντών της Chrysostomou Associates Ltd και της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν η ίδια. Επίσης από την πρώτη μέρα εργοδότησης του και δη από το 2006, ο Αιτητής παρείχε ελεγκτικές εργασίες μέσα από το πελατολόγιο του γραφείου στον ίδιο χώρο που αυτός αυτοεργοδοτείτο και ότι από το 2008 συνέχισε στον ίδιο χώρο να παρέχει τα ίδια καθήκοντα επίσης μέσα από το πελατολόγιο του γραφείου. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι μέσα από τους όρους απασχόλησης του προσωπικού ήταν ξεκάθαρο ότι οποιοιδήποτε νέοι πελάτες προέρχονταν από τους υπαλλήλους της Εταιρείας θα περνούσαν μέσα από το πελατολόγιο του γραφείου και ότι αυτό ίσχυε δυνάμει προφορικής και όχι γραπτής συμφωνίας. Συγκεκριμένα για την ανάληψη οποιουδήποτε νέου πελάτη θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία που επέβαλλε ο σύνδεσμος εγγεγραμμένων λογιστών με την υπογραφή του λεγόμενου engagement letter που ήταν το επακόλουθο της απόφασης του νέου πελάτη να τους διορίσει ελεγκτές του. Ο Κ. Τσινώντας ανέφερε ότι ήταν ένας από τους πελάτες που έφερε ο Αιτητής και για τον οποίο ενήργησαν τον έλεγχο μέσα από το γραφείο τους και υπέβαλαν οικονομικές καταστάσεις για λογαριασμό του. Το ίδιο ανέφερε και για την Ομοσπονδία Μοντέρνου Πεντάθλου - Διάθλου για την οποία υπέγραψε πέραν της μιας φοράς ισολογισμούς, σημειώνοντας ότι ο λόγος που ήρθε στο γραφείο τους ήταν γιατί ο Αιτητής ήταν μέλος του συμβουλίου. Σε υποβολή ότι γνώριζαν πως τις λογιστικές εργασίες τις έκανε ο Αιτητής και ότι μέρος της αμοιβής από τον έλεγχο δινόταν στον Αιτητή μετά την αφαίρεση του ΦΠΑ, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν θυμάται. Για την Cavallier ισχυρίστηκε ότι υπήρχε πρόθεση από τον Αιτητή να πήγαινε στο γραφείο τους για έλεγχο, ποτέ όμως δεν γνώρισαν τον ιδιοκτήτη και ούτε υπέγραψαν engage-ment letter. Την ίδια θέση προέβαλε και σε σχέση με την Tassos Kontos & Son Motor Ltd. Σημείωσε ωστόσο ότι στο Τεκ.9, που αφορούσε την εν λόγω εταιρεία, υπήρχαν αντίγραφα για σκοπούς ελέγχου και τυπωμένα έντυπα από το ελεγκτικό πρόγραμμα του γραφείου καθώς και χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή με ημερομηνίες Μαΐου 2011 και Δεκεμβρίου 2011, ένα χρόνο δηλαδή πριν την απόλυση του, διερωτηθείς πως ήταν δυνατό να διεκπεραιωθεί δουλειά στο γραφείο τους χωρίς να υπογραφεί enga-gement letter. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής είχε τους δικούς του πελάτες σε σχέση με το λογιστικό κομμάτι, τους οποίους εξυπηρετούσε μέσα από το λογιστικό πρόγραμμα του γραφείου εκτός ωρών εργασίας, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι δεν τίθετο τέτοιο θέμα και ότι ο όρος ήταν ρητός. Αφού υποδείχτηκε στο μάρτυρα επιταγή με το ποσό των €575 που η Εργοδότρια Εταιρεία εισέπραξε από την Τassos Kontos για σκοπούς ελέγχου, ο μάρτυρας συμφώνησε κατ' αρχάς ότι το εν λόγω ποσό είχε εισπραχθεί από την Εταιρεία, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι στη συνέχεια, επειδή δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση, επέστρεψαν τα χρήματα στον Αιτητή. Ο Αιτητής όμως, χωρίς τη δική τους άδεια, στη συνέχεια προχώρησε σε ελεγκτική εργασία. Ο κ. Μάριος Σχίζας εργάζεται στην εταιρεία SMK ideal Host Ltd που ασχολείται με την εγκατάσταση υπολογιστών, δικτύων, server καθώς και με άλλες συναφείς εργασίες. Η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν πελάτης τους από το
  1. Το πρόγραμμα caseware, καθώς ανάφερε, χρησιμοποιείται απ' όλους τους ελεγκτές στην Κύπρο. Ο Αιτητής γνωρίζοντας καλύτερα το πρόγραμμα από τους συναδέλφους του ήταν υπεύθυνος για την αναβά-θμιση του. Αφού ανεγνώρισε τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη γραπτή δήλωση του, ανέφερε ότι παρήχθησαν από τον Η/Υ της Νίκης Ιωσήφ στις 29.11.2012 και 12.10.2012, χρονικές περιόδους κατά τις οποίες ο Η/Υ χρησιμοποιείτο συστηματικά με την επεξεργασία πληροφοριών που σχετίζοντο με τις δραστηριότητες της Εταιρείας που διεξάγονταν στη διάρκεια των εν λόγω περιόδων. Στις 29.11.2012 ο συγκεκριμένος Η/Υ τροφοδοετείτο συστηματικά, κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Εταιρείας και το πρόγραμμα caseware εμφάνιζε αντί την ονομασία της Εταιρείας την ονομασία άλλης εταιρείας της AuditPro Services Ltd. Για να συμβεί αυτό σημαίνει ότι κάποιος παρενέβηκε στον server και στο πρόγραμμα και αντικατέστησε το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια των πιο πάνω περιόδων ο συγκεκριμένος Η/Υ λειτουργούσε κανονικά και όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στα επισυνημμένα έγγραφα προέρχονται από πληροφορίες με τις οποίες τροφοδοτή-θηκε ο εν λόγω υπολογιστής. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι η αντικατάσταση του ονόματος της Εταιρείας μπορεί να έγινε και από την Νίκη Ιωσήφ. Ο Αιτητής με την γραπτή δήλωση του ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από τον κ. Πάνο Χρυσοστόμου στην εταιρεία Panos Chrysostomou Associates Ltd στις 6.2.2006 με καθήκοντα ελεγκτή και βοηθού λογιστή. Ακολούθως με την ίδρυση της Εργοδότριας Εταιρείας ο κ. Π. Χρυσοστόμου τους ενημέρωσε ότι από τον Οκτώβριο 2008 θα μεταφέρονταν στη νεοσυσταθείσα Εταιρεία. Με τη μεταφορά του, τα καθήκοντα, οι όροι απασχόλησης και τα ωφελήματα του παρέμειναν τα ίδια. Επίσης η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχισε τις δραστηριότητες της στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις και με το ίδιο πελατολόγιο που εξυπηρετούσε η Panos Chrysostomou Associates Ltd. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κ. Π. Χρυσοστόμου και ότι εντός των πλαισίων της συνεργασίας τους τον είχε ενημερώσει για τους δικούς του πελάτες, στους οποίους προσέφερε μόνο λογιστικές υπηρεσίες στο σπίτι και συμφώνησαν όπως τους παραπέμπει για τις ελεγκτικές εργασίες στην Εργοδότρια Εταιρεία. Τη θέση αυτή ο Αιτητής θέλησε να υποστηρίξει με την κατάθεση οικονομικών καταστάσεων πελατών του ήτοι της Ομοσπονδίας Μοντέρνου Πεντάθλου - Δίαθλου για τα έτη 2006 - 2009 και του Κωνσταντίνου Τσινώντα για τα έτη 2006 - 2008, των οποίων τις ελεγκτικές εργασίες, καθώς ισχυρίστηκε, διεκπεραίωνε η Εργοδότρια Εταιρεία. Κατέθεσε επίσης κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας Tassos Kontos & Son Motors Ltd, από την οποία φαίνεται ότι υπήρξε πληρωμή των ελεγκτικών υπηρεσιών που θα τους προσέφερε η Εργοδότρια Εταιρεία. Απορρίπτοντας τη θέση της τελευταίας για επιστροφή του πληρωθέντος ποσού, σημείωσε ότι σε κάθε περίπτωση το ουσιώδες είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε για τους δικούς του πελάτες και για αυτό δέχθηκε την εν λόγω πληρωμή. Περί τον Οκτώβριο 2012, με την πρόσληψη της κα Ειρήνης Παλλαρή, ο κ. Χρυσοστόμου ανακοίνωσε στο υφιστάμενο προσωπικό ότι για σκοπούς καλύτερης λειτουργίας θα προέβαινε σε αναδιοργάνωση των καθηκόντων τους. Έτσι χωρίς καμία αιτία ανέθεσε μέρος των καθηκόντων του στην κα Παλλαρή και του ανακοίνωσε ότι δεν θα είχε καμία σχέση με το λογιστήριο και θα εκτελούσε αποκλειστικά τα καθήκοντα του ελεγκτή. Όλοι οι ελεγκτές του γραφείου είχαν εγκατεστημένο στους Η/Υ τους το πρόγραμμα caseware μέσω του οποίου διεκπεραίωναν τις ελεγκτικές εργασίες τους. Αφού συμφώνησε με τη θέση του κ. Χρυσοστόμου ότι ο ίδιος ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο για την αναβάθμιση του προγράμματος, διευκρίνισε ότι κάθε φορά που ο κ. Χρυσοστόμου ενημερωνόταν από την Caseware ότι υπήρχε διαθέσιμη αναβάθμιση, του προσκόμιζε τους κωδικούς πρόσβασης στην ιστοσελίδα της CMS Systems Solutions Ltd, απ' όπου έκανε την αναβάθμιση στον κεντρικό Η/Υ. Η αναβάθμιση δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εγκατάσταση νέων λειτουργιών, βελτίωση στη λειτουργικότητα του προγράμματος και αναβάθμιση του λειτουργικού συστήματος για πιο εύκολη και γρήγορη χρήση. Ισχυρίστηκε δε ότι πρόσβαση στον κεντρικό Η/Υ είχαν όλοι στο γραφείο ανεξάρτητα θέσης και καθηκόντων. Προς τα τέλη Νοεμβρίου, ο κ. Π. Χρυσοστόμου κάλεσε στο γραφείο του τον ίδιο και τους άλλους ελεγκτές του γραφείου και τους ανακοίνωσε ότι τυπώθηκε ένα έγγραφο από τον Η/Υ της κας Νίκης Ιωσήφ που έφερε όνομα άλλου ελεγκτικού γραφείου και όχι της Εργοδότριας Εταιρείας. Ακολούθως ρωτήθηκαν αν γνώριζαν κάτι γι' αυτό και ο ίδιος του απάντησε ότι ίσως να οφείλετο σε λάθος του προγράμματος. Τους ενημέρωσε επίσης ότι θα προέβαινε και σε έρευνα για να ανακαλύψει τον υπεύθυνο. Σημείωσε ότι το όνομα AuditPro Services Ltd, εμφανίστηκε μόνο στον Η/Υ της κ. Νίκης Ιωσήφ. Οπότε αν η αλλαγή του ονόματος έγινε από κάποιο υπάλληλο θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε απ' αυτούς. Έκτοτε συνέχισαν κανονικά τις εργασίες τους χωρίς κανένα πρόβλημα. Αναφερόμενος στο περιστατικό με την C.P.7 Ltd, ισχυρίστηκε ότι ο κ. Χρυσοστόμου τον κάλεσε στο γραφείο του και αφού του ανάφερε για το τηλεφώνημα που δέχθηκε, το μόνο που του είπε ήταν να φέρει τον νου του και να συγκεντρωθεί στη δουλεία του. Ο ίδιος του απάντησε ότι δεν θα τον ξαναενοχλούσαν και το θέμα έληξε εκεί. Στις 30.11.2012 ο κ. Π. Χρυσοστόμου τον περίμενε έξω από την είσοδο του γραφείου όπου του ανακοίνωσε τον τερματισμό της απασχόλησης του χωρίς καν να του επιτρέψει να εισέλθει στο γραφείο. Σημείωσε ότι το απόγευμα της προηγούμενης μέρας είχε συνάντηση στο γραφείο του κ. Π. Χρυσοστόμου με τη νέα προϊσταμένη του κα Παλλαρή για την ποιότητα των εργασιών του. Η κα Παλλαρή ανέφερε στον κ. Χρυσοστόμου ότι είχαν αρίστη συνεργασία και ότι η ποιότητα της δουλειάς του την οποία έλεγχε, ήταν στα επιθυμητά επίπεδα. Η συνάντηση τελείωσε εντελώς θετικά χωρίς να νοηθεί από μέρους του κ. Χρυσοστόμου οτιδήποτε μεμπτό, όσον αφορά την εργασία του και χωρίς να γίνει αναφορά σε οτιδήποτε σχετικό με το περιστατικό του εγγράφου που τυπώθηκε στο γραφείο της κ. Ν. Ιωσήφ. Σημείωσε επίσης ότι ουδέποτε του εξηγήθηκε από τον κ. Χρυσοστόμου ο λόγος για τον οποίο απολύθηκε τόσο ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση καθώς επίσης και ουδέποτε του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει στα όσα ο κ. Χρυσοστόμου του καταλόγιζε, αφού ποτέ δεν του έθεσε τα παράπονα του. Ευθέως δηλώνει ότι ουδέποτε επενέβη στον server για να αλλάξει το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας με άλλο και ουδέποτε έκανε οτιδήποτε το επιβλαβές που θα δικαιολογούσε την απόλυση του. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής συμφώνησε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήθελε εν ώρα εργασίας οι υπάλληλοι της να ασχολούνται με δικούς τους πελάτες. Περαιτέρω ενώ συμφώνησε ότι με βάση κανονισμούς ένας ελεγκτής δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και λογιστής ενός προσώπου, ερωτηθείς γιατί στις 29.11.2012 η στατιστική υπηρεσία του Κράτους απευθύνθηκε τηλεφωνικώς στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας με σκοπό να λάβει πληροφορίες από τον ίδιο εν ώρα εργασίας για την εταιρεία CP7 Ltd της οποίας κρατούσε τα λογιστικά, ανέφερε ότι δεν γνώριζε που βρήκαν το τηλέφωνο εργασίας του και ισχυρίστηκε ότι αυτό που έκανε ήταν να λαμβάνει στο κινητό του αναπάντητα τηλεφωνήματα από πελάτες στα οποία απαντούσε κατά τα διαλείμματα, το μεσημέρι ή το απόγευμα ανάλογα με την ώρα, αλλά ποτέ εν ώρα εργασίας. Επίσης ότι η υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας γνώριζε ότι ο ίδιος εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία, επιμένοντας ότι η στατιστική υπηρεσία δεν τηρούσε ωράριο δημοσίου και ότι εργαζόταν και κατά τις απογευματινές ώρες. Ερωτηθείς γιατί τότε δεν έδωσε μια εξήγηση στον κ. Χρυσοστόμου όταν τον κάλεσε στο γραφείο του, μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη στατιστική υπηρεσία, ισχυρίστηκε ότι ο κ. Χρυσοστόμου ήταν πολύ θυμωμένος μαζί του γι' αυτό και του απάντησε ότι «δεν θα σας ξαναενοχλήσουν», διαφωνώντας με τη θέση της άλλης πλευράς ότι εν ώρα εργασίας ασχολείτο με δικές του δουλειές. Για το email που απεστάλη στο όνομα του από την εταιρεία Cavalier στις 28.12.2012 απέδωσε σε λάθος. Ενώ συμφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι εκτελούσε τις λογιστικές εργασίες της εν λόγω εταιρείας, εν τούτοις διαφώνησε ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα ότι εν ώρα εργασίας εκτελούσε λογιστικές εργασίες για δικό του λογαριασμό επιμένοντας ότι τις εργασίες αυτές τις διεκπεραίωνε από το σπίτι. Περαιτέρω ενώ συμφώνησε ότι πελάτες του ήταν και η εταιρεία Tassos Kontos & Son Motors Ltd λέγοντας ότι διεκπεραίωνε τις λογιστικές εργασίες από το σπίτι, ερωτηθείς πως βρέθηκε ο φάκελος της εν λόγω εταιρείας (Τεκ.9) στο γραφείο του τη στιγμή που δεν υπεγράφη engagement letter ισχυρίστηκε ότι ήταν η λογιστική εργασία που έκαναν για να γίνει ο έλεγχος η οποία τυπώθηκε από το caseware της Εταιρείας στις 11:55 το βράδυ της 5.5.
  2. Υπήρχε επίσης τεκμήριο για τον έλεγχο που τυπώθηκε στις 4:52 το απόγευμα της 12.12.2011 και τίποτε άλλο. Σε ερώτηση πως συνέβαινε να υπάρχει στο φάκελο ελεγκτική δουλειά μέχρι τον Δεκέμβριο 2011 τη στιγμή που δεν υπεγράφη engagement letter, ο Αιτητής επέμενε ότι επρόκειτο για δουλειά για την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πληρωθεί, ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο καθώς αναφερόταν ως προπληρωμή στα βιβλία του πελάτη και ότι τιμολόγιο θα εκδίδετο με την ολοκλήρωση της δουλειάς. Δέχθηκε ωστόσο ότι χωρίς την υπογραφή του engagement letter η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προχωρούσε σε καμία ελεγκτική εργασία. Για το ποσό των €575 για το οποίο έκανε λόγο ο κ. Χρυσοστόμου διαφώνησε ότι επιστράφηκε στον ίδιο σε μετρητά. Σε σχέση με την Ομοσπονδία Μοντέρνου Πένταθλου - Διάθλου δέχθηκε ότι τύγχανε λογιστής της από το 2006 και ότι η τελευταία ως μέλος του ΚΟΑ υπέβαλλε κάθε χρόνο οικονομικές καταστάσεις για να λαμβάνει επιχορηγήσεις. Ανέφερε επίσης ότι τέτοιες οικονομικές καταστάσεις υποβλήθηκαν μέχρι και το 2012 και ότι μέχρι το 2009 είχαν ετοιμαστεί από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το ίδιος δέχθηκε και για τον Κ. Τσινώντα λέγοντας μάλιστα ότι για τα επόμενα χρόνια οικονομικές καταστάσεις ετοιμάστηκαν από τον νέο ελεγκτή που διόρισαν οι πελάτες. Αναφορικά με το όνομα της εταιρείας AuditPro Services Ltd που είχε εμφανιστεί στον Η/Υ της κας Νίκης Ιωσήφ δεν διαφώνησε ότι ο ίδιος επενέβη στον διακομιστή και επανέφερε το όνομα της Εταιρείας παρά τις ρητές οδηγίες του κ. Χρυσοστόμου να μην προβούν σε καμία ενέργεια στο πρόγραμμα μέχρι να εξακριβωθεί η αιτία που προκάλεσε το πρόβλημα. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι στο πρόγραμμα επενέβη καλοπροαίρετα απλά και μόνο για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Ανάλυση - Συμπεράσματα Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών ζητημάτων: (i) Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή (ii) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του. (i) Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπήρξε μετάθεση του Αιτητή από την εταιρεία Chrysostomou Associates ltd στην Εργοδότρια Εταιρεία, ως διατείνεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης του, κατά τρόπο ώστε η περίοδος απασχόλησης του στην πρώτη να θεωρείται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης του ως απασχό-ληση στη δεύτερη - Εργοδότρια Εταιρεία. Μελετώντας τη μαρτυρία του Αιτητή που σχετίζεται με το υπό εξέταση ζήτημα, παρατηρούμε ότι κανένα στοιχείο δεν προσκόμι-σε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει τη σχέση της Εργοδότρια Εταιρείας με την Chrysostomou Associates ltd. Αυτό που προκύπτει μέσα από τη δήλωση του και την αναλυτική κατάσταση αποδοχών του από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.14), είναι ότι προηγουμένως εργοδοτείτο από την Panos Chrysostomou Associates Ltd για την οποία δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Chrysostomou Associates Ltd. Αναφορικά με την τελευταία ο κ. Χρυσοστόμου υποστήριξε ότι δεν είναι των ιδίων συμφερόντων με την Εργοδότρια Εταιρεία και ούτε έχουν οποιαδήποτε σχέση η μια με την άλλη. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από τα πιστοποιητικά μετόχων και διευθυντών των δύο Εταιρειών (Τεκ.1-5) όπου δείχνουν πως τόσο οι μέτοχοι όσο και οι διευθυντές τους διαφέρουν απόλυτα. Συγκεκριμένα από τα εν λόγω πιστοποιητικά, φαίνεται ότι διευθυντής, μέτοχος και γραμματέας της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ο κ. Πάνος Χρυσοστόμου ενώ της Chrysostomou Associates Ltd, μέτοχος και γραμματέας ήταν η Όλγα Χρυσοστόμου και διευθυντές η Όλγα Χρυσοστόμου και ο Παύλος Χρυσοστόμου. Στην Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ.228, 235, εξετάζοντας το Δικαστήριο παρόμοιο θέμα ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της μετάθεσης: «Η έννοια της "μετάθεσης" στο πλαίσιο της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα είναι παρακολουθηματική της ύπαρξης "συνδεδεμένων εταιρειών" με την έννοια του Άρθρου 20(γ). Χωρίς τη θεμελιακή προϋπόθεση της ύπαρξης συνδεδεμένων εταιρειών δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα μετάθεσης ως αυτοτελούς όρου με νομική σημασία για τους σκοπούς του Νόμου». Στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει η ύπαρξη συνδεδεμένων εταιρειών και συνεπώς δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα μετάθεσης του Αιτητή από την Chrysostomou Associates Ltd στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ωστόσο, στην τελική του αγόρευση αναφέρθηκε σε μεταβίβαση επιχείρησης στην έννοια του Ν. 104(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί καθώς υπήρξε πλήρης ανάληψη των εργασιών της πρώτης εταιρείας από την δεύτερη. Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρη-σης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Νόμο 104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Σημειώνουμε ότι κατά την ερμηνεία των διατάξεων της εναρμονιστικής νομοθεσίας και δη του Νόμου 104(Ι)/2000, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των Οδηγιών, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυτών. Μεταξύ δε περισσοτέρων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας. Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[1] Η διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας και υπό τον νέο φορέα είναι το αποφασιστικό κριτήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεταβίβασης. Όπως επισημαίνει το ΔΕΕ[2], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής μονάδας, μιας μονάδας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει διατηρεί την ταυτότητα της. Η διατήρηση της ταυτότητας δεν αναιρείται ούτε στην περίπτωση που ο νέος φορέας προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα, αλλά ούτε βέβαια και σε περίπτωση μεταβολής του τίτλου ή της νομικής μορφής της επιχείρησης ή της μερικής μεταβολής του σκοπού της. Εξ άλλου, σύμφωνα με το ΔΕΕ, η διατήρηση της ταυτότητας δεν προϋποθέτει τη διατήρηση της οργανωτικής δομής της οικονομικής μονάδας και υπό το νέο φορέα της. Προκειμένου να προσδιοριστεί αν πληρούται η προϋπόθεση της μεταβίβασης μιας οικονομικής οντότητας με διατήρηση της ταυτότητας της, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων αποκτούν σημασία ιδίως η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), η ανάληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρημα-τία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση καθώς και η διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν παρά επί μέρους πτυχές της συνολικής αξιολόγησης που επιβάλλεται και επομένως δεν μπορούν να αξιολογηθούν μεμονωμένα. Ούτε βέβαια η απουσία κάποιου ή κάποιων από αυτά αποκλείει εκ προοι-μίου την ύπαρξη μεταβίβασης. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται[3]. Κατά το ΔΕΕ[4] προκειμένου να τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία δεν αρκεί η ανάληψη ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας. Πρέπει σε κάθε περίπτωση η μεταβίβαση να αφορά μια κατά σταθερό τρόπο οργανωμένη οικονομική οντότητα, δηλαδή ένα οργανωμένο σύνολο στοιχείων - τελούντων μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής ενότητας - που παρέχει τη δυνατότητα συνέχισης των δραστηριοτήτων ή ορισμένων δραστηριοτήτων (κυρίων ή δευτερευουσών) του εκχωρητή επί μονίμου βάσεως που επιδιώκει ίδιον σκοπό. Διευκρινίζεται[5] ότι κρίσιμο στοιχείο για την ύπαρξη μεταβίβα-σης αποτελεί το γεγονός ότι ο προς ον η μεταβίβαση πράγματι συνεχίζει ή αναλαμβάνει εκ νέου την εκμετάλλευση της συγκεκριμένης οικονομικής οντότητας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες. Για να κριθεί αν συντρέχει μεταβίβαση, αξιολογείται και μάλιστα ως ουσιώδες στοιχείο το «αν ο νέος επιχειρηματίας, συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω μονάδας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες»[6], οπότε και απευθύνεται στον ίδιο, κατά βάση, κύκλο πελατείας. Στην προκείμενη περίπτωση πέραν του γεγονότος ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι η Panos Chrysostomou Associates Ltd είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Chrysostomou Associates Ltd, από τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον μας προκύπτει ότι ο κ. Π. Χρυσοστόμου δεν είχε καμία σχέση με την Chrysosto-mou Associates Ltd, ότι εργαζόταν στον ίδιο χώρο ως αυτοεργοδοτούμενος και ότι προχώρησε στην εγγραφή της Εργοδότριας Εταιρείας, όταν επετράπη σε ελεγκτικά γραφεία να δραστηριοποιούνται μέσω εταιρειών. Τη θέση αυτή επιβεβαίωσε ο κ. Χρυσοστόμου κατά την αντεξέταση του λέγοντας ότι το 2006 ήταν αυτοεργοδο-τούμενος ελεγκτής και δεν δραστηριοποιείτο μέσω της Εργοδότριας Εταιρείας. Πέραν τούτου αυτό που ισχυρίζεται ο Αιτητής και δεν αμφισβήτησε ο κ. Χρυσοστόμου είναι ότι η νεοσυσταθείσα Εταιρεία συνέχισε να δραστηριοποιείται στον ίδιο χώρο που εργοδοτείτο και προηγουμένως μέσα από το πελατολόγιο του γραφείου. Η σύγχυση ωστόσο που παρουσιάζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Αιτητή αναφορικά με τον εργοδότη του, δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν η Chrysostomou Associates Ltd έπαυσε να δραστη-ριοποιείται και ότι το πελατολόγιο της αναλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία, ενόψει του γεγονότος ότι ο κ. Χρυσοστόμου, που είναι ο αποκλειστικός μέτοχος και διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, δεν φάνηκε να δραστηριοποιείτο προηγουμέ-νως μέσω της Chrysostomou Associates Ltd αλλά ως αυτοεργοδοτούμενος και του ισχυρισμού του Αιτητή ότι συνέχισε να παρέχει ελεγκτικές εργασίες μέσα από το πελατολόγιο που εξυπηρετούσε η Panos Chrysostomou Associates Ltd και όχι η Chrysostomou Associates Ltd. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των πλαισίων των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000. Ως επακόλουθο δεν έχει αποδειχτεί το συνεχές της απασχόλησης του Αιτητή. Εν όψει της κατάληξης μας η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 1.10.2008 μέχρι 30.11.2012 που απολύθηκε. (
  1. ii)Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του θέματος και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Μέσα από τη μαρτυρία του κ. Π. Χρυσοστόμου εντοπίζουμε τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: Στις 26.11.2012 μία εκ των ελεγκτών της Εργοδότριας Εταιρείας, η κα Νίκη Ιωσήφ, παρουσίασε στον κ. Χρυσοστόμου έγγραφο που εκτυπώθηκε από τον Η/Υ της και αφορούσε εργασία που της ανατέθηκε αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Green River Ltd, διαπιστώνοντας ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα με την ονομασία caseware που χρησιμοποιείται από την Εργοδότρια Εταιρεία για την ετοιμασία των οικονομικών και φορολογικών καταστάσεων των πελατών της, αντί να εμφανίζει την ονομασία της Εργοδότριας Εταιρείας, εμφάνιζε την ονομασία ενός άσχετου με το γραφείο τους άλλου ελεγκτικού γραφείου, του AuditPro Services Ltd. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να καλέσει τους τέσσερεις ελεγκτές της Εταιρείας, περιλαμβανομένου και του Αιτητή για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Αιτητής ήταν το μοναδικό πρόσωπο που κατ' εξουσιοδότηση του ενημέρωνε αποκλειστικά το εν λόγω πρόγραμμα από το 2008 στον κεντρικό Η/Υ του γραφείου. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του παρά μόνο απέδωσε το θέμα σε πρόβλημα του προγράμματος. Ακολούθως ο κ. Χρυσοστόμου επικοινώνησε με την κα Μαρία Ορφανίδου της εταιρεία CMS Systems Solution Ltd, που είναι οι προμηθευτές του προγράμματος caseware, η οποία του απέκλεισε το ενδεχόμενο το πρόβλημα να προέκυψε απ' αυτούς. Ενημερώνοντας τους ελεγκτές του γραφείου για την εν λόγω επικοινωνία, τους ζήτησε να μην προβούν σε καμία ενέργεια ή παρέμβαση στο πρόγραμμα μέχρι να εξακριβωθεί η αιτία του προβλήματος. Στις 29.11.2012 ο Αιτητής από μόνος του προχώρησε σε επέμβαση στο πρόγραμμα επαναφέροντας το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας, παρά τις σαφείς οδηγίες που έλαβαν από τον κ. Χρυσοστόμου. Ακολούθως ο κ. Χρυσοστόμου κάλεσε τον κ. Μάριο Σχίζα και του ανέθεσε να επαναφέρει το πρόγραμμα στην κατάσταση που ήταν πριν τη διόρθωση του από τον Αιτητή και να τυπώσει την παραβίαση που υπήρχε σ' αυτό, κάτι που έπραξε. Μετά το πιο πάνω περιστατικό, την ίδια μέρα τον ζήτησε στο τηλέφωνο κάποια Παναγιώτα Σιεκερή από τη Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους και τον ρώτησε εάν οι πληροφορίες μέσα από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας C.P.7 Ltd ήταν έτοιμες. Της εξήγησε ότι δεν ενεργούσαν ως λογιστές ή ελεγκτές της εν λόγω εταιρείας και τότε του διευκρίνισε ότι είχε μιλήσει λίγες μέρες προηγουμένως με τον Αιτητή και ότι το τηλέφωνο της Εργοδότριας Εταιρείας το είχε πάρει από κάποια κα Ανδρούλλα από την C.P.7 Ltd. Στη συνέχεια ο κ. Χρυσοστόμου κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του και ζήτησε εξηγήσεις. Επίσης το απόγευμα της ίδια μέρας βρήκε στο γραφείο του Αιτητή φάκελο (Τεκ.9) της εταιρείας Τassos Kontos & Sons Motors Ltd. Εξετάζοντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ. Χρυσοστόμου αναφορικά με το πρόβλημα που προέκυψε στο πρόγραμμα caseware όπου αντί του ονόματος της Εργοδότριας Εταιρείας εμφανίζετο το όνομα τρίτου άσχετου ελεγκτικού γραφείου, παρατηρούμε ότι ο κ. Χρυσοστόμου ενήργησε άμεσα και έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που του παρέχονταν για εντοπισμό του προβλήματος, ζητώντας εξηγήσεις από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα που δεν ήταν άλλα από τους ελεγκτές της Εταιρείας και την προμηθεύτρια εταιρεία του εν λόγω προγράμματος. Οι υποψίες του για τον Αιτητή, όπως προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία του, στηρίζονταν στο γεγονός ότι ήταν το μοναδικό πρόσωπο που κατ' εξουσιοδότηση του ενημέρωνε αποκλειστικά το πρόγραμμα caseware από το 2008 στον κεντρικό Η/Υ του γραφείου. Οι υποψίες του ωστόσο εδραιώθηκαν όταν ο Αιτητής κατά παράβαση ρητών οδηγιών του κ. Χρυσοστόμου, για μη διόρθωση της αλλαγής στο πρόγραμμα μέχρι εξακριβώσεως της αιτίας του προβλήματος, προχώρησε από μόνος του στη διόρθωση επαναφέροντας το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας. Τη θέση αυτή δεν αμφισβήτησε ούτε ο ίδιος ο Αιτητής ο οποίος δικαιολόγησε την ενέργεια του, τόσο απέναντι στον κ. Χρυσοστόμου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, λέγοντας ότι θεώρησε σωστό να διορθώσει το πρόγραμμα κι ότι καλοπροαίρετα επενέβη στο πρόγραμμα απλά και μόνο για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Παρόλο που δεν υποστηρίχθηκε μέσα από οποιαδήποτε εξειδικευμένη μαρτυρία ότι η αναβά-θμιση ή βελτίωση του προγράμματος απαιτούσε ειδικές γνώσεις που συνδέονταν άμεσα με τη συγκεκριμένη αλλαγή του ονόματος της Εταιρείας και δεν παρείχαν περιθώρια ή την ευχέρεια σε άλλα πρόσωπα του γραφείου να προβούν σε μια τέτοια αλλαγή, το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής από μόνος του και κατά παράβαση των ρητών οδηγιών του κ. Χρυσοστόμου προχώρησε στην επαναφορά του ονόματος της Εταιρείας, χωρίς να προβάλει οποιασδήποτε ουσιαστική δικαιολογία για την ενέργεια του, ήταν λογικό να κινήσει τις υποψίες της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι το πρόσωπο που προέβη στη συγκεκριμένη αλλαγή δεν ήταν άλλος από τον Αιτητή, καθώς από τη στιγμή που επανέφερε στο πρόγραμμα το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας με τον ίδιο τρόπο μπορούσε να το αντικαταστήσει με οποιοδήποτε άλλο όνομα. Οι κίνδυνοι ωστόσο από την παρέμβαση του ονόματος ενός τρίτου ελεγκτικού γραφείου, άσχετου με την Εργοδότρια Εταιρεία, στο ελεγκτικό σύστημα μέσω του οποίου αυτή ετοίμαζε τις οικονομικές και φορολογικές καταστάσεις των πελατών της, ήταν εμφανείς καθώς διαφαινόταν ότι κάποιος από τους ελεγκτές της Εταιρείες χρησιμοποιούσε το ελεγκτικό πρόγραμμα για λογαριασμό τρίτου ελεγκτικού γραφείου εν ώρα εργασίας θέτοντας σε δοκιμασία τα συμφέροντα της Εργοδότριας Εταιρείας που καθιστούσαν οπωσδήποτε απαραίτητη τη διερεύνηση του όλου θέματος. Οι υποψίες της Εργοδότριας Εταιρείας για εμπλοκή του Αιτητή στο όλο θέμα εδραιώθηκαν ακόμη περισσότερο μετά το τηλεφώνημα που ο κ. Χρυσοστόμου δέχθηκε αυθημερόν από τη Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους σε σχέση με την Εταιρεία C.P.7 Ltd και την εύρεση στο γραφείο του Αιτητή φακέλου (Τεκ.9) που αφορούσε εργασίες για λογαριασμό της εταιρείας Τassos Kontos & Sons Motors Ltd. Από τη μαρτυρία του κ. Χρυσοστόμου, διαπιστώνουμε κατ' αρχάς, ότι η C.P.7 Ltd δεν υπήρξε ποτέ πελάτισσα της Εργοδότριας Εταιρείας. Τη θέση αυτή δεν αμφισβήτησε ο Αιτητής ο οποίος κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ενεργούσε ως λογιστής της εν λόγω εταιρείας. Το ίδιο παραδέχθηκε και σε σχέση με την εταιρεία Cavalier, της οποίας οι ελεγκτικές εργασίες ουδέποτε ανατέθηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σε αντίθεση λοιπόν με τη αρχική τοποθέτηση του, όπου ισχυρίστηκε ότι είχε ενημερώσει τον κ. Χρυσοστόμου για τους δικούς του πελάτες και συμφώνησαν όπως η Εργοδότρια Εταιρεία διεκπεραιώνει τις ελεγκτικές εργασίες των εν λόγω πελατών, εν τέλει η θέση που προέβαλε κατά την αντεξέταση του τείνει να καταδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε πλήρη ενημέρωση για τους πελάτες του και ότι πάρα την από μέρους του προβαλλομένη συμφωνία οι πελάτες του δεν υπήρξαν πελάτες και της Εργοδότριας Εταιρείας. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι υπηρεσίες από την Εργοδότρια Εταιρεία προσφέρθηκαν σε συγκεκριμένους μόνο πελάτες του Αιτητή για τους οποίους ο ίδιος έκανε λόγο, όπως η Ομοσπονδία Μοντέρνου Πεντάθλου - Διάθλου και ο Κωνσταντίνος Τσινώντας, και για συγκεκριμένο μάλιστα χρονικό διάστημα όποτε και ανατέθηκε η διεκπεραίωση των ελεγκτικών εργασιών τους σε άλλο ελεγκτικό οίκο. Η επιμονή επίσης του Αιτητή ότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι ελεγκτές των πιο πάνω εταιρειών δεν μας έπεισε, καθώς αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι ο λογιστής μιας συγκεκριμένης εταιρείας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τον ελεγκτή της. Το σίγουρο όμως είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι ελεγκτικές εργασίες των πελατών του Αιτητή δεν διεκπεραιώνονταν από την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά από άλλους τρίτους ελεγκτές, άγνωστους στην Εργοδότρια Εταιρεία καθώς ούτε και ο ίδιος μπορούσε να είναι ταυτόχρονα λογιστής και ελεγκτής μιας εταιρείας. Ως επακόλουθο κρίνουμε εύλογες τις υποψίες της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η διεκπεραίωση των ελεγκτικών εργασιών πελατών του Αιτητή πιθανόν να συνδέονταν με τον ελεγκτικό οίκο AuditPro Services Ltd, του οποίου το όνομα ανευρέθηκε στο ελεγκτικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας. Και ενώ ο Αιτητής συμφώνησε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήθελε εν ώρα εργασίας οι υπάλληλοι της να ασχολούνται με δικούς τους πελάτες, ωστόσο με βάση τη μαρτυρία του κ. Χρυσοστόμου στις 29.11.2012 εντόπισε στο γραφείο του Αιτητή φάκελο (Τεκ.9) που αφορούσε ελεγκτικές εργασίες που αυτός διεκπεραίωνε εν ώρα εργασίας για δικό του πελάτη, της εταιρείας Τassos Kontos & Sons Motors Ltd. Στον εν λόγω φάκελο, καθώς ισχυρίστηκε, φαίνονται να υπάρχουν αντίγραφα για σκοπούς έλεγχου και τυπωμένα έντυπα από το ελεγκτικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας καθώς και χειρόγραφες σημειώσεις του Αιτητή. Μελετώντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας σε συνάρτηση με όσα η πλευρά του Αιτητή παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκουμε ότι στον εν λόγω φάκελο υπήρχε λογιστική εργασία για σκοπούς έλεγχου που τυπώθηκε από το caseware της Εργοδότριας Εταιρείας στις 5.5.2011 και τεκμήριο για τον ελεγκτικό έλεγχο που τυπώθηκε στις 12.12.2011. Η θέση του Αιτητή ότι η ελεγκτική εργασία που περιέχεται στον φάκελο αφορούσε δουλειά για την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πληρωθεί δεν επιβεβαιώνεται μέσα από την ενώπιον μας μαρτυρία. Καταρχάς η θέση του Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία πληρώθηκε από την Τassos Kontos & Sons Motors Ltd το ποσό των €575 για διεκπεραίωση των ελεγκτικών εργασιών καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του κ. Χρυσοστόμου. Είναι φανερό, με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το πιο πάνω ποσό κατεβλήθη στην Εργοδότρια Εταιρεία με επιταγή ημερ. 1.8.2011 και πιστώ-θηκε στο λογαριασμό της στις 10.8.2011. Από τη μαρτυρία ωστόσο που παρέθεσε ενώπιον μας ο κ. Χρυσοστόμου προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό επιστράφηκε στην Τassos Kontos & Sons Motors Ltd μέσω του Αιτητή στις 26.8.2011, καθώς δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από μέρους τους. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός της μη υπογραφής από την εν λόγω εταιρεία του λεγόμενου engagement letter που καθώς εξήγησε ο μάρτυρας επιβαλλόταν μέσα από τη διαδικασία που τηρούσε ο σύνδεσμος εγγεγραμμένων λογιστών, ως επακόλουθο της απόφασης του νέου πελάτη να τους διορίσει ελεγκτές του. Το γεγονός μάλιστα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να προχωρήσει στη διεκπεραίωση ελεγκτικών εργασιών χωρίς την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου παραδέχθηκε και ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Αιτητής εν ώρα εργασίας και χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα caseware διεκπεραίωνε λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες για δικό του πελάτη, την Τassos Kontos & Sons Motors Ltd η οποία ουδέποτε υπήρξε πελάτισσα της Εργοδότριας Εταιρείας. Διαπιστώνουμε επίσης ότι τέτοιες υπηρεσίες προσφέρθηκαν από τον Αιτητή προς την εν λόγω εταιρεία τόσο πριν όσο και μετά τον Αύγουστο 2011 που η Εργοδότρια Εταιρεία επέστρεψε το ποσό των €575 που προκαταρκτικά της κατεβλήθη για την ανάληψη των ελεγκτικών εργασιών της εν λόγω εταιρείας. Η θέση που προέβαλε η πλευρά του Αιτητή κατά την αντεξέταση του κ. Χρυσοστόμου και την οποία ο Αιτητής επιδίωξε να υποστηρίξει με τη μαρτυρία του, ότι δηλαδή διατηρούσε τους δικούς του πελάτες σε σχέση με το λογιστι-κό κομμάτι, τους οποίους εξυπηρετούσε μέσα από το πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας, εκτός ωρών εργασίας, ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την αρχική τοποθέτηση του ότι εξυπηρετούσε τους δικούς του πελάτες από το σπίτι, θέση που δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και την απορρίπτουμε. Για όλα τα πιο πάνω αλλά και της εντύπωσης που δημιουργήσαμε για τον Αιτητή ενόσω αυτός κατέθετε στο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι δεν είπε όλη την αλήθεια αλλά επιλεκτικά. Ως επακόλουθο δεν δεχόμαστε τη μαρτυρία του και την απορρίπτουμε σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας. Αποδε-χόμαστε λοιπόν, τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ως ειλικρινή και αξιόπιστη και ως αποδίδουσα πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλ-λάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκε-κριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α)........................................................................................................................ (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  2. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
  3. ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
  4. iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
  5. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπρ. Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστο-σύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Στην Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1Β ΑΑΔ 1146, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμονη άρνηση του εργοδοτούμενου να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του εργοδότη του, συνιστά πλήγμα στην εμπιστοσύνη του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο που θα δικαιολογούσε τον πρώτο να απολέσει την εμπιστοσύνη του για τον δεύτερο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Η ανυπακοή του εργοδοτούμενου σε μια νόμιμη και λογική οδηγία, συνιστούσε, επίσης, περιφρόνηση και πλήρη αδιαφορία για τον τρόπο με τον οποίο ο εργοδότης ήθελε να εκτελείται η εργασία της εταιρείας, και έπληττε καίρια την εργασιακή τους σχέση. Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του από τον εργοδότη του κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του Νόμου. (βλ. Α. Κασάπη -ν- Technoplastics Ltd, 1ΑΑΔ
(1992)σελ. 919, 935). Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η εκδοση σ.185). Ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου επισημαίνουμε ότι ο λόγος απόλυσης ως και η λογικότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου κρίνεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων και ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφαση του. Οποιαδήποτε νέα στοιχεία περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του εργοδότη, αποτελούν απλώς ενδείξεις και δεν μπορούν να κρίνουν το νόμιμο ή μη της απόλυσης, όσο σοβαρά και αν φαίνονται. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων εργασίας και ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και ή έδειξε ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του Εργοδότη του και ή επέδειξε διαγωγή ασυμβίβαστη με το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται σε μια εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το πρόβλημα που προέκυψε με την εμφάνιση του ονόματος ενός τρίτου ελεγκτικού γραφείου στο πρόγραμμα careware, ανάγκασε την Εργοδότρια Εταιρεία να προχωρήσει στη διερεύνηση του θέματος λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα που θα την οδηγούσαν στην εξακρίβωση του προβλήματος. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διερεύνησης, ενώ δόθηκαν ρητές οδηγίες στους ελεγκτές, περι-λαμβανομένου και του Αιτητή, να μην προβούν σε καμία αλλαγή στο πρόγραμμα, ο Αιτητής από μόνος του επανέφερε στο πρόγραμμα το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας αντί του τρίτου ελεγκτικού γραφείου. Περαιτέρω κατά το χρονικό αυτό διάστημα προέκυψαν αναντίλεκτα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής διατηρούσε δικούς του πελάτες, οι οποίοι ουδέποτε υπήρξαν πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ταυτόχρονα ενώ η κοινή γραμμή ήταν ότι η τελευταία σε καμία περίπτωση δεν επέτρεπε στο προσωπικό της να απασχολείται με δικούς του πελάτες εν ώρα εργασίας, εν τέλει από τον φάκελο (Τεκ.9) που βρέθηκε στο γραφείο του Αιτητή μία μέρα πριν την απόλυση του, επιβεβαιώθηκε ότι αυτός εξυπηρετούσε συγκεκριμένο πελάτη του μέσω του προγράμματος που η Εταιρεία χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση των πελατών της και την εν γένει εκτέλεση των εργασιών της. Από τα αδιάσειστα στοιχεία που εμπεριέχονται στο Τεκ.9 και τα οποία σε τελικό στάδιο δεν αμφισβήτησε ούτε ο Αιτητής, φαίνεται ότι συνέχισε να προσφέρει λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες στον συγκεκριμένο πελάτη του και μετά που η Εργοδότρια Εταιρεία του είχε επιστρέψει το ποσό των €575 που της είχε δοθεί για σκοπούς διεκπε-ραίωσης των ελεγκτικών εργασιών του. Επίσης πελάτες του Αιτητή που δεν εξυπηρετούσε η Εργοδότρια Εταιρεία διεφάνη ότι εξυπηρετούνταν από άλλα ελεγκτικά γραφεία εν αγνοία επίσης της Εργοδότριας Εταιρείας. Το γεγονός ότι ο Αιτητής διατηρούσε δικούς του πελάτες των οποίων ελεγκτές ήταν τρίτα ελεγκτικά γραφεία και όχι η Εργοδότρια Εταιρεία, τους οποίους μάλιστα διεφάνη ότι εξυπηρετούσε μέσω του προγράμματος της Εργοδότριας Εταιρείας, αλλά και η χωρίς λόγο επαναφορά στο πρόγραμμα του ονόματος της Εργοδότριας Εταιρείας αντί του τρίτου ελεγκτικού γραφείου, βρίσκουμε ότι λογικά οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στη στοιχειοθέ-τηση βάσιμων λόγων για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που επενέβη στον παροχέα Η/Υ και άλλαξε στο πρόγραμμα το όνομα της Εργοδότριας Εταιρείας με το όνομα ενός τρίτου ελεγκτικού γραφείου του AuditPro Services Ltd. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως του Νόμου και της νομολο-γίας, καταλήγουμε ότι ο Αιτητής με την εν γένει συμπεριφορά του και δη την πρόσφο-ρα υπηρεσιών σε δικούς του πελάτες εν ώρα εργασία, μέσω του προγράμματος caseware που η Εργοδότρια Εταιρεία χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση των δικών της πελατών, αλλά και η επέμβαση του στον παροχέα Η/Υ με τις αλλαγές στις οποίες προέβη στο πρόγραμμα caseware ήτοι την προσθήκη και αφαίρεση του ονόματος τρίτου ελεγκτικού γραφείου, δεν παρέβη απλώς ουσιώδεις όρους της σύμβασης εργασίας του, αλλά έθεσε συγχρόνως υπό δοκιμασία τα συμφέροντα της Εργοδότριας Εταιρείας και την επιβαλλόμενη τάξη και πειθαρχία που αυτή ήθελε να επικρατεί στο γραφείο της. Επίσης, με τις εν λόγω ενέργειες του, κατέδειξε την ηθελημένη άρνηση του να υπακούσει και συμμορφωθεί με λογικές εντολές των Εργοδοτών του, που σκοπό είχαν την αποτελεσματική και σωστή λειτουργία του γραφείου τους. Περαιτέρω, η παράλληλη απασχόληση του Αιτητή με δικούς του πελάτες των οποίων ελεγκτές δεν ήταν η Εργοδότρια Εταιρεία αλλά τρίτα ελεγκτικά γραφεία, ευρίσκεται σε αντίθεση με το καθήκον της καλής πίστης που ο Αιτητής όφειλε να επιδεικνύει προς τους Εργοδότες του, καθώς η συμπεριφορά και οι ενέργειες του βρίσκονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Εργοδότριας Εταιρείας και της επιχείρησης της (Βλ. Ληξουριώτης, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ.280). Εν ολίγοις, με την υπό αναφορά συμπεριφορά του, ο Αιτητής κλόνισε την εμπιστοσύνη της Εργοδότριας Εταιρείας στο πρόσωπο του, σε τέτοιο βαθμό, που η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης καθίστατο πλέον μη ανεκτή για την ίδια. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε άλλη επιλογή από το να τερματίσει άμεσα την απασχόληση του Αιτητή. Στην τελική αγόρευση του ο κ. Χριστοφόρου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στέρησε από τον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί πριν λάβει την τελική της απόφαση, κατά παράβαση του άρθρου 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού της Απασχόλησης του 1982 (Ν.45/85), που προνοεί τα ακόλουθα: «η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)] Στην προκείμενη περίπτωση δεν βρίσκουμε να υπήρξε παραβάτη του συγκεκριμένου δικαιώματος. Όπως έχουμε καταλήξει ανωτέρω, o κ. Χρυσοστόμου επανειλημμένως κάλεσε τον Αιτητή και του ζήτησε εξηγήσεις, τόσο για την αλλαγή του ονόματος στο πρόγραμμα caseware όσο και για το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη στατιστική υπηρεσία για συγκεκριμένο πελάτη του Αιτητή. Περαιτέρω από το περιεχόμενο του Τεκ.9 όπου εμπεριέχονται λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες που ο Αιτητής προσέφε-ρε σε συγκεκριμένο πελάτη του, χρησιμοποιώντας το ελεγκτικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας, καθίστατο φανερό ότι ο Αιτητής ενέργησε κατά παράβαση ρητών οδηγιών της Εργοδότριας Εταιρείας, που απαγόρευαν στο προσωπικό της να απασχολείται με δικούς του πελάτες εν ώρα εργασίας. Τα στοιχεία λοιπόν που περιέχονταν στο Τεκ.9 ήταν τόσο έκδηλα που λογικά δεν αναμενόταν από την Εργοδότρια Εταιρεία να δώσει στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε αντικειμενικά να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της Εργοδότριας Εταιρείας για τη συμπερι-φορά που απέδωσε στον Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται με €1500 έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και εναντίον του Αιτητή. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [2] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I- 969. [3] C-13/95 Suzen [1997] ECR 1275 σκ.17, C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119 σκ.13, C-234/98 Allen 2.12.1999 σκ.31, C-340/01 Abler [2003] ECR I-14046 σκ.37. [4] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 σκ.13, C-48/94 Rygaard [1995] I-2745 σκ.21, C-234/98 Allen 2.12.1999, C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745 σκ.31 [5] C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119 σκ.11-12, 15, C-287/86 Ny Molle Kro [1987] ECR 5479 σκ.18 [6] C-287/86 Ny Molle Kro [1987] ECR 5479 (Εκτενής αναφορά βλ. Φ. Δ. Δερμιτζάκη, Το δίκαιο της μεταβίβασης επιχειρήσεων, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σ.1326) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.