← Κύπρος

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ ν. UNIVERSAL AIR COURIERS (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 109/10, 25/1/2016

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ ν. UNIVERSAL AIR COURIERS (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 109/10, 25/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2016:2 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δ. Χ. Ιωάννου ] Σ. Γεωργίου ] Μελών Αρ. Αίτησης: 109/10 Μεταξύ: ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Αιτητή και UNIVERSAL AIR COURIERS (CYPRUS) LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. N. Καλλής και κα Αυγουστή Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Σταυρινίδης ------------------------------- Αίτηση τροποποίησης των Γενικών Λόγων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ημερ.04/12/2015 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής καταχώρησε στις 02/03/2010 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτησης Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: «

  1. Κατά ή περί της 26/7/2009 και ενώ ο Aιτητής ήτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση υπέστηκε σοβαρό εργατικό ατύχημα. (περισσότερες λεπτομέρειες επί του ατυχήματος του θα παραθέσει ο ίδιος κατά τη Δικάσιμο)
  2. Μετά το αναφερόμενο εργατικό ατύχημα οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να εκδηλώσουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον περί της υγείας του Αιτητή με αποκορύφωμα να διαμηνύσουν σε αυτόν όπως μη επιστρέψει πίσω στα καθήκοντά του.
  3. Ο Αιτητής μετά από νέα έρευνα που είχε κάνει στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων πληροφορήθηκε ότι από τις 26/7/2009 ημερομηνία δηλαδή του εργατικού του ατυχήματος έχει γίνει δήλωση από τους Καθ' ων η αίτηση ότι απολύθηκε.
  4. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και εκδικητικά απόλυσαν αυτόν την 26/7/2009 χωρίς να του δώσουν οποιαδήποτε αιτιολόγηση και προειδοποίηση.» Έτσι με την Αίτηση αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση πληρωμή αντί προειδοποίησης, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, νόμιμους τόκους, πλέον έξοδα. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής τερμάτισε από μόνος του την απασχόλησή του. Πιο συγκεκριμένα, στους Γενικούς Λόγους της Έγγραφου Εμφάνισής τους ισχυρίζονται τα πιο κάτω: «
  5. Οι Καθ' ων η Αίτηση παραδέχονται από την παράγραφο 5 της αίτησης το γεγονός του τραυματισμού του Αιτητή και περαιτέρω αναφέρουν ότι ο τραυματισμός του οφειλόταν αποκλειστικά στην υπαιτιότητα του και καθ' ον χρόνο ευρισκόταν εκτός χρόνου και/ή ωραρίου εργασίας, λεπτομέρειες του χρόνου και των συνθηκών τραυματισμού του αιτητή επιφυλάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να αναφέρουν κατά την ακρόαση της αίτησης.
  6. Οι Καθ' ων η Αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 6 και 7 των γενικών λόγων της αίτησης και αναφέρουν ότι έδειξαν ενδιαφέρον αμέσως για την υγεία του Αιτητή από την στιγμή που πληροφορήθηκαν τον τραυματισμό του και για το γεγονός αυτό ο Αιτητής προσωπικά και μέσω συγγενικών του προσώπων τους ευχαρίστησε και δεν είναι αληθείς οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι του διεμήνυσαν να μην επιστρέψει στην εργασία του μετά το ατύχημα του και ότι έκαμαν δήλωση στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον απόλυσαν από τις 26/07/2009 και ισχυρίζονται ότι το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το πληροφόρησαν μόνο για τον τραυματισμό του Αιτητή και για τον χρόνο της άδειας ασθενείας του.
  7. Οι Καθ' ων η Αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 των γενικών λόγων της αίτησης και προς υπεράσπιση τους αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν ήθελε να επιστρέψει στην εργασία του για δικούς του λόγους λεπτομέρειες των οποίων επιφυλάσσονται να αναφέρουν κατά την ακρόαση της αίτησης εάν χρειασθεί και δεν απέλυσαν τον αιτητή από την εργασία του εκδικητικά και/ή παράνομα όπως ισχυρίζεται.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται απόρριψη της Αίτησης εναντίον του Αιτητή. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης άρχισε στις 27/01/2015 και συνεχίστηκε σε διάφορους δικασίμους. Κατέθεσε ο Αιτητής και ακόμα ένας μάρτυρας προς υποστήριξη της υπόθεσής του και η πλευρά του Αιτητή έκλεισε την υπόθεσή της. Στις 05/10/2015 η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση άρχισε να παρουσιάζει την υπόθεσή της με τη μαρτυρία του διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση, κ. Χάρη Θεοχάρους. Στις 19/11/2015, ενώ συνεχιζόταν η αντεξέταση του κ. Θεοχάρους από τον δικηγόρο του Αιτητή, ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης με σκοπό να υποβάλει αίτημα τροποποίησης των Γενικών Λόγων της Αίτησης. Στις 04/12/2015, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση («η αίτηση») με την οποία ζητά την τροποποίηση: «Α) Της παραγράφου 6 των Γενικών Λόγων της Αίτησης του ημερομηνίας 02/03/2010 δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου αυτής της εξής αναφοράς: «.. μόλις έληγε η άδεια που είχε και αφού ο ίδιος έδειξε προθυμία για να συνεχίσει από εκεί που άφησε την εργασία του. Ο αιτητής αξίζει να αναφερθεί, πως συνέχιζε να πηγαίνει στην εργασία του κανονικά για μια εβδομάδα μετά το ατύχημα που είχε στις 26/07/2009, ήτοι μέχρι και την 30/07/2009 ημέρα Πέμπτη, μαζί με τον γαμπρό του, για να τον βοηθά, αφού ο ίδιος ήταν αδύνατο να δουλέψει με τους επιδέσμους, μετά το σοβαρό τραυματισμό που υπέστη». Β) Της παραγράφου 8 των Γενικών Λόγων της Αίτησης του ημερομηνίας 02/03/2010 δια της διαγραφής των λέξεων «την 26/7/2009» από τη δεύτερη γραμμή της παραγράφου αυτής και αντικατάστασή τους από τις ακόλουθες: «μετά τη λήξη της άδειάς του». Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, Καν.11, 12

(1)
(3)και
(4), 13 και 17 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω καλόπιστου λάθους και/ή λόγω κακής συνεννόησης και/ή παρεξήγησης κατά τη σύνταξη των Γενικών Λόγων της Αίτησης, δεν αναφέρθηκε η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος σταμάτησε να πηγαίνει στην εργασία του. Ότι είναι σημαντικό να τεθεί το εν λόγω γεγονός στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα Εργατική Διαφορά. Στις 16/12/2015 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην αίτηση η οποία Ένσταση εδράζεται στους πιο κάτω λόγους: «α) Με την ζητούμενη τροποποίηση ο αιτητής αποσκοπεί στην αλλαγή της βάσης και ουσίας των λόγων της κυρίως αίτησης του. β) Η τροποποίηση ζητείται μετά που ο αιτητής έδωσε μαρτυρία και έκλεισε την υπόθεση του και η ζητούμενη τροποποίηση ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία που έδωσε ενόρκως. γ) Η αίτηση γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο γιατί η ακρόαση της κυρίας αίτησης ευρίσκεται σε εξέλιξη και μάλιστα στο στάδιο της μαρτυρίας της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση και ο αιτητής είχε τον χρόνο να υποβάλει έγκαιρα το αίτημα του και πριν αρχίσει η ακρόαση της κυρίας αίτησης και πριν ο αιτητής δώσει ένορκη μαρτυρία και να παρουσιάσει την μαρτυρία της πλευράς του. δ) Οι λόγοι που παραθέτει ο αιτητής για να στηρίξει το αίτημα του δεν υποστηρίζεται από την ενυπάρχουσα ενώπιο του Δικαστηρίου μαρτυρία.» Η νομική βάση της Ένστασης στηρίζεται στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 12, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν, Κ.11, 12
(1)
(3)και
(4), 13 και 17. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1], Κhan ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 ΑΑΔ 1221). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. ( Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156).Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ. 52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο πάνω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) τονίστηκε ότι «στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.(Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης (Βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075). Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στις σελ. 624-625 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «At the Hearing - Leave is sometimes given to amend at the hearing...But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for.........Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case.» Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 128-129 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, on proper terms as to costs,..As a rule, leave to amend at the trial will not so readily given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet...Nevertheless, even where the amendment is substantial so as to completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.....Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case and the court is reluctant to give leave to amend at a later stage of the trial unless there is strong justification for doing so and accordingly as a rule, such leave will be refused after the close of evidence on both sides, especially where it could result in party being confronted with an entirely new case.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφαση του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση, τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, τα όσα προκύπτουν (α) από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα και (β) από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, διαπιστώνουμε ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται η καλύτερη διευκρίνιση των ισχυρισμών του Αιτητή που περιέχονται στην Αίτηση καθώς και η διόρθωση του ισχυρισμού του σε σχέση με το χρονικό σημείο της κατ' ισχυρισμό απόλυσής του ώστε να εναρμονίζονται με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή στηρίζουν τις αξιώσεις του. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε οι δικογραφημένες θέσεις του να είναι σε συμφωνία με τη σχετική μαρτυρία που παρουσίασε ο Αιτητής προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των θέσεών του για το επίδικο πραγματικό γεγονός της υπόθεσης που αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση. Μη έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα του στερήσει το δικαίωμα να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο τη μαρτυρία του κατά το στάδιο της έκδοσης της απόφασης. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητεί ο Αιτητής αλλάζει η βάση της Αίτησης ή γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων δια της ένταξης νέων ισχυρισμών επί των γεγονότων μεταβάλλοντας τη βάση της αξίωσης του Αιτητή. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν ισχυρισμοί και λεπτομέρειες που να διευκρινίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση καθώς και να διορθωθεί η αναφορά του χρονικού σημείου του εν λόγω τερματισμού, καθότι τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση (α) δεν ανταποκρίνονται πλήρως και ολοκληρωμένα στην εκδοχή του Αιτητή και (β) εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε η ημερομηνία που ο Αιτητής σταμάτησε να πηγαίνει στην εργασία του. Ο Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση επιζητεί όπως διορθώσει την παράλειψη συγκεκριμένων και λεπτομερών αναφορών στους γενικούς λόγους της Αίτησης του σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση και τη λανθασμένη αναφορά σε απόλυσή του στις 26/7/2009 ώστε η ένορκη μαρτυρία του να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τόσο ουσιαστικές και εκτεταμένες που να επαναπροσδιορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν θεωρούμε ότι ο Αιτητής με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισάξει νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, που να μεταβάλλουν τόσο ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης (εισάγονται νέοι ισχυρισμοί αλλά δεν μεταβάλλουν τα ουσιαστικά γεγονότα σε σημαντικό βαθμό) σε σημείο που η εν λόγω διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφορά. Επίδικο θέμα είναι κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή ή ο Αιτητής παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία στους Καθ' ων η Αίτηση και αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις το επίδικο θέμα θα παραμείνει το ίδιο. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσης του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση, είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στους Καθ'ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν επιδιώκει να εισάξει στην Αίτησή του ένα νέο ζήτημα. Επιζητεί απλώς να διορθώσει ένα λάθος/μια παράλειψή του στις αναφορές του στους γενικούς λόγους της Αίτησής του σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο θέμα ώστε τα δικόγραφα να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. Σημειώνουμε ότι για τα ζητήματα που ο Αιτητής επιδιώκει να εισάξει στην Αίτησή του, ο Αιτητής έδωσε μαρτυρία και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση και ο μάρτυρας των Καθ' ων η Αίτηση έδωσε σχετική μαρτυρία κατά την κυρίως εξέτασή του ενώ η αντεξέτασή του δεν έχει ολοκληρωθεί. Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέκτησαν δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης της υπεράσπισής τους από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή τους επιδιδόταν εξ αρχής. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση αν προβάλλονταν εξ αρχής οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην Αίτηση. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα υπάρξει εκτροπή από την ορθή πορεία της υπόθεσης καθότι δεν θα απαιτηθεί η επανακλήτευση μαρτύρων, αφού δεν θα εισαχθούν νέα επίδικα θέματα για τα οποία θα πρέπει να δοθεί επιπρόσθετη μαρτυρία και ως εκ τούτου η καθυστέρηση που θα προκληθεί δεν θα είναι τόσο μεγάλη που να επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 5 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 10 μήνες μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Αιτητή. Δεν αναφέρεται πουθενά στην αίτηση ο λόγος που ζητούνται σε αυτό το στάδιο οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Ούτε δίνονται οποιεσδήποτε εξηγήσεις για ποιο λόγο το υπό εξέταση διάβημα δεν ζητήθηκε ενωρίτερα στο στάδιο που έκλεισε την υπόθεση του ο Αιτητής. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, φαίνεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με ουσιαστική καθυστέρηση σε προχωρημένο στάδιο και δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση[2] . Δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα[3]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά, σύμφωνα με τον Αιτητή, επίδικα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά και η εναρμόνιση των δικογράφων του με τη δοθείσα μαρτυρία και (β) του Δικαστηρίου δεν είναι για να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στο χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) (α) οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και εκτροχιασμό της διαδικασίας και (β) σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ' ότι δεν θα είναι τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή, 4) δεν διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής έχει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτό εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση, παρά την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που επέδειξε η πλευρά του Αιτητή λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της μη έγκρισης της αίτησης στα δικαιώματα του Αιτητή από τη μια και τις επιπτώσεις της έγκρισης της αίτησης στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Αίτησης εργατικής διαφοράς ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης τροποποίησης ημερ. 4.12.2015. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν μέχρι τις 29.1.2016. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση να καταχωρηθεί μέχρι τις 9.2.2016. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ................ Χ. Ιωάννου, Μέλος Σ. Γεωργίου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΕΚ/ΕΜ Subject: Interim/ Industrial Disputes Court Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στην Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομ.25.4.12 λέχθηκαν τ ΄ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» . [3] Πρόκειται για λάθος ή απροσεξία των δικηγόρων της Αιτήτριας το οποίο εντοπίστηκε μετά την καταχώρηση της Αίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.