ΣΩΤΟΣ ΚΟΥΛΛΟΥΡΟΣ ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 118/2012, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:16 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Χριστοφίδη και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 118/2012 Μεταξύ: ΣΩΤΟΣ ΚΟΥΛΛΟΥΡΟΣ Αιτητής -και- ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
- ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΙΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 15η Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χ. Προύντζος με κα Ζ. Χαραλάμπους Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, εκπαιδευτής ηλεκτρολογίας (ρεύμα υψηλής έντασης), εργάστηκε για διάφορες περιόδους από 25.9.2003 σε δημόσια σχολεία μέσης τεχνικής εκπαίδευσης πάνω σε έκτακτη βάση. Είναι η θέση του Αιτητή ότι από της προσλήψεως του υπηρέτησε στην ίδια θέση εργασίας, με τα ίδια καθήκοντα και τον ίδιο εργοδότη, επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου για περίοδο που υπερέβαινε συνολικά τους τριάντα μήνες, με αποτέλεσμα η σύμβαση απασχολήσεως του να καταστεί σύμβαση αόριστου χρόνου. Έτσι, με την Αίτηση του αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση / Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εργοδότηση του κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχό-λησης 30 μηνών. Β. Επαναδιορισμό / Επαναπρόσληψη με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα που υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του. Γ. Καταβολή σε αυτόν όλων των δικαιωμάτων του συμπεριλαμβανομένων μισθών, ωφελημάτων και άλλων απολαβών και εισφορών για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας. Δ. Υπογραφή γραπτής σύμβασης αόριστου διαρκείας από την ημερομηνία που ο Αιτητής συμπλήρωσε τριάντα μήνες απασχόλησης στους Καθ' ων η αίτηση. Ε. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της εργοδότησης του. Ζ. Γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση Η. Νόμιμο Τόκο Θ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ ΟΙ Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδο-σίας να επιληφθεί των εξεγειρόμενων ζητημάτων στην υπό κρίση Αίτηση καθότι: α) Η σχέση Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση δεν στηρίζεται σε σύμβαση απασχό-λησης αλλά σε προσφορά για έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία. Ο διορισμός σε έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι διοικητική πράξη. β) Ο μη διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση εκπαιδευτικού στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι επίσης διοικητική πράξη. γ) Δεν υπήρξε τερματισμός απασχολήσεως του Αιτητή αλλά συμπλήρωση της χρονικής περιόδου του έκτακτου διορισμού του, ο δε Αιτητής θα έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή, αμφισβητώντας τη νομιμότητα του έκτακτου διορι-σμού άλλων εκπαιδευτικών αντί αυτού. Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή δικογραφείται, αλλά και επαναλαμβάνεται με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, περιστρέφεται γύρο από τον ισχυρισμό ότι οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται με βάση τα επιλεγέντα μαθήματα και τον αριθμό των τμημάτων, που εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών που φοιτούν κάθε σχολικό έτος, με επακόλουθο κάποια σχολικά έτη να προκύπτουν προσωρινές ανά-γκες σε διδακτικές περιόδους, που δεν επαναλαμβάνονται κάθε έτος, με συνέπεια ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για να καλύψουν έκτακτες εκπαι-δευτικές ανάγκες να μην είναι σταθερός για κάθε σχολικό έτος. Με βάση τους υπολογισμούς τους στην ειδικότητα του Αιτητή οι ανάγκες για το σχολικό έτος 2011- 2012 ήταν μειωμένες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά με αποτέλεσμα να μην προσφερθεί στον Αιτητή έκτακτος διορισμός για ολόκληρη τη χρονιά. Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2011-2012 ο Αιτητής απασχολήθηκε ως αντικαταστά-της εκπαιδευτικών που απουσίαζαν προσωρινά από τα καθήκοντα τους. Περαιτέρω αφού αναφέρονται σε αλληλογραφία που αντηλλάγη με τον Αιτητή, ισχυρίζονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της εργοδότησης του με σύμβαση ορισμένου χρόνου και της μη μετατροπής της σε αορίστου χρόνου. Ως επακόλουθο απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή και ζητούν την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής, ενώ από πλευράς Καθ' ων η αίτηση η κα Ελένη Παπαγαπίου, Διοικητική Λειτουργός στο Γραφείο Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδια-μφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μέρων και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι κάτοχος του τίτλου «B.Sc. in Electrical and Electronic Engineering». Στις 9.5.1996, υπέβαλε αίτηση για εγγραφή στον πίνακα διοριστέων εκπαιδευτών Ηλεκτρολογίας (Ρεύμα Υψηλής Έντασης) και το όνομά του περιλήφθηκε στον εν λόγω πίνακα. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Ε.Ε.Υ) με σειρά επιστολών, προσέφερε στον Αιτητή διορισμό σε έκτακτη βάση διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών για διάφορες περιόδους από 25.9.2003 μέχρι 28.8.2011 ως ακολούθως: - 25.09.2003 - 27.02.2004 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 27.10.2003) - 01.03.2004 - 31.08.2004 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 09.03.2004) - 10.01.2005 - 25.02.2005 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 25.01.2005) - 28.02.2005 - 31.07.2005 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 10.03.2005) - 21.09.2005 - 24.02.2006 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 12.10.2005) - 27.02.2006 - 28.08.2006 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 15.02.2006) - 18.09.2006 - 23.02.2007 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 09.10.2006) - 26.02.2007 - 27.08.2007 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 21.02.2007) - 18.09.2007 - 29.02.2008 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 09.10.2007) - 03.03.2008 - 31.08.2008 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 12.02.2008) - 22.09.2008 - 27.02.2009 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 15.10.2008) - 02.03.2009 - 31.08.2009 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 13.03.2009) - 17.09.2009 - 26.02.2010 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 30.09.2009) - 01.03.2010 - 31.08.2010 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 26.01.2010) - 20.09.2010 - 25.02.2011 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 04.10.2010) - 28.02.2011 - 28.08.2011 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 28.01.2011) Ακολούθως από 22.11.2011 ο Αιτητής απασχολήθηκε ως αντικαταστάτης εκπαιδευ-τικών που απουσίαζαν προσωρινά από τα καθήκοντα τους με επιστολές ημερ. 30.11.2011, 22.2.2012 και 3.5.
