ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 375/2013, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:22 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 375/2013 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ Αιτήτρια -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 22η Ιούνιου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ι. Παπαμιλτιάδους - Γκέϊστ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Κοτσώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια προσελήφθη στο δημόσιο, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεκαπενθήμερης διάρκειας, από 20.11.2007 για εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων και ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών καθηκόντων της ανατίθεντο. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης και υποστηρίζεται με τη μαρτυρία της, ότι από της προσλήψεως της υπηρέτησε με τα ίδια καθήκοντα, επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δια περίοδο που υπερβαίνει συνολικά τους τριάντα μήνες, με αποτέλεσμα η σύμβαση απασχό-λησης της να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Έτσι, με την Αίτηση της αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση της κατέστη αόριστου διαρκείας καθότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Νόμου 98(Ι)/2003, και / ή Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρέον από τη δηλωτικής φύσεως θεραπεία με βάση την παράγραφο Α ανωτέρω, και / ή Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και ή λογική υπό τις περιστάσεις, και / ή Δ. Αποζημιώσεις, και / ή Ε. Νόμιμο Τόκο ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις εκ των οποίων σε τελικό στάδιο υποστήριξαν μόνο αυτή της παραγραφής και συγκεκριμένα ότι η Αιτήτρια κωλύεται να προωθήσει την Αίτηση της γιατί αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Πέραν της πιο πάνω προδικαστικής ενστάσεως, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή δικογραφείται, αλλά και επαναλαμβάνεται με τη τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι ότι η Αιτήτρια δεν μετατράπηκε σε εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου βάσει των οριζομένων στα άρθρα 5 και 7 του Νόμου και ότι αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους και ή λόγω των προσωρινών αναγκών για την εκτέλεση της εργασίας την οποία διεκπεραιώνει η Αιτήτρια. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών τους ισχυρίζονται ότι οι ανάγκες είναι προσωρινές και ή αχρείαστες αφού εξαρτώνται από το ενδεχόμενο για οικονομικούς λόγους να κριθεί η εργασία της Αιτήτριας ως μη απαραίτητη και ή εντάσσεται στο πλαίσιο της απόφασης της Δημοκρατίας για μείωση του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία και κατ' επέκταση μείωση των αναγκών που ικανοποιούνται με την παροχή υπηρεσιών ή και εργασίας από το έκτακτο προσωπικό. Μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε η Αιτήτρια, ενώ από πλευράς Καθ' ων η αίτηση η κα Μαρία Αθανασίου, Διοικητική Λειτουργός στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού από τις 4.1.
- Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αφού παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την Αιτήτρια όσο και τη μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία τους σε συνάρτηση με τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν το υπό εξέταση επίδικο θέμα του καθεστώτος απασχόλησης της Αιτήτριας, είναι τα ακόλουθα: Στις 7.2.2007, το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του αποφάσισε όπως εγκρίνει, μεταξύ άλλων, την πρόσληψη για διετή απασχόληση ή τη συνέχιση της απασχό-λησης 763 εκτάκτων υπαλλήλων για γραφειακά καθήκοντα, καθώς και αριθμό εκτάκτων υπαλλήλων για αμιγώς εποχιακές ανάγκες για συνολική απασχόληση 276 μηνών κατ' έτος σε διάφορες Κυβερνητικές Υπηρεσίες (Τεκ. 54). Η Αιτήτρια προσλήφθηκε για πρώτη φορά στο δημόσιο, δυνάμει απανωτών επιστολών διορισμού από 20.11.2007 για εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων πάνω σε δεκαπενθήμερη βάση. Στις επιστολές που κοινοποιούνταν στην Αιτήτρια κάθε φορά που της προσφερόταν εργασία, περιλαμβάνεται πέραν της διάρκειας της απασχόλησης και των καθηκόντων της, η αμοιβή της ως και οι «βασικοί όροι απασχόλησης προσώπου που προσλαμβάνεται για κάλυψη αναγκών σε δεκαπενθήμερη βάση» (Τεκ.1-51). Αρχικά η Αιτήτρια τοποθετήθηκε στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για διεκπεραίωση αριθμού αιτήσεων, ως αναφέρεται στην πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Στο εν λόγω Τμήμα παρέμεινε μέχρι τις 28.11.2007 οπότε και μετακινήθηκε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Κατόπιν δικού της αιτήματος στις 15.10.2010 μετακινήθηκε στο Τμήμα Δασών όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα. Η κα Αθανασίου ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που η Αιτήτρια μετακινήθηκε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ήταν η «διεκπεραίωση συσσωρευμέ-νου όγκου εργασίας», θέση που αναφέρεται στα εσωτερικά σημειώματα που ετοιμάζονταν από το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και υποβάλλονταν στο Υπουργό Οικονομικών για έγκριση με σκοπό την ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας [Τεκ.55(1-12)]. Επίσης, ο σκοπός μετακίνησης της στο Τμήμα Δασών, καθώς ισχυρίστηκε η μάρτυς ήταν αρχικά για να καλυφθούν και εκεί προσωρινές ανάγκες για αντικατάσταση προσωπικού που απουσίαζε, θέση που δεν συνάδει με τα εσωτερικά σημειώματα του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού προς τον Υπουργό Οικονομικών [Τεκ.56(1-7)] όπου γίνεται αναφορά σε «κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν με την απουσία υπαλλήλων», σε αντίθεση με άλλους υπαλλήλους που αναφέρονται στα εν λόγω σημειώματα και δίδεται ως λόγος για την απασχόληση τους, η αντικατάσταση υπαλλήλου που μετακινήθηκε σε άλλη Υπηρεσία ή απουσίαζε με μακρά άδεια ασθενείας. Είναι λοιπόν φανερό ότι η κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν από την απουσία υπαλλήλων δεν αναφέρεται σε αντικατάσταση προσωπικού αλλά σε κάλυψη αναγκών που δημιουργήθηκαν λόγω έλλειψης του αναγκαίου προσωπικού. Σημειωτέον ότι με βάση τα εν λόγω εσωτερικά σημειώματα, η απασχόληση των Εκτάκτων Υπαλλήλων με γραφειακά καθήκοντα θα έπρεπε να συνεχιστεί, καθώς το θέμα της μετατροπής των συμβολαίων τους σε αορίστου διαρκείας εξεταζόταν σε συνεργασία με την Επίτροπο Διοίκησης και τον Γενικό Εισαγγελέα. Με επιστολή ημερ. 27.12.2012 που η Αιτήτρια κοινοποίησε μέσω του δικηγόρου της στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (Τεκ.52), ζήτησε όπως επιβεβαιω-θεί γραπτώς ότι η σύμβαση απασχόλησης της κατέστη αορίστου διαρκείας καθώς ικανοποιούσε πλήρως όλες τις προϋποθέσεις του Ν. 98(Ι)/
- Σε απαντητική επιστολή ημερ. 23.1.2013 (Τεκ.53) το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού επισήμανε τα ακόλουθα: «. το γενικότερο θέμα που αφορά στη μετατροπή των συμβολαίων απασχόλησης των εργοδοτουμένων πάνω σε δεκαπενθήμερη βάση σε συμβόλαια αορίστου χρόνου αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης μεταξύ του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ((ΤΔΔΠ) και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Παρόλα αυτά και ενόψει του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση σχετικών προσφυγών από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, το όλο θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα, αφού κρίθηκε, από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σκόπιμο να αναμένουμε την επί του θέματος απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ούτως ώστε να μην την προκαταβάλουμε. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που με βάση την αναμενόμενη απόφαση κριθεί ότι προκύπτει νομική υποχρέωση για το κράτος, ως εργοδότη, μετατροπής των συμβολαίων απασχόλησης των εργοδοτουμένων δεκαπενθήμερης βάσης σε συμβόλαια αορίστου χρόνου, το ΤΔΔΠ θα προβεί στις δέουσες ενέργειες.» Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου, το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με επιστολή του ημερ. 4.2.2016 ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι η σύμβαση απασχολήσεως της μετατρεπόταν σε σύμβαση αόριστου χρόνου με ισχύ από 2.2.
- Παραθέτουμε αυτούσια την εν λόγω επιστολή: «Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2016 και να σας ενημερώσω ότι η ισχύουσα σύμβαση απασχόλησης σας, ως Έκτακτης Υπαλλήλου για Εκτέλεση Γραφειακών Καθηκόντων πάνω σε δεκαπενθήμερη βάση, μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και εφεξής, τηρουμένων των προνοιών του περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμου (Ν.22(Ι)/2014), εντάσσεστε στην κατηγορία των Εργοδοτουμένων Αόριστου Χρόνου των Ευρύτερων Εναλλάξιμων Κατηγοριών (Κλ. Α1, Α2 και Α5) για Εκτέλεση Γραφειακών Καθη-κόντων με ισχύ από 2 Φεβρουαρίου
- Οι όροι απασχόληση σας, είναι αυτοί που εκάστοτε ισχύουν για τους εργοδοτούμενους αόριστου χρόνου.» Αγορεύσεις Η μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας σε αορίστου χρόνου με ισχύ από 2.2.2016 αποτέλεσε το λόγο για επανάνοιγμα της υπόθεσης καθώς η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου με τη συμπλήρωση 30 μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης της και όχι από την ημερομηνία της απόφασης του Υπουργι-κού Συμβουλίου. Επί της προδικαστικής ενστάσεως, η ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση επικαλούμενη το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67), όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι το αίτημα της Αιτήτριας υπεβλήθη εκπρόθεσμα καθότι ζητά να αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενη αόριστου χρόνου από το
- Η Αιτήτρια δεν υπέβαλε αίτηση από τότε που δημιουργήθηκε το δικαίωμα της να καταστεί εργοδο-τούμενη αορίστου χρόνου και συνεπώς, καθώς εισηγείται, δεν μπορεί σε κατοπινό στάδιο να ζητά όπως αναγνωριστεί και καταστεί εργοδοτούμενη αόριστου χρόνου από την ημέρα που συμπλήρωσε 30 μήνες από την πρόσληψη της. Και ούτε δύναται να υπάρξει αναδρομικότητα στην εφαρμογή του Νόμου που ρυθμίζει το όλο θέμα και δη του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου Ν.98(Ι)/2003, γιατί αν ο νομοθέτης απέβλεπε στον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου τότε θα ρύθμιζε ρητά το θέμα. Άλλωστε, καθώς ανέφερε, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι δικαιούται να αναγνω-ριστεί ως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου με τη συμπλήρωση 30 μηνών από της προσλήψεως της. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, τότε οι Καθ' ων η αίτηση έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Νόμο 98(Ι)/2003 και η Αιτήτρια δεν δικαιούται να ζητά αναδρομικότητα στην ισχύ της απόφασης. Τέλος, με αναφορά στην απόφαση Μαρία Συρίμη ν. Γενικού Εισαγγελέα, υπόθεση αρ. 338/2012, ημερ. 30.6.2015, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας, ότι με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί η 30μηνη περίοδος απασχό-λησης της Αιτήτριας και έχει τεθεί το υπόβαθρο να θεωρηθεί ότι η σύμβαση απασχόληση της έχει καταστεί αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Ν.98(Ι)/
- Είναι περαιτέρω εισήγηση της ότι, οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε την σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει από τη διαδικασία και τις έγγραφες προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της εναρμονιστικής νομοθεσίας και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και καταχρηστικά συνομολόγησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια. Ανάλυση και Συμπεράσματα (i) Προδικαστική ένσταση Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων η αίτηση που συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το αίτημα της Αιτήτριας υπεβλήθη εκπρόθεσμα καθότι ζητά να αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου από το
- Το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών προσδιορίζεται στο περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 (Ν.8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/
- Σύμφωνα με τη Άρθρο 12(10Α) του Νόμου: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Με τον τροποποιητικό Νόμο 169(Ι)/02, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής Αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν παρέχουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Επίσης σύμφωνα με τον Chitty on Contracts 25th edition, par.1900, σε μία τέτοια περίπτωση όπου υπάρχει εξειδικευμένη περίοδος παραγραφής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η λεκτική διατύπωση και ο σκοπός που θα εξυπηρετήσει ο συγκεκριμένος νόμος. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα θέτουμε πιο πάνω είναι φανερό ότι η Αιτήτρια προσελήφθη στο δημόσιο για πρώτη φορά στις 20.11.2007 και ότι ενόσω υπηρετούσε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και δη περί τα μέσα του 2010 είχε καλύψει τη συνολική περίοδο των τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για να θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αόριστου χρόνου, βάσει των προνοιών του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/2003. Και ενώ με την κάλυψη της 30μηνης απασχόλησης είχε ανακύψει ήδη το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου και να ζητήσει την αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης εργασίας της από ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, τούτο έπραξε στις 30.4.2013 με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, αφού εν τω μεταξύ αποδέχθηκε τις απανωτές προσφορές των εργοδοτών της να συνεχίσει την απασχόληση της επί δεκαπενθήμερης βάσης. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί, είμεθα της γνώμης ότι από τη στιγμή που η Αιτήτρια συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, είχε κάθε δικαίωμα καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της να προσφύγει ενώπιον του Δικαστήριο και να ζητήσει την αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης εργασίας της από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Ωστόσο οι πρόνοιες του Νόμου δεν φαίνεται να παρέχουν την ευχέρεια αναγνώρισης ενός τέτοιου δικαιώματος πέραν των δώδεκα μηνών πριν την ημερομηνία υποβολής της Αίτησης στο Δικαστήριο. Συνεπώς, ανεξάρτητα από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας σε αόριστου χρόνου με ισχύ από 2.2.2016, από τη στιγμή που η Αιτήτρια προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε την αναγνώριση του δικαιώματος της να καταστεί εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου, η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος θα πρέπει να ισχύει από την 1.5..2012 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, εκτός και αν οι Καθ ων η αίτηση ήθελαν αποδείξει ότι η απασχόληση της Αιτήτριας με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης από αντικειμενικούς λόγους που υφίσταντο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις [άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003)]. (ii) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευ-σης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβα-ση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέω-σης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν να διευκο-λύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
- Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαι-σίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
- Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχι-κών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Είναι προφανές, με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας ότι η Αιτήτρια μέχρι τα μέσα του 2010 είχε καλύψει τη συνολική περίοδο των τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που θα της επέτρεπε να καταστεί εργοδο-τούμενη με σύμβαση αορίστου χρόνου. Μέχρι δε την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης η συνολική περίοδος απασχόλησης της υπερέβαινε τα πέντε χρόνια. Οι Καθ' ων η αίτηση, έχοντες το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε την απασχόληση της Αιτήτρια με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατά τον επίδικο χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, τόσο με του γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, διατείνονται ότι υφίσταντο τέτοιοι λόγοι καθότι στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη η Αιτήτρια προσελήφθη για να καλύψει προσωρινές ανάγκες που οφείλονταν στη «διεκπεραίωση συσσωρευμένου όγκου εργασίας» και στο Τμήμα Δασών για την «κάλυψη κενών που δημιουργήθηκαν με την απουσία υπαλλήλων» Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειώσουμε ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβά-σεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434) Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρούμε, ότι κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που σύναπταν οι Καθ' ων η αίτηση με την Αιτήτρια, αναμενό-ταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση της. Αντίθετα αυτό που προκύπτει, μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι η Αιτήτρια προσλαμβάνετο δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας με σκοπό την κάλυψη αναγκών που φαίνεται να μην ήταν προσωρινές αλλά να προέκυπταν από την ύπαρξη κενών μονίμων θέσεων καθώς η Αιτήτρια απασχολείτο στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, τόσο στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη όσο και στο Τμήμα Δασών χωρίς ποτέ, μετά από τόσα χρόνια απασχόλησης, να παρουσιαστεί η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία είχε προσληφθεί. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ανάγκες της υπηρεσίας σε πρόσθετο προσωπικό δεν ήταν παροδικές αλλά είχαν μόνιμο χαρακτήρα, κάτι που γνώριζαν οι Καθ' ων η αίτηση κατά τον χρόνο σύναψης των διαφόρων συμβάσεων με την Αιτήτρια, αφού η αναπλήρωση κενών μονίμων θέσεων προμήνυε τη διαρκή ανάγκη προσωπικού για πλήρωση του κενού. Συνεπώς η απασχόληση της Αιτήτριας δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ' ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης της Αιτήτριας σε σύμβαση αόριστου χρόνου. Τέτοιοι αντικειμενικοί λόγοι φαίνεται να μην υφίσταντο από την αρχή της εργοδότη-σης της, γεγονός που θα της παρείχε το δικαίωμα, με την κάλυψη της συνολικής περιόδου των τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, να θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως εργοδοτούμενη με σύμβαση αόριστου χρόνου, βάσει των προνοιών του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/
- Ωστόσο, εν όψει του γεγονός ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε σε μεταγενέ-στερο στάδιο και λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του άρθρου 12(10Α) του Νόμου 8/67 ως έχει τροποποιηθεί, καταλήγουμε ότι η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος ισχύει από την 1.5.2012 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Θεραπείες Πρόσθετα η Αιτήτρια εξαιτείται την καταβολή αποζημιώσεων. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση της συγκεκριμένης αξίωσης της Αιτήτριας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η πρόβλεψη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς το είδος των κυρώσεων που θα επιβάλουν για την καταχρηστική χρήση τέτοιων συμβάσεων, αρκεί να πρόκειται για κυρώσεις που δεν αντιστρατεύονται αλλά αντίθετα υπηρετούν τον επιδιωκόμενο με την Οδηγία σκοπό. Η Οδηγία δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη ως κύρωση τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Η μετατροπή αυτή προβλέπεται από την Οδηγία ως μια δυνατότητα, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων κατά του εργοδότη, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους, με τον περιορισμό ότι θα πρόκειται για κυρώσεις που θα εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (ΔΕΕ 23.4.2009, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-378/07 και C-380/07, ΔΕΚ 4.7.2006 (Αδενελέρ κλπ), Συλλογή Νομολογίας 2006 Ι 6057). Στις συνεκδικα-σθείσες αυτές υποθέσεις, εξετάστηκε επίσης η συμβατότητα των πάγιων διατάξεων του εναρμονιστικού με την Οδηγία Π.Δ.164/2004 που αφορά τον ευρύτερο Ελληνικό δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του Π.Δ.164/2004, η οποία απαγορεύει απόλυτα στο δημόσιο τομέα να μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πράξη είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει η εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους να προβλέπει, στον εν λόγω τομέα, ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο ώστε να αποτρέπεται και εν ανάγκη να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με τον αντίστοιχο εναρμονιστικό Ν.98(Ι)/2003, που αφορά τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ο Κύπριος νομοθέτης, έθεσε ως αποκλειστική κύρωση για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Συνεπώς η αποτελεσματική αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να ανακύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε άλλη μορφή κύρωσης, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης, παρά μόνο με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, είμεθα της γνώμης ότι στην προκείμενη περίπτωση η επιδίκαση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων δεν δικαιολογείται από το γράμμα του Νόμου. Αποζημίωση θα δικαιολογείτο στη βάση άλλων νόμων και τότε μόνο εάν η Αιτήτρια ως εργοδοτούμενη αόριστου χρόνου απολύετο αδικαιολόγητα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για την Αιτήτρια από 1.5.2012 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Υπέρ της Αιτήτριας επιδικάζονται και €1500 ως έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Αιτήτριας απορρίπτονται. (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγή, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο