← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. OSMACO MARKETING CO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 310/2013, 5/4/2016

ΝΙΚΟΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. OSMACO MARKETING CO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 310/2013, 5/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Α. Παναγή, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 310/2013 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Αιτητής -και- OSMACO MARKETING CO LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Δ. Κακουλλής Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Στ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Μισθούς Ιανουαρίου 2013 Β. Υπόλοιπο 13ου μισθού για το 2012 Γ. Αναλογία 13ου μισθού για το 2013 Δ. Αυθαίρετη αποκοπή μισθού €200- μηνιαία, από Οκτώβριο του 2011 μέχρι και τον Ιανουάριο 2013 Ε. Προειδοποίηση ΣΤ. Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις Η. Νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, προβάλουν τα πιο κάτω προδικαστικά σημεία: Αρνούνται ότι οφείλουν να καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €200- μηνιαίως για τους μήνες Οκτώβριο 2011 μέχρι και τον Απρίλιο

  1. Βάσει των σχετικών προνοιών της νομοθεσίας, ο Αιτητής εμποδίζεται να διεκδικεί και να απαιτεί τα εν λόγω ποσά, καθότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι δικαιούταν σε οποιοδήποτε χρόνο τα εν λόγω πόσα, το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε εξανάγκασαν τον Αιτητή σε παραίτηση και ότι ο ίδιος οικειοθελώς εγκατέλειψε την εργασία του στις 21.1.
  2. Ενώ παραδέχονται ότι από τον Οκτώβριο 2011 απέκοπταν από τις απολαβές του Αιτητή το ποσό των €200- μηνιαίως, ωστόσο ισχυρίζονται ότι λόγω της ύφεσης στην κυπριακή οικονομία που έπληξε τον τομέα των οικοδομών, στον οποίο δραστηριοποιούνται, ο κύκλος εργασιών τους μειώθηκε σημαντικά και για τη βιωσιμότητα τους επιβαλλόταν η εξεύρεση τρόπων για μείωση των εξόδων τους. Ως εκ τούτου έλαβαν διάφορα μέτρα σε σχέση με το υπαλληλικό προσωπικό τους, μεταξύ των οποίων ήταν και η μείωση του καθαρού μισθού του Αιτητή. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε τη μείωση των απολαβών του, αφού από τον Οκτώβριο 2011 μέχρι τον Ιανουάριο 2013 συνέχισε να παραμένει στην υπηρεσία τους λαμβάνοντας τις μειωμένες απολαβές χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί. Αν ήθελε δε, εκληφθεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους του, την αναίρεσε στη συνέχεια και εξακολούθησε να εργάζεται κανονικά αποδεχόμενος το νέο μισθολόγιο. Σε σχέση με τις απαιτήσεις του Αιτητή ως τα στοιχεία Α-Γ ισχυρίζονται ότι τα έχουν εξοφλήσει και ουδέν ποσό του οφείλουν. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):

(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου έδωσε προσωπική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ο Διευθυντής τους κ. Κυριάκος Χατζηκυριάκος. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση, εγκατάσταση, συναρμολόγηση ειδών αυτοματοποίησης και την επένδυση κτιρίων. Ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στις 6.7.2009 ως τεχνικός σε δοκιμαστική βάση και από 30.9.2009 συνέχισε την απασχόληση του ως τεχνικός σε μόνιμη βάση. Οι τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή, όπως προκύπτουν από τις καταστάσεις αποδοχών για τα έτη 2011 και 2012 [Τεκ.8
(1)και Τεκ.8
(2)] ανέχονταν κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2011 στα €1601,76 ενώ από τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους μειώθηκαν στα €1341,
  1. Στον Αιτητή καταβαλλόταν επίσης και 13ος μισθός. Είναι κοινή η θέση των μερών ότι από τον Οκτώβριο 2011 οι Καθ' ων η αίτηση άρχισαν να αποκόπτουν από τις καθαρές απολαβές του Αιτητή το ποσό των €200 μηνιαίως. Με επιστολή ημερ. 30.9.2011 (Τεκ.3), οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν τον Αιτητή, ότι λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης στο τομέα των οικοδομών και κατασκευών, έχουν υποστεί πλήγμα σε βαθμό ελαχιστοποίησης του κύκλου εργασιών τους, με συνέπεια να βρίσκονται μπροστά σε συνθήκες που τους αναγκάζουν είτε να μειώσουν το προσωπικό είτε να μειώσουν τους μισθούς. Ως επακόλουθο απεφάσισαν να μειώσουν τους μισθούς από 1.10.2011 και ως εκ τούτου ο καθαρός μισθός του Αιτητή μειωνόταν στα €1250 μηνιαίως. Ο Αιτητής με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 9.11.2011 (Τεκ.4), διαφώνησε με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής ισχυριζόμενος ότι οι εργασίες των Καθ' ων η αίτηση είχαν αυξηθεί τους τελευταίους δύο μήνες, εξ ου και προσέλαβαν τουλάχιστον πέντε νέους υπαλλήλους. Περαιτέρω δεν αποδεχόταν τη μονομερή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να μειώσουν τον μισθό του και τους καλούσε όπως του πληρώσουν το υπόλοιπο του μισθού για τον μήνα Οκτώβριο
  2. Επίσης δεν αποδεχόταν να εργάζεται υπερωρίες με τον ίδιο μισθό. Πέραν των πιο πάνω τους πληροφορούσε ότι δεν μπορούν να υποβαθμίζουν τα καθήκοντα του από τεχνίτη σε καθήκοντα εργάτη. Με απαντητική επιστολή ημερ. 15.11.2012 (Τεκ.5), οι Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ως λόγο μείωσης του μισθού του Αιτητή, τις περιορισμένες δυνατότητες και την τεχνική κατάρτιση του, σημειώνοντας ότι μετά από 28 μήνες απασχόλησης εξακολουθεί πολύ συχνά να είναι βοηθός συνεργείου λόγω της περιορισμένης τεχνικής κατάρτισης που έχει και λόγω των αδυναμιών του να εφαρμόζει τα συστήματα ορθά και χωρίς προβλήματα. Σημειώνουν ότι οι βοηθοί συνεργείου αμείβονται στα €900 μέχρι €1250 μηνιαίως και ότι από τους συναδέλφους του υπήρξε κατανόηση και σε πολλούς έχει γίνει αναπροσαρμογή μισθού. Επίσης έχουν αντιληφθεί την κρίση που περνά η Εταιρεία και έχουν αποδεχθεί την υπερωριακή εργασία όταν κρίνεται αναγκαίο με τον ίδιο μισθό. Με επιστολή ημερ. 21.1.2013 (Τεκ.1) ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω αλλαγής των όρων εργασίας του. Σημειώνει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει με υποβαθμισμένο μισθό και ούτε να περιμένει πότε θα του επέστρεφαν πίσω τις αποκοπές και ούτε να ασχολείται 2-3 μέρες τη βδομάδα (και αυτό χωρίς πρόγραμμα). Με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 13.2.2013 (Τεκ.11), ο Αιτητής ζητούσε από τους Καθ' ων η αίτηση όπως του καταβάλουν όλα τα δικαιώματα του όπως μισθούς, αποκοπές μισθών, αναλογία 13ου μισθού, αναλογία αδειών, υπερωρίες και μισθούς μηνών Ιανουαρίου / Φεβρουαρίου
  3. Με απαντητική επιστολή ημερ. 13.3.2013 (Τεκ.12), οι Καθ' ων η αίτηση αφού αναφέρθηκαν εκ νέου στους λόγους που οδήγησαν στη μονομερή απόφαση μείωσης μισθών ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι στον Αιτητή είχαν εκδώσει επιταγή για το ποσό των €1953,46, που περιελάμβανε μισθό μέχρι 21.1.2013, υπόλοιπο 13ου μισθού για το 2012, αναλογία 13ου μισθού για το 2013 ως και υπερωρίες, την οποία αρνήθηκε να παραλάβει. Ακολούθησε νέα επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερ. 14.3.2013 (Τεκ.13), με την οποία απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.12) και ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ότι ο λόγος που ο πελάτης του αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή οφείλετο στον εκβιασμό που δέχθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, ότι δεν θα του παραδιδόταν η εν λόγω επιταγή εκτός και εάν υπόγραφε δήλωση ότι παραιτείτο από μόνος του και δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους. Καλούσε δε τους Καθ' ων η αίτηση, αν και εφόσον οι προθέσεις τους ήταν «αγνές», να αποστείλουν ή παραδώσουν την επιταγή στο γραφείο του. Με απαντητική επιστολή ημερ. 15.3.2013 (Τεκ.14) οι Καθ' ων η αίτηση ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι σε καμία περίπτωση δεν ζητήθηκε από τον Αιτητή να υπογράψει επιστολή ότι παραιτήθηκε από μόνος του. Σημειώνουν δε, ότι αυτό που ζητήθηκε από τον Αιτητή ήταν να υπέγραφε επιστολή στην οποία θα αναφερόταν ότι με την παραλαβή της επιταγής οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα του όφειλαν οτιδήποτε άλλο. Την εν λόγω επιστολή υπογράφουν όλοι οι υπάλληλοι που αποχωρούν από την Εταιρεία και δεν ήταν ειδικά για τον Αιτητή. Ο Αιτητής τότε μόνο θα λάμβανε την επιταγή εάν περνούσε ο ίδιος από τα γραφεία της Εταιρείας και υπέγραφε την επιστολή. Στις 22.4.2013 ο Αιτητής παρέλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1953,46 υπογράφοντας σχετική βεβαίωση (Τεκ.6) την οποία παραθέτουμε: «Βεβαιώνω ότι εγώ ο υποφαινόμενος Νικόλας Αλεξάνδρου, υπ' αριθμό ταυτότητας 1065044, έχω εισπράξει το ποσό των €1953,46 από την Εταιρεία Osmaco Marketing Co Ltd για εξόφληση του μισθού μου και δεν έχω καμία άλλη απαίτηση». Μαρτυρία Επιβεβαιώνοντας ο Αιτητής το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών, ανέφερε ότι το παράπονο του από τους Καθ' ων η αίτηση ήταν γιατί του απέκοψαν τον μισθό χωρίς να συζητήσουν μαζί του. Ο ίδιος δεν δέχθηκε και αφού συζήτησε με τον «μάστρο» του, ακολούθως απέστειλε τη σχετική επιστολή. Ισχυρίστηκε ότι μείωση του μισθού έγινε σε μερικούς μόνο υπαλλήλους της Εταιρείας και όχι σ' όλο το προσωπικό. Επίσης, μιλώντας με τον «μάστρο», του υποσχέθηκε ότι θα κανόνιζαν με τον μισθό όταν θα έσαζαν τα πράγματα. Εκτός από τη μείωση του μισθού ανέφερε ότι δεν είχε κανένα άλλο παράπονο από τους Καθ' ων η αίτηση. Για τις υπερωρίες ανέφερε συγκεκριμένα ότι μετά από απεργία ο «μάστρος» τους ζήτησε συγγνώμη και τους έδωσε τις ώρες τους πίσω. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι τον τελευταίο μήνα απασχολείτο 2-3 φορές τη εβδομάδα και όχι σε καθημερινή βάση. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι όλο το προσωπικό ενημερώθηκε και συμφώνησε με την απόφαση για μείωση του μισθού, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι ο ίδιος ποτέ δεν δέχθηκε και ότι απλώς παρέμεινε στην εργασία του, αναμένοντας ότι θα του επανέφεραν τον αρχικό μισθό. Συμφώνησε ότι εκτός από τη μείωση του μισθού δεν υπήρξαν άλλες αλλαγές και ότι πληρωνόταν κανονικά τις υπερωρίες του. Δεν διαφώνησε ότι μετά που απεχώρησε από την εργασία του, οι Καθ ων η αίτηση του κατέβαλαν το ποσό των €1953,46 που περιλάμβανε μισθό μέχρι 21.1.2013, υπόλοιπο 13ου μισθού για το 2012 και αναλογία του 13ου μισθού για το
  4. Τη βεβαίωση (Τεκ.6) ισχυρίστηκε ότι την υπέγραψε αφού προηγουμένως συμβουλεύτηκε αρμόδιο υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και έλαβε τις διαβεβαι-ώσεις του ότι δεν θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα του. Ο κ. Χατζηκυριάκος με την γραπτή κατάθεση του επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα παρατίθενται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Περαιτέρω προς επιβεβαίωση των θέσεων του παραθέτει σειρά επιστολών, επί των οποίων γίνεται αναφορά ανωτέρω. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι σε συνάντηση που είχε με το προσωπικό αναφέ-ρθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εταιρεία και ότι όλοι συμπεριλαμβανο-μένου και του Αιτητή συγκατατέθηκαν στη μείωση των μισθών. Όταν μάλιστα του υπεβλήθη ότι ο Αιτητής ποτέ δεν συγκατατέθηκε σε μια τέτοια απόφαση, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι φώναξε τον Αιτητή 2-3 φορές στο γραφείο του και αφού του πρότεινε να εργάζεται υπερωρίες για να έχει αυξημένα εισοδήματα, αυτός συμφώνησε. Με την κοινοποίηση επίσης της επιστολής Τεκ.4, ο ίδιος του εξήγησε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Εταιρεία και του είπε αν ήθελε να έβρισκε άλλη δουλειά, κάτι που ο Αιτητής δεν έπραξε, αντίθετα τον διαβεβαίωσε ότι δεν τίθετο τέτοιο θέμα. Σε υποβολή επίσης ότι κατά τον μήνα Ιανουάριο 2013 ζήτησε από τον Αιτητή να μείνει σπίτι, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός σημειώνοντας ότι η Εταιρεία είχε ανάγκη τις υπηρεσίες του Αιτητή. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι για τον μήνα Δεκέμβριο 2012 ο μισθός του Αιτητή ήταν μειωμένος για το λόγο ότι έλαβε περισσότερη άδεια από ότι δικαιούταν και με βάση την πολιτική της Εταιρείας του αφαιρέθηκε. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον Αιτητή και τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ο Αιτητής, με την Αίτηση του, προβάλλει ως λόγο για τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό του σε παραίτηση «τη μονομερή αλλαγή των όρων εργασίας του από τους Καθ' ων η αίτηση». Μέσα από τις επιστολές που κοινοποίησε στους Καθ' ων η αίτηση, και τις οποίες παραθέτουμε ανωτέρω, προβάλλει διάφορα παράπονα που αφορούν μείωση μισθών, υπερωρίες, υποβιβασμό του από τεχνίτη σε εργάτη. Με τη μαρτυρία του ωστόσο παραδέχεται ότι εκτός από τη μείωση του μισθού δεν είχε κανένα άλλο παράπονο από τους Εργοδότες του. Συνεπώς, με την παραίτηση του δεν τίθετο θέμα υπερωριών ή υποβιβασμού του από τεχνίτη σε εργάτη, ως ισχυρίζεται στις επιστολές (Τεκ.1 και Τεκ.4). Ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της αλλαγής των όρων απασχόλησης του, που συγκεκριμένα σχετίζεται με τη μείωση του μισθού του, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο Αιτητής αντέδρασε άμεσα, εκφράζοντας τη διαφωνία του τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς. Οι προφορικές και επίμονες διαμαρτυρίες του Αιτητή ως και οι ανησυχίες του για τη μείωση του μισθού του, καταφαίνονται τόσο από τη δική του μαρτυρία όσο και από τη μαρτυρία του κ. Χατζηκυριάκου, ο οποίος δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι με τον Αιτητή συναντήθηκε 2-3 φορές στο γραφείο του και του πρότεινε να εργάζεται υπερωρίες για να έχει αυξημένα εισοδήματα. Η επιμονή μάλιστα του Αιτητή φαίνεται να ανάγκασε σε τελικό στάδιο τον κ. Χατζηκυριάκο να του πει να εξεύρει άλλη εργασία αν ήθελε γιατί η Εταιρεία δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τα αιτήματα του. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, είναι αρκετό να καταγραφεί ότι οι επανειλημμένες εκ μέρους του Αιτητή οχλήσεις κατέστησαν εξ υπαρχής σαφή και ξεκάθαρη τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι, στο στάδιο εκείνο, ήταν αδύνατη η επαναφορά των μισθών στην αρχική τους μορφή. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Αιτητής, λέγοντας ότι ο κ. Χατζηκυριάκος του υποσχέθηκε ότι θα κανόνιζαν με τον μισθό όταν θα έσαζαν τα πράγματα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο Αιτητής ότι εκτός από τις αποκοπές ο λόγος που τον οδήγησε στην παραίτηση του ήταν γιατί τον τελευταίο μήνα απασχολείτο 2-3 φορές τη βδομάδα και όχι επί καθημερινής βάσης. Η θέση αυτή του Αιτητή απορρίπτεται για δύο λόγους: Κατά πρώτο λόγο, γιατί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προσδιορίζεται στις έγγραφες προτάσεις του Αιτητή ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους και, κατά δεύτερο λόγο, γιατί ο Αιτητής με την αποχώρηση του πληρώθηκε, χωρίς καμιά διαμαρτυρία, ολόκληρο τον μισθό που του αναλογούσε για τον μήνα Ιανουάριο και δη μέχρι 21.1.2013 που έδωσε γραπτώς την παραίτηση του. Άλλωστε, τέτοια κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά από μέρους των Καθ' ων η αίτηση, δεν θα δικαιολογούσε ούτε την κατ' ισχυρισμό πρόταση του Αιτητή, «να βοηθά έκτακτα μέχρι οι Καθ' ων η αίτηση βρουν άλλο τεχνικό». Στη ίδια γραμμή θέτουμε και τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι η βεβαίωση (Τεκ.6) αποτελεί εμπόδιο για τον Αιτητή να διεκδικεί οποιαδήποτε άλλα ποσά πέραν των όσων του έχουν καταβληθεί, λόγω της δήλωσης του ότι «δεν έχει καμία άλλη απαίτηση». Παρατηρούμε ότι τέτοια νομική υπεράσπιση δεν προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει θέμα επίδικο προς εξέταση. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας το ερώτημα που τίθεται είναι εάν τελικά οι Καθ' ων η αίτηση με τη συμπεριφορά τους και δη τη μείωση των μισθολογικών αποδοχών του Αιτητή, τον εξανάγκασαν σε παραίτηση. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Κυπριακό Εφετείο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση. Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστά-σεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίηση. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως. Επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι, αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων μισθοδοσίας η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι αρκούντως ουσιώδης ('of sufficient materiality'), παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Από τη στιγμή που ο εργοδότης διαπράττει μία παράβαση με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (D. Brodie, The Employment Contract). Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo [1987] IRLR 51 μια σοβαρή οικονομική κρίση έπληξε τις επιχειρήσεις των εργοδοτών και ένας μεγάλος αριθμός εργοδοτουμένων κατέστησαν πλεονάζοντες, με επακόλουθο οι αυξήσεις να μην δοθούν και οι οικονομίες των εργοδοτών να διατεθούν σε όσους είχαν απολυθεί. Ευρισκόμενοι οι εργοδότες σε ένα οικονομικό γκρεμό, τον Αύγουστο του 1982 προσπάθησαν μονομερώς να παρουσιά-σουν στο προσωπικό μια αναθεωρημένη δομή μισθών, την οποία σε εκείνο το στάδιο, δεν κατάφεραν να εφαρμόζουν. Προ του κινδύνου να απολύσουν προσωπικό και να θέσουν τις επιχειρήσεις τους σε μαρασμό, επιδίωξαν ως μόνη εφικτή εναλλακτική λύση τη μείωση μισθών. Η General Workers Union, μια από τις συντεχνίες, συμφώνησε στη μείωση, όπως και μια άλλη ένωση συμφώνησε να βοηθήσει τους εργοδότες. Στις 19.8.1982 οι εργοδότες ζήτησαν από μία άλλη συντεχνία, την CSEU, μείωση μισθών κατά 5%, ενώ σε κατοπινό στάδιο την ενημέρωσαν ότι λόγω της κατάστασης, αν δεν υπήρχε διευθέτηση μέχρι τις 17.9.1982 οι μειώσεις των μισθών θα τίθεντο σε εφαρμογή. Σειρά συναντήσεων δεν οδήγησαν σε συμφωνία και έτσι στις 18.9.1982 οι εργοδότες διακήρυξαν γραπτώς την κατ' αναλογία μείωση μισθών. Στις 14.10.1982 σε νέα συνάντηση η CSEU απαίτησε την καταβολή των αποκοπέντων μισθών. Η διαφορά δεν καταβλήθηκε και τον Φεβρουάριο του 1983 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Στις 22.3.1984 άσκησε αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για παράβαση της σύμβασης απασχόλησης του. Ο πρωτόδικος Δικαστής απεφάσισε κατ' αρχήν ότι η CSEU δεν συμφώνησε στην αποκοπή μισθών. Καταλήγοντας ανέφερε ότι η ανακοίνωση για τη μείωση των μισθών που ψηφίστηκε στις 18.9.1982 αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή, η οποία συνεχίστηκε να ισχύει και μετά τη ψήφιση της. Ότι κατά παράβαση της σύμβασης οι εργοδότες πλήρωσαν στον Αιτητή χαμηλότερο μισθό απ' ότι δικαιούταν, με επακόλουθο να δικαιούται σε αποζημίωση. Υιοθετώντας την κατάληξη του Πρωτόδικού δικαστή και του Court of Appeal ο Lord Oliver ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: ".For my part, I can see no reason in Law or logic why, leaving aside for the moment the extreme case of outright dismissal or walk-out, a contract of employment should be on any different footing from any other contract as regards the principle that "an unaccepted repudiation is a thing writ in water and of no value to anybody": per Asquith L.J. in Howard v. Pickford Truck Co. Ltd [1951] 1 K.B. 417, 421. My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby's claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived. It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant's repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contractor the new terms which the appellant was seeking to impose". Στην υπόθεση Wilton v. Peebles (EAT/835/93) προέκυψε η εξής επιχειρηματολογία: Οι εργοδοτούμενοι δεν έφεραν ένσταση, δεν παραπονέθηκαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν όσο συστηματικά και έντονα μπορούσαν να πράξουν. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν νομικά άσχετο. Δεν είναι αναγκαίο για έναν εργοδοτούμενο που παραπονείται να ξεκινήσει μια συστηματική ή έντονη διαμαρτυρία για να εμποδίσει μια συμφωνία που του έχει επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη του. Εφόσον έχει καταστήσει ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συμφωνεί στη μείωση του μισθού του, με το να συνεχίσει να εργάζεται δεν μπορεί να δεσμεύεται από μια συμφωνία που του επιβάλλει να αποδεχθεί τη μείωση. Παρόλα ταύτα η υπόθεση Wilton ενεργεί για να μας θυμίζει ότι η έκφραση της αντίρρησης είναι αναγκαία. Επί των ιδίων νομικών αρχών κινείται και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αρ. 650/2005 σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημιά. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρή-σει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) Να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερή , εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας .» Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην αναγκαιότητα όπως ο εργοδοτούμενος ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση, στην υπόθεση W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook
(1981)I.C.R. 823, 831, σημειώθηκε ότι η παραμονή κάποιου στη δουλειά του ύστερα από μια τέτοια συμπεριφορά για ένα μήνα, με σκοπό να ψάξει για άλλη απασχόληση, μπορεί να μη θεωρηθεί αποφασιστικής σημασίας, αλλά αν συνεχίσει να εργάζεται για ένα περαιτέρω μήνα ή ακόμη χειρότερα για έξι μήνες, κάτι τέτοιο θεωρείται ασυμβίβαστο με τα παράπονα του. Στην υπόθεση Fereday v South Staffordshire NHS Primany Care Trust [2011] All ER (D) 05 (Sep), η μη παραίτηση εργοδοτούμενου εντός έξι βδομάδων κρίθηκε υπερβολικό χρονικό διάστημα. Στην υπόθεση Watson v. Jacobson (Outer House, 12 January 1995), ο ένας μήνας που συνέχισε ο εργοδοτούμενος να παραμένει στην εργασία του, μετά από μία προκείμενη αλλαγή, αποφασίστηκε ότι δεν ήταν αρκετός για να θεωρηθεί ότι αποδέχθηκε σιωπηρώς την αλλαγή στους όρους απασχόλησης του, ενώ στην υπόθεση O' Flynn v. The Airport Coach Co Ltd (EAT/0269/01) "τέσσερεις μήνες περίπου" θεωρήθηκαν αρκετοί. Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ALL ER (D) 144 παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση W.E. Cox Toner (ανωτέρω) σημείωσε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε, κατά πρώτο λόγο, μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές του, κατά δεύτερο λόγο, εάν η παράβαση αυτή ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό του σε παραίτηση, κατά τρίτο λόγο, εάν η παραίτηση του οφείλετο στη συγκεκριμένη παράβαση και, κατά τέταρτο λόγο, εάν ο Αιτητής επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι τη σύμβαση εργασίας του μετά τη διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του από τους Καθ' ων η αίτηση. Από τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση, χωρίς τη συγκατάθεση του Αιτητή και χωρίς την ύπαρξη συμβατικού δικαιώματος, προχώρησαν σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του, προβάλλοντας ως λόγο την οικονομική κρίση και την κατ' ισχυρισμό μείωση του κύκλου εργασιών τους. Επρόκειτο για μονομερή και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή, σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές του, τους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιούνταν να τροποποιήσουν / διαφοροποιήσουν ή διαμορφώσουν με οποιοδή-ποτε τρόπο χωρίς τη σύμφωνο γνώμη του Αιτητή. Καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές (βλ. Rigby v. Ferodo) κρίνουμε ότι τα οικονομικά προβλήματα που επικαλούνται οι Εργοδότες ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια ενέργεια. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το ποσό που οι Καθ' ων η αίτηση μονομερώς απέκοψαν από τις μηνιαίες μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, σε συνάρτηση με το σύνολο των αποδοχών του, κρίνουμε ότι ήταν σημαντικό και αρκούντως ουσιαστικό και ότι συνιστούσε ουσιώδη παράβαση και ή ουσιώδη μεταβολή των συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης του, που θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής με την επιστολή του ημερ. 21.1.2013 (Τεκ.1) επικαλείται ως λόγο παραίτησης τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του. Επικαλείται επίσης τη μη καθημερινή απασχόληση του από τους Καθ' ων η αίτηση, θέση την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αποδεχθεί με βάση τα όσα παραθέτει ανωτέρω. Η μείωση των μισθολογικών αποδοχών του Αιτητή δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ότι η παραίτηση του οφείλετο σε άλλο λόγο. Αμφιβολίες ωστόσο έθεσε ο ίδιος ο Αιτητής με τις ανακριβείς αναφορές του στην επιστολή παραίτησης, τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν υποστήριξε με την προφορική μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του σημείωσε, ότι εκτός από τη μείωση του μισθού δεν υπήρξαν άλλες αλλαγές και ότι πληρωνόταν κανονικά τις υπερωρίες του. Επίσης εκτός από τη μείωση του μισθού δεν είχε κανένα άλλο παράπονο από την Εταιρεία. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι ο μόνος λόγος που οδήγησε τον Αιτητή στην παραίτηση του ήταν αυτό που ο ίδιο σημειώνει στην επιστολή του (Τεκ.1), δηλαδή, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει με τον υποβαθμισμένο μισθό και ούτε μπορούσε να περιμένει πότε θα τους επέστρεφαν πίσω τις αποκοπές από τους μισθούς. Ως επακόλουθο των πιο πάνω παραμένει προς απάντηση το κατά πόσο ο Αιτητής επιβεβαίωσε ή όχι τη σύμβαση απασχόλησης του. Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, καθίσταται φανερό ότι ο Αιτητής αντέδρασε άμεσα για τη μείωση του μισθού του, τόσο με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 9.11.2011 (Τεκ.4), όπου δηλώνει ρητά τη διαφωνία του και ζητά να του πληρωθεί το υπόλοιπο του μισθού για τον μήνα Οκτώβριο, όσο και προφορικά με επίμονες διαμαρτυρίες που εξακριβώνονται τόσο με τη μαρτυρία του ιδίου όσο και αυτή του κ. Χατζηκυριάκου. Από την άλλη όμως οι Καθ' ων η αίτηση από την πρώτη στιγμή κατέστησαν σαφή και ξεκάθαρη τη θέση τους ότι δεν τίθετο θέμα ανάκλησης της μονομερούς απόφασης τους και επαναφορά των μισθών στην αρχική τους μορφή. Παρόλα αυτά, ο Αιτητής παρέμεινε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για δεκαπέντε και πλέον μήνες μετά την απόφαση για μείωση των μισθολογικών απολαβών του, προσφέροντας πέραν του κανονικού ωραρίου και υπερωριακή εργασία. Περαιτέρω από τα ενώπιον μας στοιχεία δεν διαφαίνεται ότι στο μεσοδιάστημα εξέφρασε ποτέ ο Αιτητής την πρόθεση του να τερματίσει την απασχόληση του λόγω της συγκεκριμένης διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση. Θέτοντας λοιπόν τα πιο πάνω γεγονότα υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα των 15 και πλέον μηνών από τον Οκτώβριο 2011 μέχρι την παραίτηση του Αιτητή, ήταν αρκετό να στερήσει από τον ίδιο το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Καθοδηγούμενοι επίσης από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές κρίνουμε ότι ο Αιτητής με την όλη συμπεριφορά του, δηλαδή, να καταστήσει ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συμφωνεί με τη μείωση του μισθού του και να μην αποκηρύξει τη σύμβαση εγκαταλείποντας την εργασία του εντός λογικά αναμενόμενου χρονικού διαστήματος, επέλεξε να επιβεβαιώσει (affirm) τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να αποδεχτεί την παράβαση της και να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων της ως είχαν πριν την τροποποίηση, απαιτώντας αποζημιώσεις για την εν λόγω παράβαση. Συνακόλουθο των πιο πάνω δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Αιτητής εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Εμμένοντας ωστόσο στη σύμβαση απασχόλησης του και στην τήρηση των συμβατικών όρων της, ο Αιτητής δικαιούται στο ποσό που του είχε αποκοπεί ως αποτέλεσμα της παράβασης των όρων εργασίας του που αφορούσαν τις μισθολογικές του απολαβές. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι από τον Οκτώβριο 2011 οι Καθ' ων η αίτηση απέκοπταν από τον μισθό του Αιτητή το ποσό των €200 μηνιαίως. Οι Καθ' ων η αίτηση ωστόσο προβάλλουν ως προδικαστικό θέμα την παραγραφή μέρους της αξιώσεως του Αιτητή που αφορά τη περίοδο από Οκτώβριο 2011 μέχρι και Απρίλιο 2012. Νομικό υπόβαθρο του εν λόγω προδικαστικού θέματος, όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, είναι το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169(Ι)/02, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα έγερσης αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002, που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Η πάροδος της προθεσμίας των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά δεν εξαλείφει το ίδιο το δικαίωμα που παραμένει αναλλοίωτο και δύναται να διεκδικηθεί με άλλο τρόπο. Επομένως το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου συμπίπτει με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Εν προκειμένω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι οι μισθοί του Αιτητή ήταν καταβλητέοι στο τέλος εκάστου μήνα. Συνεπώς ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος του ενέπιπτε με τον χρόνο που οι μισθοί ήταν καταβλητέοι και δεν του καταβλήθηκαν. Από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.4.
  1. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνοιες του Νόμου καταλήγουμε ότι ο Αιτητής κωλύεται λόγω παραγραφής να απαιτήσει το μέρος των μισθών που του έχουν αποκοπεί και δεν του έχουν καταβληθεί δώδεκα και πλέον μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Ως επακόλουθο ο Αιτητής δεν δικαιούται λόγω παραγραφής να απαιτήσει μισθούς που του έχουν αποκοπεί για τους μήνες από Οκτώβριο 2011 μέχρι και Μάρτιο
  2. Συνεπώς ο Αιτητής δικαιούται τα αποκοπέντα ποσά από τον μήνα Απρίλιο 2012 μέχρι τις 21.1.2013 που υπέβαλε την παραίτηση του, ήτοι το ποσό των €200 για κάθε μήνα από Απρίλιο 2012 μέχρι Δεκέμβριο 2012 και €140 για το Ιανουάριο 2013 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €
  3. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €1940 με νόμιμο τόκο από 11.4.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €900 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 11.4.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Α. Παναγή, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.