- Από 5.11.2012 και μέχρι σήμερα ο Αιτητής συνεχίζει να εργάζεται σε έκτακτη βάση διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών ως ακολούθως: - 05.11.2012 - 01.03.2013 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 09.11.2012) - 03.03.2013 - 31.08.2013 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 21.02.2013) - 18.09.2013 - 28.02.2014 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 19.09.2013) - 03.03.2014 - 31.08.2014 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 19.09.2013) - 22.09.2014 - 27.02.2015 (επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 22.09.2014) Η συνολικά αναγνωρισμένη εκπαιδευτική προϋπηρεσία του Αιτητή μέχρι 31.8.2010 ανερχόταν σε 6 χρόνια, 3 μήνες και 13 ημέρες και ακολούθως μέχρι τις 31.8.2012 σε 7 χρόνια, 5 μήνες και 28 ημέρες. Με βάση την τελευταία επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 22.9.2014 (Τεκ.1τ) η προϋπηρεσία του μέχρι 21.9.2014 ανερχόταν σε 9 χρόνια, 3 μήνες και 6 ημέρες. Ο Αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, κοινοποίησε προς τους Καθ' ων η αίτηση επιστολή με ημερομηνία 31.1.2012, ζητώντας μεταξύ άλλων τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου βάσει των διατάξεων του Ν. 98(Ι)/
- Οι Καθ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 6.2.2012, ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι ο Ν. 98(Ι)/2003δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία καθώς με βάση γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της εργοδότησης με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και που είναι κατ' αρχήν οι ακόλουθοι: α) Η απαίτηση των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση την σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων. Η απαίτηση αυτή καθιστά άνευ ετέρου ληξιπρό-θεσμες τις συμβάσεις, εφόσον η σειρά προτεραιότητας στους πίνακες διοριστέων δυνατόν να αλλάζει κάθε χρόνο. β) Οι απασχολούμενοι δυνατόν να αναπληρώνουν κάποιον άλλο εργοδο-τούμενο που απουσιάζει για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ο τελευταίος μηνιαίος ακαθάριστος μισθός του Αιτητή ήταν €3403,
- Να σημειώσουμε ότι ο Αιτητής δεν συμπλήρωσε το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης (ΠΠΚ) για την παρακολούθηση του οποίου θα έπρεπε να κληθεί από την Διοίκηση. Ο Αιτητής με τη μαρτυρία του σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι η τεχνική εκπαίδευση απαρτίζεται από πολλούς κλάδους, όπως ηλεκτρολογία, μηχανολογία, για τους οποίους υπάρχουν διάφοροι πίνακες διοριστέων όπου γίνεται διαχωρισμός των ειδικοτήτων. Παρόλα αυτά οι πλείστοι εκπαιδευτικοί της κάθε ειδικότητας, έκτακτοι και μόνιμοι, διδάσκουν μαθήματα του ευρύτερου κλάδου ανεξαρτήτως εάν διορίστηκαν από καταλόγους συγκεκριμένης ειδικότητας. Περαιτέρω στο κλάδο της ηλεκτρολογίας αν και υπάρχουν διάφοροι κατάλογοι, η συντριπτική πλειοψηφία των μαθημάτων που περιλαμβάνει ο συγκεκριμένος κλάδος μπορούν να διδαχθούν από όλες τις επί μέρους ειδικότητες. Αυτό συμβαίνει και στη δική του περίπτωση όπου προσληφθέντες της δικής του ειδικότητας (ρεύμα υψηλής ένστασης), δεν διδάσκουν το συγκεκριμένο μάθημα αλλά μαθήματα του ευρύτερου κλάδου ηλεκτρολογίας. Ισχυρίστηκε δε, ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιλέγουν από πιο κατάλογο του κλάδου της τεχνικής εκπαίδευσης θα καλύψουν τις πάγιες και οριζόντιες ανάγκες εκάστου έτους χωρίς η επιλογή αυτή να σχετίζεται ή να ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες ανάγκες της ειδικότητας. Ταυτόχρονα ένας εκπαιδευτής μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σε περισσότερους από ένα καταλόγους διοριστέων, όπως και ο ίδιος του οποίου το όνομα ευρίσκεται σε διάφορους καταλόγους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επειδή επιλέγηκε από ένα κατάλογο π.χ. Ηλεκτρολογίας (Ρεύμα Υψηλής Έντασης), θα διδάσκει το μάθημα της συγκεκριμένης ειδικότητας. Η κα Παπαγαπίου, στην κατάθεση της επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις θέσεις που οι Καθ' ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η Ε.Ε.Υ. προσέφερε στον Αιτητή έκτακτο διορισμό, τον οποίο αποδέχθηκε, αφού έλαβε υπόψη τις πρόνοιες των άρθρων 28Γ και 32 των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων, καθώς και τις εκπαιδευτικές ανάγκες στην εν λόγω ειδικότητα, όπως αυτές κοινοποιήθηκαν στο Γραφείο της Επιτροπής από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των προαναφερό-μενων άρθρων, για μόνιμο επί δοκιμασία διορισμό ή για διορισμό προσώπων με σύμβαση διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών απαιτείται επιτυχής συμπλήρωση του Προγράμματος Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης (ΠΠΚ). Ο Αιτητής δεν συμπλήρωσε το ΠΠΚ, και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας δεν μπορούσε να του προσφέρει μόνιμο επί δοκιμασία διορισμό ή διορισμό με σύμβαση διάρκειας άνω των έξι μηνών. Στον αναθεωρημένο πίνακα διοριστέων Φεβρουαρίου 2011 της εν λόγω ειδικότητας ο Αιτητής είχε τον αριθμό
- Οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, με βάση τις επιλογές των μαθητών σε μαθήματα και τον αριθμό των τμημάτων, ο οποίος εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών που φοιτούν κάθε σχολικό έτος. Τόσο οι επιλογές των μαθητών σε μαθήματα, όσο και ο αριθμός των τμημάτων, είναι στοιχεία που μεταβάλλονται κάθε έτος. Ως εκ τούτου, κάποια σχολικά έτη προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους, που δεν επαναλαμβάνονται κάθε έτος. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για να καλύψουν έκτακτες εκπαιδευτικές ανάγκες δεν είναι σταθερός για κάθε σχολικό έτος. Με βάση τους υπολογισμούς του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, οι εκπαιδευτικές ανάγκες στην ειδικότητα Ηλεκτρολογίας (Ρεύμα Υψηλής Έντασης) για το σχολικό έτος 2011 - 2012 ήταν μειωμένες, σε σχέση με τις εκπαιδευτικές ανάγκες κατά το σχολικό έτος 2010 -
- Η Επιτροπή προσέφερε μόνιμο διορισμό στους 3 υποψηφίους που είχαν σειρά προτεραιότητας στον οικείο πίνακα διοριστέων και έκτακτο διορισμό στον υποψήφιο που είχε τον αριθμό 4 στον οικείο πίνακα διοριστέων, αλλά δεν προσέφερε έκτακτο διορισμό στον Αιτητή για ολόκληρη τη σχολική χρονιά, αφού οι εκπαιδευτικές ανάγκες δεν το επέτρεπαν. Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2011 - 2012, ο Αιτητής απασχολήθηκε ως αντικαταστάτης εκπαιδευτικών που απουσίαζαν προσωρινά από τα καθήκοντά τους. Στις 13.11.2006, ο Αιτητής είχε καταχωρήσει την προσφυγή αρ. 2188/2006 εναντίον της απόφασης της Κυπριακής Δημοκρατίας (μέσω Υπουργείου Οικονομικών και Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας) να μην μετατρέψει την εργοδότηση του σε σύμβαση αορίστου χρόνου μετά τη συμπλήρωση 30 μηνών υπηρεσίας. Η εν λόγω προσφυγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε το
- Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου και οι δυο συνήγοροι. Επί του θέματος των προδικαστικών ενστάσεων είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης καθότι η σχέση Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση δεν στηρίζεται σε σύμβαση απασχόλησης αλλά σε προσφορά για έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία και ο διορισμός σε έκτακτη απασχόληση στην εν λόγω υπηρεσία αποτελεί διοικητική πράξη. Παραπέμποντας το Δικαστήριο στην Χρ. Κουμνά κ.α. ν. Κ.Δ. μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 934/2004 ημερ. 12.7.2006, εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, όπως και ο μη διορισμός σε έκτακτη βάση εκπαιδευτικού στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία που επίσης είναι διοικητική πράξη και συνεπώς ο Αιτητής θα έπρεπε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του έκτακτου ή μόνιμου διορισμού άλλων εκπαιδευτικών αντί αυτού, με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι επίσης εισήγηση του ότι κάθε φορά που η Ε.Ε.Υ. απευθυνόταν προς τον Αιτητή με επιστολή προσφοράς διορισμού, προέκυπτε μια νέα διαφορετική αυτοτελή διοικητική πράξη που ως τέτοια εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, από τη στιγμή που η επιλογή δεν ήταν με την ελεύθερη βούληση του εργοδότη δεν υφίστατο σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου όπως συναντάται στο εργατικό δίκαιο. Οι Καθ' ων η αίτηση στην προκείμενη περίπτωση δεν είχαν δικαίωμα επιλογής ούτε ως προς την πρόσληψη αλλά ούτε και ως προς τη μη πρόσληψη του Αιτητή. Ακόμη και στην περίπτωση που ο Αιτητής πίστευε ότι κακώς δεν του προσφέρθηκε συμβόλαιο για την περίοδο 2011-2012, όφειλε να απευθυνθεί με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και όχι στο παρόν Δικαστήριο. Είναι περαιτέρω εισήγηση του, ότι η μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους καθότι σε περίπτωση που εκπαιδευτικός εργαζόμενος σε έκτακτη βάση θεωρηθεί ότι πρέπει να καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7 του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου Ν.98(Ι)/2003, θα δημιουργηθεί εμπλοκή του όλου συστήματος διορισμών, αφού θα επηρεαστούν σημαντικά οι ανάγκες για μόνιμους διορισμούς και θα πληγούν έτσι τα έννομα συμφέροντα άλλης κατηγορίας δικαιούχων. Η απαίτηση των περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων καθιστά άνευ έτερου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις, εφόσον η σειρά προτεραιότητας στους πίνακες δυνατόν να αλλάζει κάθε χρόνο. Επιπλέον έστω κι αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του Ν.98(Ι)/2003, η ρητή απαίτηση όπως ορίζεται στα άρθρα 28Γ και 32 του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου (Ν.10/1969)για επιτυχή συμπλήρωση του Προγράμματος Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης (Π.Π.Κ.) δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επίσης σημαντικός αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί εξαίρεση από τις προστατευτικές διατάξεις. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή ότι με το μαρτυρικό υλικό που ο Αιτητής προσήγαγε ενώπιον του Δικαστηρίου κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη 30μηνης περιόδου απασχολήσεως του στον ίδιο εργοδότη, θεμελιώνοντας έτσι το υπόβαθρο να θεωρηθεί ότι η σύμβαση απασχόληση του έχει καταστεί αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Ν.98(Ι)/2003. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι, οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε την σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή και την μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Αντιθέτως αυτό που διεφάνη μέσα από τη διαδικασία και τις έγγραφες προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της εναρμονιστικής νομοθεσίας και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και καταχρηστικά συνομολόγησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή με απώτερο σκοπό η απασχόλησης του να μη μετατραπεί ποτέ σε αορίστου διαρκείας. Ανάλυση και Συμπεράσματα (i) Προδικαστική ένσταση Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένσταση των Καθ' ων η αίτηση που συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδίκασει την επίδικη διαφορά και ότι δικαιοδοσία θα είχε το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα θέτουμε ανωτέρω, είναι φανερό ότι από τις 9.5.1996, ο Αιτητής περιελήφθη στον πίνακα διοριστέων εκπαιδευτικών Ηλεκτρολο-γίας (Ρεύμα Υψηλής Έντασης). Ακολούθως η Ε.Ε.Υ με σειρά επιστολών, προσέφερε στον Αιτητή διορισμό σε έκτακτη βάση διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών για διάφορες περιόδους από 25.9.2003 μέχρι 28.8.2011 και από 5.11.2012 μέχρι σήμερα. Ο Αιτητής δεν συμπλήρωσε το Π.Π.Κ. και συνεπώς, δεν μπορούσε να του προσφερθεί διορισμός με σύμβαση διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών ως προνοείται στο άρθρο 32 του περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου (Ν.10/69). Στις επιστολές που κοινοποιούνταν στον Αιτητή, κάθε φορά που του προσφερόταν νέος διορισμός, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η διάρκεια του διορισμού του, που κάθε φορά ήταν μικρότερη των έξι μηνών, η αμοιβή του ως και οι «οι Βασικοί Όροι Υπηρεσίας Έκτακτου Εκπαιδευτικού» που επισυνάπτονται και με τους οποίους ο Αιτητής συμφωνούσε και επιβεβαίωνε με την υπογραφή του. Με βάση τους όρους Υπηρεσίας, η απασχόληση του Αιτητή είναι προσωρινή και μπορεί να τερματιστεί οποτεδήποτε είτε από τον εργοδότη είτε στον εργοδοτούμενο με προειδοποίηση σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. Εν ολίγοις στον Αιτητή προσφέρθηκε διορισμός με σύμβαση ορισμένου χρόνου στην οποία περιέχονται η διάρκεια της, η αμοιβή και οι λοιποί όροι απασχόλησης του. Όπως αναφέραμε πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στήριξε την εισήγηση του περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρ. Κουμνά (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση η Ε.Ε.Υ., σε συνεδρία ημερ. 29 Ιουλίου 2004, σημείωσε ότι οι ανάγκες στελέχωσης σε εκπαιδευτικό προσωπικό δεν μπορούσαν να ικανοποιη-θούν με μόνο τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς που είχαν παρακολουθήσει το αντίστοιχο Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης (Π.Π.Κ.) και ήταν διαθέσιμοι για διορισμό, οπότε θα ίσχυε το άρθρο 32 του περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, (Ν.10/69όπως τροποποιήθηκε), και ότι, επομένως, χρειαζόταν ο διορισμός λειτουργών σε έκτακτη βάση. Αποφάσισε λοιπόν να προσφέρει διορισμό διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών σε όσους είχαν σειρά διορισμού στον οικείο πίνακα διοριστέων και δεν παρακολούθησαν το Π.Π.Κ. Η Δημοκρατία εισηγήθηκε ότι ο διορισμός των ενδιαφερομένων προσώπων ενέπιπτε στη σφαίρα όχι του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου, επισημαίνοντας πρώτο, ότι επρόκειτο για έκτακτους διορισμούς σε σχέση με τους οποίους δεν υπήρχε θεσμική πρόνοια και, δεύτερο, ότι διέπονταν από σύμβαση με όρο ο οποίος παρείχε τη δυνατότητα τερματισμού βάσει νόμου που ρύθμιζε σχέσεις στο ιδιωτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο, αφού παράθεσε απόσπασμα από τη απόφαση της Ολομέλειας στην Κωνσταντίνου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)3 Α.Α.Δ. 577, (σελ. 584-585) και επισήμανε ότι στον τομέα της απασχόλησης η διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου παρουσιάζει ενίοτε δυσκολία, έδωσε την εξής κατάληξη: «Έχω τη άποψη πως η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Παρόλο που οι υπό αναφορά «έκτακτοι διορισμοί» δεν ρυθμίζονται ειδικά από το σχετικό Νόμο η φυσιογνωμία τους καθορίζεται από το ότι συνδέονται άρρηκτα με αυτόν. Έγιναν στο πλαίσιο της λειτουργίας του Νόμου, με τους μηχανισμούς τους οποίους προβλέπει και για την προώθηση των σκοπών του. Αυτή η κατάταξη δεν μεταβάλλεται είτε από τη μικρή χρονική διάρκεια των διορισμών - που φαίνεται να έφεραν και την πιθανότητα ανανέωσης - είτε από τον όρο περί απόλυσης ο οποίος, υπό το φως της απόφασης του Κωνσταντινίδη, Δ., στην Καυκαλιάς ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 680/01, ημερ. 3.4.2003 πρέπει να αντικρίζεται με κάποια επιφύλαξη». Στην πιο πρόσφατη απόφαση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3Α.Α.Δ. 49, η Ολομέλεια είχε να αποφασίσει το καθεστώς εργοδότησης των εκτάκτων / συμβασιούχων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα σε συνάρτηση με τον Ν. 98(Ι)/2003. Μεταφέρουμε σχετικό απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης: «Ως πρόλογο, και για το ιστορικό της υπόθεσης, να αναφέρουμε πως η μόνιμη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την πρόσληψη ατόμων στη Δημόσια Υπηρεσία με διαδικασίες έξω από την προβλεπόμενη στο Σύνταγμα και τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 1/90, στον οποίο υιοθετούνται οι συνταγματικές αρχές για ίση μεταχείριση των πολιτών και διαφάνεια στις διαδικασίες, εκφράστηκε ρητά και καθαρά στις υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλοι v. Γιάλλουρου και Άλλης
(1995)3 Α.Α.Δ. 363, Μενελάου και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 370 και Ηλία και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884. Στην υπόθεση μάλιστα Μενελάου, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ορθό να συνοψίσει τις βασικές αρχές που διέπουν διορισμούς στο δημόσιο, όπως αυτές προκύπτουν από το Σύνταγμα και τους συνάδοντας προς αυτό Νόμους, ως εξής: «α. Μόνο αρμόδιο σώμα για τη διενέργεια προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία, σε μόνιμη ή προσωρινή θέση, είναι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. β. Καμιά θέση στη Δημόσια Υπηρεσία δεν πληρούται χωρίς να προηγηθεί η δημόσια προκήρυξη της. γ. Η κατοχή των προβλεπόμενων από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό σε δημόσια θέση.» Να προσθέσουμε μόνο πως η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως εκφράστηκε στις πιο πάνω αποφάσεις, συνάδει απόλυτα με τις γενικές αρχές δικαίου για ισοτιμία, ισονομία και την επιτακτική ανάγκη ύπαρξης διαφανών διαδικασιών, όπου λειτουργεί το δημόσιο απευθυνόμενο προς τους πολίτες, όπως έχουν υιοθετηθεί από το ΕΔΑΔ και ΔΕΚ. Να παραπέμψουμε ενδεικτικά στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-260/04, 13 Σεπτεμβρίου, 2007, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και υποστηριζόμενης από το Βασίλειο της Δανίας, όπου ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η παντελής έλλειψη διαγωνισμού προς σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών δεν συνάδει προς τα Άρθρα 43 ΕΔ και 49 ΕΔ και, ειδικότερα, παραβιάζει τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση εξασφαλίσεως προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας. Πράγματι, η ανανέωση των 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως χωρίς διαγωνισμό εμποδίζει το άνοιγμα των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως στον ανταγωνισμό και τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών αναθέσεως του αντικειμένου των συμβάσεων.» Ο Ν. 98(I)/2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο Άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως». Ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου στο Νόμο έγινε σύμφωνα με το Άρθρο 5 στη Ρήτρα 8 της Οδηγίας, όπου αναφέρεται: «Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.» Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν. Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο. Έχουμε τη γνώμη πως οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματός μας, ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127(I)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στο θέμα. Η προσφυγή απορρίπτεται» (Ο τονισμός είναι δικός μας) Στην υπόθεση Θ.Ο.Κ. ν. Σοφοκλέους (Πολιτική Έφεση αρ.512/12 ημερ. 18.1.2016) το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνει τα ακόλουθα: Κατ' εφαρμογή της Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49 έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός της ύπαρξης σύμβασης. Ανεξάρτητα αν για σκοπούς εφαρμογής της προστασίας που παρέχει ο Ν.198/03χαρακτηρίζεται αορίστου ή καθορισμένου χρόνου. Και βεβαίως ανεξάρτητα από τη δυνατότητα που δίνει ο σχετικός Κανονισμός για διορισμούς σε θέσεις καλλιτεχνικού προσωπικού τους οποίους χαρακτηρίζει ως προσωρινές θέσεις. Είναι ακριβώς η σύμβαση που τελικά δίδει στην επίδικη σχέση τον προσωρινό της χαρακτήρα, τουλάχιστον στην αφετηρία της αλλά και την απομακρύνει από το χώρο του δημοσίου δικαίου. Άλλωστε η λέξη «οργανική» δεν σημαίνει κάτι άλλο από τη θέση που προβλέπεται από ένα καταστατικό ή εν προκειμένω από το ΘΟΚ. (βλ. Λεξικό Μπαμπινιώτης σελ.1268). Η δε λέξη «προσωρινή» παραπέμπει σ' αυτό που διαρκεί ή ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (βλ. στο ίδιο Λεξικό σελ.1501). Επίσης, μια σχέση δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού Δικαίου απλώς επειδή ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων (ο ΘΟΚ εν προκειμένω) τυγχάνει να είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου. Η φιλοσοφία της προσέγγισης στην Αβραάμ αφορά ακριβώς στο γιατί επιβάλλεται αυτή η διαφοροποίηση. Θεωρούμε δε ότι ο λόγος της ισχύει πλήρως και εν προκειμένω. ................ Θα προσθέταμε ότι το σκεπτικό αυτό εναρμονίζεται εν πολλοίς με την ελληνική νομολογία και Διοικητικό Δίκαιο αφού ακριβώς παρατηρείται διαχωρισμός μεταξύ της έννομης σχέσης σύμβασης δημοσίου δικαίου και αυτής του ιδιωτικού δικαίου εφόσον η δημόσια διοίκηση δεν μετέχει σ' αυτή με υπερέχουσα θέση απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο αλλά έχει τα χαρακτηριστικά αστικής φύσεως σύμβασης. (βλ. Τάχου Διοικητικό Δίκαιο, 9η έκδοση, σελ.756 κ.επ.). Στην Αβραάμ ν. Δημοκρατίας ως άνω, κατά πρώτον αποφασίστηκε ότι ο τερματισμός υπηρεσίας εκτάκτων συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ώστε να εκφεύγει της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η έμφαση δέον να δοθεί στη λέξη «συμβασιούχους» μάλλον παρά στο «έκτακτους» διότι είναι η σύμβαση και ο τρόπος που συντελείται, που τους διαφοροποιεί από τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι διορίζονται μέσω άλλου αυστηρού θεσμικού πλαισίου και φυσικά δια του διορισμού τους ασκείται διοικητική λειτουργία. Στη Βενιζέλος ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:C360, ΑΕ67/10, ημερ. 21.5.2015 ως άνω, περαιτέρω εκρίθη ότι ο τερματισμός εργοδότησης εκτάκτου υπαλλήλου εντάσσεται στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου με την επισήμανση ότι δεν μπορεί να διαχωρίζεται μια ενιαία εργασιακή σχέση ανάλογα με το θέμα και να χαρακτηρίζεται ως δημοσίου δικαίου επειδή αφορά τον τερματισμό αυτής με πειθαρχική διαδικασία. Λαμβάνοντας λοιπόν καθοδήγηση από τις πιο πάνω αποφάσεις, ομοίως και εν προκειμένω, σημασία έχει ότι η σχέση καθοριζόταν ως συμβατική και με κανένα τρόπο αυτό δεν αλλοιώνεται και δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου ανήκει. Η απόφαση Κουμνά (ανωτέρω), αν και ουσιαστική για την κρίση του Δικαστηρίου, καθώς τα γεγονότα επί των οποίων κινήθηκε προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης, ωστόσο δεν μπορεί να καταστεί δεσμευτική εν όψει της πρόσφατης νομολογιακής προσέγγισης του όλου θέματος. Εξάλλου από τα ίδια τα κατατεθέντα τεκμήρια (τα οποία αφορούν τις εκάστοτε προσφορές εργοδότησης των Καθ' ων η αίτηση προς τον Αιτητή ή ακόμη και οι βασικοί όροι απασχόλησης του, όπου παρέχεται δυνατότητα τερματισμού βάσει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)), κραυγαλέα συνηγορούν στην ιδιωτικής φύσεως επίδικη σχέση όπου απουσιάζουν τα θεσμικά κριτήρια διορισμού και εργοδότησης στο χώρο του δημοσίου δικαίου όπως επισημαίνεται στην Αβραάμ και Βενιζέλος. Αναγνωρίζοντας λοιπόν τη συμβατική σχέση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση καταλήγουμε ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. (ii) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης τoυ Αιτητή Το σημείο που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας ή υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν το προσωρινό της απασχόλησης του. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευ-σης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβα-ση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέω-σης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκο-λύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
- Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαι-σίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
- Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχι-κών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Είναι προφανές, μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα σε έκτακτη βάση, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από 25.3.2003 μέχρι 28.8.2011 και ακολούθως από 5.11.2012 μέχρι σήμερα, με ενδιάμεσες μικρές διακοπές. Ήδη στις 31.8.2006 ο Αιτητής είχε συνολική αναγνωρισμένη εκπαιδευτική υπηρεσία που υπερέβαινε τους τριάντα μήνες και η οποία κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης έφθανε τα οκτώ χρόνια. Εν ολίγοις, ο Αιτητής πληρούσε τα χρονικά πλαίσια που θα του επέτρεπαν να θεωρηθεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογεί την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι Καθ' ων η αίτηση, τόσο με του γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διατείνονται ότι υφίστανται αντικειμενικοί που αποκλείουν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου επικαλούμενοι προσωρινές ανάγκες που ήθελαν προκύψει και δεν παρουσιάζονται κάθε χρόνο. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήμα-τος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογη-τικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβά-σεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό» Εν προκειμένω, αυτό που προκύπτει με όσα οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η αβεβαιότητα τους ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της υπηρεσίας σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα του Αιτητή. Εν ολίγοις συνάπτοντας οι Καθ' ων η αίτηση με τον Αιτητή είκοσι και πλέον διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι έξι μηνών, επιδίωξαν ουσιαστικά να μετακυλήσουν τον «επιχειρηματικό» κίνδυνο στους ώμους του Αιτητή και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιοι εάν θα χρειάζονταν τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη εκάστης διαδοχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων που οι Καθ' ων η αίτηση σύναψαν με τον Αιτητή, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση του. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί οκτώ συνεχή χρόνια δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε ο Αιτητής. Η αβεβαιότητα την οποία επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά τη διακύμανση του αριθμού των μαθητών, αποτελούσε τη συνήθη αβεβαιότητα, με την οποία συνδέεται, από τη φύση της, οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αποδοχή μιας τέτοιας τοποθέτησης θα κατέληγε στο άτοπο, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δικαιολόγηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνηθισμένη αυξομείωση της πελατείας των επιχειρήσεων. Κρίνουμε επομένως, με βάση τα πιο πάνω, ότι οι ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση ως προς την εκτέλεση της εργασίας για την οποία προσελήφθη ο Αιτητής δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από τον Αιτητή, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι αποτελεί αντικειμενικό λόγο η απαίτηση των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων. Διατεί-νονται ότι η απαίτηση αυτή καθιστά άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις, εφόσον η σειρά προτεραιότητας στους πίνακες διοριστέων δυνατόν να αλλάζει κάθε χρόνο. Επί τούτου θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν σε κάθε περίπτωση να αποδείξουν τη συνδρομή ενός από τους περιοριστικά προβλεπόμε-νους στον Νόμο αντικειμενικούς λόγους. Συνεπώς οι λόγοι που επικαλούνται θα πρέπει να τεθούν και να αποδειχθούν σε συνάρτηση με ένα από τους προβλεπόμε-νους στο άρθρο 7 λόγους και δη τις προσωρινές ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση οι οποίες με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία δεν έχουν καταδειχθεί. Να τονίσουμε επίσης ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη ως κύρωση τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Η μετατροπή αυτή προβλέπεται από την Οδηγία ως μια δυνατότητα, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων κατά του εργοδότη, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους, με τον περιορισμό ότι θα πρόκειται για κυρώσεις που θα εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (ΔΕΚ 23.4.2009, Συνεκδι-κασθείσες Υποθέσεις C-378/07 και C-380/07, ΔΕΚ 4.7.2006 (Αδενελέρ κλπ), Συλλογή Νομολογίας 2006 Ι 6057). Μάλιστα ο εθνικός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβεί σε μια διαφοροποίηση ως προς τις κυρώσεις, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες που εμφανίζει ο κάθε τομέας. Χρήση δε της δυνατότητας αυτής έκανε ο Έλληνας νομοθέτης ο οποίος με τη θέσπιση δύο ξεχωριστών εναρμονιστικών Π.Δ.[1] για τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, προβλέπει διαφορετικές αστικού δικαίου συνέπειες για τους δύο τομείς. Η διαφοροποίηση αυτή ως προς τις κυρώσεις, ανάλογα με το αν πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ιδιωτικού ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δικαιολογείται από το γεγονός ότι στον δημόσιο τομέα αφενός προβλέπονται συγκεκριμένες δεσμευτικές διαδικασίες πρόσληψης με βασικό σκοπό την κατοχύρωση των αρχών της διαφάνειας και της αξιοκρατίας (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και αφετέρου απαγορεύεται, από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ.8), ακριβώς προς αποτροπή καταστρατήγησης των διαδικασιών αυτών, η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Για το λόγο αυτό το Π.Δ. 164/2004 ως συνέπεια της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση των προβλεπόμενων από το ίδιο περιορισμών, προβλέπει την αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και όχι την μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού η μετατροπή αυτή, ως κύρωση, θα προσέκρουε, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην απαγόρευση του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος[2]. Το ζήτημα της συμβατότητας των πάγιων διατάξεων του Π.Δ. 164/2004 με την Οδηγία για τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχόλησαν το ΔΕΕ στις πιο πάνω συνεκδικασθείσες υποθέσεις. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του Π.Δ.164/2004, η οποία απαγορεύει απόλυτα στο δημόσιο τομέα να μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πράξη είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει η εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους να προβλέπει, στον εν λόγω τομέα, ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο ώστε να αποτρέπεται και εν ανάγκη να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η ρύθμιση του Π.Δ. με τις πάγιες διατάξεις του, πληροί, κατά το ΔΕΕ, τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, ωστόσο εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμήσουν κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής και η εφαρμογή στην πράξη των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου καθιστούν τις διατάξεις αυτές κατάλληλο μέτρο για να αποτρέπεται η καταχρηστική χρησιμοποίηση από τις διοικητικές αρχές των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της Οδηγίας[3]. Σε αντίθεση με το ελληνικό δίκαιο αντίστοιχες ρυθμίσεις που προκύπτουν από την εναρμονιστική νομοθεσία και το Σύνταγμα δεν υπάρχουν στο δικό μας δίκαιο. Με δεδομένη την πρόβλεψη συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών που αφορούν την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσίας, ο Νόμος 98(Ι)/2003, που ισχύει τόσο για τον ιδιωτικό όσο και το δημόσιο τομέα, δεν προβλέπει οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες που εμφανίζει ο κάθε τομέας. Οι αντικειμενικοί λόγοι που μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης σε κάθε περίπτωση είναι οι περιοριστικά προβλεπόμενοι στο άρθρο 7
(2)και για σκοπούς πρόληψης της κατάχρησης σε περίπτωση μη συνδρομής οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου η μετατροπή της σύμβασης ορισμέ-νου χρόνου σε αορίστου. Στα ίδια πλαίσια κινείται και η εκτίμηση από το ίδιο το Δικαστήριο. Εν ολίγοις δεν μπορεί να καταλήξει στην ύπαρξη άλλων λόγων πλην των προβλεπομένων στο Νόμο ή στην επιβολή άλλου μέτρου ή κύρωσης προς ανατροπή της κατάχρησης από τη χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, ότι δηλαδή τηρείται κάποια διαδικασία για τον διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων και ότι η απαίτηση αυτή καθίστα άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις, δεν βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 7 του Νόμου, καθώς αυτό που επιτάσσει ο Νόμος είναι η προσωρινότητα των αναγκών του εργοδότη και όχι η διαδικασία διορισμού των εκπαιδευτών. Συνακόλουθα, ούτε και η επίκληση της μη συμπλήρωσης του Π.Π.Κ. θα μπορούσε να αποτελέσει ανατρεπτικό παράγοντα για τον Αιτητή στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και στη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε αορίστου διαρκείας. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Θεραπείες Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τις αξιώσεις του στη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με τον εναρμονιστικό Ν.98(Ι)/2003, ο Κύπριος νομοθέτης, έθεσε ως αποκλειστική κύρωση για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Συνεπώς η αποτελεσμα-τική αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να ανακύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε άλλη μορφή κύρωσης, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης, παρά μόνο με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, είμεθα της γνώμης ότι στην προκείμενη περίπτωση η επιδίκαση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων τότε μόνο θα δικαιολογείτο, εάν ο Αιτητής, ως επακόλουθο της μετατροπής της σύμβασης εργοδότησης του από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, επέμενε στο αδικαιολόγητο της απασχόλησης του. Η επιμονή του ωστόσο στην καταβολή αποζημιώσεων θα εξάλειφε ουσιαστικά το δικαίωμα του για επιβολή της υπό του Νόμου προβλεπόμενης κύρωσης για μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης του σε αορίστου χρόνου. Επαναλαμβάνουμε ότι ως μέτρο κύρωσης η αποζημίωση δεν προβλέπεται στον Νόμο, όπως επίσης δεν προβλέπεται η καταβο-λή γενικών αποζημιώσεων για δυσμενή μεταχείριση με βάση τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου που αποβλέπουν στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου και στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Πρόσθετα, με τον τερματισμό της απασχόλησης πιστεύουμε ότι συνδέεται και η απαίτηση του Αιτητή για καταβολή δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένων μισθών και άλλων ωφελημάτων ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας. Η καταβολή μισθών θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος επαναπρόσληψης δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Νόμου 24/67. Από την άλλη ως αυτοτελής αξίωση δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Αιτητή για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει, μέσα στα πλαίσια ειδικής απαίτησης, σε εύλογο αποτέλεσμα αλλά ούτε και γίνεται λόγος στις τελικές αγορεύσεις. Συνεπώς με τη υπογραφή νέας συμφωνίας και την επαναφορά του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, η μόνη μορφή θεραπείας που προσφέρεται είναι η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για τον Αιτητή από 22.2.2011 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Υπέρ του Αιτητή επιδικάζονται και €1500 ως έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ).............. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Χριστοφίδη, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ.81/2003 υπάγονται οι εξαρτημένες συμβάσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα. Για τον δημόσιο τομέα εκδόθηκε το Π.Δ.164/2004, το οποίο, όπως και η Οδηγία, έχει ως αντικείμενο ρύθμισης τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι γενικά τις προϋποθέσεις σύναψης σύμβασης εργασίας στο δημόσιο. [2] Βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο [3] Παρόλα αυτά, αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων θεωρούν ότι τα προβλεπόμενα από το Π.Δ.164/2004 μέτρα δεν είναι αποτελεσματικά και ότι οι διατάξεις του συντάγματος δεν μπορούν να ερμηνευτούν ότι απαγορεύουν απολύτως τη θεώρηση των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου, μέχρι τη λήψη άλλων πράγματι αποτελεσματικών μέτρων (πλην της θεώρησης των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου) για την πρόληψη της κατάχρησης που προκύπτει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και την εξάλειψη των συνεπειών από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση που αυτή λάβει χώρα. Βλ. Δ. Ζερδελής επ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο