ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. G.A.P. AKIS EXPRESS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 551/2012, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Π. Ρήγα, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 551/2012 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτητή -και-
- G.A.P. AKIS EXPRESS LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση -------------- Ημερομηνία: 29η Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Γ. Κ. Καζαντζής Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Ζ. Νικολάου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Τ. Σκούρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομη, αδικαιολόγητη και ή αυθαίρετη απόλυση και διαζευκτικά από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») πληρωμή σε περίπτωση που ήθελαν αποδειχθεί συνθήκες πλεονασμού, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα συν Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αμφισβητεί τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για λόγους πλεονασμού και συγκεκριμένα λόγω εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως και ή αλλαγών στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης που ελάττωσε τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων και ή αλλαγών στις μεθόδους παραγωγής ή στις αναγκαίουσες ειδικότητες των εργοδοτουμένων. Είναι η θέση του Ταμείου, όπως απαντάται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού, απερρίφθη, καθότι τα τεθέντα ενώπιον του στοιχεία δεν δικαιολογούσαν συνθήκες πλεονασμού. Η επιχείρηση την οποία διεξήγαγε η Εργοδότρια Εταιρεία και ή τμήμα αυτής μεταβιβάστηκε και ή αναλήφθηκε από άλλο εργοδότη, ήτοι την εταιρεία G.A.P. Vassilopoulos Express Logistics Ltd η οποία συνέχισε τη διεξαγωγή των εργασιών της Εργοδότρια Εταιρείας. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδο-τούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τον Αιτητή λόγω πλεονασμού. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσε ο γενικός διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Γιώργος Χριστοφίδης. Κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Το Ταμείο δεν προσκόμισε μαρτυρία. Πρόσθετα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφίδη, η Εργοδότρια Εταιρεία ανήκει στον Όμιλο εταιρειών της G.A.P. Vassilopoulos, αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και μέχρι το τέλος του 2010 ασχολείτο κυρίως με την ταχυμεταφορά φακέλων, εμπορευμάτων και άλλων αντικειμένων. Ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως οδηγός με καθήκοντα την εκτέλεση δρομολογίων μεταφοράς των εν λόγω αντικειμένων με αυτοκίνητα της Εταιρείας. Το 2009 δημιουργήθηκε από τον Όμιλο μια νέα εταιρεία, η G.A.P. Vassilopoulos Express Logistic Ltd ("Logistic"), η οποία ασχολείτο με παρόμοιες δραστηριότητες. Περί το τέλος του 2010 και μέσα στα γενικότερα πλαίσια εκσυγχρονισμού και καλύτερου συντονισμού όλων των εταιρειών του Ομίλου, αποφασίστηκε η κατανομή των διαφόρων δραστηριοτήτων του Ομίλου στην κάθε εταιρεία ανάλογα με τη φύση των εργασιών που εκτελούσε. Με τη νέα αυτή πολιτική όλες οι μεταφορές ανατέθηκαν στη Logistic, ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία περιορίστηκε στη διαχείριση των καταστημάτων εξυπηρέτησης πελατών. Συνέπεια της απόφασης αυτής ήταν η πλήρης αναδιοργάνωση της Εργοδότριας Εταιρείας που οδήγησε στην κατάργηση όλων των θέσεων οδηγών. Από τους 42 περίπου οδηγούς που η Εργοδότρια Εταιρεία εργοδοτούσε παγκύπρια, απόλυσε συνολικά 12 ενώ οι υπόλοιποι μετα-φέρθηκαν στη Logistic. Ο Αιτητής εργαζόταν ως οδηγός στο υποκατάστημα Δαλιού, από το οποίο απολύθηκαν οι πέντε από τους εννέα οδηγούς που εργάζονταν εκεί, ενώ οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στη Logistic. Η τελευταία δεν είχε τη δυνατότητα να προσφέρει απασχόληση σ' όλους τους οδηγούς αφού είχε τους δικούς της οδηγούς και δεν χρειαζόταν άλλο προσωπικό. Αντεξεταζόμενος από την κα Σκούρου σε σχέση με τη περίοδο απασχόλησης του Αιτητή, συμφώνησε τελικά με τον «κατάλογο εργοδοτήσεων» του Αιτητή που παρήχθη από το ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.2) και από τον οποίο προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από 28.8.2000 μέχρι 31.5.2001 και από 17.7.2004 μέχρι 7.1.
- Στο μεσοδιάστημα απασχολήθηκε σε διάφορες άλλες εταιρείες με τελευταία την Frakapor Courier Ltd για την περίοδο από 17.9.2002 μέχρι 31.8.2004, η οποία, καθώς ανέφερε ο μάρτυρας, δεν είχε καμία σχέση με την Εργοδότρια Εταιρεία. Για τους λόγους απόλυσης του Αιτητή επέμεινε στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, σημειώνοντας ότι τις μεταφορές δεμάτων και άλλων αντικείμενων ανέλαβε αποκλειστικά η Logistic και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία περιορίστηκε στη διαχείριση των καταστημάτων. Επίσης ότι η Logistic ανέλαβε και τη διαχείριση του στόλου και τα οχήματα που διέθετε η Εργοδότρια Εταιρεία για να διεξάγει τις εργασίες της, με αποτέλεσμα τα καθήκοντα του Αιτητή να εκλείψουν καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε πλέον ανάγκη από οδηγούς. Ερωτηθείς εάν προτάθηκε στον Αιτητή να συνεχίσει στη νέα εταιρεία, αρκέστηκε να πει ότι κάποιοι από τους οδηγούς μεταφέρθηκαν στη Logistic ενώ άλλοι για τους οποίους δεν υπήρχε θέση, δεν προσλήφθηκαν. Περαιτέρω, αφού υποδείχτηκε στο μάρτυρα το ερωτηματολόγιο που η Εργοδότρια Εταιρεία κοινοποίησε στο Ταμείο (Τεκ.5), συμφώνησε ότι στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ως λόγος απόλυσης του Αιτητή, «Πλεονασμός λόγω αναδιοργάνωσης της Εταιρείας». Επίσης συμφώνησε ότι οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ήταν €1197,51 πλέον 13ο μισθό που για σκοπούς του Νόμου υπολογίζονται στα €299,38 εβδομαδιαίως. Ο Αιτητής στην κυρίως εξέταση του επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι άρχισε να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία από τις 28.8.2000 και ότι οι απολαβές του ανέρχονταν ακάθαρτα στα €1.277,
- Ταυτόχρονα παρουσίασε σειρά εγγράφων όπως απόδειξη είσπραξης της πληρωμής αντί προειδοποίησης (Τεκ.6), τη μισθοδοσία του για τον Δεκέμβριο 2010 (Τεκ.7) και τις επιστολές που έλαβε από το Ταμείο (Τεκ.8 και 9). Αντεξεταζόμενος για την περίοδο απασχόλησης του και τις μηνιαίες απολαβές του συμφώνησε με τις θέσεις του Ταμείου, αφού προηγουμένως αναγνώρισε την αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού που ο ίδιος υπέβαλε στο Ταμείο (Τεκ.10). Ερωτηθείς εάν δέχθηκε πρόταση να συνεχίσει την απασχόληση του στη Logistic ευθέως απάντησε επί λέξει ότι δεν ήθελε να πάει. Είπαν όσοι ήθελαν. Κάποιοι τους είπαν για παραπάνω λεφτά και πήγαν. Ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει στον ίδιο «μάστρο», έχανε τα χρόνια προϋ-πηρεσίας του και δεν υπέγραψε κανένα χαρτί ότι δεχόταν. Κάποιοι που υπέγραψαν έπιασαν και τα επιπλέον λεφτά. Επανεξεταζόμενος συμφώνησε ότι εάν πήγαινε στην άλλη δουλειά θα έχανε δικαιώματα γιατί επρόκειτο για μια νέα πρόσληψη. Ανάλυση - Συμπεράσματα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία τους, έχοντας κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Από την κυρίως εξέταση του κ. Χριστοφίδη προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η Εργοδότρια Εταιρεία ανήκει στον Όμιλο εταιρειών της G.A.P. Vassilopoulos, αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και μέχρι το τέλος του 2010 ασχολείτο κυρίως με την ταχυμεταφορά φακέλων, εμπορευμάτων και άλλων αντικειμένων. Ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως οδηγός με καθήκοντα την εκτέλεση δρομολογίων μεταφοράς των εν λόγω αντικειμένων με αυτοκίνητα της Εταιρείας. Το 2009 δημιουργήθηκε από τον Όμιλο μια νέα εταιρεία, η G.A.P. Vassilopoulos Express Logistic Ltd ("Logistic"), η οποία εκτελούσε παρόμοιες δραστηριότητες με την Εργοδότρια Εταιρεία. Περί το τέλος του 2010 αποφασίστηκε μεταξύ άλλων, όπως όλες οι μεταφορές που εκτελούσε μέχρι τότε η Εργοδότρια Εταιρεία ανατεθούν στη Logistic, ενώ η ίδια περιορίστηκε στη διαχείριση των καταστημάτων εξυπηρέτησης πελατών. Ως επακόλουθο, από τους 42 περίπου οδηγούς που η Εργοδότρια Εταιρεία εργοδοτούσε παγκύπρια, απόλυσε συνολικά 12 ενώ οι υπόλοιποι 30 μεταφέρθηκαν στη Logistic. Ο Αιτητής εργαζόταν ως οδηγός στο υποκατάστημα Δαλιού, από το οποίο απολύθηκαν οι πέντε από τους εννέα οδηγούς που εργάζονταν εκεί, ενώ οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στη Logistic. Η Logistic ανέλαβε επίσης και τη διαχείριση του στόλου και τα οχήματα που διέθετε η Εργοδότρια Εταιρεία για να διεξάγει τις εργασίες της. Τόσο ο κ. Χριστοφίδης όσο και ο Αιτητής, αντεξεταζόμενοι συμφώνησαν ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 17.7.2004 μέχρι 5.3.
- Επίσης ότι οι ακαθάριστες απολαβές του υπολογίζονται για σκοπούς του Νόμου στα €299,38 εβδομαδιαίως. Περαιτέρω, με όσα ο Αιτητής ανέφερε στην αντεξέταση του, διαπιστώνουμε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του από την Εργοδότριας Εταιρεία, ζητήθηκε τόσο από τον ίδιο όσο και τους υπόλοιπους οδηγούς να συνέχιζαν την απασχόληση τους στην Logistic και ότι ο ίδιος δεν ήθελε γιατί, καθώς είπε, θα έχανε την προϋπηρεσία του αφού επρόκειτο για νέα εργοδότηση. Το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι εάν η Εργοδότριας Εταιρεία κατάφερε, με βάση τα όσα ο κ. Χριστοφίδης παρέθεσε ενώπιον μας, να αποδείξει την κατ' ισχυρισμό αναδιοργάνωση της Εργοδότριας Εταιρείας που οδήγησε στην κατάργηση όλων των θέσεων οδηγών περιλαμβανομένου και του Αιτητή. Το δεύτερο και προέχον ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να εξέταση με βάση το μαρτυρικό υλικό και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων είναι κατά πόσο στην κρινόμενη περίπτωση χρήζουν εφαρμογής οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 «Περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων». (i) Οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Ν.104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[1] Κατά το ΔΕΚ[2] για να θεωρηθεί ότι συντρέχει «μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης» κατά την έννοια της Οδηγίας και συνεπώς κατά την έννοια του Ν.104(Ι)/2000, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη μονάδα να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό τον νέο φορέα της (εκδοχέα). Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ[3], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής μονάδας, μιας μονάδας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει διατηρεί την ταυτότητα της. Το Δικαστήριο ερμηνεύοντας το ίδιο τον όρο αυτό, όρισε ότι ως διατήρηση της ταυτότητας νοείται η εκτίμηση για το αν πρόκειται για συμβατική εκχώρηση οικονομικής μονάδας, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εκμετάλλευσή της πράγματι συνεχίζεται ή αρχίζει εκ νέου από τον νέο επιχειρηματία, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες. Το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000 εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), (β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους (σήμα, διπλώματα ευρεσι-τεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), (γ) η ανάληψη ή μη σημαντικού μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, (στ) η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά, δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται[4]. Η οικονομική μονάδα δεν ταυτίζεται με την ασκούμενη απ' αυτή δραστηριότητα και, επομένως, η μεταβίβαση δραστηριότητας αυτή και μόνη δεν συνιστά μεταβίβαση μονάδας. Έτσι η ανάθεση ορισμένης δραστηριότητας (λειτουργίας) ή τομέα δραστηριότητας της επιχείρησης σε τρίτο εφόσον αυτή δεν συνοδεύεται από άλλα στοιχεία, δεν συνιστά μεταβίβαση εκμετάλλευσης ή τμήματος εκμετάλλευσης. Η οικονομική μονάδα «δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη δραστηριότητα την οποία επιτελεί. Η ταυτότητα της προκύπτει επίσης από άλλα στοιχεία, όπως το προσωπικό της, η στελέχωσή της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι της εκμετάλλευσης ή και, ενδεχομένως, τα μέσα εκμετάλλευσης που διαθέτει»[5]. Επιβάλλεται, επομένως να γίνει διάκριση ανάμεσα στη μεταβίβαση δραστηριότητας χωρίς ανάληψη από το νέο επιχειρηματία άλλων στοιχείων της επιχείρησης ή του προσωπικού της και στη μεταβίβαση δραστηριότητας με ανάληψη συγχρόνως υλικών ή άυλων στοιχείων ή τμήματος του προσωπικού. Μόνον η δεύτερη περίπτωση μπορεί να συνιστά μεταβίβαση οικονομικής μονάδας και επομένως να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και των εθνικών ρυθμίσεων (Ν.104(Ι)/2000)που την υλοποιούν. Τόσο η Οδηγία όσο και ο Ν. 104(Ι)/2000δεν ορίζουν ότι οι εργασιακές σχέσεις μεταβιβάζονται όταν κάποιος συνεχίζει τη δραστηριότητα ενός άλλου προσώπου, αλλά συνδέουν την έννομη συνέπεια της μεταβίβασης της εργασιακής σχέσης με τη μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος εγκατάστασης ή επιχείρησης[6]. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ασχολείτο με την ταχυμεταφορά φακέλων, εμπορευμάτων και άλλων αντικειμένων. Προς τα τέλη του 2010 η εν λόγω μεταφορές αναλήφθηκαν από την Logistic και η Εργοδότρια Εταιρεία περιορίστηκε στη διαχείριση των καταστημάτων εξυπηρέτησης πελατών. Με την ανάληψη της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η τελευταία προσέλαβε ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού που απασχολούσε η Εργοδότρια Εταιρεία και ταυτόχρονα ανάλαβε τη διαχείριση των οχημάτων που η τελευταία χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των εργασιών της. Ο κ. Νικολάου στην αγόρευση του εισηγήθηκε μεταξύ άλλων, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 για τον λόγο ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση της κυριότητας των υλικών στοιχείων ήτοι των οχημάτων στη Logistic αλλά απλώς η ανάθεση τους. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν συνάδει με τη νομολογία του ΔΕΚ. Όπως επισημαίνει, «από αυτό τούτο το κείμενο του άρθρου 1 της Οδηγίας προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας καλύπτει όλες τις περιπτώσεις αλλαγής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη εκμεταλλεύσεως της επιχείρησης και που, ως εκ τούτου, έχει αναλάβει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχειρήσεως, χωρίς να έχει σημασία αν μεταβιβάστηκε η κυριότητα των ενσώματων στοιχείων».[7] Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι τα ενσώματα στοιχεία που ανέλαβε η Logistic δεν ανήκαν στην ίδια αλλά παρέμειναν στην κυριότητα της Εργοδότριας Εταιρείας δεν οδηγεί στον αποκλεισμό της εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων. Να σημειώσουμε επίσης ότι σύμφωνα με το ΔΕΚ, ως επιχειρήσεις υπό την έννοια του άρθρου 1§1 της Οδηγίας νοούνται όχι μόνον οι ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αλλά και οι επιχειρήσεις, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο[8]. Συνεπώς από τη στιγμή που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι προστατευτικές διατάξεις, το γεγονός και μόνο ότι εκδοχεύς και εκχωρητής αποτελούν εταιρείες ανήκουσες στον ίδιο Όμιλο δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή τους. Επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να στηριχθεί αποκλειστικά στο συμπέρασμα, εάν στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης των συνθηκών της συγκε-κριμένης περίπτωσης τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία από μόνα τους δύνανται να διατηρήσουν την οντότητα της οικονομικής μονάδας και να συμβάλουν αποφασιστικά στην πραγμάτωση των σκοπών της. Θα πρέπει εν ολίγοις από μόνα τους να δώσουν την ικανότητα στον νέο εργοδότη να συνεχίσει αυτό που έκανε ο προκάτοχος του. Στην προκείμενη περίπτωση το κομμάτι της επιχείρησης που ανέλαβε η Logistic ήτοι η υπηρεσία μεταφορών και διανομής δεν μπορεί να θεωρηθεί δραστηριότητα που στην ουσία στηρίζεται στο εργατικό δυναμικό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ξεχωριστό τμήμα της επιχείρησης για τη λειτουργία του οποίου απαιτούνται σημαντικά ενσώματα περιουσιακά στοιχεία όπως ο στόλος και τα οχήματα μεταφορών τα οποία κατ' παραδοχή του κ. Χριστοφίδη αναλήφθηκαν μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού από τη Logistic. Εν ολίγοις, στον νέο εργοδότη μεταβιβάστηκαν όλα εκείνα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία και ικανά για τη συνέχιση του μέρους αυτού της επιχείρησης του προκατόχου του. Συνεπώς δεν πρόκειται για την ανάθεση μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας ή τομέα δραστηριοτήτων υπό μορφή "outsourcing" ή "contracting out", όπως συναντάται στην ξένη βιβλιογραφία, αλλά για μια οργανωμένη οντότητα η οποία και μετά την ανάληψη της από τον νέο εργοδότη συνέχισε από μόνη της να διατηρεί την ταυτότητα της. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει εντός των πλαισίων των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση, έλαβε χώρα μεταβίβαση τμήματος της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας στην εταιρεία Logistic κατά την έννοια των διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, δεδομένου ότι η τελευταία ανέλαβε τις υπηρεσίες μεταφοράς και διανομής με τις οποίες δραστηριοποιείτο η πρώτη, χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της και κατά τρόπο ώστε τα επί μέρους μεταβιβασθέντα στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης να διατηρούν την οργανική τους ενότητα αλλά και την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τον σκοπό της εκμετάλλευσης και υπό τον νέο φορέα, τη Logistic. Το αν τελικά η εν λόγω εταιρεία ενσωμάτωσε τη μεταβι-βασθείσα επιχείρηση στη υφιστάμενη δομή της δικής της επιχείρησης, αυτό δεν αρκεί για να αποκλείσει την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, με συνέπεια να στερηθούν οι οικείοι εργοδοτούμενοι της παρεχόμενης προστασίας. (ii) Οι συνθήκες απόλυσης του Αιτητή Σύμφωνα με τα άρθρο 4
(1)και 5
(1)του Νόμου 104(Ι)/2000: 4.-
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη σύμβαση αυτή, στον εκδοχέα. 5.-
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα: Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίοι συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. Το ΔΕΚ, ερμηνεύοντας τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας (αντίστοιχο άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000) δέχθηκε τα ακόλουθα:[9] «Το άρθρο 4 παρ.1 αυτής διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση απολύσεως, που οφείλεται αποκλειστικά στη μεταβίβαση, τόσο έναντι του μεταβιβάζοντος όσο και έναντι του προς ον η μεταβίβαση. Οι εργαζόμενοι, των οποίων η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, είχε, κατά παράβαση του παραπάνω άρθρου, λήξει πριν από τη μεταβίβαση, πρέπει να θεωρηθούν ότι εξακολούθησαν να απασχολούνται κατά τον χρόνο (ημερομηνία) της μεταβίβασης, πράγμα που, έχει, ως συνέπεια ιδίως, ότι, οι υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι αυτών μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως από τον μεταβιβάζοντα προς ον η μεταβίβαση (διάδοχο). Επομένως, το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας, καθόσον απαγορεύει την απόλυση, που οφείλεται αποκλειστικά στη μεταβίβαση, δεν περιορίζει περισσότερο την εξουσία του διαδόχου (προς ον η μεταβίβαση) να προβεί σε απολύσεις, για τους λόγους, τους οποίους αναγνωρίζει, δηλαδή για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. Οι κανόνες της Οδηγίας, και ιδίως οι σχετικοί, με την προστασία των εργαζομένων από την απόλυση, λόγω της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως δεσμευτικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής, για τους εργαζόμενους, παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς. Κατά συνέπεια, η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος, λίγο προ της μεταβιβάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση (διαδόχου), έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος, δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Οι εργαζόμενοι, που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα, λίγο προ της μεταβίβασης και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση, μπορούν να προβάλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». Καθώς έχουμε καταλήξει πιο πάνω, η ασκούμενη από την Εργοδότρια Εταιρεία επιχείρηση μεταφοράς και διανομής ουδέποτε διέκοψε τη λειτουργία της. Απλώς συνέχισε να διατηρεί την ταυτότητα της διεξάγοντας τις ίδιες δραστηριότητες, με τα ίδια μέσα υπό τον νέο φορέα, τη Logistic. Η αναδιοργάνωση στην οποία αναφέρεται η Εργοδότρια Εταιρεία είναι φανερό ότι έγινε λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης του συγκεκριμένου τμήματος μεταφορών. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν λόγοι οικονομικοί, τεχνικοί ή οργανωτικοί που θα συνεπάγονταν μεταβολές του εργατικού δυναμικού κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης. Σε τελική ανάλυση επρόκειτο για μια αλλαγή η οποία από μόνη της δεν συνιστά λόγο πλεονασμού στα πλαίσια του Νόμου. Από τη στιγμή που χρήζουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 και δεν συντρέχουν λόγοι πλεονασμού, μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του ως εργοδότης, οι οποίες μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον εκδοχέα, ανεξάρτητα από τη θέληση του εργοδοτούμενου. Ειδικότερα στο πρόσωπο του εκδοχέα αντανακλάται η παράνομη απόλυση που διενεργήθηκε από τον εκχωρητή (CTC -Ari Airport v. Χαράλαμπου Ανδρέου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A895, Π.Ε. 359/2009 ημερ. 26.11.2014). Εν προκειμένω, ενώ από τα γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι ο εργοδότης ενημέρωσε τον Αιτητή για τη μεταβίβαση του τμήματος της επιχείρησης του στην εταιρεία Logistic και ο ίδιος δεν θέλησε να συνεχίσει στη νέα εταιρεία για δικούς του λόγους, εν τούτοις η παρούσα Αίτηση στρέφεται εναντίον του εκχωρητή ήτοι της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία με τη μεταβίβαση έχει απαλλαγεί των υποχρεώσεων της ως εργοδότης και όχι εναντίον του εκδοχέα ήτοι της εταιρείας Logistic στην οποία αυτοδικαίως έχουν μεταβιβαστεί οι εν λόγω υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή του άρθρου 4
(1)του Νόμου 104(Ι)/2000 και γενικά το όλο πλαίσιο προστασίας που ο εν λόγω Νόμος του παρείχε, ώστε να προβάλει εναντίον του νέου φορέα ήτοι της εταιρείας Logistic το μη νομότυπο της απόλυσης του. Ως εκ των ως άνω η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε σωστό και δίκαιο να μην εκδώσουμε καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγής, Μέλος Π. Ρήγας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [2] C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119. C-29/91 Stichting [1992] ECR 3189. C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-1326. [3] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I- 969. [4] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987), 5479. C-13/95 Suzen
(1997), 1275. C-172/99 Oy LiiKenne (25.1.2001). C-51/00 Temco Service Industries
(2002), 969 [5] C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745, C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 [6] Βλ. Δ. Ζερδελής, "Εργατικό Δίκαιο" όπου γίνεται εκτενής ανάλυση με αναφορά σε αποφάσεις του ΔΕΚ. [7] C-340/01 Abler [2003] ECR I-14046, C-287/86 Ny Moole Kro [1987] ECR I-5465, C-209 Watson Rask [1992] I-5755). [8] C-234/98 G.C. Allen [1999] ECR I-08643. [9] C-319/1994 Dethier [1998] ECR I-1079 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο