ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. THE CYPRUS TOURISM DEVELOPMENT PUBLIC CO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 356/2012, 30/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Γιωργαλλή και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 356/2012 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Αιτητή -και- THE CYPRUS TOURISM DEVELOPMENT PUBLIC CO LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Μαΐου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Κ. Δ. Καμένος μαζί με κ. Κ. Κ. Καμένο. Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση ασχολούνται μεταξύ άλλων με τη διεύθυνση και διαχείριση του ιδιόκτητου και γνωστού ξενοδοχείου Hilton Cyprus (στο εξής «το ξενοδοχείο»), που ευρίσκεται επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λευκωσία. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στις 11.8.1969 από την εταιρεία Hilton Cyprus Ltd, η οποία διαχειριζόταν τότε, δυνάμει συμφωνίας με τους Καθ' ων η αίτηση, το ξενοδοχείο, ως ταμίας εστιατορίων. Ένα χρόνο αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση του νυχτερινού ελεγκτή και ταμία στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου και ακολούθως στο λογιστήριο, αρχικά με γενικά καθήκοντα και ακολούθως ως ελεγκτής εσόδων. Το 1985 ανέλαβε ως υπεύθυνος λογιστικών εγγράφων και βιβλίων και από το 1986 και εντεύθεν ως βοηθός υπεύθυνος λογιστηρίου. Κατά το έτος 2003, οι Καθ' ων η αίτηση ανέλαβαν οι ίδιοι τη διαχείριση του ξενοδο-χείου και η απασχόληση του Αιτητή συνεχίστηκε απ' αυτούς χωρίς καμία διακοπή. Στις 4.1.2012 ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του με σχετική επιστολή (Τεκ.1) που κοινοποίησε στον Οικονομικό Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση κ. Φώτη Μαρμαρά την οποία παραθέτουμε: «Προς Κύριο Φώτη Μαρμαρά Οικονομικό Διευθυντή Ξενοδοχείου Χίλτον Λευκωσίας Με την παρούσα, επιθυμώ να σας κοινοποιήσω, μετά από πάρα πολλά χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, όπως γνωρίζετε, την απόφαση μου να υποβάλω δυστυχώς την παραίτηση μου. Οι λόγοι είναι ότι αισθάνομαι απόλυτα κουρασμένος και απογοητευμένος διότι η προσφορά μου και η εκτέλεση των καθηκόντων μου δεν βρίσκει τη δέουσα ανταπό-κριση ούτε οικονομικά αλλά δυστυχώς ούτε και ηθικά. Ουσιαστικά εξαναγκάζομαι σε παραίτηση λόγω του ότι δικαιώματα που πηγάζουν από την εργασία δεν μου καταβάλλονται δια σειράν ετών, όπως είναι η υπερωριακή απασχόληση καθώς και άλλα δικαιώματα, αλλά και η φοβερή διάκριση, όπως γνωρίζετε έγινε σε μένα, όταν δόθηκε σε όλους τους συναδέλφους αύξηση εκτός από εμένα. Εν κατακλείδι και εθελούσια σας δίνω τη προειδοποίηση των 28 ημερών όπως προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση, αρχομένης από της λήψεως της παρούσας, επιφυλάσσομαι για όλα τα εκ του νόμου δικαιώματα μου. Κοιν. Γενικό Διευθυντή Ευχαριστώ Γραφείο προσωπικού Κώστας Κων/νου» Συντεχνία ΣΕΚ Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, οι Καθ' ων η αίτηση με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 5.1.2012 και με επιστολή ημερ. 9.1.2012 (Τεκ.2 και Τεκ.3) αποδέχτηκαν την παραίτηση του Αιτητή, ισχυριζόμενοι ότι ο μισθός και τα ωφελήματα του, είχαν πληρωθεί και διευθετηθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της συλλογικής σύμβασης. Επίσης λόγω της ευαίσθητης θέσης που κατείχε του ζητήθηκε όπως εγκαταλείψει άμεσα την εργασία του. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 11.8.1969 -9.1.2012 και ότι οι ακαθάριστες απολαβές του πριν την αποχώρηση του ανέρχονταν στο ποσό των €49.361 περιλαμβανομένου 13ου μισθού, ήτοι €949.25 εβδομαδιαίως. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι εντελώς παράνομα και αυθαίρετα οι Καθ' ων η αίτηση δεν του κατέβαλαν πληρωμή για υπερωριακή απασχόληση που προσέφερε. Περαιτέρω κατά παράβαση του νόμου και της ισχύουσας επί του θέματος συλλογικής σύμβασης δεν του κατέβαλαν το δικαίωμα που του αναλογεί σε μονάδες και ή μέρος του εισπραττομένου 10% επί του σέρβις που υπολογίζεται σε €1200 ετησίως για τα έτη από 2003 μέχρι
- Επίσης, ενεργώντας υπό καθεστώς που συνιστά αφ' εαυτού δυσμενή διάκριση, κατάχρηση δικαιώματος, κακοπιστία και περιφρόνηση, κατά ή περί το 2010, έδωσαν σε όλους τους υπαλλήλους που ανήκουν στη διευθυντική ομάδα αύξηση, πλην του ιδίου παρ' όλες της παραστά-σεις και διαμαρτυρίες του. Ως εκ των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτηση του με την ως άνω επιστολή του προς τους Καθ' ων η αίτηση, την οποία οι τελευταίοι απεδέχθησαν με την αντίστοιχη δική τους επιστολή. Με όλα τα πιο πάνω ως υπόβαθρο αξιώνει αυξημένες αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού του σε παραίτηση, ποσό €1200 για κάθε έτος από το 2003 έως 2011, που οφείλεται ως αξία μονάδας και ή ως μέρος του ποσοστού 10% που εισπράχθηκε από το σέρβις και δεν καταβλήθηκε στον ίδιο ήτοι συνολικό ποσό €10.800, καθώς και ποσό €15.412,07 ως πληρωμή για υπερωριακή απασχόληση για το έτος 2011, οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα προκύπτει από το Νόμο, έθιμο και από ισχύουσα συλλογική σύμβαση, νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής ουδέποτε εκτέλεσε υπερωριακή εργασία και ή προσέφερε υπηρεσίες πέραν του κανονικού και ή συμφωνημένου ωραρίου. Διαζευκτικά αναφέρουν ότι και αν ακόμη εκτέλεσε οποιαδήποτε υπερωριακή εργασία, αυτή αφορούσε μόνο κάποιες επιπλέον ώρες κατά το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων εκάστου μήνα, τις οποίες λάμβανε υπό μορφή μη εργασίμων ημερών (ρεπό), μετά από δική του αίτηση προς τον Γενικό Διευθυντή του ξενοδοχείου, κάτι που προνοείται ρητώς στη συλλογική σύμβαση με βάση την οποία είχε εργοδοτηθεί ο Αιτητής. Επίσης ουδέποτε ο Αιτητής αιτήθηκε την καταβολή πληρωμής για οποιαδήποτε υπερωριακή εργασία έναντι της λήψης μη εργάσιμης ημέρας (ρεπό) για να τύχει και της ανάλογης έγκρισης, διαδικασία που γνώριζε και όφειλε να ακολουθήσει. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι από το 2003 ο Αιτητής λάμβανε πάντοτε το δικαίωμα που του αναλογούσε σε μονάδες και ή μέρος του εισπραττόμενου 10% επί του σέρβις. Επίσης ότι η κατανομή της μονάδας επί του σέρβις δεν ήταν σταθερή και ή ήταν κυμαινόμενη κάθε μήνα και υπολογίζετο βάσει του κύκλου εργασιών του ξενοδοχείου. Αναφορικά με την αύξηση του μισθού ισχυρίζονται ότι η διευθυντική ομάδα ουδέποτε είχε δικαίωμα σε αύξηση πέραν της προβλεπομένης στη συλλογική σύμβαση και ή στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και ότι η οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση εναπόκειτο στη απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Διευθυντή βάσει της αποδοτικότητας κάθε υπαλλήλου. Ο Αιτητής δε, πάντοτε λάμβανε την αύξηση που δικαιούταν βάσει της συλλογικής σύμβασης και της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Ισχυρίζονται τέλος ότι ο Αιτητής ουδέποτε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ότι οικειοθελώς υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του. Πρόσθετα πριν τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του, ρωτήθηκε επανειλημμένως εάν επιθυμούσε να συνεχίσει την απασχόληση του και ότι απαντούσε καταφατικά χωρίς να παραθέσει οποιονδήποτε παράπονο σε σχέση με την εργοδότηση του. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής λόγω των ανωτέρω και της προηγηθείσας συμπεριφοράς του, κωλύεται να προβάλλει τους ισχυρισμούς και απαιτήσεις που περιέχονται στην Αίτηση του. Ο Αιτητής στη μαρτυρία του αναφέρθηκε κατ' αρχάς στα καθήκοντα και στις θέσεις που κατείχε από της προσλήψεως του στο ξενοδοχείο, τονίζοντας ότι ως βοηθός υπεύθυνος λογιστηρίου που ήταν πριν την αποχώρηση του, αντικαθιστούσε τον διευθυντή λογιστηρίου. Αναφερόμενος στους λόγους που οδήγησαν στην αποχώρηση του, ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση κατά παράβαση της συλλογικής σύμβασης δεν του κατέβαλλαν πληρωμή για υπερωριακή απασχόληση. Συγκεκριμένα ενώ με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας εργαζόταν επί πενθήμερης βάσης από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και το κανονικό ωράριο απασχόλησης του ήταν από τις 8:00πμ μέχρι τις 5:00μμ με μία ώρα διακοπή, ώστε να συμπληρώνονται 38 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, ωστόσο επί καθημερινής βάσεως εργαζόταν υπερωριακά μέχρι τις 6:00 το απόγευμα, χωρίς ποτέ οι Καθ' ων η αίτηση να του καταβάλουν πρόσθετη πληρωμή για υπερωριακή εργασία η οποία με βάση τη συλλογική σύμβαση, κατά τις καθημερινές αμειβόταν η 1 ώρα ως 1½ ώρα. Κατά το 2011, αφού αφαίρεσε δυο βδομάδες που ήταν η άδεια του, ισχυρίστηκε ότι για τις υπόλοιπες 50 βδομάδες του έτους εκτέλεσε 7 ώρες υπερωριακή εργασία για κάθε βδομάδα, ήτοι συνολικά 350 ώρες και σε αξία υπερωριακής πληρωμής 525 ώρες εκ ποσού €10.799,
- Επίσης για το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων στο τέλος κάθε μήνα προσέφερε επί πλέον 4 ώρες υπερωριακή απασχόληση για 3 μέρες, ήτοι 12 ώρες μηνιαίως και 144 ετησίως και σε αξία υπερωριακής πληρωμής 216 ώρες εκ ποσού €4.443,
- Στις 5.12.2011, ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε από τις 8:00πμ μέχρι τις 2½ πμ της επομένης χωρίς καμία διακοπή, ήτοι 5½ ώρες υπερωριακή απασχόληση και σε αξία υπερωριακής πληρωμής 8¼ εκ ποσού €169,
- Συνολικά υπολόγισε ότι η αξία της υπερωριακής απασχόλησης που προσέφερε κατά το 2011 ήταν 749,25 ώρες Χ €20.57 για κάθε ώρα ήτοι ποσό €15.412,
- Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι από το 2003, που οι Καθ' ων η αίτηση ανέλαβαν τη διαχείριση του ξενοδοχείου, ηρνούντο να καταβάλουν στο μόνιμο προσωπικό και στον ίδιο προσωπικά το δικαίωμα που τους αναλογούσε σε μονάδες και που ήταν το 10% επί του σέρβις που επιβαρύνονταν πρόσθετα δια νόμου οι πελάτες. Συγκεκριμένα από το 2003, η μονάδα που ο ίδιος πέρασε στα βιβλία κατόπιν υποδείξεως του κ. Μαρμαρά αφαιρείτο από το σύνολο της μονάδας και την καρπούταν ο Εργοδότης. Προς υποστήριξη της θέσεως του έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα που ο ίδιος ετοίμασε για σκοπούς των Καθ' ων η αίτηση για όλους τους μήνες του 2010 (Τεκ.6), σημειώνοντας ότι το ποσό που αναφέρεται σε κάθε μήνα είναι οι εγγραφές που έκανε στα επίσημα βιβλία. Τα αναφερόμενα ποσά καθώς είπε, θα έπρεπε κανονικά να κατανέμονται στο μόνιμο προσωπικό όπως συνέβαινε πριν το
- Υπήρχαν ωστόσο διάφορα ονόματα μη μονίμου προσωπικού, όπως ο κηπουρός και τα άτομα που ήλθαν μέσω του ευρωπαϊκού προγράμματος, στα οποία κατανέμονταν. Προβαίνοντας σε υπολογισμό του ποσού για το 2010 κατέληξε ότι ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €282.410,80 και ότι αυτό γινόταν από το 2002 μέχρι την παραίτηση του. Το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι του αναλογεί υπολογίζεται σε €1200 για κάθε χρόνο από το 2003 μέχρι 2011 ήτοι σύνολο €10.800 το οποίο διεκδικεί. Αναφορικά με τον έλεγχο που έγινε στο ξενοδοχείο από το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας είπε ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων και ότι το μόνο αρμόδιο πρόσωπο που μπορούσε να δώσει εξηγήσεις με την παράθεση αποδεικτικών στοιχείων ήταν ο ίδιος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά το 2010 οι Καθ' ων η αίτηση έδωσαν σε όλους τους υπαλλήλους της διευθυντικής ομάδας, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, μισθολογική αύξηση, πλην του ιδίου, γεγονός που πληροφορήθηκε από άλλους υπαλλήλους που είχαν πρόσβαση στο σύστημα. Προς τούτο παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό έγγραφο (Τεκ.7) με τα ονόματα των υπαλλήλων της διευθυντικής ομάδας που έλαβαν αύξηση, η οποία απεστάλη για έγκριση στο εξωτερικό. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά τον χρόνο της παραίτησης του ήταν 63 ½ ετών και ότι πήρε σύνταξη στο 63ο έτος της ηλικίας του. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να κανονίζει σε όλους τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου τη μονάδα ή το 10% του σέρβις που τους αναλογούσε. Αφού του υποδείχτηκαν δύο έγγραφα (Τεκ.8 και Τεκ.9) παραδέχθηκε ότι τα ετοίμασε ο ίδιος και ότι αφορούν τον καθορισμό της μονάδας για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2011 και τη λογιστική πράξη αφαίρεσης του 5% που καρπούταν ο Εργοδότης για ζημιές που προκλήθηκαν από μέλη του προσωπικού ήτοι σπασίματα πιάτων κλπ. Παραδέχθηκε επίσης ότι σε κάθε υπάλληλο ανάλογα με τη θέση που κατείχε αναλογούσε ένας αριθμός μονάδων και ότι στο γραφειακό προσωπικό που ήταν και ο ίδιος ενταγμένος αναλογούσαν πέντε μονάδες. Το καθαρό ποσό που αναφέρεται στα δύο έγγραφα, ισχυρίστηκε ότι δεν κατανεμόταν ολόκληρο στο μόνιμο προσωπικό, όπως συνέβαινε πριν το 2003, αλλά ότι μέρος του ποσού αφαιρείτο και επωφελείτο ο Εργοδότης. Δεν αρνήθηκε ότι το 10% προσδιοριζόταν με βάση τα εισοδήματα του ξενοδοχείου και ότι ο ίδιος ως υπεύθυνος πληρωμών ήταν αυτός που προέβαινε στον υπολογισμό του. Ερωτηθείς γιατί δεν έθεσε υπόψη του Εργοδότη το παράπονο του σε σχέση με τη μονάδα ισχυρίστηκε ότι προέβη σε καταγγελία στις συντεχνίες και ότι επανειλημμένως το ανέφερε στον προϊστάμενο του γύρω στο
- Δεν προέβη σε γραπτή καταγγελία στο αρμόδιο τμήμα γιατί, καθώς είπε, η θέση του ήταν λεπτή και δεν μπορούσε να δώσει στοιχεία εκτός υπηρεσίας. Αφού του υπεδείχθη η σχετική βεβαίωση του Υπουργείου Εργασίας (Τεκ.11) και του υπεβλήθη ότι από την έρευνα δεν προέκυψε οτιδήποτε το μεμπτό, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά ενημέρωση και ότι πρώτη φορά έβλεπε τη σχετική βεβαίωση. Περαιτέρω αφού του υποδείχτηκαν οι καταστάσεις πληρωμών για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2010 [Τεκ.10
(1)και Τεκ.10(2], αναγνώρισε την πληρωμή που του έγινε σε σχέση με τη μονάδα, ισχυριζόμενος ότι η μονάδα ήταν μειωμένη. Σχετικά με τις υπερωρίες παραδέχθηκε ότι ως διευθυντικό προσωπικό δεν κτυπούσε κάρτα. Ερωτηθείς εάν ενημέρωνε τον προϊστάμενο του για τις υπερωρίες που είχε αναφέρει, αρκέστηκε να πει ότι ο προϊστάμενος του τον έβλεπε καθημερινά τί ώρα έφευγε από την εργασία του. Τέλος ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν του δόθηκε επιστολή για την απόδοση του και ότι για τη μη αύξηση παραπονέθηκε προφορικώς και όχι γραπτώς. Ο κ. Φώτης Μαρμαράς είναι ο Οικονομικός Διευθυντή του ξενοδοχείου από το
- Ο Αιτητής, καθώς είπε, ως βοηθός Οικονομικός Διευθυντής ήταν υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση λογιστικών πράξεων, την επίβλεψη του λογιστηρίου, την ετοιμασία των εγγραφών και το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων εκάστου μήνα, την ετοιμασία του μισθολογίου, της μισθολογικής μονάδας ως και την εκπαίδευση του προσωπικού. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο Αιτητής πάντοτε λάμβανε τα δικαιώματα που του αναλογούσαν σε μονάδες, σημειώνοντας ότι το 10% των καθημερινών εισοδημάτων του ξενοδοχείου κατατίθετο σε ένα αποθεματικό το οποίο χρησιμοποιείτο για την πληρωμή της μονάδας του προσωπικού, αφού προηγουμένως απεκόπτετο το 5% του μηνιαίου ποσού για σκοπούς κάλυψης των ζημιών του ξενοδοχείου από σπασίματα πιάτων, ποτηριών κλπ, με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας. Η κατανομή της μονάδας δεν ήταν σταθερή αλλά εξαρτάτο από το ύψος των εισοδημάτων που είχε το ξενοδοχείο κάθε μήνα. Στον Αιτητή με βάση τη συλλογική σύμβαση αντιστοιχούσαν 5 μονάδες. Για την κατανομή της μονάδας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ουδέποτε του εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του αναφέρθηκε στα Τεκ. 8 και 9 που αποτελούν καταστάσεις που ετοίμασε ο Αιτητής για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2011, αναφορικά με την κατανομή της μονάδας, σημειώνοντας ότι κατά τον μήνα Σεπτέμβριο η αξία της μονάδας ανερχόταν στα €94,15 και για τον Οκτώβριο στα €102,
- Παραπέμποντας εισέτι στα Τεκ. 10
(1)
(2)στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι καταστάσεις πληρωμής του Αιτητή για τους συγκεκριμένους μήνες, υπέδειξε το ποσό που κατεβλήθη στον Αιτητή ως "point allowance" το οποίο για τον μήνα Σεπτέμβριο ανερχόταν στα €473,25 και για τον Οκτώβριο στα €514, αφού πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των μονάδων που του αντιστοιχούσαν με τη αξία της μονάδας για κάθε μήνα. Αναφορικά με το ποσό που αιτείται ο Αιτητής σε σχέση με την αξία της μονάδας ο μάρτυρας εξέφρασε την έκπληξη του λέγοντας ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που έκανε τους υπολογισμούς και ότι δεν κατάλαβε πως κατέληξε στο ποσό των €1200 για κάθε έτος, καθότι από τη στιγμή που η μονάδα βασίζεται στα εισοδήματα του ξενοδοχείου δεν μπορεί αν είναι το ίδιο για όλα τα έτη. Για το Τεκ. 6, που είναι τα στοιχεία που παρέθεσε ο Αιτητής για να αποδείξει το δικαίωμα του επί της μονάδας, ισχυρίστηκε ότι ήταν ελλιπές και αποτελούσε αποσπάσματα από το κλείσιμο εκάστου μήνα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε καταγγελίες που έγιναν τόσο στη συντεχνία του Αιτητή όσο και στο αρμόδιο Υπουργείο χωρίς να προκύψει οτιδήποτε το μεμπτό από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση με το παράπονο του Αιτητή ότι το 2010 δόθηκε αύξηση σε όλους τους υπαλλήλους της διευθυντικής ομάδας πλην του ιδίου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η αύξηση που προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση δινόταν σ' όλο το προσωπικό περιλαμβανομένου του Αιτητή. Αναφορικά με την αύξηση που δόθηκε το 2010 ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για απόφαση της γενικής διεύθυνσης του ξενοδοχείου και όχι του ιδίου, αφού λήφθηκε υπόψη η παραγωγικότητα και ο τρόπος που διεκπεραίωναν τα καθήκοντα τους οι διάφοροι υπάλληλοι. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι εκτός από τον Αιτητή, δεν δόθηκε αύξηση σε τρεις ακόμη υπαλλήλους τους οποίους κατονόμασε. Παραθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου μια προειδοποιητική επιστολή και ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που κοινοποίησε στον Αιτητή κατά το 2009 (Τεκ.12 και Τεκ.13), ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν συνεπής στα καθήκοντα του και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν έλαβε αύξηση. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν κτυπούσε κάρτα. Αναφορικά με απλήρωτες υπερωρίες ισχυρίστηκε ότι ποτέ ο Αιτητής δεν τον ενημέρωσε ότι είχε υπερωρίες αλλά ούτε και ο ίδιος ζήτησε ποτέ από τον Αιτητή να προσφέρει υπερωριακή εργασία. Για το κλείσιμο των βιβλίων ισχυρίστηκε ότι για κάποιες ώρες που ο Αιτητής εργάστηκε παραπάνω, τις ζήτησε με σχετική αίτηση στο ξενοδοχείο και τις έλαβε υπό μορφή ρεπό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την υπερωριακή εργασία που προσέφερε ο Αιτητής, την αιτήθηκε και την έλαβε σε ρεπό. Σε υποβολή ότι ρεπό λάμβανε όταν εργαζόταν αργίες και όχι με το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αιτείτο ρεπό πάντοτε τις αμέσως επομένως μέρες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στον Αιτητή καταβαλλόταν πάντοτε ολόκληρη η μονάδα και ότι το ζήτημα εξετάστηκε από τις δύο συντεχνίες και το Υπουργείο, στο οποίο δόθηκαν στοιχεία, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε το μεμπτό. Συμφώνησε ότι το Τεκ.6 αφορούσε ολόκληρο το 2010, ότι ετοιμάστηκε από τον Αιτητή και έφερε επίσης τη δική του μονογραφή. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι από το εν λόγω έγγραφο δεν προκύπτει το αιτούμενο από τον Αιτητή ποσό των €1200. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η μονάδα κατανέμετο σε όλους τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου και ότι υπήρχε μείωση του αποθεματικού του 10% της μονάδας διότι ο υπάλληλος το έχει εισπράξει μέσα από τον μισθό του. Επίσης ότι η μονάδα δεν αποτελούσε κόστος για το ξενοδοχείο. Ανάλυση Ο Αιτητής με τους γενικούς λόγους της Αίτησης και με τη μαρτυρία του προτάσσει ως κύριους λόγους για τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό του σε παραίτηση τις επί μέρους αξιώσεις του που είναι η μη καταβολή και ή μη πληρωμή της υπερωριακής απασχό-λησης του, ως και η μη καταβολή του δικαιώματος που του αναλογεί σε μονάδες και ή μέρος του εισπραττόμενου ποσού επί του σέρβις. Προβάλλει επίσης ως πρόσθετο λόγο τη μισθολογική αύξηση που δόθηκε κατά το 2010 σε όλο το προσωπικό της διευθυντι-κής ομάδας πλην του ιδίου. Η εξέταση επομένως, κατά λογική προτεραιότητα, των επί μέρους αξιώσεων του Αιτητή και η απόληξη σε συμπεράσματα θα είναι καταλυτική και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έθεσε γραπτώς την παραίτηση του. (
- i)Η αξίωση του Αιτητή για υπερωριακή εργασία Το δικαίωμα του προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση για υπερωριακή απασχόληση διασφαλίζεται από συλλογική σύμβαση, αποσπάσματα της οποίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ.4 και Τεκ.5. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω σύμβασης: «Εργασία πέραν του κανονικού ωραρίου αμείβεται ως εξής: 5.1. Για εργασία κατά τις καθημερινές κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας αμείβεται σαν 1½ ώρα. 5.2. Για εργασία κατά τις Κυριακές και γιορτές / αργίες κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας αμείβεται σαν 2 ώρες. 5.3 Υπερωριακή απασχόληση μετά το μεσονύκτιο εργασίας που αρχίζει παραμονή αργίας ή Κυριακής πληρώνεται με αναλογία 1:2» Μελετήσαμε με προσοχή τις θέσεις και των δυο πλευρών σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα. Η προφορική μαρτυρία που προέβαλε ο Αιτητής για υποστήριξη της θέσεως του, χωρίς την προσκόμιση οποιωνδήποτε πειστικών στοιχείων, δεν βρίσκουμε να είναι αρκετή για να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εύλογα συμπεράσματα, λαμβανομένου υπόψη και των θέσεων που προέβαλε η άλλη πλευρά δια του μάρτυρα της κ. Μαρμαρά. Η θέση του κ. Μαρμαρά ότι ουδέποτε ζητήθηκε από τον Αιτητή να εργαστεί υπερωριακή εργασία και ότι ουδέποτε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του 2011 αιτήθηκε από τη διεύθυνση του ξενοδοχείου την καταβολή πληρωμής για υπερωριακή εργασία, δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ίδιο τον Αιτητή. Ο Αιτητής μάλιστα, ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του, εάν ενημέρωνε τον προϊστάμενο του για προσφερθείσα υπερωριακή εργασία αρκέστηκε να πει ότι ο προϊστάμενος του τον έβλεπε καθημερινά τί ώρα έφευγε από την εργασία του, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση. Επί πλέον δεν δόθηκε καμία εξήγηση από τον Αιτητή γιατί κατά τη διάρκεια του χρόνου που ισχυρίζεται ότι προσέφερε υπερωριακή εργασία, δεν διεκδίκησε οποιαδήποτε πληρωμή για υπερωρίες και επίσης γιατί δεν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή που να επισημαίνει το αίτημα του, παρά μόνο το προέβαλε για πρώτη φορά ως παράπονο για εξαναγκασμό του σε παραίτηση με τη σχετική επιστολή (Τεκ.1). Επίσης ενώ ο κ. Μαρμαράς ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αιτείτο και λάμβανε τις επί πλέον ώρες που εργαζόταν για το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων υπό μορφή ρεπό, αυτό που υπεβλήθη στον μάρτυρα και απέρριψε κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι ο Αιτη-τής λάμβανε ρεπό για επιπλέον ώρες εργασίας σε αργίες, κάτι που ο τελευταίος δεν υποστήριξε με τη μαρτυρία του. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι για επιπλέον ώρες εργασίας που προσέφερε ο Αιτητής κατά το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων στο τέλος κάθε μήνα, τις λάμβανε υπό μορφή ρεπό, με αίτημα του στη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Πλην της εν λόγω υπερωριακής εργασίας δεν έχουμε πειστεί από τη μαρτυρία του, να προσέφερε οποιαδήποτε άλλη υπερωριακή εργασία την οποία οι Καθ' ων η αίτηση αρνήθηκαν να πληρώσουν. Γι' αυτούς τους λόγους είναι αδύνατο να επιτύχει η αξίωση του Αιτητή για υπερωριακή εργασία. (
- ii)Το δικαίωμα του Αιτητή που του αναλογεί σε μονάδες επί του σέρβις Περαιτέρω ο Αιτητής με τη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι από το 2003 οι Καθ' ων η αίτηση ηρνούντο να καταβάλουν στο μόνιμο προσωπικό και στον ίδιο προσωπικά το δικαίωμα που του αναλογούσε σε μονάδες που ήταν το 10% επί τους σέρβις που επιβαρύνονταν πρόσθετα δια νόμου οι πελάτες του ξενοδοχείου. Για να αποδείξει την απαίτηση του κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου απόσπασμα της συλλογικής σύμβασης (Τεκ.5) όπου αναφέρεται στο δικαίωμα αυτό των υπαλλήλων, που αποτελεί ποσοστό ανάλογο με τις μονάδες που αντιστοιχούν σε κάθε θέση όπως ορίστηκαν από την Επιτροπή Όρων Υπηρεσίας. Κατέθεσε επίσης το Τεκ.6 που είναι σειρά εγγράφων που ο ίδιος ετοίμασε για σκοπούς των Καθ' ων η αίτηση, για όλους τους μήνες του 2010 ισχυριζόμενος ότι το συνολικό ποσό που προκύπτει από τα εν λόγω έγγραφα θα έπρεπε να κατανεμηθεί στους μόνιμους υπαλλήλους, κάτι που δεν έπραξαν οι Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι το ποσό που του αναλογούσε ήταν €1200 για κάθε χρόνο από το 2003 μέχρι το 2011 ήτοι σύνολο €10.800 το οποίο διεκδικεί. Αντεξεταζόμενος ωστόσο ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να υποδείξει μέσα από το Τεκ.6 τον τρόπο που υπολόγισε το ποσό των €1200 για να δώσει μια τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ενώ ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό του αναλογούσε για όλα τα χρόνια από το 2003 μέχρι 2011, εν τούτοις στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι η μονάδα δεν ήταν σταθερή αλλά εξαρτάτο από το ύψος των εισοδημάτων που είχε το ξενοδοχείο κάθε μήνα και συνεπώς ούτε και το ποσό που ο ίδιος είχε υπολογίσει μπορούσε να είναι το ίδιο για όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό ωστόσο επιβεβαιώνεται και μέσα από τα Τεκ.8 και Τεκ.9 που αποτελούν καταστάσεις προσδιορισμού της αξίας της μονάδας για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2011, τις οποίες ετοίμασε και αναγνώρισε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του, καθώς και από τις καταστάσεις πληρωμών του Αιτητή για τους αντίστοιχους μήνες με τα ποσά που του αναλογούσαν ως "point allowance" τις οποίες επίσης ανεγνώρισε [Τεκ.10
(1)
(2)]. Και ενώ ο Αιτητής, με την επιστολή παραίτησης, διαμαρτύρεται ότι δια σειρά ετών δεν του καταβάλλονταν δικαιώματα που πηγάζουν από την εργασία του, εν τούτοις από το 2003 μέχρι και τη παραίτηση του δεν διεφάνη να παραπονέθηκε ποτέ στους Εργοδότες του για τη στέρηση ενός τέτοιου δικαιώματος, τη στιγμή που όλα αυτά τα χρόνια, οι καταστάσεις για την κατανομή της μονάδας στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου ετοιμάζονταν από τον ίδιο και γνώριζε πολύ καλά ότι η αντιμετώπιση του δεν ήταν διαφορετική από το υπόλοιπο προσωπικό. Τόσο ο ίδιος όσο και το υπόλοιπό προσωπι-κό λάμβανε επί μηνιαίας βάσης το δικαίωμα που του αναλογούσε σε μονάδες που υπολογίζονταν με βάση τα μηνιαία έσοδα του ξενοδοχείου, αφού ένα ποσοστό αφαιρείτο και κρατείτο από τους Καθ' ων η αίτηση για τυχόν κάλυψη ζημιών από σπασίματα πιάτων, ποτηριών περιουσίας του ξενοδοχείου, δικαίωμα το οποίο, με βάση τη μαρτύρια του κ. Μαρμαρά, παρείχετο στους Καθ' ων η αίτηση από την ίδια τη συλλογική σύμβαση, θέση που δεν έχει εισέτι αμφισβητηθεί. Και ενώ επίσης με βάση τη μαρτυρία του κ. Μαρμαρά υπήρξε καταγγελία επί του θέματος τόσο στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας όσο και στις συντεχνίες, εντούτοις δεν προέκυψε οτιδήποτε το μεμπτό από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη σχετική βεβαίωση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ημερ. 24.10.2012 (Τεκ.11), όπου ρητά αναφέρεται «ότι σε επιθεώρηση που διενεργή-θηκε στο ξενοδοχείο "Hilton Cyprus" στις 13.5.2011, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παραβίαση πρόνοιας της Εργατικής Νομοθεσίας». Μελετώντας λοιπόν το μέρος αυτό της μαρτυρίας που αφορά το συγκεκριμένο υπό εξέταση θέμα τείνουμε να αποδεχτούμε ως πιο πειστική και αξιόπιστη τη μαρτυρία του κ. Μαρμαρά σε αντίθεση με τον Αιτητή ο οποίος δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τη βασιμότητα της απαίτησης του. Ως επακόλουθο είναι αδύνατο να επιτύχει και αυτή η αξίωση του Αιτητή. (iii) Η μη καταβολή μισθολογικής αύξησης στον Αιτητή Παραπονείται περαιτέρω ο Αιτητής ότι κατά το 2010, οι Καθ' ων η αίτηση έδωσαν αύξηση μισθού σε όλη τη διευθυντική ομάδα στην οποία ανήκε πλην του ιδίου παρ' όλες τις παραστάσεις και διαμαρτυρίες του. Υποστήριξε τη θέση του με τη προσκόμιση σχετικού εγγράφου με τα ονόματα των υπαλλήλων που επωφελήθηκαν αύξησης (Τεκ.7). Από την ενώπιον μας μαρτυρία καθίσταται φανερό ότι περί το 2010 οι Καθ' ων η αίτηση έδωσαν αύξηση μισθού σε υπάλληλους της διευθυντικής ομάδας. Στον Αιτητή δεν δόθηκε καμία αύξηση. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκ.7 που έθεσε ενώπιον μας ο Αιτητής και τη μαρτυρία του κ. Μαρμαρά ο οποίος παρέπεμψε στο εν λόγω τεκμήριο, μισθολογική αύξηση δεν δόθηκε εκτός από τον Αιτητή και σε δύο αλλά άτομα της διευθυντικής ομάδας που ήταν ο Νικόλας Χρηστίδης και ο Κώστας Χατζηχριστοφόρου. Όπως επίσης ανέφερε ο κ. Μαρμαράς και δεν αμφισβητήθηκε, η αύξηση αυτή που δόθηκε σε άτομα της διευθυντικής ομάδας δεν αφορούσε την αύξηση που προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση, η οποία δινόταν σε όλο το προσωπικό συμπεριλαμβανομένου του Αιτητή. Ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για επιπλέον αύξηση που ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Εργοδότη, με κριτήριο την αποδοτικότητα του κάθε εργοδοτούμενου, παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια προειδοποιητική επιστολή προς τον Αιτητή ημερ. 8.10.2009 (Τεκ.12) και ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7.4.2009 (Τεκ.13) για να ισχυριστεί ότι ο Αιτητή δεν ήταν συνεπής με τα καθήκοντα του για να δικαιούται μισθολογική αύξηση. Σημειώτεον ότι η προειδοποιητική επιστολή αναφερόταν σε "rebate documents" που δεν υπέγραψε ο Αιτητής με βάση την πολιτική της Εταιρείας και το ηλεκτρονικό μήνυμα σε απαράδεκτη συμπεριφορά άλλου υπαλλήλου, όπου ο Αιτητής ενέργησε από μόνος του χωρίς να ενημερώσει εκ των προτέρων τον μάρτυρα. Ο Αιτητής ωστόσο επέμενε ότι ποτέ δεν του δόθηκε επιστολή για την απόδοση του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα προχωρήσουμε στην εξέταση του ουσιαστικού σημείου που αφορά τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση. (iv)Οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Αιτητής έθεσε την παραίτηση του Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Κυπριακό Εφετείο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed...". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση. .» Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου...». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση σελ.440 απαριθμούνται οι πιο κάτω παραβάσεις του εργοδότη που μπορούν, μεταξύ άλλων, να δώσουν στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αποχωρήσει: "Among the types of breach of contract by the employer that may support a finding of constructive dismissal are:
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay;
(2)demotion or other change in status,
(3)a change of job content not permitted or envisaged by the contract,
(4)undermining a senior employee's position,
(5)change of the place of work, or breach of a mobility clause, whether express or implied,
(6)unilateral change of hours,
(7)failure to ensure the employee's safety,
(8)breach of the term of trust and respect,
(9)failure to follow a contractually binding disciplinary procedure,
(10)imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner,
(11)failure to provide a reasonably suitable working environment,
(12)failure to deal with grievances properly and timeously" Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που να βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Συνεπώς όταν οι ενέργειες του εργοδότη τείνουν να καταστρέψουν την αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη σε βαθμό που να καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης, τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση γιατί ο εργοδότης επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το παραδεκτό πλαίσιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (Post Office v. Robert [1980] I.R.L.R. 347). Στην υπόθεση FC Gardner v. Beresford [1978] IRLR 63 το Δευτεροβάθμιο Εργατικό Δικαστήριο ενώ διαπίστωσε ότι απουσίαζε ο ρητός συμβατικός όρος για αύξηση μισθού εν τούτοις σημείωσε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων είναι λογικό να συνάγεται ο όρος ότι ο εργοδότης δεν θα αντιμετωπίσει τους εργοδοτούμενους του με αυθαίρετο και άδικο τρόπο σε σχέση με τις απολαβές τους. Σε περίπτωση που δεν δόθηκε αύξηση σε ένα εργοδοτούμενο ενώ στους υπόλοιπους δόθηκε, το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο ο εργοδότης συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο μη αναμενόμενο αλλά κατά πόσο υπήρξε παράβαση του εξυπακουόμενου όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη ώστε να δικαιολογείται εξαναγκασμός σε παραίτηση. Το καθήκον αυτό του εργοδότη επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Gec Avionics Ltd v. Sparham [1993] UKEAT 714_91_1210 όπου το Δικαστήριο τόνισε ότι για τόσο σημαντικά θέματα ο εργοδότης δεν πρέπει να συμπεριφέρεται στον εργοδοτούμενο αυθαίρετα και άδικα. Ως επακόλουθο της απόρριψης των δύο επί μέρους αξιώσεων του Αιτητή που αποτέλεσαν δύο από τους λόγους που επικαλέστηκε για τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκα-σμό του σε παραίτηση, το μόνο σημείο που παραμένει για εξέταση είναι το κατά πόσο η καταβολή αύξησης σε αρκετά μέλη της διευθυντικής ομάδας πλην του ιδίου και δύο άλλων υπαλλήλων, θα δικαιολογούσε στη βάση του νόμου και της νομολογίας την παραίτηση του λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση, ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του εξυπακουόμενου όρου για πίστη και εμπιστοσύνη και ή κατά τρόπο αυθαίρετο και άδικο σε βαθμό που δικαιολογούσε εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση πλην της συμβατικά προβλεπόμενης, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Ο εργοδότης ωστόσο κάθε φορά που πρόκειται να αποφασίσει τόσο σημαντικά θέματα θα πρέπει να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος, την υπηρεσία του και την απόδοση του. Στην προκείμενη περίπτωση, θέτοντας οι Καθ' ων η αίτηση ως κριτήριο για την παροχή αυξήσεων την αποδοτικότητα των εργοδοτουμένων, για τον Αιτητή παράθεσαν δύο προειδοποιητικές επιστολές που του δόθηκαν ένα χρόνο πριν την καταβολή των αυξήσεων, οι οποίες οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είχαν να κάνουν με την απόδοση του και δεν αποτελούσαν σοβαρά παραπτώματα ή παραλείψεις που μπορού-σαν να δικαιολογήσουν τη στέρηση από τον Αιτητή ενός τέτοιου δικαιώματος. Ήταν λογικό για τον Αιτητή, μετά από μια πολύχρονη υπηρεσία στους Καθ' ων η αίτηση και με τα καθήκοντα που είχε να επιτελέσει, να θεωρήσει άδικη για τον ίδιο μια τέτοια απόφαση, που σε τελευταίο βαθμό αποτελούσε παράβαση του εξυπακουόμενου όρου για πίστη και εμπιστοσύνη στη σχέση του με τους Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής ωστόσο δεν επικαλέστηκε εξαναγκασμό σε παραίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο παροχής των μισθολογικών αυξήσεων, αλλά ούτε και έχουμε διαπιστώσει να εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή να κατέστησε σαφή τη διαφωνία του για την εις βάρος του άδικη αυτή απόφαση των Εργοδοτών του. Το παράπονο του εξέφρασε δυο χρόνια μετά και δη στις 4.1.2012 με την επιστολή παραίτησης του (Τεκ.1). Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία αφ' ης στιγμής εκδηλωθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο δεύτερος θα πρέπει να εγκαταλείψει την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση ή μετά από εύλογο χρόνο. Όπως τονίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω): "...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση; «.Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ..." Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ALL ER (D) 144 παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση W.E. Cox Toner (ανωτέρω) σημείωσε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής χωρίς να επιφύλαξη τη θέση του και χωρίς να καταστήσει σαφή τη διαφωνία του με την απόφαση των Εργοδοτών του, από το 2010 συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και να λαμβάνει αδιαμαρτύρητα και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη τον μισθό του, μέχρι τις αρχές του 2012 που έθεσε την παραίτηση του. Τούτο οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι επιβεβαιώνεται και από αδιαμφισβήτητα στοιχεία που είναι οι καταστάσεις πληρωμών του Αιτητή που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Η παραμονή στην εργασία του μαζί με την αδιαμαρτύρητη και χωρίς επιφύλαξη αποδοχή του μισθού του για δυο σχεδόν χρόνια μετά την απόφαση των Εργοδοτών του, αναμφίβολα αποτέλεσαν επιβεβαίωση της σύμβασης απασχολήσεως του και του στέρησαν το δικαίωμα να επικαλεσθεί κατά το 2012 ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ότι η παραίτηση του ισοδυναμούσε με έμμεση, παράνομη απόλυση. Θέτοντας σε τελικό στάδιο τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, ομόφωνα καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δεν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ότι οικειοθελώς εγκατέλειψε την απασχόληση του. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται με €2000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Γιωργαλλή, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο