← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, Αρ. Υπόθεσης: 627/2011, 11/3/2016

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, Αρ. Υπόθεσης: 627/2011, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Λ. Γεωργιάδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 627/2011 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Αιτήτρια -και- ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 11η Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ.Α. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι στις 11.7.2011 καθυστερώντας να προσέλθει στην εργασία της, οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της με γραπτό τηλεφωνικό μήνυμα επικαλούμενοι ότι επέλεξε μονομερώς και χωρίς έγκριση να πάρει την άδειά της για τον μήνα Ιούλιο θέση που κατά την ίδια δεν ευσταθεί. Έτσι με την υπό κρίση Αίτηση, ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της ήταν παράνομος, αυθαίρετος και αδικαιολόγητος και αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση: (α) αποζημιώσεις, (β) πληρωμή αντί ειδοποιήσεως, (γ) αυξημένες αποζημιώσεις, (δ) οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (ε) νόμιμο τόκο, (στ) έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν καθόλα νόμιμη και δικαιολογημένη καθότι η Αιτήτρια μονομερώς και κατά παράβαση ρητών οδηγιών αλλά και όρων εργοδότησης απεφάσισε να λάβει την άδεια της αντί τον Αύγουστο τον Ιούλιο μεταξύ 11.7.2011 -21.7.2011. Ο ισχυρισμός της ότι απελύθη λόγω καθυστέρησης προσέλευσης στην εργασία της είναι όψιμος και μεταγενέστερη σκέψη και ουδόλως προβλήθηκε προηγουμένως. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδο-τούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απόλυσαν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση τρεις μάρτυρες ενώ για την Αιτήτρια δύο συμπεριλαμβανομένης της ιδίας. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. Χρίστος Κληρίδης, δικηγόρος στο επάγγελμα, είναι Διοικητικός Σύμβουλος και εκτελεστικός Πρόεδρος των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, η Αιτήτρια προσλήφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, με τη σύσταση τους σε εταιρεία, τον Οκτώβριο του
  1. Τα καθήκοντα της περιελάμβαναν θέματα εισπράξεων / πληρωμών καθώς και θέματα που αφορούσαν το προσωπικό, άδειες προσωπικού και προμήθειες υλικών στο γραφείο. Πριν τη σύσταση των Καθ' ων η αίτηση η Αιτήτρια εργοδοτείτο από τον Συνεταιρισμό. Ήταν σιωπηρός ή ρητός όρος της εργοδότησης ότι οι άδειες του προσωπικού θα εγκρίνονταν ενυπογράφως από τον ίδιο προσωπικά και θα καταχωρούνταν στο βιβλίο αδειών. Η Αιτήτρια γνώριζε και αποδέχθηκε τον σχετικό όρο αφού είχε καταστεί σαφές πάρα πολλές φορές χωρίς καμιά εξαίρεση. Για να ενισχύσει τη θέση του παρέθεσε αντίγραφο σχετικής υπενθύμισης (Τεκ.2) καθώς και εγκύκλιο που συνεχίζει να ισχύει από τον Αύγουστο 2005 και περιήλθε σε γνώση όλου του προσωπικού (Τεκ.2Α). Επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια των Δικαστικών διακοπών, από 10 Ιουλίου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου το γραφείο λειτουργούσε με ένα τουλάχιστον δικηγόρο και δύο υπαλλήλους. Το «λογιστήριο» δηλαδή η Αιτήτρια θα έπαιρνε άδεια όταν το ενέκρινε ο ίδιος ανάλογα με τις εισπράξεις των μηνών Ιουλίου / Αυγούστου που είναι προβληματικές για τα δικηγορικά γραφεία επειδή τα Δικαστήρια δεν εκδικάζουν συνήθως αυτή την περίοδο και οι πελάτες απουσιάζουν. Η Αιτήτρια υπέβαλε γραπτή αίτηση για άδεια από 11-21.7.2011 και από 10-25.8.2011, η οποία τελικά δεν εγκρίθηκε, γιατί σύμφωνα με τη χειρόγραφη σημείωση του στον σχετικό πίνακα αδειών που ετοίμασε η Αιτήτρια, 1ο υπερβαίνει το όριο και «τον Ιούλιο θα πρέπει να κάμεις εισπράξεις Ιουλίου - Αυγούστου», δηλαδή επαρκές ποσό που θα καλύπτει τις πληρωμές των μισθών. Αφού έλαβε τις επιβεβαιώσεις της Αιτήτριας ότι έγινε κατανοητή η απόρριψη του αιτήματος συμφώνησαν να πάρει όλη την άδεια της τον Αύγουστο που θα απουσίαζε και ο ίδιος. Με αυτό τον τρόπο θα γίνονταν και οι ανάλογες εισπράξεις που θα κάλυπταν τους μισθούς των υπαλλήλων που για τους δύο μήνες ανέρχονταν περίπου €40.
  2. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι αν δεν συμπλήρωνε ικανοποιητικές εισπράξεις τον Ιούλιο θα είχαν τεράστιο πρόβλημα και ίσως αδυναμία καταβολής μισθών. Παρόλα αυτά το Σαββατοκύριακο 9.7.2011 -10.7.2011 ενώ εργαζόταν στο γραφείο πληροφορήθηκε από μέλος του γραφείου ότι τελικά, παρά τα συμφωνηθέντα, η Αιτήτρια «κόμπαζε» ότι θα πήγαινε με άδεια από 11-21.7.2011, δείχνοντας περιφρονητική και ειρωνική συμπεριφορά εκθέτοντας τον ίδιο ενώπιον του υπόλοιπου προσωπικού. Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης, της απέστειλε γραπτά μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο με τα οποία την προειδοποιούσε ότι δεν θα γινόταν αποδεχτή οποιαδήποτε απουσία για λόγους αδείας η οποία, όπως της υποδείχτηκε και συμφώνησε μεταφερόταν για τον μήνα Αύγουστο. Διευκρίνισε ότι με βάση τη σχετική κατάσταση της CYTA σε δύο μέρες της κοινοποίησε έξι μηνύματα (Τεκ.4) χωρίς η ίδια να ανταποκριθεί. Στα μηνύματα καθώς ισχυρίστηκε την προειδοποιούσε ότι έθετε τον εαυτό της εκτός εργασίας αν δεν ερχόταν στο γραφείο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω στις 11.7.2011 της απεστάλη εκ νέου μήνυμα αναφορικά με τον τερματισμό της απασχόλησης της και σχετική επιστολή (Τεκ.5). Αδιαφορώντας πλήρως για το όλο θέμα και αφού εξάντλησε την περίοδο της άδειας, στις 21.7.2011 ζήτησε να παραλάβει τα δεδουλευμένα και τα πράγματα που είχε στο γραφείο τα οποία της επιστράφηκαν. Αφού αναφέρθηκε σε επιστολή του δικηγόρου της και σε δίκη του απαντητική επιστολή, (Τεκ.8 και 9) απέρριψε τον ισχυρισμό της Αιτήτρια ότι την απέλυσαν γιατί καθυστέρησε να προσέλθει στην εργασία της, θεωρώντας τον ισχυρισμό όψιμο και μεταγενέστερη σκέψη καθότι στην αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του δικηγόρου της ουδόλως προβλήθηκε. Αφού παρουσίασε αντίγραφο του βιβλίου αδειών που αφορά την Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι συνήθιζε να παίρνει άδεια μονομερώς ή τον ειδοποιούσε με σημειώσεις τελευταία στιγμή (Τεκ.10 και Τεκ.11). Το ωράριο εργασίας της Αιτήτριας καθώς είπε ήταν από τις 7:30πμ μέχρι 3:30μμ καθημερινώς. Στις 11.7.2013 της απέστειλε τα δύο μηνύματα, το πρώτο στις 8:35πμ και το δεύτερο του τερματισμού στις 8:42πμ. Επίσης στις 10.7.2011 τις απέστειλε 4 προειδοποιητικά μηνύματα. Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι η Αιτήτρια εργαζόταν από το 2001 στο Συνεταιρισμό και ότι από το 2008 συνέχισε την απασχόληση της στη ΔΕΠΕ, χωρίς διακοπή. Η περίοδος της άδειας που λάμβανε η Αιτήτρια άλλαζε κάθε χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες του γραφείου και συγκεκριμένα τις εισπράξεις. Τον μήνα Ιούλιο 2011 δεν ήταν καλές οι προοπτικές και αυτός ήταν ο λόγος που δεν της ενέκρινε την άδεια. Επιμένοντας στις θέσεις του, τόνισε ότι αναγκάστηκε να στείλει τα τέσσερα sms μετά την ενημέρωση που είχε από υπάλληλο του γραφείου ότι η Αιτήτρια δεν θα ερχόταν. Διαφορετικά εάν δεν είχε τέτοια ενημέρωση δεν είχε λόγο να στείλει μέσα σε μια μέρα τέσσερα μηνύματα χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση που θα επιβεβαίωνε το αντίθετο. Την επομένη πηγαίνοντας στο γραφείο και βλέποντας ότι η Αιτήτρια δεν ήταν εκεί, της έστειλε το πρώτο μήνυμα και αφού δεν πήρε απάντηση της έστειλε το δεύτερο μήνυμα της απόλυσης. Σε υποβολή ότι η καθυστέρηση που επέδειξε η Αιτήτρια οφειλόταν στην έκρηξη στο Μαρί, ο μάρτυρας απάντησε ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε του λέχτηκε, ούτε και με την επιστολή του δικηγόρου της και θα ήταν αγνώμονες να τερματίσουν την απασχόληση της εάν είχαν μια τέτοια ενημέρωση έστω και εκ των υστέρων. Επέμενε ότι στην Αιτήτρια δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί και δεν το έπραξε. Τις θέσεις του κ. Κληρίδη αναφορικά με την λήψη αδείας και τις εισπράξεις, υποστήριξε με τη μαρτυρία του και ο κ. Ιωάννης Αντωνίου, γενικός διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση από 1.7.2011 με καθήκοντα μεταξύ άλλων τις εργασίες του λογιστηρίου. Επισήμανε ότι από της προσλήψεως του δεν πήρε καθόλου άδεια ούτε τον Ιούλιο ούτε τον Αύγουστο καθότι χρειάζεται συνεχής παρουσία και συνεχής προσπάθεια για επίτευξη των στόχων των εισπράξεων ιδιαίτερα για τον μήνα Ιούλιο. Οι δύο αυτοί μήνες είναι ιδιαίτερα δύσκολοι στις εισπράξεις καθότι πολλοί πελάτες απουσιάζουν με άδεια και πολλές επιχειρήσεις είναι κλειστές αυτή την περίοδο. Επισήμανε ότι με βάση τις καταστάσεις μισθολογίου που ετοίμασε ο ίδιος, οι μισθοί ανέρχονται στα €25.000 μηνιαίως και για τους δύο μήνες έπρεπε να πληρωθούν μισθοί της τάξης των €50.
  3. Η κα Χρυστάλλα Στεφάνου εργάζεται στους Καθ' ων η αίτηση από το 2006 παρέχοντας υπηρεσίες γραμματειακής φύσεως. Η μάρτυς αναφέρθηκε στην Εγκύκλιο (Τεκ.2Α), και στον τρόπο παραχώρησης ετήσιας άδειας υποστηρίζοντας τις θέσεις του κ. Κληρίδη. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι συμπληρώνεται πίνακας απ' όλο το προσωπικό με τις ημερομηνίες που θα ήθελαν να απουσιάζουν και ακολού-θως αφού εγκριθούν από τον κ. Κληρίδη καταχωρούνται στο βιβλίο αδειών. Ισχυρίστηκε ότι τον κανονισμό αυτό γνώριζε πολύ καλά και η Αιτήτρια ως αρμόδια για την ετοιμασία του πίνακα αδειών. Το καλοκαίρι του 2011 κατόπιν παροτρύν-σεως του κ. Κληρίδη συμπλήρωσαν όλοι οι υπάλληλοι του γραφείου τον πίνακα με τις ημερομηνίες που ήθελαν να κάνουν χρήση της άδειας και ανάμεναν να δουν αν εγκρίνονταν ή όχι ως είχαν τεθεί. Θυμάται ότι η άδεια της Αιτήτριας για το μήνα Ιούλιο δεν είχε γίνει αποδεχτή. Εκείνο την περίοδο ήταν στο γραφείο 8 άτομα και όλοι είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Η Αιτήτρια ήταν θυμωμένη που δεν εγκρίθηκε η άδεια της για τον μήνα Ιούλιο και τους ανέφερε ότι δεν θα άλλαζε το πρόγραμμα της. Την Παρασκευή 8.7.2011 το μεσημέρι σχόλασε και τους αποχαιρέτησε λέγοντας τους ότι θα πήγαινε τις διακοπές της, οπότε της ευχήθηκαν καλές διακοπές και εκείνη το ίδιο. Επειδή η μάρτυς θα έπαιρνε άδεια τέλος Ιουλίου, της παρέδωσε μια λίστα με τηλέφωνα που έπρεπε να γίνουν σε πελάτες επειδή εκείνη θα απουσίαζε την περίοδο 11-21.7.2011, αν και ήξερε ότι αυτό ήταν δικό της καθήκον. Ανεξάρτητα αν δεν εγκρίθηκε η άδεια της αυτή θα πήγαινε ούτως ή άλλως, κατά παράβαση των οδηγιών του κ. Κληρίδη, γεγονός που σχολιάστηκε στο γραφείο. Η Αιτήτρια, καθώς είπε, δεν είχε καθόλου πρόθεση να έρθει δουλειά και αυτό επιβεβαιώθηκε τη Δευτέρα 11.7.
  4. Η Αιτήτρια δεν επικοινώνησε καθόλου με το γραφείο εκείνη τη μέρα και ούτε τους ανέφερε ποτέ ότι καθυστέρησε να έρθει λόγω του Μαρί, παρόλο που διατηρούσε μαζί τους καλές σχέσεις. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι γνώριζε πολύ καλά την Αιτήτρια, ήταν φίλες τουλάχιστον μέχρι πριν φύγει από το γραφείο. Μαζί έτρωγαν τα μεσημέρια και συζητούσαν οικογενειακά θέματα. Για την μη έγκριση της άδειας ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν μίλησε μόνο στην ίδια προσωπικά αλλά και σε άλλους συναδέλφους. Δεν το δεχόταν γιατί είχε προγραμματισμένη άδεια στην Κύπρο, στο εξωτερικό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 11.7.2011 προσπάθησε τόσο η ίδια όσο και άλλοι συνάδελφοι, με δική της παρότρυνση, να επικοινωνήσουν με την Αιτήτρια χωρίς όμως να έχουν ανταπόκριση. Αργότερα γύρω στο μεσημέρι μίλησε με μια από τις κοπέλες και της είπε ότι δεν θα επέστρεφε στο γραφείο. Η Αιτήτρια με τη γραπτή μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.1.2001 ως υπεύθυνη λογιστηρίου. Τον Ιούνιο 2011 υπέβαλε αίτημα αδείας για τις θερινές διακοπές σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρείτο κάθε χρόνο στο γραφείο, για τις περιόδους από 11-21.7.2011 και από 10-25.8.
  5. Σ' αυτές τις περιόδους, καθώς ανέφερε, συνήθιζε να παίρνει την άδεια της από της προσλήψεως της, γιατί λόγω της θέσεως της δεν μπορούσε να απουσιάζει για ολόκληρο μήνα αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα παρέμενε απλήρωτο το προσωπικό. Τηρώντας τη διαδικασία αυτή, κάθε χρόνο κατέγραφε σε μια λίστα τις ημερομηνίες που το προσωπικό επιθυμούσε να πάει διακοπές, την οποία παρέδιδε στον κ. Χρ. Κληρίδη για τις ανάλογες αλλαγές ώστε να διασφαλιστεί η παραμονή στο γραφείο του απαιτούμενου προσωπικού. Λίγες ήμερες πριν την έναρξη της άδειάς της, επικοινωνώντας με τον κ. Κληρίδη της ανέφερε ότι η άδεια που υπέβαλε για τον Ιούλιο δεν εγκρίνετο και ότι θα λάμβανε όλη την άδεια της τον Αύγουστο. Προγραμματίζοντας τις διακοπές της, είχε ήδη κλείσει από τον Μάιο ξενοδοχείο στο Λατσί για τρεις μέρες από 9-11.7.2011, όπου τελικά πήγε με μια φίλη της, με πρόθεση να ξεκινήσει πολύ νωρίς το πρωί της Δευτέρας 11.7.2011 για να βρίσκεται στο γραφείο στις 7:30πμ. Κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ενώ βρισκόταν στο Λατσί, έλαβε από τον κ. Κληρίδη sms στο οποίο ανέφερε ότι δεν θα δεχόταν ανυπακοή στις οδηγίες του για το θέμα της άδειας. Η ίδια δεν έδωσε μεγάλη σημασία υποθέτοντας ότι το μήνυμα είχε αποσταλεί σε όλο το προσωπικό. Γύρω στις 5:30πμ της 11.7.2011 έφυγε από το Λατσί με προορισμό τη Λευκωσία υπολογίζοντας ότι θα έφθανε κανονικά στην εργασία της στις 7.30πμ. Όταν έφθασε σχεδόν έξω από τη Λεμεσό διαπίστωσε πως υπήρχε μεγάλο μποτιλιάρισμα με όλα τα αυτοκίνητα να είναι ακινητοποιημένα λόγω της έκρηξης στο Μαρί. Η επικοινωνία με το γραφείο στάθηκε αδύνατη αφού όλες οι γραμμές ήταν κατειλημμένες. Στην προσπάθεια της να αποφύγει την κυκλοφοριακή συμφόρηση, δέχθηκε μήνυμα στο κινητό της που ανέφερε ότι απολύεται άμεσα και να παραδώσει τα κλειδιά του γραφείου. Ακολούθησε δεύτερο μήνυμα που έλεγε ότι απεστάλη η επιστολή απόλυσης της ταχυδρομικώς. Βλέποντας το μήνυμα αντιλήφθηκε ότι η καθυστέρηση προσέλευσης στην εργασία της εκλήφθηκε ως ανυπακοή στις οδηγίες του κ. Κληρίδη και γι' αυτό την απέλυε. Η σύγχυση και αμηχανία στην οποία βρέθηκε την έκανε να μην θέλει εκείνη τη στιγμή να τηλεφωνήσει στον κ. Κληρίδη γιατί η απογοήτευση που ένιωθε ήταν τόσο μεγάλη που δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να αντιδράσει μιλώντας στο τηλέφωνο. Ήθελε απλώς να ηρεμήσει και προγραμμάτιζε να πάει το συντομότερο στο γραφείο να παραδώσει τα κλειδιά και να φύγει αμέσως. Η αντιμετώπιση που είχε από τον κ. Κληρίδη την έκανε να μην θέλει να τον δει ξανά, αφού την απέλυσε με την πρώτη ευκαιρία χωρίς καν να συζητήσει το λόγο της μη έγκαιρης προσέλευσης της στο γραφείο. Ακολούθησε και η επιστολή απόλυσης που έλαβε ταχυδρομικώς. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της κας Στεφάνου ανέφερε ότι οι σχέσεις τους ήταν καλές αλλά όχι τόσο φιλικές γιατί διαφορετικά, καθώς είπε, θα την έπαιρνε τηλέφωνο. Επίσης ότι ουδέποτε ανέφερε ότι θα παραβίαζε την άδεια της αλλά ότι η άδεια της δεν εγκρίθηκε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εργαζόταν στο γραφείο του κ. Κληρίδη από το 2001 μέχρι το
  6. Επέμενε ότι άδεια έπαιρνε πάντα τις ίδιες περιόδους του καλοκαιριού, δεν παραβίασε ποτέ την άδεια της και ότι οι φορές που έλειψε ήταν μετρημένες. Επιμένοντας στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι πήρε μόνο ένα sms και ότι από τη στιγμή που είχε ήδη συνεννοηθεί με τον κ. Κληρίδη για την άδεια δεν υπήρχε λόγος να απαντήσει. Το ίδιο έπραξε και την επομένη λέγοντας ότι όλα ήταν προσχεδιασμένα και δεν είχε λόγο να απαντήσει γιατί μετά από τόσα χρόνια δεν της άξιζε μια τέτοια συμπεριφορά. Ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με το γραφείο και δεν μπόρεσε γιατί οι γραμμές ήταν κατειλημμένες. Όταν της υπεβλήθη ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει γιατί έλαβε τα μηνύματα του κ. Κληρίδη, αρκέστηκε να πει ότι τα πήρε μετά χωρίς να θυμάται μετά από πόση ώρα. Αναφορικά με τις εβδομαδιαίες απολαβές της όταν της υπεβλήθη ότι ήταν €456 και όχι €500 δεν διαφώνησε. Η κα Γαβριέλα Διομήδους, φίλη της Αιτήτριας, ανέφερε ότι από 9-11.7.2011 πήγαν μαζί στο Λατσί για το Σαββατοκύριακο και ότι τη Δευτέρα η Αιτήτρια ξύπνησε πρωί για να πάει στη δουλειά της. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση εάν θυμάται την Κυριακή να έλαβε η Αιτήτρια 4 μηνύματα, ανέφερε ότι κάποια στιγμή έλαβε μηνύματα που αφορούσαν το γραφείο. Ανάλυση - Συμπεράσματα Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτουν ως κοινή συνισταμένη τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Συνεταιρισμού Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλλίδης και Συνεργάτες την 1.1.
  7. Το 2008 οι Καθ' ων η αίτηση συνεστήθησαν σε εταιρεία ΔΕΠΕ όπου η Αιτήτρια συνέχισε την απασχόλησης της χωρίς διακοπή και χωρίς διαφοροποίηση του καθεστώτος εργοδότησης της. Απασχολείτο ως υπεύθυνη λογιστηρίου και ήταν το μόνο πρόσωπο που οι Καθ' ων η αίτηση απασχολούσαν στο συγκεκριμένο τομέα. Τα καθήκοντα της περιελάμβαναν θέματα εισπράξεων / πληρωμών καθώς και θέματα προσωπικού, άδειες προσω-πικού και προμήθειες υλικών στο γραφείο. Οι άδειες προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση εγκρίνονταν πάντοτε από τον κ. Χρίστο Κληρίδη. Αυτό προβλέπετο στην «Εγκύκλιο προς Διοικητικό Προσωπικό» ημερ. 10.9.2005 (Τεκ. 2Α) ως και στην υπενθύμιση προς όλο το προσωπικό ημερ. 15.6.2011 (Τεκ.2), σύμφωνα με την οποία για να ισχύει η άδεια προσωπικού θα πρέπει να εγκρίνεται ενυπογράφως από τον ίδιο προσωπικά και να καταχωρείται στο βιβλίο αδειών. Ο συγκεκριμένος όρος είχε γνωστοποιηθεί σ' όλο το προσωπικό μη εξαιρουμένης της Αιτήτριας. Το 2011 η Αιτήτρια είχε υποβάλει γραπτό αίτημα αδείας για τις θερινές διακοπές και συγκεκριμένα για τις περιόδους από 11 έως 21 Ιουλίου και 10 έως 25 Αυγούστου. Το αίτημα της για την πρώτη περίοδο δεν έγινε αποδεκτό και συμφώνησε με τον κ. Κληρίδη όπως λάβει όλη την άδεια της τον Αύγουστο. Στις 11.7.2011 οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας. Οι λόγοι απόλυσης εμπεριέχονται στη σχετική επιστολή που κοινοποίησαν αυθημερόν στην Αιτήτρια, την οποία παραθέτουμε: «Αγαπητή Μαρία, Οι υπηρεσίες σου τερματίζονται άμεσα και συνεπώς καλείσαι όπως παραδώσεις τα κλειδιά του γραφείου και οτιδήποτε άλλο σχετικό στην Χρυστάλλα εντός της ημέρας. Θα σου καταβληθεί ο μισθός σου για τις μέρες Ιουλίου που έχεις δουλέψει, ως επίσης και όλο το υπόλοιπο της άδειας σου. Η αναλογία 13ου μισθού α σου δοθεί με μεταχρονολογημένη επιταγή ως η πρακτική του γραφείου. Ο λόγος του τερματισμού είναι ότι παρόλο ότι σε προειδοποίησα επανειλημμένα ότι δεν εγκρίθηκε η άδεια σου για τον μήνα Ιούλιο επέλεξες να πάρεις μονομερώς την άδεια που εσύ καθόρισες. Το γραφείο δεν είναι δυνατόν να δεχθεί τέτοιου είδους συμπεριφορές. Με τιμή, Δρ. Χρίστος Κληρίδης Δικηγόρος» Οι τελευταίες απολαβές της Αιτήτριας, με βάση το τακτικό μισθολόγιο των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.3Α) ανερχόταν στο ποσό των €1845 μηνιαίως που για σκοπούς του Νόμου υπολογίζονται στα €461,25 εβδομαδιαίως. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολό-γηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Χρ. Κληρίδης και η κα Χρ. Στεφάνου ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε η Αιτήτρια. Η κατηγορηματική αυτή απόληξη μας δεν απορρέει μόνο από την εικόνα που σχηματίσαμε για την αξιοπιστία των τριών αυτών μαρτύρων αλλά και από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι στις 10.7.2013 ο κ. Κληρίδης απέστειλε στο κινητό τηλέφωνο της Αιτήτριας τέσσερα μηνύματα, με τα οποία την προειδοποιούσε ότι δεν θα γινόταν αποδεκτή οποιαδήποτε απουσία της για λόγους αδείας, επιβεβαιώνεται και από την αναλυτική κατάσταση της Α.ΤΗ.Κ. την οποία ο ίδιος ο μάρτυρας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκ.4). Αυτό άλλωστε επιβεβαίωσε και η ίδια η Αιτήτρια η οποία παραδόξως αναφέρθηκε σε ένα μόνο μήνυμα που έλαβε στο κινητό της, καθώς και η κα Διομήδους η οποία έκανε λόγο για μηνύματα που η Αιτήτρια έλαβε από το γραφείο. Η επιμονή μάλιστα του κ. Κληρίδη να θέσει εις γνώσιν της Αιτήτριας τις προθέσεις του, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το πρόγραμμα αδείας, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του για την ενημέρωση που είχε από άτομο του γραφείου ότι η Αιτήτρια διέδιδε, παρουσία άλλων υπαλλήλων, ότι θα πήγαινε με άδεια παρά τις ρητές εντολές του ιδίου. Διαφορετικά, όπως ο ίδιος ανέφερε και συμφωνούμε, εάν δεν είχε τέτοια ενημέρωση δεν είχε λόγο να στείλει μέσα σε μια μέρα τέσσερα μηνύματα. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της κας Στεφάνου, στην οποία η Αιτήτρια, τόσο με τις δηλώσεις όσο και τις ενέργειες της, κατέστησε φανερό ότι θα απουσίαζε την περίοδο από 11 έως 21 Ιουλίου παρά την απόρριψη του αιτήματος της και τη συμφωνία που είχε με τον κ. Κληρίδη ότι θα έπαιρνε όλη την άδεια της τον Αύγουστο. Η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε στα εν λόγω μηνύματα παρόλο που παραδέχθηκε ότι περιήλθαν στην αντίληψη της. Καθώς ανέφερε δεν απάντησε γιατί θεώρησε ότι το μήνυμα απεστάλη σε όλο το προσωπικό, γνωρίζοντας ωστόσο, ως υπεύθυνη για την κατάρτιση της λίστας αδειών, ότι ήταν η μόνη υπάλληλος της οποίας δεν εγκρίθηκε άδεια για τη συγκεκριμένη περίοδο και, συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος για τον κ. Κληρίδη να κοινοποιήσει μια τέτοια προειδοποίηση σε άλλο υπάλληλο πλην της ιδίας. Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση κατέστησαν φανερές τις προθέσεις τους στην Αιτήτρια για το θέμα της άδειας, εν τούτοις την επομένη το πρωί δεν προσήλθε στην εργασία της με αποτέλεσμα ο κ. Κληρίδης να τερματίσει την απασχόληση της αποστέλ-λοντας δύο τηλεφωνικά μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της, στις 8:35 και 8:42πμ (Τεκ.4). Η Αιτήτρια για να δικαιολογήσει τη θέση της, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι φεύγοντας από το Λατσί και φθάνοντας έξω από τη Λεμεσό συνάντησε μεγάλο μποτιλιάρισμα, με όλα τα αυτοκίνητα, τόσο στον αυτοκινητόδρομο όσο και στους γύρω δρόμους να είναι ακινητοποιημένα λόγω της έκρηξης που επεσυνέβη στο Μαρί. Η προσπάθεια της να επικοινωνήσει με το γραφείο δεν απέδωσε γιατί, καθώς ισχυρίστηκε, όλες οι τηλεφωνικές γραμμές ήταν κατειλημμένες. Τη θέση αυτή η Αιτήτρια εμφανώς να προέβαλε για πρώτη φορά στο στάδιο της ακρόασης. Ωστόσο, για ένα τόσο σοβαρό γεγονός που, κατά την ίδια, καθιστούσε αδύνατη την έγκαιρη μετάβαση της στην εργασία της, αναμένετο λογικά ότι θα το προέβαλλε με την πρώτη ευκαιρία τόσο στην επιστολή του δικηγόρου της προς τους Καθ' ων η αίτηση, με την οποία ζητούσε «τη εξάντληση όλων των πιθανών δυνατοτήτων για λύση της διαφοράς» (Τεκ.8), όσο και στους γενικούς λόγους της Αίτησης, καθώς ένοιωθε τόσο αδικημένη για την απόλυσης της. Η εξαντλητική μάλιστα αναφορά που γίνεται από τον κ. Κληρίδη στην απαντητική επιστολή του (Τεκ.9), πιστεύουμε ότι αποτελούσε μια ακόμη πρόκληση για αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός, εάν όντως υφίστατο. Πολύ περισσότερο, υπό τις περιστάσεις που η ίδια προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν η πρώτη που λογικά αναμένετο ότι θα αντιδρούσε, έστω και εκ των υστέρων, με τη λήψη του μηνύματος για τερματισμό της απασχόλησης της, αφού καθώς ισχυρίστηκε, είχε τόσο μεγάλη ανάγκη τη δουλειά, λόγω επιτακτικών υποχρεώσεων για κάλυψη δανείων αρκετών χιλιάδων Ευρώ προς τις Τράπεζες. Η εκδοχή της επίσης ότι προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με το γραφείο και ότι οι γραμμές ήταν κατειλημμένες καταρρίπτεται από το γεγονός και μόνο ότι ο κ. Κληρίδης μπόρεσε μέσα σε λίγα λεπτά να αποστείλει δύο μηνύματα τη στιγμή που η ίδια ισχυρίζεται ότι βρισκόταν κοντά στο σημείο της έκρηξης και ότι ήταν αδύνατη η επικοινωνία. Η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση της και, αν μη τι άλλο, δεν έθεσε αναλυτικό λογαριασμό του κινητού της τηλεφώνου με τις τηλεφωνικές κλήσεις της συγκεκριμένης μέρας. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας κρίνεται αναξιόπιστη ενώ η μαρτυρία του κ. Χρ. Κληρίδη και της κας Χρ. Στεφάνου αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επομένως, ότι η μαρτυρία τους αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Γ. Αντωνίου κρίνουμε ότι στερείται σημασίας εν όψει του ότι τα όσα ανέφερε δεν τίθενται σε αμφισβήτηση αλλά ούτε και αποτελούν τη βάση των γεγονότων που θα οδηγήσουν το Δικαστήριο στην τελική του κρίση. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
  8. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α)........................................................................................................................ (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Στην Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1Β ΑΑΔ 1146, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμονη άρνηση του εργοδοτούμενου να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του εργοδότη του, συνιστά πλήγμα στην εμπιστοσύνη του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο που θα δικαιολογούσε τον πρώτο να απολέσει την εμπιστοσύνη του για τον δεύτερο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Η ανυπακοή του εργοδοτούμενου σε μια νόμιμη και λογική οδηγία, συνιστούσε, επίσης, περιφρό-νηση και πλήρη αδιαφορία για τον τρόπο με τον οποίο ο εργοδότης ήθελε να εκτελείται η εργασία της εταιρείας, και έπληττε καίρια την εργασιακή τους σχέση. Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Στην Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925, έχει αποφασιστεί ότι η απουσία εργοδοτούμενου από την εργασία του, χωρίς δικαιολογημένη αιτία ή λόγο και πολύ περισσότερο χωρίς προηγούμενη άδεια αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας που δικαιολογεί με βάση το άρθρο 5 (ε) και (στ) (ν) την απόλυση χωρίς προειδοποίηση. Ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου επισημαίνουμε ότι ο λόγος απόλυσης ως και η λογικότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου κρίνεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων και ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφαση του. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη σοβαρού παραπτώματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων εργασίας και ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και ή παρακοή σε λογικές εντολές και ή περιφρόνηση και πλήρη αδιαφορία για τον τρόπο που ήθελαν να εκτελείται η εργασία της εταιρείας. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, στα οποία έχουμε καταλήξει, εμφαίνεται ότι το καλοκαίρι του 2011, οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούμενοι λόγους που αφορούσαν τις χαμηλές εισπράξεις του γραφείου και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν για κάλυψη του μισθολογίου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, δεν ενέκριναν την άδεια που αιτήθηκε η Αιτήτρια για την περίοδο από 11-21 Ιουλίου και συμφώνησαν μαζί της όπως λάβει όλη την άδεια της εντός του μηνός Αυγούστου. Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε το διευθυντικό δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να καθορίζουν μονομερώς τον χρόνο χορήγησης της άδειας στους εργοδοτούμενους τους, κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ανάλογα με τις ανάγκες του γραφείου. Αντίθετα με την κατάθεση της επιβεβαιώνει ότι η χορήγηση αδείας έχρηζε πάντοτε της τελικής έγκρισης του κ. Χρ. Κληρίδη. Η Αιτήτρια ωστόσο, κατά παράβαση των ρητών οδηγιών και ή εντολών που είχε από τους Καθ' ω η αίτηση και αγνοώντας τα όσα συμφώνησε μαζί τους, αναφορικά με τον χρόνο λήψης της άδειας της, επέλεξε μονομερώς και χωρίς την έγκριση τους, να φύγει με άδεια αντί τον Αύγουστο τον Ιούλιο και δη μεταξύ 11 - 21 Ιουλίου, αδιαφορώντας πλήρως για τα καθήκοντα της και δη τις εισπράξεις του γραφείου. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πούμε ότι η εν γένει συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως απαράδεχτη. Με τη μονομερή απόφαση της να μην τηρήσει το πρόγραμμα αδειών, δεν παρέβη απλώς ουσιώδους όρους της σύμβασης εργασίας της, αλλά ταυτόχρονα έθετε υπό δοκιμασία την επιβαλλόμενη τάξη και πειθαρχία που οι Καθ' ων η αίτηση ήθελαν να επικρατεί στο γραφείο τους. Επίσης, με τις ενέργειες της, κατέδειξε την ηθελημένη και επίμονη άρνηση της να υπακούσει και συμμορφωθεί σε λογικές εντολές των Εργοδοτών της, που σκοπό είχαν την αποτε-λεσματικότητα και σωστή λειτουργία του γραφείου τους, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία στα καθήκοντα της. Εν ολίγοις, με την υπό αναφορά συμπεριφορά της, η Αιτήτριας κλόνισε την εμπιστοσύνη των Καθ' ων η αίτηση στο πρόσωπο της, σε τέτοιο βαθμό, που η συνέχιση της εργασιακής σχέσης καθίστατο πλέον μη ανεκτή για τους ίδιους. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τερματίσουν άμεσα την απασχόληση της. Στην τελική αγόρευση του ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι οι Καθ' ων η αίτηση στέρησαν από την Αιτήτρια το δικαίωμα να ακουστεί πριν λάβουν την τελική τους απόφαση, κατά παράβαση του άρθρου 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού της Απασχόλησης του 1982 (Ν.45/85), που προνοεί τα ακόλουθα: «η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδο-τούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)] Στην προκείμενη περίπτωση, είμεθα της γνώμης, ότι δεν υπήρξε παράβαση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Όπως έχουμε καταλήξει ανωτέρω, ενημερωθείς ο κ. Κληρίδης για τα όσα η Αιτήτρια διέδιδε στο γραφείο, ότι θα πήγαινε με άδεια παρά τις ρητές εντολές του ιδίου, με την επίμονη αποστολή τεσσάρων μηνυμάτων την ενημέρωσε ότι δεν θα γινόταν αποδεχτή οποιαδήποτε αποχή για λόγους αδείας. Η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε στα εν λόγω μηνύματα. Την επομένη μάλιστα, ενώ κανονικά θα έπρεπε να ευρίσκεται στο γραφείο, δεν εμφανίστηκε και ούτε έδωσε οποιαδήποτε σημεία. Υπό αυτά τα δεδομένα οι Καθ' ων η αίτηση μη έχοντα άλλη επιλογή, καθώς διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια κατέστησε φανερές τις προθέσεις της, προχώρησαν στην απόλυση της. Τα στοιχεία που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης και τα οποία έγιναν πιστευτά από το Δικαστήριο, κρίνουμε ότι ήταν αρκετά για να καταδείξουν ότι το δικαίωμα αυτό ουδέποτε παραβιάστηκε. Τα όσα η Αιτήτρια έχει επικαλεστεί εκ των υστέρων, δεν μπορούν να αναβιώσουν τέτοιο δικαίωμα μιας και η ίδια δεν έδωσε οποιαδήποτε σημεία ότι πράγματι ήταν καθοδόν προς το γραφείο και λόγοι ανωτέρας βίας δεν της επέτρεψαν. Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση, με βάση τα ενώπιον τους στοιχεία, ενέργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικοί εργοδότες και ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις δεν εκδίδεται οποια-δήποτε διαταγή για έξοδα. υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Λ. Γεωργιάδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.