ΕΜΙΛΥ ΣΤΙΦΛΕΡ ν. ERMES DEPARTMENT STORES PLC, Αρ. Υπόθεσης: 803/2012, 5/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:38 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Σ. Ευτυχίου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 803/2012 Μεταξύ: ΕΜΙΛΥ ΣΤΙΦΛΕΡ Αιτήτρια -και- ERMES DEPARTMENT STORES PLC Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Δ. Τταουξιή ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ'ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») την 1.3.1998 ως Staff Supervisor. Την 1.9.2005 ανελίχθηκε στη θέση του Sales Manager και την 1.10.2007 σε Διευθύντρια του "Debenhams Ledra", ενός εκ των πολυκαταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας που ευρίσκεται στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία. Η απασχόληση της τερματίστηκε με σχετική επιστολή ημερομηνίας 25.7.2012 (Τεκ. 8), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: «κα Στίφλερ, Με την παρούσα επιστολή θα θέλαμε να σας γνωστοποιήσουμε τον τερματισμό των υπηρεσιών σας με άμεση ισχύ. Ο άμεσος τερματισμός σας οφείλεται στη μη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων σας. Πριν από την πιο πάνω ημερομηνία παρακαλείστε όπως παραδώσετε στον Διευθυντή σας οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας έχετε στην κατοχή σας και προχωρήσετε στη διευθέτηση οποιωνδήποτε οικονομικών ή άλλων εκκρεμοτήτων έχετε με την Εταιρεία. Με την παράδοση των περιουσιακών αυτών στοιχείων και ή διευθέτηση των τυχόν εκκρεμοτήτων σας, θα σας δοθούν αντίστοιχες βεβαιώσεις τις οποίες θα πρέπει να παρουσιάσετε στο Λογιστήριο για πληρωμή των δικαιωμάτων σας (ημερομίσθια για τον μήνα Ιούλιο, άδειες, αναλογία 13ου μισθού, Ταμείο Προνοίας κ.α.). Τούλλα Θεοδοσίου Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού» Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι στις 25.7.2012 η Εργοδότρια Εταιρεία εντελώς ξαφνικά προχώρησε στο άμεσο τερματισμό της απασχόλησης της, επικαλούμενη γενικά και αόριστα ως λόγο τη μη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς να προηγηθεί οτιδήποτε σχετικό και ή να της δοθεί το δικαίωμα ακρόασης. Έτσι με την υπό κρίση Αίτηση, ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της ήταν έκδηλα παράνομος, αυθαίρετος, αδικαιολόγητος και αξιώνει διάφορες θεραπείες, όπως: (α) αποζημιώσεις, (β) αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, (δ) οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (ε) νόμιμο τόκο, (στ) έξοδα και ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβητεί τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω επανειλημμένης μη ορθής εκτέλεσης των καθηκόντων της και ή λόγω σοβαρών παραβάσεων των κανόνων εργοδότησης της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν ήταν ξαφνικός αλλά επήλθε μετά από επανειλημμένες γραπτές και προφορικές προειδοποιήσεις προς αυτήν ότι δεν εκτελούσε σωστά τα καθήκοντα της και ή παρέβαινε τους κανόνες εργοδότησης της. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδο-τούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολο-γημένα απόλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία τρεις μάρτυρες ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με την προσωπική της μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας που ήταν από 1.3.1998 έως 25.7.2012 και οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της που ανέρχονταν στα €2000 πλέον 13ο μισθό. Μαρτυρία Η κ. Λουκία Μακρή - Χριστοφίδη είναι διευθύντρια ανθρωπίνου δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας. Καθώς ανέφερε, τα γεγονότα της υπόθεσης περιήλθαν σε γνώση της λόγω της θέσεως της, από πληροφορίες που έλαβε από άτομα που ευρίσκο-νταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, από το ηλεκτρονικό αρχείο της Εταιρείας και από τον φάκελο της Αιτήτριας. Ισχυριζόμενη ότι η Αιτήτρια εκτελούσε αμελώς και λανθασμένα τα καθήκοντα της ανέφερε ότι στις 29.4.2009 και ώρα 8:50π.μ. επισκέφθηκε το πολυκατάστημα ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Εταιρείας κ. Γ. Ανηλιάδης και διαπίστωσε ότι τα φώτα του τρίτου ορόφου ήταν σβηστά, η ηλεκτρική σκάλα εκτός λειτουργίας και ότι δεν υπήρχε προσωπικό στον τέταρτο όροφο να εξυπηρετήσει μια πελάτισσα που συνάντησε εκεί. Πηγαίνοντας στην καφετερία συνάντησε τον Διευθυντή Πωλήσεων του πολυκαταστήματος κ. Δημήτρη Λαζάρου να πίνει καφέ εν ώρα υπηρεσίας. Την επομένη η Διευθύντρια Διοίκησης Λειτουργιών κοινοποίησε στην Αιτήτρια επιστολή και την καλούσε όπως μελλοντικά αναλάμβανε τις ευθύνες και υποχρεώσεις της. Επίσης σε διάφορα χρονικά διαστήματα κατά την έκδοση του προγράμματος εργασίας του προσωπικού, η Αιτήτρια δεν έλαβε υπόψη τον μέγιστο επιτρεπόμενο αριθμό ωρών εργασίας και υπερωριών του προσω-πικού των καταστημάτων, με αποτέλεσμα αρκετοί υπάλληλοι του πολυκαταστήματος να εργάζονται περισσότερες ώρες την ημέρα και κατ' επέκταση τον μήνα, γεγονός που αποτελούσε ποινικό αδίκημα. Αναφέρθηκε ενδεικτικά σε δύο περιστατικά που επισυνέ-βησαν τον Αύγουστο 2009 και Νοέμβριο 2011 για τα οποία κοινοποιήθηκαν ανάλογες επιστολές στην Αιτήτρια. Επικαλούμενη περαιτέρω πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Ρ. Γιουσελή, Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου, ανέφερε ότι τον Ιούλιο 2010, στα πλαίσια του ετήσιου εσωτερικού οικονομικού ελέγχου, διαπιστώθηκε η απόσπαση χρημάτων από τον Υπεύθυνο Ταμείων του Τμήματος Τροφίμων του πολυκα-ταστήματος Μιχ. Νεοφύτου. Συγκεκριμένα στο ταμειακό σύστημα με μοναδικό χρήστη το συγκεκριμένο άτομο πραγματοποιούνταν ύποπτες συναλλαγές και πράξεις, όπως αυξημένη κίνηση ακυρωθέντων πράξεων (void transactions and lines) στα ταμεία του τμήματος τροφίμων, αυξημένες κινήσεις σε άνοιγμα του ταμείου (open drawer) κατά τη διάρκεια της ημέρας που δεν υποστηρίζονταν από πράξη πώλησης, απόσπαση χρημάτων από το ποσό που έπαιρνε με την έναρξη της βάρδιας του, αυξημένη ελλειμμα-τική διαφορά στα αποθέματα τροφίμων του πολυκαταστήματος κλπ., κάτι που ο ίδιος ομολόγησε όταν στις 4.11.2010 κλήθηκε στο γραφείο της Αιτήτριας, παρουσία διευθυντικών στελεχών της Εταιρεία. Κατόπιν πλήρους έρευνας στα δεδομένα και τις καταστάσεις του ταμειακού συστήματος του πολυκαταστήματος εκτιμώμενο ποσό ύψους €146.587,90 κρίθηκε ύποπτο και αδικαιολόγητο. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι στην Αιτήτρια καθημερινά παραδίδονταν οικονομικές καταστάσεις των πωλήσεων και όλων των κινήσεων του ταμειακού συστήματος και ότι βάσει των στοιχείων που είχε στην κατοχή της όφειλε να προβληματιστεί και να θέσει το θέμα στη Γενική Διεύθυνση για περαιτέρω διερεύνηση. Αντίθετα όταν κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις ανέφερε πως δεν μπόρεσε να αντιληφθεί οτιδήποτε και υποσχέθηκε ότι μελλοντικά θα παρακολου-θούσε πλήρως όλες τις κινήσεις του προσωπικού και θα ενημέρωνε απευθείας τη Γενική Διεύθυνση. Ακολούθως τον Μάρτιο 2011 περιέπεσε στην αντίληψη της Εργοδότριας Εταιρείας ότι από τον Μάρτιο 2010 μέχρι το τέλος του 2010 πέντε άτομα του πολυκα-ταστήματος προέβαιναν σε ύποπτες πράξεις που οδηγούσαν σε εύλογες υποψίες για απόσπαση και οικειοποίηση χρημάτων από τα ταμεία. Όταν ρωτήθηκε η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε. Αφού της αποστάληκαν όλα τα σχετικά στοιχεία και της ανατέθηκε η επίβλεψη των συγκεκριμένων ατόμων και των ταμειακών πράξεων τους, έκτοτε παρά τις υποσχέσεις που είχε δώσει ουδέποτε επανήλθε για να ενημερώσει την Εργοδότρια Εταιρεία για την πορεία της έρευνας της. Στις επανειλημ-μένες προσπάθειες του κ. Γιουσελή να επικοινωνήσει μαζί της, συνεχώς του ανέφερε ότι δεν είχε αρκετά στοιχεία στην κατοχή της και ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο να ολοκληρώσει την έρευνα της. Τον Ιούνιο 2012 με την ολοκλήρωση του εσωτερικού ελέγχου του Ομίλου και την εξασφάλιση ολοκληρωμένων στοιχείων επιβεβαιώθηκε ότι ορισμένα από τα πέντε άτομα όντως είχαν προβεί σε απόσπαση χρημάτων από τα ταμεία και ότι προέκυπταν τα ίδια προβλήματα με αυτά που παρουσιάστηκαν κατά τον έλεγχο του 2010 και για τα οποία, καθώς ισχυρίστηκε, η Αιτήτρια είχε δεσμευτεί ότι θα λάμβανε μέτρα για καταπολέμηση τους. Αποτέλεσμα ήταν τον Ιούλιο 2012 το θέμα να τεθεί από τον κ. Γιουσελή υπόψη της Γενικής Διεύθυνσης η οποία απεφάσισε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας. Ο κ. Ροβέρτος Γιουσελής είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου του Ομίλου Εταιρειών Σιακόλα, όπου ανήκει και η Εργοδότρια Εταιρεία. Ο μάρτυρας ανα-φέρθηκε αρχικά σε έλεγχο που διενεργείται από το Τμήμα Ελέγχου Αποθεμάτων κατά τους μήνες Ιανουάριο και Μάρτιο εκάστου έτους, με την καταμέτρηση των αποθεμάτων στα εμπορεύματα κάθε καταστήματος και την ετοιμασία αναλυτικών εκθέσεων και αποτελεσμάτων, βάσει των οποίων το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου αφού προβεί σε ανάλυση και περαιτέρω έλεγχο ετοιμάζει αναλυτική έκθεση για κάθε πολυκατάστημα στην οποία περιλαμβάνεται συγκριτικός έλεγχος μεταξύ των αποθεμάτων και των πωλήσεων. Με την ολοκλήρωση της έρευνας όλα τα αποτελέσματα γνωστοποιούνται στο Τμήμα Operation και στους διευθυντές των καταστημάτων και ακολούθως αφού πραγματοποιηθεί συνάντηση του Διευθυντικού προσωπικού με τη Γενική Διεύθυνση και γίνει εις βάθος ανάλυση των αποτελεσμάτων, δίνονται κατευθύνσεις προς το διευθυντικό προσωπικό, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, για διορθωτικές ενέργειες με σκοπό τη διαχείριση και μετρίαση των απωλειών αποθεμάτων σε κάθε κατάστημα. Τα πολυκατάστημα Λήδρας, καθώς είπε, παρουσίαζε διαχρονικά τα υψηλότερα ελλείμματα αποθεμάτων απ' όλα τα τμήματα τροφίμων της Εργοδότριας Εταιρείας ανά το Παγκύπριο, γεγονός που η Αιτήτρια γνώριζε πολύ καλά από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Η Αιτήτρια ωστόσο δεν προέβη σε κανένα ουσιαστικό έλεγχο, έρευνα ή παρακολούθηση των ενεργειών του προσωπικού του τμήματος τροφίμων, προς διαπίστωση του προβλήματος, ενώ όφειλε να είναι ενήμερη λόγω της θέσης της για τον μεγάλο και αδικαιολόγητο αριθμό ελλείψεων στα αποθέματα του εν λόγω τμήματος, που εύκολα μπορούσε να εντοπίσει μέσω των σχετικών καταστάσεων "Reordering Report Info" που τυπώνονται καθημερινά από το λογισμικό σύστημα ή από ένα απλό έλεγχο των "Z Reports" των ταμειακών μηχανών που εκδίδονταν καθημερινά και δίνονταν στο γενικό ταμείο του πολυκαταστήματος, ή από τα καθημερινά παράπονα πελατών ότι συγκεκριμένα άτομα από το ταμειακό προσωπικό δεν έδιναν αποδείξεις. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τον Ιούλιο 2010, κατά την υλοποίηση του ετήσιου πλάνου εσωτερικού ελέγχου ολόκληρου του Ομίλου που περιλάμβανε μεταξύ άλλων διαχειρι-στικό και οικονομικό έλεγχο του κάθε πολυκαταστήματος, διαπιστώθηκαν στο πολυκα-τάστημα Λήδρας πολύ ψηλά ελλείμματα αποθεμάτων στα τμήματα τροφίμων και καλλυντικών και ύποπτη συναλλακτική συμπεριφορά από συγκεκριμένους χρήστες με βάση τα δεδομένα του ταμειακού συστήματος, που οδηγούσαν σε εύλογες υποψίες για παράνομη οικειοποίηση χρημάτων, οι οποίες ενισχύθηκαν έτι περισσότερο όταν στις 27.7.2010 ενημερώθηκε από τη διευθύντρια του λογιστηρίου της Εταιρείας κα Η. Λαμπρίδη για περιστατικό που αφορούσε τη μη σωστή τήρηση της διαδικασίας με παράτυπη πώληση και επιστροφή εμπορευμάτων από τον υπεύθυνο ταμείων του Τμήματος Τροφίμων του πολυκαταστήματος Μιχ. Νεοφύτου. Μετά από οδηγίες του μάρτυρα για διεξαγωγή διεξοδικού ελέγχου από το τμήμα του σε όλες τις ταμειακές συναλλαγές των χρηστών του τμήματος τροφίμων και καλλυντικών, διαπιστώθηκε ότι στο ταμειακό σύστημα μέσω του μοναδικού κωδικού χρήστη του Μ. Νεοφύτου υπήρχε αυξημένη κίνηση ακυρωθέντων πράξεων και αυξημένες κινήσεις σε άνοιγμα του ταμείου που δεν υποστηρίζονταν από πράξη πώλησης καθώς και πλεονασματικές διαφορές στο ταμείο του. Ενώ η Αιτήτρια ήταν το πρώτο άτομο που όφειλε, λόγω της θέσεως της, να διαπιστώσει τα πιο πάνω πριν τη διεξαγωγή του έλεγχου, εν τούτοις περιήλθαν σε γνώση της μετά την ολοκλήρωση του εσωτερικού ελέγχου, όταν ενημερώ-θηκε από την Οικονομική Διεύθυνση της Εταιρείας, οπότε και ισχυρίστηκε ότι δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε σε σχέση με τις ύποπτες συναλλαγές, θέση που επανέλαβε όταν κλήθηκε από τον ίδιο και άλλα άτομα της Γενικής Διεύθυνσης να δώσει εξηγήσεις. Οι πιο πάνω υποψίες επιβεβαιώθηκαν πλήρως στις 4.11.2010, σε συνάντηση που έγινε στο γραφείο της Αιτήτριας, όταν ο Μ. Νεοφύτου ομολόγησε τις παράνομες πράξεις του και την απόσπαση χρημάτων. Μετά από πλήρη έρευνα για τα έτη 2006 μέχρι και Νοέμβριο 2010 διαπιστώθηκε ότι από ακυρωθείσες πράξεις με βάση τις ελλειμματικές διαφορές που εντοπίστηκαν στα αποθέματα του πολυκαταστήματος ποσό €146.587,90 κρίθηκε ύποπτο και αδικαιολόγητο. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι όλα τα στοιχεία και ενδείξεις από τη γενική συμπεριφορά του Μ. Νεοφύτου, η Αιτήτρια μπορούσε να διαπιστώσει και να λάβει τα δέοντα μέτρα ενημερώνοντας τους ανωτέρους της για έγκαιρη αντιμετώπι-ση, σε περίπτωση που προέβαινε σε ικανοποιητικό έλεγχο των κινήσεων και εργασιών του προσωπικού της. Μετά το πιο πάνω περιστατικό, αφού εξέλαβαν τις υποσχέσεις της Αιτήτριας ότι στο μέλλον θα παρακολουθούσε τις κινήσεις του προσωπικού και θα ενημέρωνε άμεσα τη Γενική Διεύθυνση για οτιδήποτε ύποπτο ενέπιπτε στην αντίληψη της, θέλησαν να της δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία. Με την απομάκρυνση του Μ. Νεοφύτου, τον Νοέμβριο 2010, υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα έλεγχου του ταμειακού συστήματος των πολυκα-ταστημάτων που τέθηκε σε εφαρμογή τέλος του
- Με βάση το εν λόγω σύστημα, οι διευθυντές πολυκαταστημάτων λάμβαναν από το τμήμα Operations μέσω ηλεκτρο-νικού ταχυδρομείου, αναλυτικές καταστάσεις για όλες τις «ευαίσθητες» συναλλαγές και πράξεις του κάθε χρήστη ταμείου, τα ονομαζόμενα "Exceptional Reports" ή "FDI Reports", που περιλάμβαναν μεταξύ άλλων καταγραφή συγκεκριμένων συναλλαγών κάθε χρήστη ταμείου, των ακυρωθέντων πράξεων, των επιστροφών που γίνονταν από πελάτες, πωλήσεις ψηλής ή χαμηλής αξίας και όλων των κινήσεων ανοίγματος ταμείου στις ταμειακές μηχανές. Σημείωσε ότι τέτοιες καταστάσεις αποστέλλονταν σε εβδομα-διαία βάση στην Αιτήτρια, η οποία έφερε την ευθύνη να τις μελετά και να διερευνά περιπτώσεις ύποπτης συναλλαγματικής συμπεριφοράς, ζητώντας βοήθεια σε δύσκολες περιπτώσεις. Αναφέρθηκε επίσης σε διαπιστώσεις του τμήματος του κατά τις αρχές του 2011 για ύποπτες συναλλαγές πέντε ακόμη προσώπων για την περίοδο από Μάρτιο 2010 που και πάλι η Αιτήτρια δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε και ούτε ανέφερε οτιδήποτε στη Γενική Διεύθυνση. Επίσης τον Μάρτιο 2011 ενώ ενημέρωσε την Αιτήτρια μέσω του Επιθεωρητή Ελέγχου για τη διεξαγωγή συγκεκριμένου ελέγχου και έρευνας για τα πιο πάνω πέντε άτομα και ενώ η ίδια υποσχέθηκε ότι θα διεξήγαγε σχετική έρευνα και θα κρατούσε ενήμερη την Εταιρεία για οτιδήποτε εντόπιζε, εντούτοις ουδέποτε επανήλθε δίνοντας την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει περαιτέρω έρευνα. Τον Ιούνιο 2012 με την ολοκλήρωση του ελέγχου και της σχετικής έκθεσης του τμήματος του, επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες ότι κάποια από τα πέντε άτομα του προσωπικού του πολυκαταστήματος προέβαιναν σε απόσπαση χρημάτων, διαπιστώνοντας τα ίδια προβλήματα και ελλείψεις που πρόεκυψαν κατά τον προηγούμενο έλεγχο του
- Στις 18.6.2012 κατόπιν επισκέψεως του τμήματος του στο πολυκατάστημα, ένα από τα πέντε άτομα, η Ναταλία Τσιτσακισβίλι, πιάστηκε επ' αυτοφώρω από λειτουργό του τμήματος του σε συνεργασία με την Αιτήτρια, να ακυρώνει συναλλαγές στο σύστημα χωρίς ο πελάτης να έχει επιστρέψει προϊόντα και να επωφελείται της διαφοράς από το ταμείο. Κατόπιν τούτου ο ίδιος ενημέρωσε τη Γενική Διεύθυνση για όλα τα ανωτέρω, επικαλούμενος μάλιστα αδράνεια και αδιαφορία της Αιτήτριας στην προσπάθεια της Εταιρείας για καταπολέμηση των παρανόμων πράξεων και παντελή αποτυχία της να διεξάγει την έρευνα που της είχε ανατεθεί τον Μάρτιο
- Τέλος ήταν η θέση του, ότι η Γενική Διεύθυνση αφού έλαβε υπόψη το τελευταίο περιστατικό με την υπάλληλο Ν. Τσιτσακισβίλι και το πρόσφατο του υπευθύνου ταμείου Μιχ. Νεοφύτου, μετά από το οποίο δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία στην Αιτήτρια, τον Ιούλιο 2012 αποφάσισε την άμεση απόλυση της. Ο κ. Γιώργος Ανηλιάδης είναι ο Πρόεδρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Αναγνωρίζοντας την επιστολή απόλυσης ανέφερε ότι οι οδηγίες για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, χωρίς προειδοποίηση, δόθηκαν από τον ίδιο υπό την πιο πάνω ιδιότητα του. Αναφορικά με τους λόγους απόλυσης σημείωσε ότι το θέμα ήταν σοβαρό, ότι υπήρξε η εσωτερική διαδικασία που τελικά τους οδήγησε στην τελική τους απόφαση για απόλυση της Αιτήτριας καθώς τα όσα συνέβησαν στο πολυκατάστημα Λήδρας, με τις κλοπές από εργαζομένους, θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα σοβαρής επαγγελματι-κής αμέλειας της Αιτήτριας, χωρίς κανένα ελαφρυντικό στοιχείο. Διευκρίνισε ότι δύο χρόνια προηγουμένως είχε διαπιστωθεί από το τμήμα εσωτερικού ελέγχου ότι κάποιοι εργαζόμενοι έκλεβαν την Εταιρεία με σημαντικά ποσά. Σε εκείνο το σημείο δεν θεώρησαν ότι η Αιτήτρια επέδειξε κάποια επαγγελματική αμέλεια που δημιουργούσε οτιδήποτε σοβαρό. Σε εκείνο όμως το σημείο δημιουργήθηκαν ειδικά συστήματα τα ονομαζόμενα exception report τα οποία δόθηκαν στην Αιτήτρια. Της δόθηκε επίσης η δυνατότητα να παρακολουθεί τους ταμίες ζωντανά από την οθόνη της. Περαιτέρω ο Διευθυντής του Εσωτερικού Ελέγχου της είχε δώσει εντολές ότι μέσα από τους ελέγχους του τμήματος του υπήρχε πολύ μεγάλη υποψία ότι ορισμένοι από τους υπαλ-λήλους του πολυκαταστήματος έκλεβαν την Εταιρεία με τον ίδιο τρόπο που είχε αναγνωριστεί στην υπόθεση του 2010, με το να δημιουργούν ψεύτικα voids και γενικά ψευδείς επιστροφές. Αφού εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο οι υπάλληλοι έκλεβαν την Εταιρεία σημείωσε ότι η ευθύνη για εφαρμογή των διαδικασιών είναι ένα από τα βασικά καθήκοντα των διευθυντών καταστημάτων για προστασία της Εταιρείας από κλοπές. Το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς είπε, διενεργεί τους δικούς του ελέγχους και στηρίζει αυτή την προσπάθεια με το να προτείνει νέες διαδικασίες και να παρέχει νέα εργαλεία και εκπαίδευση στους διευθυντές, τα οποία είχε και η Αιτήτρια. Ισχυρίστη-κε ωστόσο, ότι η ίδια κάθε φορά που ερωτάτο από τον εσωτερικό έλεγχο, η απάντηση ήταν ότι δεν διάκρινε οτιδήποτε το ύποπτο. Όταν όμως ο εσωτερικός έλεγχος πήγε και έλεγξε, αυθημερόν εντόπισε κάποια υπάλληλο να κλέβει μόνο με το να παρακολουθούν από την οθόνη. Ερωτηθείς εάν δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης στην Αιτήτρια πριν την απόλυση της, ανέφερε ότι στο επίπεδο το δικό του δεν δόθηκε τέτοιο δικαίωμα πριν την απόλυση. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι σ' αυτό το επίπεδο είχαν ήδη γίνει οι παραστάσεις στην Αιτήτρια από τον Διευθυντή του Εσωτερικού Ελέγχου, τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και ίσως από τον Οικονομικό Διευθυντή, συμπεραίνοντας ότι σε εκείνο το επίπεδο γνώριζε η Αιτήτρια ποιο ήταν το θέμα. Η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε καταρχάς στα ακαδημαϊκά της προσόντα, στα καθήκοντα της ως διευθύντρια του πολυκαταστήματος, στη δομή οργάνωσης του, καθώς επίσης και στο τεράστιο όγκο εργασίας που είχε να διεκπεραιώσει επί καθημερι-νής βάσεως. Για την κα Χριστοφίδου ανέφερε ότι η πρώτη φορά που την είδε ήταν στο Δικαστήριο όταν κατάθετε. Αναφορικά με το επεισόδιο που επισυνέβη στις 29.4.2009 ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κ. Ανηλιάδη ο οποίος την πληροφόρησε ότι θα προχωρούσε στην απόλυση του κ. Λαζάρου. Ενώ ο κ. Λαζάρου είχε απολυθεί, μετά από λίγες μέρες είχε επαναπροσληφθεί και έτσι θεώρησε το θέμα λήξαν γι' αυτό και δεν έδωσε συνέχεια στην επιστολή που της δόθηκε (Τεκ.4). Για το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων ισχυρίστηκε ότι πάντοτε υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με την κατανομή των ωρών εργασίας γιατί, ότι και να έκανε, ένας αριθμός υπαλλήλων θα έπρεπε να εργαστεί περισσότερες ώρες. Η Διοίκηση ήταν πλήρως ενήμερη και ενώ απεγνωσμένα ζητούσε την πρόσληψη νέων ατόμων, η απάντηση ήταν πάντα αρνητική προτρέποντας την να κανονίσει το πρόγραμμα με βάση τις ανάγκες του καταστήματος, ανεξάρτητα αν κάποια άτομα εργάζονταν περισσότερες ώρες. Λαμβάνοντας την επιστολή (Τεκ.5) επικοινώνησε τόσο με την κα Χειμάρη όσο και με την κα Θεοδοσίου οι οποίες την καθησύχασαν ότι η επιστολή είχε σταλεί για τυπικούς λόγους σε περίπτωση που προέκυπτε οποιαδήποτε καταγγελία. Σημείωσε ότι σήμερα εργάζονται στο πολύκα-τάστημα 78 άτομα ενώ τότε μόλις
- Για το θέμα του Μ. Νεοφύτου ισχυρίστηκε ότι τον υποψιαζόταν αρκετό καιρό πριν την αποκάλυψη του και αποφάσισε να τον θέσει υπό στενή παρακολούθηση χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε κανένα αφού δεν είχε στοιχεία στα χέρια της. Οι υποψίες της δημιουργήθηκαν από την ύποπτη συμπεριφορά του και από κάποια πράγματα που ήλθαν σε γνώση της όπως ο κάλαθος αχρήστων στο γραφείο του που ήταν πάντα γεμάτος νερό για να σβήνονται οι αποδείξεις της ταμειακής μηχανής και το γραφείο του που ήταν γεμάτο καραμέλες και ασπιρίνες για σκοπούς καταμέτρησης των χρημάτων. Απορρίπτοντας τα όσα ο κ. Γιουσελλής κατάθεσε σε σχέση με τον Μ. Νεοφύτου ισχυρίστηκε ότι αυτή τον ενημέρωσε και έμεινε έκπληκτος και τη συνεχάρη για την παρατηρητικότητα της. Τελικά, σε συνεργασία με τον άνδρα ασφαλείας και τον Γενικό Ταμία κατάφερε να βεβαιωθεί ότι ο Μ. Νεοφύτου έκλεβε την Εταιρεία και αμέσως τηλεφώνησε στον κ. Γιουσελλή και τον ενημέρωσε πλήρως. Τα όσα δε ο τελευταίος είπε στην κατάθεση του ήταν αυτά που η ίδια του ανέφερε σε σχέση με το εν λόγω άτομο. Τον Μάρτιο του 2011 της αναφέρθηκε από τη Γενική Διεύθυνση της Εταιρείας ότι υπήρχε υποψία για πέντε συγκεκριμένα άτομα που πιθανόν να έκλεβαν και έπρεπε να τους παρακολουθεί. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι έθεσε υπό στενή παρακο-λούθηση και τα πέντε άτομα, αλλά δεν υπήρξε κάτι που επιβεβαίωνε τις υποψίες και δεν μπορούσε να αναφέρει κάτι για το οποίο δεν υπήρχε εξακρίβωση. Σε τακτικά χρονικά διαστήματα ερωτάτο εάν προέκυψε κάτι κι αυτή απαντούσε ότι δεν ήταν ακόμη σίγουρη. Στις 18.6.2012 δύο υπάλληλοι του Εσωτερικού Έλεγχου αφού έλεγξαν τα ταμεία, της ανέφεραν ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε το ύποπτο από τον έλεγχο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή παρακολουθώντας τις ταμειακές πράξεις της Ν. Τσιτσακισβίλι διαπίστωσε ότι προέβαινε σε ακυρώσεις χωρίς επιστροφές εμπορευμάτων και αιφνι-διαστικά την έπιασε επ' αυτοφώρω να κλέβει την Εταιρεία. Για τα άλλα τέσσερα άτομα δεν προέκυψε οτιδήποτε. Δυο παρέμειναν στην Εταιρεία και άλλες δύο έφυγαν για άλλους λόγους. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι τόσο ο Μ. Νεοφύτου όσο και η Ν. Τσιτσακισβί-λι αποκαλύφθηκαν με δικές της ενέργειες, ύστερα από μακρές, επίπονες και συνεχείς παρακολουθήσεις με υπεύθυνο και συνετό τρόπο για να μην εκτεθεί η Εταιρεία και να θυματοποιηθούν άτομα που δεν είχαν καμία ανάμειξη. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κ. Γιουσελλή ότι από τον Μάρτιο 2011 την είχε ενημερώσει για την επικείμενη διεξαγωγή ελέγχου και έρευνας για τα πέντε άτομα, και ότι η ίδια δεν επανήλθε ποτέ να τους ενημερώσει για οτιδήποτε, ισχυρίστηκε ότι το Τεκ.14 που κατέθεσε για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ουδέποτε παραλήφθηκε από την ίδια γιατί όπως αναφέρεται σ' αυτό η ίδια δεν ήταν ένας από τους παραλήπτες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η απόλυση της ήταν κεραυνός εν αιθρία και ποτέ δεν κατάλαβε για ποιο λόγο την απέλυσαν. Ανάλυση Οι λόγοι που οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στην απόλυση της Αιτήτριας δεν προσδιορίζονται λεπτομερώς στους γενικούς λόγους εμφάνισης και τούτο κατά παρά-βαση των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου τούτου όπου ρητά αναφέρεται ότι «Στην εμφάνιση προσδιορίζονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται το αίτημα για παροχή θεραπείας ή θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής». Το ίδιο παρατηρείται και στην επιστολή απόλυσης, όπου γενικά αναφέρεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας οφείλετο στη μη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς οποιαδή-ποτε περαιτέρω αναφορά. Κατά την ακρόαση ωστόσο της υπόθεσης οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας ανα-φέρθηκαν λεπτομερώς σε διάφορα γεγονότα που ανάγονται από το 2009, τα οποία συνέδεσαν με τα καθήκοντα και τους κανόνες εργοδότησης της Αιτήτριας. Ο κ. Ανηλιάδης που φέρεται να είναι το πρόσωπο που είχε τον αποφασιστικό ρόλο στη λήψη της επίδικης απόφασης συμφώνησε κατά την αντεξέταση του, ότι η απόλυση της Αιτήτριας στηρίχθηκε στο γεγονός και μόνο ότι από τον Μάρτιο 2011, δεν προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για να εμποδίσει ή να μην επιτρέψει σε κάποιους υπαλλή-λους που της είχαν υποδείξει, να κλέψουν ή να καταδολιεύσουν την Εταιρεία και όχι στο προηγούμενο γεγονός με τον Μ. Νεοφύτου που δεν θεώρησαν να ευθύνετο η Αιτήτρια με τα μέσα που διέθετε τότε η Εταιρεία. Θέτοντας λοιπόν στο επίκεντρο της απόφασης το συγκεκριμένο γεγονός, επί τούτου θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του το Δικαστήριο για να καταλήξει στο εύλογο συμπέρασμα του δικαιολογημένου ή μη της απόλυσης της Αιτήτριας. Επί του θέματος έδωσαν μαρτυρία όλοι οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας και η Αιτήτρια. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία της κας Χριστοφίδου, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που θα μπορούσε η Εργοδότριας Εταιρεία να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη των θέσεων της. Η ίδια η μάρτυς ομολόγησε κατά την αντεξέταση της, ότι τα όσα παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προέρχονται ουσιαστικά από έγγραφα που υπήρχαν στον φάκελο της Αιτήτριας ή από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Γιουσελλή, τον κ. Ανηλιάδη και τη διευθύντρια λειτουργιών κα Λίλη Χειμάρη, καθώς η ίδια δεν είχε καμία προσωπική γνώση ή ανάμειξη αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εται-ρείας. Αναφορικά με τα γεγονότα, επί των οποίων η ίδια προέβη σε αποκλειστική αναφορά εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας, έστω και αν αυτά δεν αποτέλεσαν τον λόγο απόλυσης της Αιτήτριας, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να τα υποστηρίξει σε αντί-θεση με την ίδια την Αιτήτρια η οποία με την αναντίλεκτη μαρτυρία της αμφισβήτησε τις οποιεσδήποτε ευθύνες ήθελε να της αποδώσει η Εργοδότρια Εταιρεία. Προσωπική γνώση δεν είχε ούτε ο κ. Ανηλιάδης, ο οποίος κατά την αντεξέταση του ομολόγησε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης περιήλθαν σε γνώση του από τον Εσωτερικό Έλεγχο, που είναι το αρμόδιο τμήμα το οποίο, καθώς είπε, εργάζεται με πολύ επαγγελματικό τρόπο και ότι βάσει αυτών των γεγονότων λήφθηκε και η απόφαση για απόλυση της Αιτήτριας Την ουσιαστική μαρτυρία επί του θέματος απέδωσε εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας ο κ. Γιουσελλή ο οποίος ως προϊστάμενος του Τμήματος Εσωτερικού Έλεγχου ήταν το κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επί της διαδικασίας που ακολουθεί η Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τον έλεγχο των απόθε-μάτων και πωλήσεων στα διάφορα καταστήματα της και των διορθωτικών κατευ-θύνσεων προς το διευθυντικό προσωπικό με σκοπό τη διαχείριση και μετρίαση των απωλειών αποθεμάτων σε κάθε κατάστημα, τα οποία η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητήσει. Παραδεκτή και ή αδιαμφισβήτητη είναι επίσης η θέση του μάρτυρα ότι τον Νοέμβριο 2010, υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα έλεγχου του ταμειακού συστήματος των πολυκαταστημάτων της Εταιρείας που τέθηκε σε εφαρμογή τέλος του 2010 με σκοπό την παρακολούθηση των συναλλαγών του ταμειακού προσωπικού και την καταπολέμηση των περιστατικών κλοπών ή και ατασθαλιών μέσω παράτυπης χρήσης του ταμειακού συστήματος. Με βάση το εν λόγω σύστημα, οι διευθυντές πολύ-καταστημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, λάμβαναν σε εβδομαδιαία βάση από το τμήμα Operations μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναλυτικές καταστά-σεις για όλες τις «ευαίσθητες» συναλλαγές και πράξεις του κάθε χρήστη ταμείου, τα ονομαζόμενα "Exceptional Reports" ή "FDI Reports", που περιλάμβαναν μεταξύ άλλων καταγραφή συγκεκριμένων συναλλαγών κάθε χρήστη ταμείου όπως πράξεις πώλησης, ακυρωθείσες πράξεις (void transactions), κινήσεις suspended transactions, επιστροφές που γίνονταν από πελάτες, πωλήσεις ψηλής ή χαμηλής αξίας καθώς και όλες τις κινήσεις ανοίγματος ταμείου (open drawer) στις ταμειακές μηχανές. Περαιτέρω, αναφορικά με τη θέση του κ. Γιουσελλή ότι στις αρχές του 2011 το Τμήμα Ελέγχου είχε διαπιστώσει ότι πέντε ακόμη άτομα από το προσωπικό του πολυκαταστήματος Λήδρας πλέκονταν σε ύποπτες συναλλαγές και συγκεκριμένα πάρα πολύ ψηλούς αριθμούς ακυρώσεων (void lines & transactions) που αφορούσαν πιθανή απόσπαση και οικειο-ποίηση χρημάτων, η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι τον Μάρτιο 2011 είχε ενημερωθεί από τη Γενική Διεύθυνση της Εταιρεία για τις υποψίες που υπήρχαν εναντίον των πέντε συγκεκριμένων προσώπων τα οποία θα έπρεπε να παρακολουθεί. Κοινή επίσης είναι η θέση των μερών ότι στις 18.6.2012, δύο υπάλληλοι του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου, αφού έλεγξαν τα ταμεία του πολυκαταστήματος και ανάφεραν στην Αιτήτρια ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε το ύποπτο, την ίδια στιγμή παρακολου-θώντας τις ταμειακές πράξεις της υπαλλήλου Ναταλίας Τσιτσακισβίλι, μίας εκ των πέντε προσώπων που περιλαμβάνονταν στη λίστα με τα ύποπτα άτομα, την έπιασαν επ' αυτοφώρω να προβαίνει σε ακύρωση συναλλαγών στο σύστημα χωρίς επιστροφή εμπορευμάτων από πελάτη, επωφελούμενη με τον τρόπο αυτό της διαφοράς από το ταμείο. Η Αιτήτρια προέβη σε λεπτομερή αναφορά επί του συγκεκριμένου γεγονότος, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της, λέγοντας ότι αμέσως μετά την ενημέρωση που έλαβε από τους δύο υπαλλήλους, παρακολουθώντας τις ταμειακές πράξεις της Ν. Τσιτσακισβίλι από το κομπιούτερ της γραφείου της, κάτι που έκανε κάθε φορά που καθόταν για γραφειακή δουλειά, την είδε να κτυπά πέντε πράγματα στο ταμείο και αμέσως να ακυρώνει τα τρία. Μετέβη αμέσως στο χώρο των ταμείων όπου επιβεβαίωσε τις πράξεις της υπαλλήλου και ακολούθως αφού την κάλεσε στο γραφείο της και εξήγησε στους δύο υπαλλήλους ακριβώς τι έγινε, ενημέρωσαν τηλεφωνικώς τον κ. Γιουσελλή. Η θέση αυτή, της Αιτήτριας, δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Γιουσελλή αλλά ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία από τους δύο υπαλλήλους που ήταν παρόντες. Διάσταση απόψεων εκδηλώθηκε μεταξύ του κ. Γιουσελλή και της Αιτήτριας αναφορικά με τη επιμέλεια που επέδειξε η τελευταία για την εξυγίανση του όλου θέματος. Ενώ ο πρώτος αναφέρθηκε σε πλήρη αδιαφορία της Αιτήτριας να διεξάγει την έρευνα που της είχε ανατεθεί τον Μάρτιο 2011 αναφορικά με τις υποψίες που είχαν προκύψει με πέντε άτομα του ταμειακού προσωπικού, σε βαθμό που δεν παρείχε καμία ενημέρωση, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει περαιτέρω έρευνα, εντούτοις η ίδια η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είχε θέσει υπό στενή παρακολούθηση και τα πέντε άτομα αλλά δεν υπήρχε κάτι που επιβεβαίωνε τις υποψίες και δεν μπορούσε να αναφέρει κάτι για το οποίο δεν υπήρχε εξακρίβωση. Τακτικά ερωτάτο εάν προέκυψε κάτι και αυτή απαντούσε ότι δεν ήταν ακόμη σίγουρη. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι επανειλημμένα μιλούσε με τον Εσωτερικό Έλεγχο και τους έλεγε ότι η Ν. Τσιτσακισβίλι έκλεβε, ότι δεν μπορούσε να την πιάσει και ζητούσε τη βοήθεια τους. Επίσης ότι ζήτησε να τοποθετηθούν κάμερες πάνω από το ταμείο της συγκεκριμένης υπαλλήλου, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Εξετάζοντας το ουσιαστικό αυτό σημείο της υπόθεσης, καταλήγουμε στα πιο κάτω ευρήματα: Ενώ ο κ. Γιουσελλής αναφέρθηκε σε πλήρη αδιαφορία της Αιτήτριας στη διεξαγωγή της συγκεκριμένης έρευνας, εν τούτοις, από την ενώπιον μας μαρτυρία δεν φαίνεται να κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια οποιαδήποτε προειδοποιητική επιστολή στο μεσοδιάστη-μα και δη μέχρι την αποκάλυψη των αντικανονικών πράξεων της Ν. Τσιτσακισβίλι, που να καθίστα φανερές τις ανησυχίες της Εργοδότριας Εταιρείας για το όλο θέμα και ή να επιρρίπτει οποιεσδήποτε ευθύνες στην Αιτήτρια για αδιαφορία, καθυστέρηση ή μη σωστή παρακολούθηση των εν λόγω προσώπων. Το τηλεομοιότυπο ημερ. 3.3.2011 (Τεκ.14), το οποίο ο κ. Γιουσελλής επικαλέστηκε κατά την κυρίως εξέταση του, για να καταδείξει την κατ' επίκληση αδράνεια και αδιαφορία της Αιτήτριας για το όλο θέμα, δεν φαίνεται να κοινοποιήθηκε και ούτε κατέστη αναγκαία η κοινοποίηση του στην Αιτήτρια. Αντίθετα από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου φαίνεται ότι ο κ. Γιουσελλής ανέθεσε στον κ. Γιάννη Πέτσα να αποφασίσει εάν και κατά πόσο θα ενημέρωνε την Αιτήτρια για τις εν λόγω υποψίες. Επίσης δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία, δια στόματος των μαρτύρων της, επιρρίπτει στην Αιτήτρια τις πιο πάνω ευθύνες, εντούτοις με επιστολή της ημερ. 31.5.2012 ενημέρωνε την Αιτήτρια ότι θα της κατέβαλε φιλοδώρημα, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική της επίδοση και τα γενικά αποτελέσματα της Εταιρείας. Περαιτέρω ενώ η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας προσπάθησε να υποστηρίξει τα πιο πάνω με αναφορά στο νέο σύστημα έλεγχου που υιοθέτησε η Εταιρεία για εντοπισμό των ύποπτων συναλλαγών και πράξεων του κάθε χρήστη ταμείου, τα ονομα-ζόμενα "Exceptional Reports" ή "FDI Reports", εν τούτοις σε τελικό στάδιο αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω συστήματα δεν αποτελούσαν πιστό μέσο επιβεβαίωσης των ύποπτων κινήσεων του κάθε χρηστή ταμείου, καθώς από τα πέντε άτομα για τα οποία υπήρχαν υποψίες ότι προέβαιναν σε αντικανονικές πράξεις μόνο η Τσιτσακισβίλι αποδείχτηκε τελικά ότι έκλεβε την Εταιρεία. Το ίδιο οφείλουμε να παρατηρήσουμε και για τις ακυρωθείσες πράξεις της Ν. Τσιτσακισβίλι που αναφέρονται στο τηλεομοιότυπο του κ. Γιουσελλή προς το διευθυντικό προσωπικό ημερ. 27.6.2012 (Τεκ.14), οι οποίες επίσης αποτελούσαν απλώς ένδειξη και όχι επιβεβαίωση αντικανονικών πράξεων από μέρους της εν λόγω υπαλλήλου. Συνεπώς λογικές κρίνουμε τις εξηγήσεις που έδωσε η Αιτήτρια ότι όφειλε να κινείται με υπεύθυνο και συνετό τρόπο για να μην εκτεθεί η Εταιρεία ή να θυματοποιηθούν άτομα που δεν είχαν καμία ανάμειξη σε αντικανονικές πράξεις. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεί-α που να υποστηρίζουν τα όσα η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας καταλογίζει στην Αιτήτρια. Οι εξηγήσεις ωστόσο που έδωσε η Αιτήτρια, αναφορικά με τις προσπάθειες που είχε καταβάλει όλο αυτό το διάστημα, με σκοπό τη σωστή παρακολούθηση και επιβεβαίωση των ύποπτων κινήσεων του κάθε χρήστη ταμείου, μέχρι να καταλήξει στην αποκάλυψη των αντικανονικών πράξεων της Τσιστακισβίλι, ήταν ζωτικής σημασί-ας για την υπόθεση της και ως τέτοιες θα έπρεπε να είχαν ζητηθεί και ληφθούν υπόψη κατά τη λήψη της τελικής απόφασης τερματισμού της απασχόλησης της, κάτι που δεν φαίνεται να έπραξε η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν διαφώνησε ότι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα της ήταν η διαχείριση του προσωπικού και η αποφυγή οποιωνδήποτε αντικανονικών πράξεων από μέρους του για τις οποίες όφειλε να προβαίνει σε σχετική έρευνα και να δίνει λόγο στην Γενική Διεύθυνση ή στους αρμοδίου, που καθώς είπε αυτό έπραττε. Πέραν όμως των εν λόγω καθηκόντων η Αιτήτρια ως διευθύντρια όφειλε να διευθύνει και να επιβλέπει κάθε δραστηριότητα του πολυκαταστήματος, γεγονός που η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε σε κάθε περίπτωση να λάβει υπόψη προτού κατά-λήξει στην τελική της απόφαση, καθώς με όσα ανέφερε ο κ. Ανηλιάδη κανένα άλλο παράπονο δεν είχαν εναντίον της σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων της. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρούμε στην εξέταση του ερωτήματος που έχει ήδη τεθεί. Αν, δηλαδή, η απόφαση τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν ή όχι δικαιολογημένη. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσ-σουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)..................................................................................................................................................................................... (γ)..................................................................................................................................................................................... (δ)..................................................................................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιο-λογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η υποχρέωση του λογικού εργοδότη είναι να διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να προβάλει τη θέση του, εκεί που λογικά επιβάλλεται μια τέτοια συζήτηση (βλ. Papaphilippou [ανωτέρω]). Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η εκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη σοβαρού παραπτώματος ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας της και ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης και θέτοντας τα υπό το φως των πιο πάνω αρχών, δεν βρίσκουμε η Εργοδότρια Εταιρεία να έχει αποδείξει ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε οποιαδήποτε σοβαρή παράβαση των καθηκόντων της ή δεν εκτέλεσε με επιμέλεια τα καθήκοντα της. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, η Εργοδότρια Εταιρεία στέρησε την Αιτήτρια από το δικαίωμα ακρόασης όπως αυτό διασφαλίζεται στο άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού της Απασχόλησης του 1982 (Ν.45/85), που προνοεί τα ακόλουθα: «η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Το γεγονός ότι δεν δόθηκε στην Αιτήτρια το δικαίωμα ακρόασης δεν προκύπτει μόνο από τη μαρτυρία της ίδιας της Αιτήτριας αλλά και από τη μαρτυρία του κ. Ανηλιάδη. Η εκδοχή του ότι είχαν γίνει ήδη κάποιες παραστάσεις στην Αιτήτρια από τον Διευθυντή Εσωτερικού Ελέγχου, τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και ίσως από τον Οικονο-μικό Διευθυντή, συμπεραίνοντας ότι σε εκείνο το επίπεδο γνώριζε η Αιτήτρια ποιο ήταν το θέμα, δεν προκύπτει και ούτε επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μας στοιχεία. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει είναι ότι η Αιτήτρια δεν στερήθηκε μόνο του δικαιώ-ματος ακρόασης αλλά και του δικαιώματος γνωστοποίησης των λόγων που οδήγησαν στην απόλυση της. Αυτό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης, τους γενικούς λόγους εμφάνισης, καθώς και από τη μαρτυρία που η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστηρίξει της θέσεως, όπου δια στόματος του κάθε μάρτυρα προβάλλονται διαφορετικοί λόγοι, μέχρι που ο κ. Ανηλιάδης ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο, που έλαβε την τελική απόφαση, περιόρισε τους λόγους σε ένα και μόνο γεγονός. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδη-λα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί η απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε στην απόλυση της Αιτήτριας στηριζόμενη αποκλειστικά και μόνο στα όσα έθεσε ενώπιον της το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου. Λογικά, όμως, αναμένετο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία θα ζητούσε εξηγήσεις και από την ίδια την Αιτήτρια, καθώς τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και ή τα στοιχεία επί των οποίων στήριξε την απόφαση της δεν ομολογήθη-καν από την Αιτήτρια και ούτε μπορούν αντικειμενικά να θεωρηθούν αδιαμφισβήτητα. Συνεπώς όσο αληθοφανή και να φαίνονται στα μάτια της Εργοδότριας Εταιρείας, η παράλειψη της να τα θέσει στην Αιτήτρια και να ζητήσει απ' αυτή να τα απαντήσει ή να προβάλει τη θέση της σε σχέση με αυτά, τα θέτει σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία και τα καθίστα ανασφαλή, με αποτέλεσμα ο λογικός εργοδότης να μην πρέπει να βασιστεί σε αυτά. Από τα ενώπιον μας στοιχεία προκύπτει ακόμη ένας λόγος που θέτει υπό δοκιμασία την επίδικη απόφαση για απόλυση της Αιτήτριας. Πρόκειται για την παράλειψη της Εργοδότριας Εταιρείας να ασκήσει το δικαίωμα της για απόλυση της Αιτήτριας εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίο επικαλείται ότι της παρείχε αυτό το δικαίωμα (Βλ. επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου). Επισημαίνουμε ότι το επικαλούμενο προς απόλυση γεγονός που οδήγησε στην επίδικη απόφαση παρουσι-άστηκε στις 18.6.2012 και η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε στην απόλυση της Αιτήτριας με την επιστολή ημερ. 25.7.2012 (Τεκ.8), δηλαδή σαράντα σχεδόν μέρες μετά. Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη το ασκήσει το δικαίωμα του για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, οπωσδήποτε θα πρέπει να συνοδεύουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει με ταχύτητα ή τουλάχιστον εντός εύλογου χρόνου, τότε θα θεωρηθεί ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα να απολύσει τον εργοδο-τούμενο χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση. Το τι είναι «εύλογος χρόνος» εξαρτάται από τα γεγονότα της περίπτωσης αλλά σίγουρα δεν αποκλείει τη λογική διερεύνηση των συμβάντων από τον εργοδότη προτού αυτός καταλήξει σε συμπερά-σματα (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1 ΑΑΔ 194). Στην L'Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος ενός σχεδόν μήνα, από την επίδειξη απρεπούς συμπερι-φοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυση του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. Επίσης στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτού-μενου (19.5.98), ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. (βλ. επίσης Κυπριανού & Σια ν. Κωνσταντίνου Πετρίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 607). Στην προκείμενη περίπτωση δεν διεφάνη - έστω απομακρυσμένα - ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβηκε σε οποιαδήποτε διερεύνηση των συμβάντων προτού καταλήξει στην τελική της απόφαση. Προχώρησε στην απόλυση της Αιτήτριας στηριζόμενη αποκλειστι-κά στα όσα έθεσε ενώπιον της το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου χωρίς καν να ζητήσει από την Αιτήτρια να παραθέσει τις θέσεις της. Από της εμφανίσεως όμως του κατ' επίκληση γεγονότος και μέχρι της απολύσεως της Αιτήτρια μεσολάβησε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, σαράντα σχεδόν ημερών, που δεν δικαιολογείτο από οποιεσδήποτε συνθήκες ή περιστάσεις. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) του Νόμου και συνεπώς απώλεσε το δικαίωμα της να απολύσει την Αιτή-τρια εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος. Άλλωστε, η προστασία της εμπιστοσύνης της Αιτήτριας, την οποία προκάλεσε η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο που ενισχύει την εγκατά-λειψη ενός τέτοιου δικαιώματος. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχο-ληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξου-σίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για σχεδόν επτά συναπτά έτη και λάμβανε για σκοπούς αποζη-μίωσης €500 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τα ημερομίσθια της, την περίοδο απασχόλησης της, την ηλικία της (62 ετών κατά τον χρόνο της απόλυσης), ως και το γεγονός ότι από της απολύσεως της δεν εξηύρε άμεσα νέα εργασία κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να της επιδικάσουμε ως αποζημίωση, το ποσό των €17.500 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εται-ρείας για το ποσό των €17.500 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €2000 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Σ. Ευτυχίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο