ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 286/2012, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2016:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Χριστοδούλου ) Χρ. Χριστοφή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 286/2012 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Αιτήτριας και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ/Η ΓΙΑ ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Φ. Νικολάου Για Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Ρ. Αντρέου Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων ημερ.08/12/2014 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εθνικής Φρουράς στις 10/05/1993 ως Eθελόντρια Υπαξιωματικός στον βαθμό του Λοχία με βάση σύμβαση απασχόλησης. Την 01/08/2005 διορίστηκε ως Μόνιμη Υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς της Δημοκρατίας στο βαθμό του Λοχία. Στις 06/04/2012 καταχώρισε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: «Α. Ποσό εξ ευρώ 76.576,75 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως δίκαιη και/ή εύλογη και/ή ειδική αποζημίωση ένεκα θετικής και/ή πραγματικής και/ή υλικής ζημίας και/ή αναδρομικές αποζημιώσεις ένεκα απώλειας μισθών και/ή εισοδημάτων τις οποίες η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και/ή διορισμού και/ή μονιμοποίησης της και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παράβασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Β. Περαιτέρω ειδικές και/ή άλλως αποζημιώσεις εξ ευρώ 8.149,75 ετησίως πλέον οι ανάλογες τιμαριθμικές και/ή κρατικές και/ή γενικές αυξήσεις και/ή ωφελήματα υπολογιζόμενες και πληρωτέες από σήμερα και/ή από κατά ή περί το έτος 2012 και κάθε έτος μέχρι τον χρόνο και/ή ημερομηνία συνταξιοδότησης της Αιτήτριας ως εργαζόμενης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 ως μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και/ή μισθών και/ή απολαβών και/ή άλλως και/ή συνεπεία παρανόμων και/ή αυθαιρέτων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή ένεκα παράβασης των νομίμων καθηκόντων αυτών και/ή ένεκα αδικαιολογήτου πλουτισμού εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της Αρχής της Ίσης μεταχείρισης και/ή της Ίσης αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα διάκρισης φύλου σε βάρος της Αιτήτριας και/ή άλλως. ΚΑΙ/Ή Γ. Περαιτέρω αποζημιώσεις και/ή Γενικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή εύλογη αποζημίωση και/ή αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή ταλαιπωρία την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και διορισμού και/ή μονιμοποίησης και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Δ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή διατάσσει ότι η Αιτήτρια δικαιούται άμεση προαγωγή στον βαθμό Λοχαγού και/ή του Αρχιλοχία και/ή δικαιούται αναδρομικής αποκατάστασης ως προς την θέση και/ή βαθμό και/ή εξέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης στον Στρατό και/ή στην αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα και/ή τις ανάλογες προσαυξήσεις και/ή ωφελήματα και/ή τιμαριθμική αναπροσαρμογή και/ή άλλως και/ή ως αυτά που συνδέονται με την υπηρεσιακή της και μισθολογική κατάσταση και/ή ανέλιξη από την αρχική πρόσληψη της και/ή τον διορισμό της σε μόνιμη θέση στον Στρατό μέχρι σήμερα. Ε. Δήλωση και/ή Απόφαση Δικαστηρίου ότι οι πιο κάτω διατάξεις Νόμου και/ή Κανονισμοί και/ή Κανονιστικές Πράξεις είναι αντίθετες με τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Ευρωπαϊκού Χάρτη προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και/ή ειδικότερα των Ευρωπαϊκών Οδηγιών 76/207/ΕΟκ και 2002/73 ΕΚ που επιτάσσουν στην Κυπριακή εσωτερική έννομη τάξη την επίτευξη ισότητας ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και ως τέτοιες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή εστερούμενες νομικής ισχύος και/ή χρήζουν κατάργησης και/ή θεωρούνται ήδη ως καταργηθείσες και μη ισχύουσες και/ή μη εφαρμόσιμες από οποιαδήποτε Δικαστική, Νομοθετική και/ή Εκτελεστική εξουσία και/ή Αρχή: (α) Οι περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου αρ.33/1990 και (β) οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών της Δημοκρατίας Κανονισμοί του 1993 δυνάμει του άρθρου 27 του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου 33/1990, 103/1991 και 25(Ι)/
- ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί. Ζ. Δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων (00687172J). Η. Νόμιμο Τόκο.» Σύμφωνα με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, η Αιτήτρια παραμένει μέχρι σήμερα στον βαθμό του Λοχία παρά το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση «οφείλαν ήδη στην Αιτήτρια προαγωγή το 2005 στον βαθμό του Επιλοχία και το 2010 στον βαθμό του Αρχιλοχία». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λόγω διάκρισης εις βάρος της στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή και/ή δεν προάχθηκε ως θα έπρεπε. Πιο συγκεκριμένα, η θέση της είναι ότι λόγω διάκρισης που υπέστηκε στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή στους πίνακες προακτέων όπλων κατά (α) τις κρίσεις από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων για τις προαγωγές στο Στρατό της Δημοκρατίας και (β) την κατανομή των κενών θέσεων Υπαξιωματικών μετά από σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Άμυνας. Υποστηρίζει ότι όλες οι προαγωγές του Στρατού Ξηράς (σχετικές διοικητικές πράξεις, παραλείψεις, ενδιάμεσες και προπαρασκευαστικές διοικητικές πράξεις, πράξεις, ενέργειες, αποφάσεις κ.λ.π.) είναι παράνομες καθ' ότι έγιναν κατά παράβαση των αρχών της ισότητας των φύλων αφού βασίζονται σε κριτήρια που έχουν σχέση με το φύλο των υποψήφιων Υπαξιωματικών και εισάγουν διάκριση λόγω φύλου εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Εισηγείται ότι οι εν λόγω σχετικές ενέργειες με τις προαγωγές στον Στρατό Ξηράς που έγιναν στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και του Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1990 ως 2006, έγιναν κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι συνθήκες, οι όροι πρόσληψης και μονιμοποίησης, οι προϋποθέσεις ανέλιξης, προαγωγής και/ή η μισθοδοσία της είναι κατά παράβαση του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002)και του Περί Καταβολής Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την ίδια εργασία ή εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία (Ν.177(Ι)/2002)και ότι παρά τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας ότι οι κρίσεις και οι διαδικασίες προαγωγών στην Εθνική Φρουρά, με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς του Στρατού της Δημοκρατίας για τις Γυναίκες Υπαξιωματικούς και τους Άνδρες Υπαξιωματικούς είναι κατά παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 τόσο ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, όσο και ο Υπουργός Άμυνας συνεχίζουν να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο και να προβαίνουν σε προαγωγές στην Εθνική Φρουρά, βασιζόμενοι σε κριτήρια που θεμελιώνουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Ισχυρίζεται ότι με βάση τα πιο πάνω και της συνεχιζόμενης εις βάρος της διάκρισης, με κριτήριο το φύλο της, την οποία υφίσταται, όχι μόνο από τον διορισμό της αλλά ειδικότερα και σε χρόνο πριν, ήτοι από την πρόσληψή της ως Εθελόντρια και που εξακολουθεί να συντελείται εις βάρος της και «υπέρ των αντίστοιχων διορισθέντων και/ή μονίμων και/ή ισόβαθμων της ανδρών, οι οποίοι ευνοούνται ανεπίτρεπτα και κατά σειρά ετών σε θέματα μισθολογικής κλίμακας, αρχαιότητας, θέσης, διορισμού, ανέλιξης και προαγωγών... αδικείται κατ' επανάληψη και κατάφωρα και σαν εργαζόμενη και σαν προσωπικότητα καθημερινά και κατά την υπηρεσία της στην Εθνική Φρουρά και δη υφίσταται συνεχή μείωση και προσβολή της προσωπικότητας της ως ανθρώπου και/ή ως εργαζομένου». Στις παραγράφους 30, 31 και 32 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρονται τ' ακόλουθα: «
- Περαιτέρω η Αιτήτρια εξακολουθεί να μην λαμβάνει και να μην αποκαθίσταται στη θέση και βαθμό κατά σειρά αρχαιότητας της και/ή βάσει των ειδικών ικανοτήτων της και/ή της εμπειρίας της και/ή των προσόντων και/ή όπως της αρμόζει με συνέπειες υλικές και ηθικές και/ή η Αιτήτρια υφίσταται απώλεια αναδρομικών μισθών και λοιπών τιμαριθμικών επιδομάτων και ωφελειών και/ή προσαυξήσεων αλλά και μελλοντικών εισοδημάτων και/ή ωφελημάτων.
- Η Αιτήτρια με βάση τα ανωτέρω γεγονότα υποστηρίζει ότι δικαιούται σε αποκατάσταση της ως εργαζομένη στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση ως προς την εξέλιξη και ανέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης και ως πρόσωπο που ανεξαρτήτως φύλου υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά για σειρά ετών αλλά όσο και αποκατάστασής της ως προς τις χρηματικές απαιτήσεις της οι οποίες συνδέονται με την υπηρεσιακή της θέση και ανέλιξη και την ζημιά που έχει ήδη υποστεί και θα εξακολουθεί να υφίσταται στο μέλλον εφ' όσον η Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφωθούν και/ή εφ' όσον η διάκριση σε βάρος της λόγω του φύλου της ειδικότερα συνεχίζεται.
- Η Αιτήτρια λέγει ότι, η εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση παραβίαση της Αρχής της Ισότητας στην εργασία και/ή των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την εργασία των υπηρετούντων στην Εθνική Φρουρά είναι παράνομος και αδικαιολόγητος και έχουν σαν αποτέλεσμα, λαμβανομένων υπ' όψιν των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η Αιτήτρια παρέχει ως εργοδοτούμενη στον Στρατό της Δημοκρατίας τις υπηρεσίες της, ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί και/ή εξακολουθεί να υφίσταται καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων και/ή ότι έχει απολέσει κάθε προοπτική για έγκαιρη και νόμιμη ανέλιξη και/ή αύξηση της μισθολογικής της κλίμακας και/ή περαιτέρω μειώθηκε η προοπτική σταδιοδρομίας της και η Αιτήτρια υπέστηκε ζημία και απώλεια για τις οποίες αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, αποκατάσταση και/ή αποζημιώσεις δυνάμει της παρούσας δικαστικής διαδικασίας.» Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παράλειψη προαγωγής της και καταβολής του αντίστοιχου μισθού και/ή ωφελημάτων της γίνεται παράνομα λόγω διάκρισης φύλου και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται η διάπραξη ποινικού αδικήματος από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Ν.205(Ι)/
- Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι συνυπεύθυνος μετά των Καθ' ων η Αίτηση 1 «καθ' ότι εξ αμέλειας και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους και ενεργώντες από κοινού και/ή κεχωρισμένως δεν έλαβαν καθόλου και/ή κανένα και/ή τα δέοντα μέτρα και/ή διαβήματα και/ή αποφάσεις προστασίας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των εργαζομένων και/ή ειδικότερα της Αιτήτριας ως εργαζομένης και/ή παραβίασαν τα πρωταρχικά και αναφαίρετα δικαιώματα της Αιτήτριας για ισότητα και/ή ίση μεταχείριση σε ό,τι αφορά την πρόσληψη, μονιμοποίηση και ανέλιξη της ίδιας και/ή τους όρους αντιμισθίας και της κλίμακας αμοιβής και/ή λοιπά ωφελήματα και γενικά τους όρους εργασίας της.» Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία νόμιμα μέτρα και/ή αποφάσεις για έγκαιρη και/ή νόμιμη και/ή κανονική πρόσληψη και/ή μονιμοποίηση και/ή προαγωγή της και/ή παραλείπουν να προβούν στα δέοντα μέτρα για εργασιακή αποκατάσταση της στον βαθμό που θα έπρεπε στη βάση της ισότητας, δηλαδή να την τοποθετήσουν σε ανάλογη θέση και/ή να της δώσουν τον ανάλογο μισθό με τους άνδρες εργαζόμενους στην Εθνική Φρουρά, με βάση τον χρόνο της αρχικής πρόσληψης, τα προσόντα, την αρχαιότητά της και/ή παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα «δυνάμει Υπουργικών Αποφάσεων» για την εξίσωση των εργαζομένων στο Στρατό. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια στην παράγραφο 34 της Αίτησης υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών: «επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο του τόπου, δύναται και καλείται να κρίνει και αποφασίσει ως παρεμπίπτον και/ή ως ουσιώδες ζήτημα δια την πλήρη και τελεία διεκπεραίωση της παρούσας ενώπιον του διαδικασίας κατά πόσο έχουν καταργηθεί ως αντίθετες με το Σύνταγμα και τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης οι σχετικοί και αντίστοιχοι περί ανδρών και γυναικών κανονισμοί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας του 1990 και 1993 και να εκδώσει συγκεκριμένες προς τούτο Αποφάσεις και/ή Οδηγίες προς την Διοίκηση και/ή την Αρμόδια Εκτελεστική Εξουσία για άμεση και έμπρακτη κατάργηση και/ή μεταρρύθμιση και/ή τροποποίηση των κανονισμών και την λήψη νομοθετικών και διοικητικών μέτρων προς την κατεύθυνση της πλήρους εξίσωσης ανδρών και γυναικών κατά την εργασία τους στον Στρατό και/ή απάλειψη κάθε μορφής διάκρισης (άρθρου 16 του Νόμου 58(Ι)/2004).» Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης με το οποίο απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισής τους εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: «Α. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών αλλά εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο εξετάζει αυτά στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ειδικότερα και κατά παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας στην παράγραφο 25 της αίτησής της, οι αναφερόμενες από την Αιτήτρια πράξεις και/ή αποφάσεις και/ή παραλείψεις συνιστούν διοικητικές πράξεις που αφορούν θέματα διορισμών και/ή προαγωγών και ως τέτοιες εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και/ή η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς να είναι δυνατόν οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο πλην του Ανωτάτου να προβεί σε άμεσο ή έμμεσο ή παρεμπίπτων έλεγχο της νομιμότητας και/ή εγκυρότητας αυτών. Β. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και/ή η απόφαση επί των οποίων εμπίπτει, με βάση τις πρόνοιες του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67ως ετροποποιήθη), στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Γ. Η παρούσα αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και/ή ο τίτλος της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60.» Στις 08/12/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση με την οποία εξαιτούνται όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στην παράγραφο 1 (Α), (Β) και (Γ) της Εγγράφου Εμφάνισής τους εκδικαστούν προδικαστικά από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.1-2, Δ.48 θ.1-3 και 9, στις διατάξεις του Συντάγματος και ειδικότερα αυτές του άρθρου 146, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο 1967-1998, στους Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμούς, στον Περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμο 33/90, στον Περί Γυναικών Υπαξιωματικών της Δημοκρατίας Κανονισμούς του 1993-1996 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι «οι αναφερόμενες από την Αιτήτρια πράξεις και/ή αποφάσεις και/ή παραλείψεις συνιστούν διοικητικές πράξεις που αφορούν θέματα διορισμών και/ή προαγωγών και ως τέτοιες εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και/ή η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς να είναι δυνατόν οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο πλην του Ανωτάτου να προβεί σε άμεσο ή έμμεσο ή παρεμπίπτων έλεγχο της νομιμότητας και/ή εγκυρότητα αυτών. Ότι τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και/ή η απόφαση επί των οποίων εμπίπτει, με βάση τις πρόνοιες του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67, ως ετροποποιήθη, στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών» και ότι η Αίτηση εγέρθηκε εναντίον λανθασμένων προσώπων και / ή ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/
- Ότι τυχόν αποδοχή των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων θα καταργήσει τη βάση της Αίτησης και/ ή θα εμποδίσει την περαιτέρω προώθηση της Αίτησης και/ ή θα καταστήσει την Αίτηση χωρίς αντικείμενο. Η Αιτήτρια καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην πιο πάνω αίτηση την οποία βασίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.1-2, Δ.48 θ.1-3 και 9, στις διατάξεις του Συντάγματος και ειδικότερα αυτές του άρθρου 146, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο 1967-1998, στους Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμούς, στον Περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμο 33/90, στον Περί Γυναικών Υπαξιωματικών της Δημοκρατίας Κανονισμούς του 1993-1996, στην υπάρχουσα επί του θέματος Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβάλλει σε αυτή 12 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως : (α) τα ζητήματα τα οποία οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται να προδικαστούν δεν μπορούν να εξεταστούν προδικαστικά καθ' ότι δεν είναι αμιγώς νομικά αλλά εμπεριέχουν και πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της αντιδικίας κατά την ακρόαση της Αίτησης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο και/ή τα εγειρόμενα θέματα στην υπό εξέταση αίτηση λόγω των αμφισβητουμένων γεγονότων και/ή της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση και/ ή το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει και/ή αποφασίσει σε αυτό το στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις χωρίς να ακούσει μαρτυρία. (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η Αίτηση να κωλύονται από το να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα. (γ) Τα επίδικα ζητήματα και οι επίδικες διαφορές και αξιώσεις της Αιτήτριας που εγείρονται στην Αίτηση εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (δ) Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ευθύνονται προσωπικά και/ ή δια αντιπροσώπευσης για τις πράξεις και τις παραλείψεις των ιδίων και άλλων προσώπων και οποιοδήποτε σφάλμα στον τίτλο της Αίτησης δεν καθιστά άκυρη και/ ή ακυρώσιμη τη διαδικασία. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμούς 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: ''
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
- No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.'' Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 306, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322, Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, Hambou v. Thoma
(1987)1 CLR 370, Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 (B) AAΔ 990. Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (πιο πάνω) λέχθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες που η προδικαστική εκδίκαση ενός νομικού σημείου μπορεί να κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis (πιο πάνω) τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Επομένως προκύπτει ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο κωδικοποίησε τις αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27 ως ακολούθως : «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων (πιο πάνω) εξηγήθηκε ότι ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση του θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης που είναι το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην εν λόγω υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο με τη συγκατάθεση των διαδίκων όρισε την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων των εναγομένων αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προδικαστικά. Ο εν λόγω ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων στη βάση του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη αρμοδιότητα να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που τη θεμελίωνε πήγαζε από την άσκηση διοικητικής και/ή εκτελεστής λειτουργίας οργάνου στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σωστή την ενέργεια του Δικαστηρίου να ακούσει προδικαστικά το θέμα της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του λέγοντας ότι ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση της αγωγής και ότι η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυσή του στη βάση της Δ.27 επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό καθότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του. Επισημάνθηκε στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 (E) A.A.Δ 729 ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία (Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203) η διαπίστωση του Δικαστηρίου κατά πόσο έχει δικαιοδοσία ή όχι να επιληφθεί μιας υπόθεσης θα πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό διότι δεν είναι ορθό να προχωρήσει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης στην οποία υπάρχει το ενδεχόμενο να μην έχει εξουσία να το πράξει. Σε αυτό το σημείο κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι δεν θα υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της προδικαστικής εκδίκασης που αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας παρά το ότι τόσο στην αίτηση όσο και στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης όπως και στις αγορεύσεις γίνεται αναφορά σε αυτά τα ζητήματα. Στο στάδιο αυτό θα περιοριστούμε στο να αποφανθούμε κατά πόσο θα επιτρέψουμε την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων των Καθ' ων η Αίτηση στη βάση της Δ.
- Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην σελίδα 2051 στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (πιο πάνω) και παρατίθενται πιο κάτω: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό. Εν όψει όλων όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ακυρώνεται με έξοδα εναντίον του εφεσίβλητου». Οι αξιώσεις της Αιτήτριας καθώς και οι βάσεις (πραγματικές και νομικές) που τις θεμελιώνουν εκτίθενται με λεπτομέρεια στην Αίτηση και η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το ζήτημα της καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να επιληφθεί της Αίτησης στηρίζεται μεταξύ άλλων και στις αναφορές της Αιτήτριας στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής της. Με δεδομένο ότι η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ' αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα και ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση και περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης (εδώ στην Αίτηση) κρίνουμε ότι η εκδίκαση των νομικών σημείων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 1 της Έγγραφου Εμφανίσεως μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά στη βάση του περιεχομένου των Γενικών Λόγων της Αίτησης χωρίς να τίθεται θέμα εξέτασης του κατά πόσον υπάρχει κοινό υπόβαθρο γεγονότων μεταξύ των διαδίκων. Ούτε χρειάζεται μαρτυρία για να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας στη βάση του περιεχομένου της Αίτησης. Ενόψει του νομικού χαρακτήρα του θέματος, των επιπτώσεων του από την επίλυση του στην έκβαση της Αίτησης και της φύσης του νομικού θέματος που θίγει την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η επίλυση στη βάση της Δ.27 του θέματος της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να επιληφθεί της Αίτησης, κρίνουμε ότι δικαιολογείται. Συνεπώς, εφαρμόζοντας τις αρχές που αφορούν την προδικαστική εξέταση νομικού ζητήματος κρίνουμε ότι το ζήτημα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας το οποίο εγείρεται στους Γενικούς Λόγους της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σε σχέση με την ένσταση της Αιτήτριας ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και γι' αυτό τον λόγο δεν μπορεί η αίτηση να επιτύχει παρατηρούμε ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης το Έγγραφο Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 2/5/
- Στη συνέχεια η Αίτηση ορίστηκε 8 φορές για οδηγίες με σκοπό την ανταλλαγή εγγράφων και τη συζήτηση της υπόθεσης στο πλαίσιο περιορισμού των επίδικων θεμάτων και καθορισμό της στάσης της κάθε πλευράς σε σχέση με τη δικαιοδοσία. Λόγω μη κατάληξης των πιο πάνω προσπαθειών η υπόθεση ορίστηκε στις 16/12/2014 για ακρόαση. Στις 8/12/2014 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τη νομολογία αίτηση για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου που εγείρεται στις έγγραφες προτάσεις πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την κρίση μας έχουν καθυστερήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης την οποία θα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τις καταλυτικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που σχετίζεται με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246, Παναγιώτου v. Χ″Κυριακού
(1991)1 Α.Α.Δ. 362) και το ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει θεωρούμε ότι δεν πρέπει να απορρίψουμε την αίτηση επειδή και μόνο αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση ότι τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 Ν.14/60σημειώνουμε ότι επειδή η επίλυση του εν λόγω ζητήματος προδικαστικά δεν μπορεί να κρίνει όλη την υπόθεση καθότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος δεν θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας αφού οποιαδήποτε παρατυπία και/ή λάθος στον τίτλο της Αίτησης δεν καθιστά την Αίτηση απορριπτέα και/ή ολόκληρη τη σχετική διαδικασία άκυρη κρίνουμε ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος για προδικαστική εκδίκαση του εν λόγω ζητήματος. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Το μέρος της Αίτησης που αφορά την προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην υποπαράγραφο Γ της παραγράφου 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και κατά συνέπεια αποτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα όπως οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση εκδικαστούν προδικαστικά. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εξέτασης των προδικαστικών νομικών σημείων σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Δ. Χριστοδούλου, Μέλος Χρ. Χριστοφή, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. ΕΚ/ΕΜ Subject: Interim / Industrial Disputes Court Αναφορά: Αιτηση για προδικστική εκδικαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο