← Κύπρος

ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. Δ.&Θ. ΤΟΥΜΠΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 600/2012 και 601/2012, 22/10/2016

ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. Δ.&Θ. ΤΟΥΜΠΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 600/2012 και 601/2012, 22/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:42 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Σ. Ευτυχίου, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 600/2012 και 601/2012 Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΜΙΧΑΗΛ, από τη Λευκωσία ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από τη Λευκωσία Αιτήτριες -και- Δ.&Θ. ΤΟΥΜΠΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 22α Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: Ο κ. Μ. Μυτίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Χρ. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό κρίση συνενωμένες Αιτήσεις, οι Αιτήτριες αξιώνουν από τους Καθ' ων η αίτηση: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους, (β) Πληρωμή αντί προειδοποίησης (γ) Αναλογία 13ου μισθού για το 2011, (δ) Οποιαδή-ποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο,(ε) Νόμιμο τόκο, (στ) Έξοδα συν ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών λόγω αντιεπαγγελματικής αντιμετώπισης πελάτη. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Αιτήτριες παραιτήθηκαν του δικαιώματος για πληρωμή αντί προειδοποίησης ή υπόλοιπου ποσού προειδοποίησης και περαιτέρω ότι δεν προσήλθαν ξανά στο χώρο εργασίας από την ημερομηνία ενημέρωσης τους για τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τις Αιτήτριες. Προς υποστήριξη των θέσεων τους κατέθεσε η διευθύντρια των Καθ' ων η αίτηση κα Άννα Τούμπα, ενώ οι Αιτήτριες υποστήριξαν τη θέση τους με τη δική τους προσωπική μαρτυρία. Το βασικό μέρος της κύριας εξέτασης τόσο της κα Τούμπα όσο και των Αιτητριών τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή γραπτών δηλώσεων. Παράλληλα κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία θα ήταν χρήσιμο να παραθέσουμε τα παραδεχτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, με έδρα τη Λευκωσία, ασχολούμενη με πωλήσεις ειδών οικίας και ή άλλες συναφείς εργασίες. Οι Αιτήτριες που είναι μόνιμοι κάτοικοι Λευκωσίας εργάστηκαν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως πωλήτριες, η Αιτήτρια στην Αίτηση 600/12 («η Α' Αιτήτρια») από 1.3.2009 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 601/12 («η Β' Αιτήτρια») από 1.2.
  1. Οι υπηρεσίες τους τερματίστηκαν προφορικά δια στόματος της διευθύντριας των Καθ' ων η αίτηση κας Τούμπα στις 27.4.
  2. Στις 4.5.2012 παραδόθηκαν στις Αιτήτριες πανομοιότυπες επιστολές απόλυσης με ημερ. 30.4.
  3. Με τις εν λόγω επιστολές οι Καθ' ων η αίτηση πληροφόρησαν τις Αιτήτριες ότι η απασχόληση τους τερματίζετο για την Α' Αιτήτρια στις 21.5.2012 και για τη Β' Αιτήτρια στις 4.6.
  4. Επίσης ότι οι λόγοι απόλυσης σχετίζοντο με επανειλημμένα παράπονα τα οποία είχαν διατυπωθεί από πελάτες για μη ικανοποιητική εξυπηρέτηση τους. Σύμφωνα με τα πιστοποιητικά αποδοχών για το 2011 που οι δύο Αιτήτριες έθεσαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, οι απολαβές της Α' Αιτήτριας ανέρχονταν στα €12.176 ετησίως και της Β' Αιτήτριας στα €14.414 ετησίως που υπολογίζονται στα €234,15 και €277,19 αντίστοιχα εβδομαδιαίως. Μαρτυρία Σύμφωνα με την κα Τούμπα, στις 27.4.2012 οι υπηρεσίες των Αιτητριών τερματίστη-καν κατόπιν διερεύνησης παραπόνου που έγινε από πελάτη των Καθ' ων η αίτηση, για μη ικανοποιητική εξυπηρέτηση του και μετά από προφορικό διάλογο που είχε η ίδια με τις Αιτήτριες. Αιτία του διαλόγου και του τερματισμού της απασχόλησης ήταν η μη συμμόρφωση με τις κατ' επανάληψη υποδείξεις των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την αντιμετώπιση και εξυπηρέτηση των πελατών του υποκαταστήματος στο οποίο εργάζονταν οι Αιτήτριες. Ειδικότερα, καθώς είπε, στο εν λόγω υποκατάστημα απασχο-λούνταν τρεις πωλήτριες οι οποίες, κατόπιν επανειλημμένων παραπόνων πελατών, έτυχαν ειδικής εκπαίδευσης μέσω σεμιναρίων που οργάνωσαν οι Καθ' ων η αίτηση και στα οποία εξηγήθηκαν μεταξύ άλλων τα αναμενόμενα απ' αυτές καθήκοντα εξυπηρέτησης των πελατών και τα λάθη στα οποία προέβαιναν μέχρι εκείνη την μέρα. Στις 23.4.2012 οι Καθ' ων η αίτηση έγιναν αποδέκτες ενός ακόμη παραπόνου που αφορούσε αντιεπαγγελματική αντιμετώπιση πελάτη από τις Αιτήτριες. Στις 27.4.2012 αφού επισκέφθηκε το υποκατάστημα με σκοπό να διερευνήσει το παράπονο, μετά από διάλογο που είχε με τις Αιτήτριες τις ενημέρωσε για τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή που θα τους παρεδίδετο την 1.5.
  5. Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν να παραλάβουν την εν λόγω επιστολή παρά μόνο στις 5.5.2012 που παρέλαβαν μαζί με την επιστολή και τα ωφελήματά τους, χωρίς να προσέλθουν ξανά στον χώρο εργασίας τους. Ισχυρίστηκε περαιτέρω η μάρτυς ότι οι Αιτήτριες δεν λάμβαναν 13ο μισθό. Τόσο οι Αιτήτριες όσο και οι άλλες πωλήτριες συμφώνησαν και λάμβαναν κατόπιν συμφωνίας με τους Καθ' ων η αίτηση πληρωμή υπό μορφή 13ου μισθού προαιρετικά εφόσον τούτο κρινόταν δυνατό από τους Καθ' ων η Αίτηση υπό μορφή bonus για τη χρονιά που πέρασε. Για το 2011 και 2012 το bonus καθορίστηκε στο ½ του μισθού για κάθε εργοδοτούμενο, ποσό το οποίο πληρώθηκε στις Αιτήτριες χωρίς να διαμαρτυρηθούν. Αντεξεταζόμενη σημείωσε ότι τα σεμινάρια έγιναν τον Μάρτιο 2012 στα γραφεία της Εταιρείας από τη Θέα Νικολάου που ανήκε σε ανεξάρτητη εταιρεία. Παράπονα από πελάτες ισχυρίστηκε ότι υπήρξαν και κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων και ότι δεν ήταν τόσο έντονα. Στις 23.4.2012, καθώς ισχυρίστηκε, της τηλεφώνησε κάποια γνωστή της, που εργαζόταν στην ίδια εταιρεία με τον πατέρα της και εξέφρασε παράπονο για τη μη σωστή αντιμετώπιση και εξυπηρέτηση που είχε από τις Αιτήτριες. Συγκεκριμένα ενώ επισκέφτηκε το υποκατάστημα για αλλαγή δώρων και ζήτησε τη βοήθεια των Αιτητριών της είπαν να ρίξει μια ματιά και να τη βοηθήσουν. Ακολούθως η πελάτισσα πήγε στους πίνακες και ενώ ζήτησε τη βοήθεια τους δεν εγκατέλειψαν τον πάγκο. Προχώρησε στα είδη κουζίνας, διαπίστωσε ότι κάποιο προϊόν δεν είχε τιμή και όταν ζήτησε ενημέρωση, της είπαν επί λέξει: «φέρ' το εδώ στο ταμείο να σου πούμε». Πήρε το προϊόν έκανε την αλλαγή και έφυγε. Φεύγοντας επισκέφτηκε άλλο κατάστημα στον ίδιο δρόμο και αγόρασε πράγματα που δεν ήθελε γιατί είχε καλή εξυπηρέτηση. Της ανέφερε μάλιστα ότι την ίδια εντύπωση είχαν και άλλες κοπέλες στις οποίες ανέφερε το γεγονός. Την επόμενη μέρα το ανέφερε σε 4-5 άλλα άτομα που είχαν την ίδια αντιμετώπιση και δεν ξαναπήγαν στο υποκατάστημα. Στις 27.4.2012 πήγε στο υποκατάστημα και ανέφερε το παράπονο στις Αιτήτριες. Αυτές αρνήθηκαν λέγοντας της επί λέξει: «είναι ψέματα, να τη φέρεις εδώ γιατί την αμφισβητούμε». Επειδή δεν παραδέχθηκαν τους είπε ότι θα έπρεπε να διακόψουν. Ερωτηθείσα εάν προέβη σε έρευνα διερωτήθηκε εάν ήταν σωστό να αμφισβητήσει τον πελάτη. Σημείωσε ότι από τη στιγμή που έλεγαν ότι δεν είχαν λάθος σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να διορθωθούν και θα έπρεπε να διακόψουν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι μόλις ανακοίνωσε στις Αιτήτριες την απόφαση της η μια έφυγε αμέσως και η άλλη μετά από έξι ώρες και έκτοτε δεν επέστρεψαν στην εργασία τους. Οι επιστολές απόλυσης ισχυρίστηκε ότι ετοιμάστηκαν από τον λογιστή της Εταιρείας τη Δευτέρα 30.4.2012, μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκαν από τις Αιτήτριες. Αναφέρθηκε επίσης σε περίπτωση πελάτη ο οποίος ενώ ζήτησε να μάθει την τιμή ενός πιάτου του είπαν να το γυρίσει ανάποδα να τη δει. Ερωτηθείσα για τον 13ο μισθό επέμενε ότι δινόταν κατά την κρίση της Εταιρείας και ότι για το 2011 οι Αιτήτριες αποδέχθηκαν να λάβουν το ½ του 13ου μισθού. Ερωτηθείσα τέλος εάν δόθηκαν γραπτώς όροι εργοδότησης στις Αιτήτριες ανέφερε ότι για το προσωπικό της Λεμεσού είχαν δοθεί, ενώ για τη Λευκωσία όταν είπε στις κοπέλες ότι υπάρχουν γραπτοί όροι εργοδότησης της απάντησαν επί λέξει: «Για το όνομα του Θεού θέλουμε όρους εργοδότησης τώρα». Καταθέτοντας η Α' Αιτήτρια ανέφερε ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως πωλήτρια, χωρίς να υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότησης. Στις 27.4.2012 ο διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση την πληροφόρησε προφορικά ότι θα έπρεπε να προχωρήσει άμεσα στην απόλυση της, χωρίς να της αναφέρει τον λόγο απόλυσης. Τρεις μέρες μετά την απόλυση της, επισκέφτηκε το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου της ζητήθηκε να προσκομίσει έγγραφο απόλυσης από τους εργοδότες. Την ίδια μέρα επικοινώνησε με τους Καθ' ων η αίτηση και ζήτησε όπως την εφοδιάσουν με σχετική επιστολή. Η εν επιστολή που τελικά της δόθηκε στις 4.5.2012 έφερε ημερομηνία 30.4.2012 και ανέφερε ως ημερομηνία τερματισμού των υπηρε-σιών της την 21.5.
  6. Ενώ απολύθηκε και εγκατέλειψε την εργασία της, ουδέποτε της αναφέρθηκε ότι θα συνέχιζε να εργάζεται μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Απορρίπτοντας το περιεχόμενο της επιστολής ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της ήταν συνεπέστατη στα καθήκοντά της και επεδείκνυε πάντοτε την πρέπουσα συμπεριφορά στους πελάτες. Επίσης, ουδέποτε δέχθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση οποιεσδήποτε συστάσεις για τη συμπεριφορά της, αλλά ούτε και έγινε δέκτης παραπόνων από κάποιον πελάτη. Λαμβάνοντας μάλιστα την επιστολή απόλυσης, ρώτησε τους Καθ' ων η αίτηση ποιοι και πότε εξέφρασαν παράπονο εναντίον της, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Ήταν η θέση της ότι εκτός από τις μηνιαίες απολαβές λάμβανε και 13ο μισθό, ισχυριζόμενη ότι για το 2011 δεν της κατεβλήθη 13ος μισθός. Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 27.4.2012 πηγαίνοντας η κα Τούμπα στο υποκατάστημα, της είπε ότι σταματά η συνεργασία τους. Ζητώντας το λόγο η κα Τούμπα αναφέρθηκε σε διάφορα παράπονα πελατών. Ζήτησε να της φέρει το συγκεκριμένο άτομο μπροστά της και η απάντηση της ήταν ότι δεν είναι σωστό να έρχονται σε αντιπαράθεση με πελάτες. Ενώ ανέφερε ότι τα πράγματα είχαν όπως τα είπε η πελάτισσα, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι προ στιγμής απομακρύνθηκε γιατί η πελάτισσα άρχισε να μιλά στο κινητό και ότι στη συνέχεια την εξυπηρέτησε. Όσο για το δεύτερο περιστατικό δεν θυμάται να έγινε κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι κάθε χρόνο λάμβανε 13ο μισθό που ισοδυναμούσε με ένα μηνιαίο μισθό και ότι δεν επρόκειτο για bonus. Για το 2011 δεν εξέφρασε καμιά διαμαρτυρία στους εργοδότες της όταν της καταβλήθηκε το ½ του 13ου μισθού. Στις 27.4.2012, η κα Τούμπα τους ανάφερε ότι μετά από σκέψη αποφάσισε να σταματή-σουν τη συνεργασία μαζί τους. Αφού ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες και παρέθεσε τη δική της εκδοχή η κα Τούμπα τους ζήτησε όπως φύγουν αμέσως γιατί προκαλούν ζημιά στην Εταιρεία. Η Αιτήτρια δεν αρνήθηκε ότι στις 23.4.2012 πήρε τηλέφωνο η κα Τούμπα, της ανέφερε το παράπονο που είχε από την πελάτισσα και αρνήθηκε να δεχθεί τις δικές της εξηγήσεις. Επέμενε ότι η επιστολή απόλυσης της δόθηκε μετά από δικό της αίτημα και αφού προηγουμένως είχε επισκεφθεί το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η κυρίως εξέταση της Β' Αιτήτριας είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη της Α' Αιτήτριας. Σε σχέση με το περιστατικό ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη πελάτισσα ενδιαφερόταν για πίνακες και ότι ανέλαβε να την εξυπηρετήσει η Α' Αιτήτρια. Σε κάποια στιγμή κτύπησε το κινητό της πελάτισσας και η Α' Αιτήτρια απομακρύνθηκε από κοντά της διακριτικά. Ακολούθως αφού είδε τους πίνακες έφυγε χωρίς να δείχνει ενοχλημένη. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη πελάτισσα και όταν είπε ότι ήταν καλή πελάτισσα και επισκεπτόταν συχνά το υποκατάστημα κοίταξε την κάρτα πελάτη και διαπίστωσε ότι για το 2012 είχε αγορές μόλις €
  7. Για την απόλυση της ένοιωθε πολύ άσχημα γιατί από τότε που τέλειωσε το σχολείο και άρχισε να εργάζεται ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε μια τέτοια κατάσταση. Πρόσθετα ανέφερε ότι είναι 59 ετών και ότι από της απολύσεως της δεν μπόρεσε ακόμη να βρει δουλειά. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι την κάρτα πελάτη την κοίταξε μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από την κα Τούμπα σε σχέση με το παράπονο της πελάτισσας. Η κα Τούμπα, καθώς ανέφερε, ήταν πολύ θυμωμένη και όταν η ίδια θέλησε να της εξηγήσει τι έγινε δεν την πίστεψε. Σε υποβολή ότι είχαν ήδη ενημερωθεί τηλεφωνικώς για το περιστατικό και δεν μπορούσαν να ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν καμία ενημέρωση προηγουμένως, ισχυρίστηκε ότι ζήτησαν τον λόγο από την κα Τούμπα κι αυτή αναφέ-ρθηκε σε διάφορους λόγους. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι συζήτησαν το περιστατικό με τη κα Τούμπα, δεν τις πίστεψε και τους είπε ότι θα έπρεπε να διακόψουν τη συνεργα-σία. Σε υποβολή επίσης ότι η απόλυση έγινε προφορικά και ότι θα τους δινόταν σχετική επιστολή, η Αιτήτρια αρνήθηκε λέγοντας ότι ουδέποτε τους αναφέρθηκε κάτι τέτοιο και ότι οι ίδιες ζήτησαν την επιστολή μετά που επισκέφτηκαν το Τμήμα Κοινω-νικών Ασφαλίσεων. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τη μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση όσο και τις Αιτήτριες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα και ή παραδεκτά γεγονό-τα που αφορούν τις υπό εξέταση συνενωμένες Αιτήσεις καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ενώ με την επιστολή απόλυσης οι Καθ' ων η αίτηση θέτουν ως λόγο απόλυσης των Αιτητριών τα «. επανειλημμένα παράπονα τα οποία έχουν διατυπωθεί από πελάτες για μη ικανοποιητική εξυπηρέτηση τους» εν τούτοις με τη μαρτυρία της κας Τούμπα επιδιώκουν να υποστηρίξουν το νόμιμο της απόφασης τους, με την προβολή ενός και μονό περιστατικού που αφορούσε παράπονο πελάτισσας για μη σωστή αντιμετώπιση και εξυπηρέτηση της από τις Αιτήτριες όταν επισκέφθηκε το υποκατάστημα στις 23.4.
  8. Οι Αιτήτριες, στη μαρτυρία τους παραδέχθηκαν ότι η εν λόγω πελάτισσα της οποίας το όνομα δεν αναφέρθηκε, επισκέφθηκε το υποκατάστημα τη συγκεκριμένη ημέρα. Η Α' Αιτήτρια ενώ παραδέχθηκε ότι τα γεγονότα είχαν όπως τα προέβαλε η πελάτισσα εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι προσέγγισε την πελάτισσα με σκοπό να την εξυπηρετήσει και ότι προ στιγμής, όταν η πελάτισσα άρχισε να μιλά στο κινητό, απομακρύνθηκε από κοντά της ενώ στη συνέχεια την εξυπηρέτησε. Τη θέση αυτή υποστήριξε και η Β' Αιτήτρια. Πλην των γεγονότων που οι Αιτήτριες δεν αμφισβήτησαν, η θέση της πελάτισσας τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δια στόματος της κα Τούμπα. Το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει την παραπονούμενη πελάτισσα. Η κα Τούμπα καθώς ανέφερε, δεν θεώρησε σωστό να αμφισβητήσει την πελάτισσα. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα ούτε και η πλευρά των Αιτητριών είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει την πελάτισσα με την προβολή των δικών της θέσεων. Η μοναδική συνεπώς άμεση μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή των Αιτητριών και την αποδεχόμαστε. Η μαρτυρία της κας Τούμπα σε σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά των Αιτητριών ήταν γενική και αόριστη και δεν πρόσφερε κάτι το συγκεκριμένο και ασφαλές που το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Ως αποτέλεσμα το μέρος αυτό της μαρτυρίας απορρίπτεται. Το ίδιο γενική και αόριστη ήταν η μαρτυρία της κας Τούμπα σε σχέση με επανειλημ-μένες προειδοποιήσεις που δόθηκαν στις Αιτήτριες για τη συμπεριφορά τους. Καμία συγκεκριμένη αναφορά δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που αφορούσε γραπτή ή προφορική παρατήρηση ή προειδοποίηση προς τις Αιτήτριες. Ως επακόλουθο δεν βρίσκουμε να προηγήθηκε οποιαδήποτε προφορική παρατήρηση ή να κοινοποιήθηκε στις Αιτήτριες οποιαδήποτε γραπτή προειδοποίηση σε σχέση με τη συμπεριφορά τους και δη την αντιμετώπιση και εξυπηρέτηση πελατών. Είναι περαιτέρω η θέση της κας Τούμπα ότι στις 27.4.2012 οι Αιτήτριες εγκατέλειψαν την εργασία τους και έκτοτε δεν επέστρεψαν να εργαστούν. Αντίθετη είναι η θέση των Αιτητριών οι οποίες με τη μαρτυρία τους υποστηρίζουν ότι με την απόλυση τους εγκατέλειψαν την εργασία τους χωρίς να τους δοθεί οποιαδήποτε ένδειξη ότι θα εργάζονταν μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι η επιστολή απόλυσης τους δόθηκε λίγες μέρες μετά και κατόπιν δικού τους αιτήματος αφού επισκέφτηκαν το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η εκεί λειτουργός απαίτησε το έγγραφο απόλυσης τους. Η κα Τούμπα δεν αρνήθηκε ότι η επιστολή ετοιμάστηκε μετά από αίτημα των Αιτητριών. Το μόνο που υποστηρίζει είναι ότι η επιστολή ετοιμάστηκε αυθημερόν και οι Αιτήτριες προσήλθαν να την παραλάβουν λίγες μέρες μετά. Σε καμία ωστόσο περίπτωση δεν ανέφερε ότι οι Αιτήτριες ενημερώθηκαν έστω και προφορικά ότι θα έπρεπε να εργαστούν την προειδοποίηση τους. Το γεγονός αυτό οι Αιτήτριες ενημερώθηκαν για πρώτη φορά με τη λήψη της επιστολής. Και τότε ακόμη κανείς δεν τους ζήτησε να προσέλθουν στην εργασία τους για να εργαστούν την περίοδο της προειδοποίησης ή μέχρι την ημερομηνία που αναγραφόταν στην επιστολή ως ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης τους. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν έδωσαν την ευκαιρία και ποτέ δεν ζήτησαν από τις Αιτήτριες να εργαστούν την περίοδο της προειδοποίησης. Τέλος είναι κοινά παραδεχτό ότι για το 2011 οι Αιτήτριες συγκατατέθηκαν όπως τους καταβληθεί το ½ του 13ου μισθού, για τους λόγους που οι ίδιες επεξηγούν στην κατάθεση τους. Ως επακόλουθο δεν βρίσκουμε να τους οφείλεται για το 2011 οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή 13ου μισθού ή φιλοδωρήματος. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
  9. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Το σωστό κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιο-λογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. (βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1482, Galatariotis v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, 325 και Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550). Η άμεση απόλυση, ως δραστικό μέτρο, θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Γιώργου Κόγια
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd v. Λουκά
(2004)1 Α.Α.Δ. 603). Καμία διαγωγή ή συμπερι-φορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο τερματισμό και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παρά-λειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο και λόγω διαγωγής, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικό-τητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, θα πρέπει κατ' αρχάς ο εργοδότης να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγω-γικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη, ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του και επίσης να του δώσει τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και να τον προειδοποιήσει (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) για απόλυση. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση Winterhalter Gastronom Limited v. Webb [1973] ICR 245 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "[.] there are many situations in which a man's apparent capabilities may be stretched when he knows what is demanded of him; many do not know they are capable of jumping the five-barred gate until the bull is close behind them". Αντικρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα του Νόμου και της νομο-λογίας κρίνουμε ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτήτριες απέναντι στην πελάτισσα και που αποτέλεσε τον πραγματικό λόγο απόλυσης τους, δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος που δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδο-ποίηση τερματισμό της απασχόλησης. Από τα γεγονότα επίσης της υπόθεσης δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Αιτήτριες παρέλειψαν να εκτελέσουν κατά ικανοποιητικό ή καλύτερα κατά λογικά αποτελεσματικό τρόπο τα καθήκοντα τους. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει επίσης αποδειχθεί ότι στο παρελθόν οι Αιτήτριες επέδειξαν οποιαδήποτε διαγωγή ή συμπεριφορά για την οποία έγιναν δέκτες προειδοποίησης. Επομένως το παράπονο της πελάτισσας αποτελούσε ένα μεμονω-μένο περιστατικό το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν με τη χρήση ηπιότερων και εξίσου αποτελεσματικών εναλλακτικών λύσεων, προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους, προτού καταλήξουν στο έσχατο μέσο της απόλυσης. Ως πρώτο βήμα, θα μπορούσαν να δώσουν στις Αιτήτριες τη λογική ευκαιρία να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους και να τις προειδοποιήσουν για τυχόν συνέπειες πριν τους δώσουν προειδοποίηση για απόλυση. Είναι φανερό μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η κα Τούμπα δεν θεώρησε σωστό να αμφισβητήσει την πελάτισσα. Το γεγονός αυτό και μόνο πιστεύουμε ότι επέβαλλε τη χρήση εναλλακτι-κών λύσεων και για σκοπούς διακρίβωσης της πραγματικότητας. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Α' Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για τρία συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς του Νόμου €234,15 εβδομαδιαίως, ενώ η Β' Αιτήτρια εργάστηκε για πέντε συναπτά έτη και λάμβανε €277,19 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητριών σε συνάρτηση με όλους τους άλλους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, στην πρώτη το ποσό των €1404,90 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 6 βδομάδων και στη δεύτερη το ποσό των €2910,50 που αντιστοιχεί με απολαβές 10½ βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου η Α' Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 5 βδομάδων, ήτοι ποσό €1170,75 και η Β' Αιτήτρια πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με 7 βδομάδες ήτοι €1940,33. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ Α' Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €2575,65 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ της Β' Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €4850,83 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (υπ)................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Σ. Ευτυχίου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.