ΣΩΤΗΡΗ ΚΚΑΦΑ ν. G.N. ECODOMICA LTD, Αρ. Αίτησης: 150/11, 23/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2016:6 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χρ. Νεοφύτου } Δ. Χαριλάου } Mελών Αρ. Αίτησης: 150/11 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΗ ΚΚΑΦΑ Αιτητή και G.N. ECODOMICA LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Χρ. Χατζηκωστή Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Θωμά Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») ως μεταφορέας-οδηγός φορτηγού στις 26/01/
- Στις 11/01/2010 οι διάδικοι υπέγραψαν έγγραφο το οποίο έφερε τίτλο «Συμφωνία Εργοδότησης» (Τεκμήριο 1) και στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα πιο κάτω: «6-Κατηγορία Απασχόλησης / Αντικείμενο Εργασίας. Η σωστή και ασφαλής μεταφορά εμπορευμάτων όλων των κατηγοριών από την αποθήκη προς την αγορά σύμφωνα με το πρόγραμμα.» ..................... «10-Αποδοχές -..................... - Θα καταβάλλεται 13ος μισθός ως ακολούθως: ΝΑΙ - 1 μισθός στις 15 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Στην περίπτωση τερματισμού απασχόλησης δεν θα καταβάλλεται αναλογία 13ου μισθού, εκτός μόνον για συνεχόμενη υπηρεσία 12 μηνών.» Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε στον Αιτητή κάθε χρόνο από την ημερομηνία πρόσληψής του σε αυτήν 13ο μισθό. Η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση τερματίστηκε τον Φεβρουάριο του 2011 κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή κατά την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία ανερχόταν σε €1.257,
- Για το 2011 δεν του καταβλήθηκε αναλογία 13ου μισθού για την περίοδο που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σε περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει να καταβάλει στον Αιτητή αναλογία 13ου μισθού για το 2011 τότε η εν λόγω αναλογία ανέρχεται στο ποσό των €100,
- Είναι η θέση του Αιτητή όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς που καταχώρησε στις 29/03/2011 ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του στις 21/02/
- Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι απουσίαζε από την εργασία του για λόγους υγείας από 09/02/2011 μέχρι 19/02/2011 και ότι όταν επέστρεψε στην εργασία του στις 21/02/2011 η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι (α) ο Αιτητής οικειοθελώς παραιτήθηκε από την εργασία του και (β) δεν οφείλει στον Αιτητή αναλογία του 13ου μισθού για το
- Είναι η θέση της ότι ο Αιτητής στις 09/02/2011 εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να ζητήσει άδεια από τους προϊσταμένους του, ότι στις 11/02/2011 ο Αιτητής ανέφερε στον προϊστάμενό του ότι απουσιάζει λόγω ασθενείας χωρίς όμως να προσκομίσει οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και ότι στη συνέχεια ο Αιτητής ζήτησε όπως εκτελεί μεταφορές μόνο σε μια συγκεκριμένη πόλη/επαρχία και όταν ο προϊστάμενος του αρνήθηκε εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι επειδή η συμφωνία εργοδότησης του Αιτητή προέβλεπε ότι σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης δεν θα καταβάλλεται αναλογία 13ου μισθού εκτός μόνο για συνεχόμενη υπηρεσία 12 μηνών, ο Αιτητής δεν δικαιούται αναλογία 13ου μισθού για το
- Ως εκ τούτου απορρίπτει τις αξιώσεις του Αιτητή και αιτείται απόρριψη της αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Βάρος απόδειξης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («o Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2]. Στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, ο Αιτητής είναι αυτός που κλήθηκε πρώτος να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής του ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας ο ίδιος. Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσαν μαρτυρία ο κ. Λευτέρης Λαδοπούλης, εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας, η κα Ελευθερία Γεωργίου, η οποία εργάζεται ως αποθηκάριος στην Εργοδότρια Εταιρεία και ο κ. Γιώργος Νικολάου, γενικός διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας Μαρτυρία Ο Αιτητής κατέθεσε ότι τα καθήκοντά του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν να μεταφέρει με το φορτηγό που του έδινε η Εργοδότρια Εταιρεία διάφορα εμπορεύματα τα οποία φόρτωναν στο φορτηγό που οδηγούσε άλλοι συνάδελφοί του και να τα παραδίδει σε διάφορους πελάτες σε ολόκληρη την ελεύθερη Κύπρο. Τα δρομολόγια τα οποία έπρεπε να ακολουθήσει κάθε μέρα τα πληροφορείτο το πρωί όταν του παραδίδονταν τα τιμολόγια των πελατών. Για κάθε τιμολόγιο που του έδινε η Εργοδότρια Εταιρεία έπρεπε να παραδώσει το αντίστοιχο εμπόρευμα στον πελάτη που αναγραφόταν στο τιμολόγιο εντός της ημέρας. Υποστήριξε ότι μετά από αίτημα των άλλων οδηγών στην Εργοδότρια Εταιρεία, η Εργοδότρια Εταιρεία ανέθεσε στον κάθε οδηγό συγκεκριμένο δρομολόγιο σε συγκεκριμένες πόλεις, δηλαδή για τον κάθε οδηγό καθορίστηκε η πόλη/επαρχία που θα πήγαινε. Σε αυτόν ανατέθηκε το δρομολόγιο στη Λάρνακα και στην ελεύθερη Αμμόχωστο. Ήταν η θέση του ότι κατά τα επτά χρόνια που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία εκτελούσε με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του και ότι η συμπεριφορά του απέναντι στους προϊσταμένους και τους συναδέλφους του ήταν άψογη. Ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον τελευταίο χρόνο της απασχόλησής του τον προκαλούσε με τη συμπεριφορά του με σκοπό να τον εξαναγκάσει να εγκαταλείψει την εργασία του καθότι είχε προσλάβει οδηγούς με χαμηλότερο μισθό από τον δικό του. Ισχυρίστηκε ότι στις 09/02/2011 ενώ επέστρεφε από τη Λάρνακα μετά που εκτέλεσε το δρομολόγιο που του ανατέθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία, ένιωσε έναν πόνο στο δεξί γόνατό του και μέχρι να φτάσει στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας το γόνατό του είχε φουσκώσει. Ανέφερε τότε στους εργοδότες του ότι θα πήγαινε στον γιατρό και ότι πιθανόν να απουσίαζε από την εργασία του την επόμενη μέρα. Την ίδια μέρα επισκέφτηκε τον Δρ. Αργυρόπουλο ο οποίος του αφαίρεσε υγρό από το γόνατο και του έδωσε αναρρωτική άδεια από τις 10/02/2011 μέχρι τις 19/02/2011 (Τεκμήριο 2). Υποστήριξε ότι παρέδωσε ο ίδιος προσωπικά στους εργοδότες του το εν λόγω πιστοποιητικό δύο-τρεις μέρες μετά όταν τους επισκέφθηκε στα γραφεία τους και αντίγραφο του εν λόγω πιστοποιητικού κατατέθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατά την εν λόγω επίσκεψή του, του ζητήθηκε από τους εργοδότες του να διακόψει την αναρρωτική άδεια του για να εκτελέσει δρομολόγιο στην Πάφο. Αυτός αρνήθηκε επειδή η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε τη δεδομένη στιγμή να οδηγήσει μεγάλη απόσταση και να μεταφέρει εμπορεύματα. Ήταν η θέση του ότι στις 21/02/2011, μέρα Δευτέρα, όταν επέστρεψε στην εργασία του, ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, κ. Γιώργος Νικολάου, τον περίμενε στον χώρο από όπου θα παραλάμβανε τα κλειδιά του φορτηγού και τα τιμολόγια των πελατών και του ζήτησε με έντονο ύφος να εγκαταλείψει αμέσως τον χώρο εργασίας του γιατί δεν τον ήθελε άλλο να εργάζεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Την επόμενη μέρα, 22/02/2011, πήγε στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγγράφηκε ως άνεργος (Τεκμήρια 3 και 4). Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το Τεκμήριο 2 το παρέδωσε αυτός στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον λόγο ότι δεν το έστειλε η Εργοδότρια Εταιρεία στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ήταν η θέση του ότι στις 11/02/2011 όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας συζήτησε μόνο με την κα Ελευθερία Γεωργίου και όχι με τον κ. Γιώργο Νικολάου. Ο κ. Λαδοπούλης κατέθεσε ότι εργάστηκε στους Καθ' ων η Αίτηση ως οδηγός φορτηγού από το 2002 μέχρι το
- Το 2010 αποχώρησε από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και άνοιξε δική του επιχείρηση, ένα πλυντήριο αυτοκινήτων. Λόγω του ότι οι εργασίες της επιχείρησής του δεν πήγαν καλά, έκλεισε την εν λόγω επιχείρηση και από τον Οκτώβριο του 2012 εργοδοτείται στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ο Αιτητής τον χειμώνα του 2011 τον επισκέφθηκε στο πλυντήριο αυτοκινήτων που διατηρούσε και του είπε ότι όταν του ζήτησε η κα Γεωργίου να εκτελέσει δρομολόγιο στη Λευκωσία, αυτός αρνήθηκε και έφυγε από την εργασία του. Ισχυρίστηκε ότι αυτός είπε στον Αιτητή να ηρεμήσει και να επιστρέψει στην εργασία του και ότι ο Αιτητής του απάντησε ότι δεν θα τους κάνει τη χάρη να πάει Λευκωσία αφού «ξέρουν» ότι αυτός μόνο στη Λάρνακα πηγαίνει. Ήταν η θέση του ότι το δρομολόγιο για τον κάθε οδηγό στην Εργοδότρια Εταιρεία το καθόριζε η κα Γεωργίου ανάλογα με τις παραγγελίες που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία να παραδώσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει, από τα λεγόμενα του Αιτητή, ότι ο Αιτητής έφυγε από μόνος του από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η κα Γεωργίου κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι εντός των καθηκόντων της εργασίας της στην Εργοδότρια Εταιρεία καθορίζει τα δρομολόγια των οδηγών με σκοπό την παράδοση των παραγγελιών στους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Συνήθως το απόγευμα πριν σχολάσουν οι οδηγοί γνωρίζουν σε ποια πόλη θα πάνε την επόμενη μέρα, αλλά κάποιες φορές μπορεί το πρόγραμμα να αλλάξει το πρωί της επόμενης μέρας. Υποστήριξε ότι ο κάθε ένας από τους οδηγούς πρέπει να γνωρίζει όλα τα δρομολόγια ώστε να μπορεί να παραδίδει τις παραγγελίες όποτε του ζητηθεί. Ήταν η θέση της ότι στις 09/02/2011 όταν ανέφερε στον Αιτητή ότι έπρεπε να παραδώσει τις παραγγελίες στην επαρχία Λευκωσίας, ο Αιτητής άρχισε να φωνάζει και της είπε ότι δεν πάει στη Λευκωσία. Ότι ακολούθως ο Αιτητής έριξε τα τιμολόγια που του έδωσε κάτω στο πάτωμα και όταν του είπε ότι πρέπει οι παραγγελίες να πάνε στη Λευκωσία, της απάντησε να πει στον μάστρο της ο οποίος έχει άδεια φορτηγού να έρθει ο ίδιος να τις πάρει στη Λευκωσία. Ότι στη συνέχεια ο Αιτητής έφυγε από τον χώρο εργασίας και από τότε αυτή δεν τον ξαναείδε. Όταν ενημέρωσε τον κ. Νικολάου για το τι είχε συμβεί, αυτός της ζήτησε να ενημερώσει τους πελάτες ότι θα καθυστερήσει η παράδοση της παραγγελίας. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν της είπε όταν έφευγε ότι είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και ούτε της ανέφερε ότι επρόκειτο να επισκεφθεί γιατρό. Κατά την αντεξέτασή της επέμενε ότι μετά τις 09/02/2011 δεν ξανασυναντήθηκε με τον Αιτητή και ότι δεν είδε τον Αιτητή να έρχεται στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας. Διευκρίνισε ότι στις 09/02/2011 ο Αιτητής της είπε ότι φεύγει χωρίς να της πει ότι παραιτείται. Ο κ. Νικολάου κατέθεσε ότι τακτική της Εργοδότριας Εταιρείας είναι όλοι οι οδηγοί που εργάζονται στην Εργοδότρια Εταιρεία να πηγαίνουν σε όλες τις πόλεις ώστε όλοι οι οδηγοί να γνωρίζουν όλα τα δρομολόγια για να μπορούν σε περιπτώσεις που απουσιάζει κάποιος οδηγός από την εργασία του να τον αντικαταστήσουν. Το πρόγραμμα των δρομολογίων το βγάζει η αποθηκάριος αφού χωρίσει τις παραγγελίες κατά πόλη/επαρχία. Συνήθως οι οδηγοί ήξεραν το δρομολόγιο της επόμενης μέρας από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας. Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου, ο Αιτητής πολλές φορές δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία του λόγω της συμπεριφοράς του αφού είτε τσακωνόταν με τους συναδέλφους του είτε αρνιόταν να εκτελεί δύσκολα δρομολόγια. Ο κ. Νικολάου προέβαλε τον ισχυρισμό ότι στις 09/02/2011 όταν η κα Γεωργίου έδωσε οδηγίες στους οδηγούς για τα δρομολόγιά τους ο Αιτητής αρνήθηκε να πάει στην Πάφο και πέταξε στο πάτωμα τα τιμολόγια που του δόθηκαν λέγοντάς της ότι αυτός δεν πάει στην Πάφο και να πει στον μάστρο της να πάει αυτός να τα πάρει και στη συνέχεια εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας του. Αυτός αφού άκουσε τις φωνές πήγε να δει τι συμβαίνει και αφού μάζεψε μαζί με την κα Γεωργίου τα τιμολόγια από το πάτωμα και τηλεφώνησε στους πελάτες να τους απολογηθεί λέγοντάς τους ότι θα τους στείλει την παραγγελία το συντομότερο δυνατό. Μετά από κάποιες μέρες, ο Αιτητής ήρθε στο γραφείο του και προσπάθησε να τον αναγκάσει να συμφωνήσει μαζί του να έρθει πίσω στην εργασία του, αλλά υπό τον όρο να εκτελεί μόνο το δρομολόγιο της Λάρνακας και της ελεύθερης Αμμοχώστου. Αυτός του εξήγησε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο και τον ρώτησε γιατί συμπεριφέρθηκε έτσι στις 09/02/
- Ο Αιτητής του απάντησε ότι νευρίασε γιατί δεν θέλει να πηγαίνει σε άλλες πόλεις εκτός από τη Λάρνακα. Στη συνέχεια όταν ρώτησε τον Αιτητή γιατί μετά που του πέρασαν τα νεύρα δεν ήρθε πίσω στην εργασία του, αυτός του ανέφερε ότι ήταν άρρωστος. Τότε του ζήτησε την άδεια του γιατρού και ο Αιτητής του είπε ότι θα την φέρει πιο ύστερα. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε στην Εργοδότρια Εταιρεία οποιαδήποτε άδεια απουσίας από την εργασία του που να του είχε δοθεί από γιατρό. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής μετά από 15 μέρες ξαναπήγε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι έληξε η άδεια ασθενείας του και τον ρώτησε αν τον θέλει να πιάσει δουλειά. Αυτός του είπε ότι εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να αναφέρει ότι ήταν άρρωστος και ότι «το χαρτί που του έφερε σήμερα είναι ψεύτικο». Στις 02/03/2011 συμπλήρωσε έντυπο του Γραφείου Εργασίας αναφορικά με την αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για πληρωμή επιδόματος ανεργίας (Τεκμήριο 7). Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προσέλαβε άλλους οδηγούς την περίοδο Δεκεμβρίου 2010 - Μαΐου 2011 αλλά όλοι έπαιρναν πιο ψηλό μισθό από αυτόν που έπαιρνε ο Αιτητής (Τεκμήρια 9-11) και ότι δεν απέλυσε τον Αιτητή. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι όταν ο Αιτητής έφυγε από την εργασία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 09/02/2011 ζήτησε να εργοδοτηθεί από άλλες εταιρείες οι οποίες εκτελούσαν τις ίδιες εργασίες με την Εργοδότρια Εταιρεία. Επέμενε ότι ο Αιτητής ανέφερε στην κα Γεωργίου ότι φεύγει από την εργασία του και μετά από λίγες μέρες απευθύνθηκε σε αυτόν λέγοντάς του ότι για να επιστρέψει στην εργασία του θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημά του να εκτελεί μόνο τα δρομολόγια της Λάρνακας. Επανεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι τις άλλες φορές που ο Αιτητής απουσίαζε από την εργασία του ειδοποιούσε τους αρμόδιους υπαλλήλους για άδεια ασθενείας και προσκόμιζε το σχετικό πιστοποιητικό του γιατρού. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής To Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση καλείται να αποφανθεί (α) κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει να καταβάλει στον Αιτητή αναλογία 13ου μισθού για την περίοδο που εργάστηκε σ' αυτήν το 2011 και (β) κατά πόσον ο Αιτητής εγκατάλειψε την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία οικειοθελώς ή η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν αυτή που τερμάτισε μονομερώς την απασχόληση του Αιτητή. (i) Αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2011 Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον ο Αιτητής με βάση τη σύμβαση εργοδότησής του με την Εργοδότρια Εταιρεία δικαιούται αναλογία 13ου μισθού για την περίοδο του 2011 που εργάστηκε σε αυτήν. Το δικαίωμα του Αιτητή για αναλογία 13ου μισθού στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να διαπιστωθεί από το κείμενο της συμφωνίας εργοδότησης του Αιτητή (Τεκμήριο 1). Ο γενικός κανόνας είναι ότι ένα συμβόλαιο εργοδότησης υπόκειται ως προς την ερμηνεία του στους συνήθεις ερμηνευτικούς κανόνες και εξαρτάται από την πρόθεση των μερών όπως συνάγεται από τους ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους αυτού ή που μπορούν να συναχθούν από τα γεγονότα της υπόθεσης (Chitty on Contracts, Τόμος ΙΙ, 27η Έκδοση, σελ. 779, παρ. 37 - 106). Ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων, μελετήσαμε και λάβαμε υπόψη τη σχετική νομολογία και συγγράμματα. Βλέπε Chitty on Contracts, 25η Έκδοση, Τόμος Ι, σελ. 420 έως 430, παρ. 765 έως 785 και σελ. 437 έως 450, παρ. 802 έως 833, Γ.Π. Κακογιάννη, «Η Απόδειξη», σελ. 717 έως 730, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπορικοί Γεωργικών Προϊόντων
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ., 168, Θεολόγου ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσης
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρεία Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806, Τάκη Λευκαρίτη κ.ά. ν. Long Beach Hotels Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 168, Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ ν. G. & C. Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 500, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630. Από τις πιο πάνω αυθεντίες σημειώνουμε τις πιο κάτω αρχές και κανόνες που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης: - Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. - Ο σκοπός της ερμηνείας ενός εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως αυτή διακηρύττεται στο έγγραφο. Γι' αυτό το λόγο η ερμηνεία του εγγράφου έχει ως αφετηρία το πλαίσιο του εγγράφου της σύμβασης και οδηγό την πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από το κείμενο του. - Βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο και γι' αυτό η πρόθεση τους εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση του εγγράφου, δηλαδή των σκέψεων των συμβαλλομένων, που γι' αυτό το σκοπό εξετάζεται συνολικά το κείμενο του εγγράφου. - Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning) όπως είναι γενικά κατανοητές αποδίδοντας σε αυτές την απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους. - Αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. - Εάν οι πρόνοιες του εγγράφου είναι ξεκάθαρες, δηλαδή η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στην δήλωση τους στη γραπτή συμφωνία, είναι επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης. Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω αρχές, βρίσκουμε ότι στην παρούσα περίπτωση με δεδομένο ότι ολόκληρη η συμφωνία των διαδίκων για τους όρους εργοδότησης του Αιτητή εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 1 βρίσκουμε ότι η μαρτυρία των διαδίκων αναφορικά με (α) το τι αντιλήφθηκαν ως προς το νόημα του λεκτικού του Τεκμηρίου 1 και (β) το τι εννοούν οι λέξεις στον όρο 10 του Τεκμηρίου 1 αναφορικά με την καταβολή αναλογίας 13ου μισθού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει τον εν λόγω όρο σύμφωνα με το λεκτικό του με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο του εγγράφου της σύμβασης εργοδότησης λαμβάνοντας υπόψη το υπόβαθρο του εν λόγω εγγράφου. Το Τεκμήριο 1 αφορούσε τους όρους εργασίας του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία και καθόριζε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων αναφορικά με την απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Συντάχθηκε 6 χρόνια μετά την πρόσληψη του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Είναι ένα γενικό έντυπο της Εργοδότριας Εταιρείας στο οποίο συμπληρώθηκαν τα κενά που αφορούσαν την εργοδότηση του Αιτητή. Ο όρος 10 που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 σχετικά με την καταβολή 13ου μισθού αναφέρει ότι στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης δεν θα καταβάλλεται αναλογία 13ου μισθού εκτός μόνο για συνεχόμενη υπηρεσία 12 μηνών. Στον εν λόγω όρο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθορίζει ότι για να καταβληθεί 13ος μισθός στον εργοδοτούμενο του οποίου η απασχόληση του έχει τερματιστεί πρέπει ο εργοδοτούμενος να εργαστεί για 12 συνεχόμενους μήνες κατά τη διάρκεια του έτους που η απασχόλησή του τερματίστηκε. Αν αυτή ήταν η πρόθεση των μερών πιστεύουμε ότι θα αναγραφόταν ξεκάθαρα στον εν λόγω όρο. O τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης στην απόφαση στην υπόθεση MEMRB INTERNATIONAL LTD v. Ολύμπιου Τουμάζου
(2004)1 Α.Α.Δ 1242 τόνισε ότι ο επίμαχος όρος μιας σύμβασης πρέπει μεν να ερμηνεύεται στη βάση της έννοιας που μεταδίδουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται αλλά ταυτόχρονα να αποδίδεται και τέτοια λογική ερμηνεία που να οδηγεί στην πραγμάτωση του αληθινού σκοπού και της διάθεσης των μερών σ' αυτή. Στην παρούσα περίπτωση βρίσκουμε ότι οι λέξεις του όρου 10 οδηγούν στη διαπίστωση του πραγματικού σκοπού των διαδίκων ως το προς το πότε δεν θα καταβάλλεται αναλογία 13ου μισθού. Είμαστε της γνώμης ότι σύμφωνα με το πιο πάνω λεκτικό σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης δεν καταβάλλεται αναλογία 13ου μισθού αν ο εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση τερματίστηκε δεν εργάστηκε για 12 συνεχόμενους μήνες στην Εργοδότρια Εταιρεία γενικά και όχι για το έτος που τερματίστηκε η απασχόλησή του. Κατά την κρίση μας το λεκτικό του όρου 10 του Τεκμηρίου 1 είναι σαφέστατο και ξεκάθαρο ως προς το νόημα του και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει νόημα διαφορετικό από αυτό που ενέχουν οι ίδιες οι λέξεις. Δεν θα υπήρχε λόγος για αναφορά σε αναλογία 13ου μισθού αν η πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν ότι σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης μόνο οι εργοδοτούμενοι που είχαν συνεχόμενη υπηρεσία 12 μηνών κατά το έτος που καταβάλλεται ο 13ος μισθός δικαιούνται καταβολή αναλογίας 13ου μισθού, καθότι σε αυτή την περίπτωση καταβάλλεται ολόκληρος ο 13ος μισθός και όχι αναλογία. Κρίνουμε ότι ο εν λόγω όρος για την μη καταβολή αναλογίας 13ου μισθού εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος δεν συμπλήρωσε συνεχόμενη υπηρεσία 12 μηνών στην Εργοδότρια Εταιρεία από την πρόσληψή του σ' αυτήν και όχι στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος δεν συμπλήρωσε 12 μήνες υπηρεσία κατά το έτος που απολύθηκε. (
- ii)Συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η μεταξύ των διαδίκων μερών εργασιακή σχέση Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης[3]. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά. Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης και όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις και πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να αντιληφθεί τι σημαίνουν οι λέξεις ή οι φράσεις αυτές. Το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος κάποιες φράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέμα αρκετά υποκειμενικό. Γι' αυτό τον λόγο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με αντικειμενικά κριτήρια κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά της κατ΄ ισχυρισμό δήλωσης παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανση του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση [5]. Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας να καταθέτουν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Αιτητή σημειώνουμε ότι μέσα από τη μαρτυρία του Αιτητή προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο των θέσεών του. Ο Αιτητής (α) στους γενικούς λόγους της αίτησής του αναφέρει ότι κοινοποίησε αμέσως το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 9/2/2011 (Τεκμήριο 2) στους εργοδότες του και (β) στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε το Τεκμήριο 2 ο ίδιος προσωπικά στους εργοδότες του 2-3 μέρες μετά όταν τους επισκέφθηκε στα γραφεία τους και αντίγραφο του κατατέθηκε (χωρίς να διευκρινίζει πότε και από ποιον) στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε αρχικά ότι επισκέφθηκε τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 11/2/2011 και ότι δεν μπορούσε εκείνη τη μέρα να εργαστεί γιατί είχε ήδη καταθέσει το Τεκμήριο 2 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι δεν θυμάται πότε κατέθεσε το Τεκμήριο 2 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και όταν του υποδείχθηκε ότι το Τεκμήριο 2 φέρει σφραγίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δεικνύει ότι κατατέθηκε στις 2/3/2011 δεν υποστήριξε ότι το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων πριν την εν λόγω ημερομηνία ούτε προέβαλε οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί τον λόγο που ενώ ο ίδιος «γράφτηκε», όπως είπε, στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως άνεργος στις 22/2/2011, δεν κατέθεσε το Τεκμήριο 2 πριν τις 2/3/2011 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ακολούθως σε αντίθεση με την εκδοχή που προέβαλε στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι στις 11/2/2011 παρόλο που είχε στην κατοχή του το Τεκμήριο 2 δεν το παρέδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία για τον λόγο ότι δεν το είχε μαζί του όταν πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας καθότι η εν λόγω επίσκεψη του στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήταν προγραμματισμένη. Στη συνέχεια ανασκεύασε την εκδοχή του και είπε ότι αυτός παρέδωσε το Τεκμήριο 2 στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 21/2/2011, την μέρα που τον απέλυσε ο κ. Νικολάου και ότι κατέθεσε το Τεκμήριο 2 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις στις 2/3/2011 γιατί ο κ. Νικολάου κρατούσε το Τεκμήριο 2 χωρίς να το καταθέσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και μετά του επέστρεψε αποστέλλοντάς του το στο σπίτι του. Όταν ρωτήθηκε πώς έδωσε το χαρτί του γιατρού στον κ. Νικολάου απάντησε ότι όταν πήγε να εργαστεί στις 21/2/2011 ο κ. Νικολάου τον έδιωξε και τότε αυτός του είπε «έλα το χαρτί γιατί ήμουν άρρωστος». Δεν μας φαίνεται φυσιολογικό να μην αναφέρει τα πιο πάνω στην κυρίως εξέτασή του και να τα θυμηθεί να τα αναφέρει αργότερα κατά την αντεξέτασή του. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του Αιτητή πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του Αιτητή. Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η αρχική συμφωνία εργοδότησης των οδηγών στην Εργοδότρια Εταιρεία προέβλεπε την παράδοση εμπορευμάτων σε όλη την Κύπρο, ότι τα καθήκοντά του αρχικά ήταν να εκτελεί δρομολόγια σε όλη τη Κύπρο, ότι μετά από αίτημα των άλλων οδηγών η Εργοδότρια Εταιρεία καθόρισε τις πόλεις στις οποίες θα πήγαινε ο κάθε οδηγός τροποποιώντας με αυτό τον τρόπο η Εργοδότρια Εταιρεία την αρχική συμφωνία εργοδότησής του και ότι σε αυτόν ανατέθηκαν τα δρομολόγια της Λάρνακας και της ελεύθερης Αμμοχώστου. Κατά την αντεξέτασή του διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι η ανάθεση καθορισμένου δρομολογίου σε κάθε οδηγό έγινε όταν αυτός πήγε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 1 δεν αναφέρεται ότι τα καθήκοντά του είναι η μεταφορά εμπορευμάτων στη Λάρνακα και στην ελεύθερη Αμμόχωστο αρχικά είπε ότι δεν υπέγραψε «χαρτί που να λέει για μεταφορά εμπορευμάτων σύμφωνα με το πρόγραμμα» (ενώ το Τεκμήριο 1 αυτό αναφέρει), στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο αλλά σημείωσε ότι μετά είδε το περιεχόμενο του προβάλλοντας ως δικαιολογία τον ισχυρισμό ότι επειδή εκτελούσε μακρινό δρομολόγιο πήγε πιο νωρίς στην εργασία του και όταν του έφερε μια κοπέλα το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψε χωρίς να το διαβάσει. Εκτός του ότι ο Αιτητής υπέπεσε στις πιο πάνω αντιφάσεις, οι δικαιολογίες που προέβαλε για να υποστηρίξει την εκδοχή του ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 χωρίς να το διαβάσει στερούνται πειστικότητας καθότι στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι οι κοπέλες πήγαιναν στην εργασία τους μισή ώρα μετά από αυτόν. Περαιτέρω, μας ξενίζει το γεγονός ότι οι εν λόγω αναφορές του ήταν πολύ γενικές και αόριστες. Δεν μας έδωσε λεπτομέρειες ποια κοπέλα ήταν αυτή που του ζήτησε να υπογράψει ένα τόσο σημαντικό έγγραφο ούτε μας ανέφερε πώς αντέδρασε όταν συνειδητοποίησε ότι το έγγραφο που υπέγραψε περιείχε όρους που δεν ήταν σε συμφωνία με τους όρους εργασίας του. Παρατηρούμε ακόμη ότι ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ευχαριστημένη από αυτόν, στην αντεξέτασή του παραδέχτηκε ότι στις 16/9/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία του απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 6) με την οποία τον παρατηρούσε για τη συμπεριφορά του και τον προειδοποιούσε ότι αν δεν συμμορφωθεί υπάρχει κίνδυνος να απολυθεί και περιορίστηκε απλώς να πεί ότι δεν δέχτηκε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 28/2/2011 η Εργοδότρια Εταιρεία του κατέβαλε τους μισθούς του για τον Φεβρουάριο του 2011 δεν μπορούσε κατά την αντεξέτασή να δικαιολογήσει για ποιο λόγο με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς την οποία καταχώρισε στις 29/3/2011 αξίωνε και τους δεδουλευμένους μισθούς του για τον Φεβρουάριο του 2011. Λόγω των πιο πάνω, ολόκληρη η μαρτυρία του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας παρατηρούμε ότι εντοπίσαμε σε αυτήν πολλές αδυναμίες. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ενώ (
- i)ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του ότι στις 9/2/2011 του ζητήθηκε να μεταφέρει υλικά στη Λευκωσία και αυτός αρνήθηκε, (
- ii)ο κ. Λαδοπούλης κατέθεσε ότι ο Αιτητής στις 9/2/2011 του είπε ότι όταν η Εργοδότρια Εταιρεία του ζήτησε να μεταφέρει υλικά στη Λευκωσία αυτός αρνήθηκε και έφυγε από την εργασία του, και (iii) η κα Γεωργίου ανέφερε ότι στις 9/2/2011 έδωσε οδηγίες στον Αιτητή να μεταφέρει υλικά στη Λευκωσία και αυτός αρνήθηκε, ο κ. Νικολάου καταθέτοντας ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες που δόθηκαν στον Αιτητή στις 9/2/2011 ήταν να πάει στην Πάφο. Σημειώνουμε ότι στους γενικούς λόγους της αίτησης αναφέρεται ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να μεταφέρει υλικά στην Πάφο. Θεωρούμε την πιο πάνω αντίφαση ως ουσιώδη ενόψει του
(1)ότι η κα Γεωργίου ήταν αυτή που έδωσε τις οδηγίες στον Αιτητή και
(2)ότι ο κ. Νικολάου αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε ποιο πελάτη έπρεπε να μεταφέρει υλικά ο Αιτητής και τόνισε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχασε τον συγκεκριμένο πελάτη εξαιτίας της πιο πάνω άρνησης του Αιτητή. (β) Κατά την αντεξέταση του Αιτητή του υποβλήθηκε ότι στις 11/2/2011 πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και ενημέρωσε την κα Γεωργίου ότι απουσιάζει για λόγους υγείας και ότι σε συζήτηση που είχε με την κα Γεωργίου της τόνισε ότι «δεν πάει αλλού εκτός από τη Λάρνακα». Ότι ο κ. Νικολάου όταν άκουσε τον Αιτητή να λέει τα πιο πάνω του είπε ότι δεν μπορεί να γίνει το αίτημα του αποδεκτό λόγω των αναγκών της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι μετά τις 11/2/2011 δεν ξαναπαρουσιάστηκε στον χώρο εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Σε πλήρη διάσταση με τις πιο πάνω υποβολές η κα Γεωργίου κατέθεσε ότι μετά τις 9/2/2011 δεν ξαναείδε τον Αιτητή και ότι δεν γνωρίζει τι συζητήθηκε μετά τις 9/2/2011 μεταξύ του Αιτητή και του κ. Νικολάου. Ο κ. Νικολάου κατά τη μαρτυρία του σε αντίθεση με τις πιο πάνω υποβολές, ανέφερε ότι μετά τις 9/2/2011 ο Αιτητής τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και προσπάθησε να τον αναγκάσει να συμφωνήσει μαζί του να επιστρέψει στην εργασία του υπό τον όρο ότι θα κάνει μόνο το δρομολόγιο της Λάρνακας. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσον ο Αιτητής ενημέρωσε την κα Γεωργίου ότι η απουσία του από την εργασία του οφείλεται σε λόγους υγείας απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ο Αιτητής ενημέρωσε την κα Γεωργίου. (γ) Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας ο Αιτητής στις 9/2/2011 εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να ζητήσει άδεια, στις 11/2/2011 ο Αιτητής επέστρεψε στην εργασία του αναφέροντας ότι απουσίαζε λόγω ασθένειας και στη συνέχεια αφού ο προϊστάμενός του δεν συμφώνησε με την απαίτησή του να εκτελεί μεταφορές μόνο στη Λάρνακα ο Αιτητής εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του. Η κα Γεωργίου κατέθεσε ότι στις 9/2/2011 ο Αιτητής της είπε απλώς ότι φεύγει και διευκρίνισε ότι δεν της είπε ότι παραιτείται. Ο κ. Νικολάου ανέφερε ότι λίγες μέρες μετά τις 9/2/2011 (δεν κατέθεσε θετικά και συγκεκριμένα πότε) ο Αιτητής πήγε στο γραφείο του. Ότι σε αυτή τη συνάντησή τους όταν τον ρώτησε για ποιο λόγο στις 9/2/2011 πέταξε τα τιμολόγια κάτω στο πάτωμα και εγκατέλειψε την εργασία του, του απάντησε ότι «νευρίασε» επειδή δεν θέλει να πηγαίνει σε άλλες πόλεις. Ότι όταν στη συνέχεια τον ρώτησε γιατί όταν ηρέμησε δεν επέστρεψε στην εργασία του, του είπε ότι είναι άρρωστος και ότι θα του προσκομίσει πιο μετά το σχετικό χαρτί του γιατρού. Παρατηρούμε ότι στην πιο πάνω μαρτυρία δεν υπάρχουν αναφορές σε ρητή υποβολή παραίτησης / οικειοθελή αποχώρηση του Αιτητή. Ο κ. Νικολάου, σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας, κατά τη μαρτυρία του προέβαλλε συνεχώς τη θέση ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του στις 9/2/2011 λέγοντας στην κα Γεωργίου ότι φεύγει. Στο Τεκμήριο 7 που είναι το έντυπο που συμπλήρωσε και παρέδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με την αίτηση του Αιτητή για καταβολή επιδόματος ανεργίας τον Μάρτιο του 2011 αναφέρεται ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι τις 9/2/2011 και στην ερώτηση κατά πόσον ο Αιτητής απολύθηκε από τον εργοδότη ή εγκατέλειψε ο ίδιος θεληματικά την εργασία του και αν απολύθηκε, ποιος ήταν ο λόγος απόλυσής του, σημειώνεται ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του και ότι αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα της εργασίας του. Δεν διευκρινίζεται αν ο Αιτητής αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. (δ) Ο κ. Νικολάου κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής 15 μέρες μετά την επίσκεψη του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία (πάλι δεν διευκρίνισε την ημερομηνία) πήγε ξανά στο γραφείο του και του είπε ότι έληξε η άδεια ασθενείας του και τον ρώτησε αν τον θέλουν να πιάσει δουλειά. Αυτός του απάντησε ότι εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να αναφέρει ότι είναι άρρωστος και ότι το χαρτί που έφερε σήμερα είναι ψεύτικο. Κατά την αντεξέτασή του αρχικά είπε ότι μετά τις 11/2/2011 δεν ξαναείδε τον Αιτητή, στη συνέχεια ότι δεν θυμάται αν ο Αιτητής πήγε ξανά στο γραφείο του στις 21/2/2011 και διαφοροποιούμενος από τις προηγούμενες θέσεις του είπε ότι μετά από πολλές μέρες ο Αιτητής επισκέφθηκε τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και ζήτησε να του συμπληρώσουν τη φόρμα για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας. Ακολούθως σε υποβολές της δικηγόρου του Αιτητή είπε ότι δεν θυμάται αν στις 21/2/2011 ο Αιτητής ήρθε στο χώρο εργασίας του και ότι θυμάται μόνο ότι μετά από πολλές μέρες (πολύ πιο μετά τις 21/2/2011) ο Αιτητής τον ρώτησε αν τον θέλει να επιστρέψει στην εργασία του. Στη συνέχεια ανασκευάζοντας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ουδέποτε προσκόμισε σε αυτόν χαρτί του γιατρού που να δικαιολογεί την απουσία του και ότι ουδέποτε πριν να πάρει από μόνος του (ο Αιτητής) το Τεκμήριο 2 στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων προσκόμισε στην Εργοδότρια Εταιρεία πιστοποιητικό απουσίας για λόγους ασθενείας για την απουσία από την εργασία του από τις 9/2/2011 και μετά. (ε) Ο κ. Λαδοπούλης ενώ ισχυρίστηκε ότι άκουσε ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν μίλησε με άλλα πρόσωπα για το εν λόγω θέμα και ότι γνωρίζει από τα λεγόμενα του Αιτητή ότι ο Αιτητής έφυγε από μόνος του από την εργασία του. Παρατηρούμε ότι ο κ. Λαδοπούλης κατέθεσε ότι ο Αιτητής στις 9/2/2011 του είπε ότι τους «τα ξαπόλησε» και έφυγε και ότι δεν τους κάνει τη χάρη να πάει Λευκωσία. Δεν είπε ότι ο Αιτητής του ανέφερε ότι εγκατέλειψε την εργασία του με σκοπό την οικειοθελή αποχώρησή του ή την παραίτησή του. Σημειώνουμε ότι δεν μας φαίνεται φυσικό και λογικό ο Αιτητής να επισκέφθηκε τον κ. Λαδοπούλη μόνο μια-δύο φορές και η μία να ήταν στις 9/2/2011. Οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας θέτουν υπό αμφισβήτηση το αξιόπιστο της εν λόγω μαρτυρίας σε τέτοιο βαθμό που κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σ' αυτήν για εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνακόλουθα η μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν γίνεται αποδεκτή. Πέραν τούτου κρίνουμε ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας μαρτυρία τέτοιας ποιότητας στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχτεί ώστε να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάξει συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς που έλαβαν χώρα τόσο στις 9/2/2011 όσο και στη συνέχεια που να στηρίζουν τη θέση ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε, είτε στις 9/2/2011 είτε σε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία, την εργασία του κάτω από συνθήκες που καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής τερμάτισε από μόνος του και οικειοθελώς την εργασιακή σχέση του με την Εργοδότρια Εταιρεία[6]. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε να αποδείξει ότι υπό τις περιστάσεις και εντός του πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε. Το γεγονός της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη της μαρτυρίας του Αιτητή δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[7] και Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ.3/7/2014. Κατάληξη Α. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €100,00 ως αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2011 με νόμιμο τόκο. Β. Καταλήγουμε ομόφωνα ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι στις 21/02/2011 οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης απόλυσής του και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Γ. (Α) Υπό τις περιστάσεις, ενόψει του ότι ούτε η μία πλευρά ούτε η άλλη προσκόμισε σαφή, αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στην οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης δεν επιδικάζουμε έξοδα υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς όσον αφορά το ζήτημα του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. (Β) Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, των δικασίμων ημερομηνίας 27/5/2015 και 30/09/2015 και της δικασίμου της απαγγελίας της απόφασης στο ½ ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ.) ............... Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............ (Υπ.).............. Χρ. Νεοφύτου, Μέλος Δ. Χαριλάου, Μέλος Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Industrial/Final (Αναφορά: /Απόλυση ή οικειοθελής αποχώρηση) [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari
(1990)1 AAΔ 315. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)". Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)2 ALL E.R. 713. [5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then(unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (eg 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." Επίσης στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: " ..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered... Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, ie what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: 'the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.'Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred.As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd :'A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.'Subject to this , the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation." [6] Η μαρτυρία ήταν ότι στις 9/2/2011 έφυγε από την εργασία του χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για τις προθέσεις του σχετικά με το μέλλον της εργασιακής σχέσης του με την Εργοδότρια Εταιρεία, ότι στις 10/2/2011 δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του και στις 11/2/2011 ενημέρωσε προφορικά τους εκπροσώπους της Εργοδότριας Εταιρείας για το ότι απουσίαζε για λόγους ασθενείας και ότι θα προσκόμιζε χαρτί του γιατρού σε μεταγενέστερο στάδιο. Το τελευταίο δεν υποστηρίζει την εκδοχή για οικειοθελή αποχώρηση αφού δεικνύει πρόθεση για συνέχιση της εργασιακής σχέσης. Περαιτέρω οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν ανέφεραν στον Αιτητή ότι στις 11/2/2011 τον ενημέρωσαν ότι θεωρούσαν τη συμπεριφορά που επέδειξε στις 9/2/2011 ως οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του ή ότι δεν θα αποδέχονταν οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό τους προσκόμιζε σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με το κατά πόσον ο Αιτητής παρουσίασε στην Εργοδότρια Εταιρεία ιατρικό πιστοποιητικό που δικαιολογούσε την απουσία από την εργασία του ήταν αντιφατική. [7] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο