← Κύπρος

ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 286/2012, 19/5/2016

ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 286/2012, 19/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου ) Σ. Γεωργίου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 286/2012 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Αιτήτριας και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ/Η ΓΙΑ ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 19/5/ 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Αντωνιάδης Για Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Αναστασίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εθνικής Φρουράς στις 10/05/1993 ως Eθελόντρια Υπαξιωματικός στον βαθμό του Λοχία με βάση σύμβαση απασχόλησης. Την 01/08/2005 διορίστηκε ως Μόνιμη Υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς της Δημοκρατίας στον βαθμό του Λοχία. Στις 06/04/2012 καταχώρισε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: «Α. Ποσό εξ ευρώ 76.576,75 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως δίκαιη και/ή εύλογη και/ή ειδική αποζημίωση ένεκα θετικής και/ή πραγματικής και/ή υλικής ζημίας και/ή αναδρομικές αποζημιώσεις ένεκα απώλειας μισθών και/ή εισοδημάτων τις οποίες η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και/ή διορισμού και/ή μονιμοποίησης της και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παράβασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Β. Περαιτέρω ειδικές και/ή άλλως αποζημιώσεις εξ ευρώ 8.149,75 ετησίως πλέον οι ανάλογες τιμαριθμικές και/ή κρατικές και/ή γενικές αυξήσεις και/ή ωφελήματα υπολογιζόμενες και πληρωτέες από σήμερα και/ή από κατά ή περί το έτος 2012 και κάθε έτος μέχρι τον χρόνο και/ή ημερομηνία συνταξιοδότησης της Αιτήτριας ως εργαζόμενης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 ως μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και/ή μισθών και/ή απολαβών και/ή άλλως και/ή συνεπεία παρανόμων και/ή αυθαιρέτων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή ένεκα παράβασης των νομίμων καθηκόντων αυτών και/ή ένεκα αδικαιολογήτου πλουτισμού εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της Αρχής της Ίσης μεταχείρισης και/ή της Ίσης αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα διάκρισης φύλου σε βάρος της Αιτήτριας και/ή άλλως. ΚΑΙ/Ή Γ. Περαιτέρω αποζημιώσεις και/ή Γενικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή εύλογη αποζημίωση και/ή αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή ταλαιπωρία την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και διορισμού και/ή μονιμοποίησης και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Δ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή διατάσσει ότι η Αιτήτρια δικαιούται άμεση προαγωγή στον βαθμό Λοχαγού και/ή του Αρχιλοχία και/ή δικαιούται αναδρομικής αποκατάστασης ως προς την θέση και/ή βαθμό και/ή εξέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης στον Στρατό και/ή στην αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα και/ή τις ανάλογες προσαυξήσεις και/ή ωφελήματα και/ή τιμαριθμική αναπροσαρμογή και/ή άλλως και/ή ως αυτά που συνδέονται με την υπηρεσιακή της και μισθολογική κατάσταση και/ή ανέλιξη από την αρχική πρόσληψη της και/ή τον διορισμό της σε μόνιμη θέση στον Στρατό μέχρι σήμερα. Ε. Δήλωση και/ή Απόφαση Δικαστηρίου ότι οι πιο κάτω διατάξεις Νόμου και/ή Κανονισμοί και/ή Κανονιστικές Πράξεις είναι αντίθετες με τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Ευρωπαϊκού Χάρτη προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και/ή ειδικότερα των Ευρωπαϊκών Οδηγιών 76/207/ΕΟκ και 2002/73 ΕΚ που επιτάσσουν στην Κυπριακή εσωτερική έννομη τάξη την επίτευξη ισότητας ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και ως τέτοιες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή εστερούμενες νομικής ισχύος και/ή χρήζουν κατάργησης και/ή θεωρούνται ήδη ως καταργηθείσες και μη ισχύουσες και/ή μη εφαρμόσιμες από οποιαδήποτε Δικαστική, Νομοθετική και/ή Εκτελεστική εξουσία και/ή Αρχή: (α) Οι περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου αρ.33/1990 και (β) οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών της Δημοκρατίας Κανονισμοί του 1993 δυνάμει του άρθρου 27 του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου 33/1990, 103/1991 και 25(Ι)/

  1. ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί. Ζ. Δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων (00687172J). Η. Νόμιμο Τόκο.» Σύμφωνα με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, η Αιτήτρια παραμένει μέχρι σήμερα στον βαθμό του Λοχία παρά το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση «οφείλαν ήδη στην Αιτήτρια προαγωγή το 2005 στον βαθμό του Επιλοχία και το 2010 στον βαθμό του Αρχιλοχία». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λόγω διάκρισης εις βάρος της στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή και/ή δεν προάχθηκε ως θα έπρεπε. Πιο συγκεκριμένα, η θέση της είναι ότι λόγω διάκρισης που υπέστηκε στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή στους πίνακες προακτέων όπλων κατά (α) τις κρίσεις από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων για τις προαγωγές στον Στρατό της Δημοκρατίας και (β) την κατανομή των κενών θέσεων Υπαξιωματικών μετά από σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Άμυνας. Υποστηρίζει ότι όλες οι προαγωγές του Στρατού Ξηράς (σχετικές διοικητικές πράξεις, παραλείψεις, ενδιάμεσες και προπαρασκευαστικές διοικητικές πράξεις, πράξεις, ενέργειες, αποφάσεις κ.λ.π.) είναι παράνομες καθ' ότι έγιναν κατά παράβαση των αρχών της ισότητας των φύλων αφού βασίζονται σε κριτήρια που έχουν σχέση με το φύλο των υποψήφιων Υπαξιωματικών και εισάγουν διάκριση λόγω φύλου εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Εισηγείται ότι οι εν λόγω σχετικές ενέργειες με τις προαγωγές στον Στρατό Ξηράς που έγιναν στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006, έγιναν κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι συνθήκες, οι όροι πρόσληψης και μονιμοποίησης, οι προϋποθέσεις ανέλιξης, προαγωγής και/ή η μισθοδοσία της είναι κατά παράβαση του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002)και του Περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή Εργασία Ίσης Αξίας Νόμου (Ν.177(Ι)/2002)και ότι παρά τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας ότι οι κρίσεις και οι διαδικασίες προαγωγών στην Εθνική Φρουρά, με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς του Στρατού της Δημοκρατίας για τις Γυναίκες Υπαξιωματικούς και τους Άνδρες Υπαξιωματικούς είναι κατά παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 τόσο ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, όσο και ο Υπουργός Άμυνας συνεχίζουν να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο και να προβαίνουν σε προαγωγές στην Εθνική Φρουρά, βασιζόμενοι σε κριτήρια που θεμελιώνουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Ισχυρίζεται ότι με βάση τα πιο πάνω και της συνεχιζόμενης εις βάρος της διάκρισης, με κριτήριο το φύλο της, την οποία υφίσταται, όχι μόνο από τον διορισμό της αλλά ειδικότερα και σε χρόνο πριν, ήτοι από την πρόσληψή της ως Εθελόντρια και που εξακολουθεί να συντελείται εις βάρος της και «υπέρ των αντίστοιχων διορισθέντων και/ή μονίμων και/ή ισόβαθμων της ανδρών, οι οποίοι ευνοούνται ανεπίτρεπτα και κατά σειρά ετών σε θέματα μισθολογικής κλίμακας, αρχαιότητας, θέσης, διορισμού, ανέλιξης και προαγωγών... αδικείται κατ' επανάληψη και κατάφωρα και σαν εργαζόμενη και σαν προσωπικότητα καθημερινά και κατά την υπηρεσία της στην Εθνική Φρουρά και δη υφίσταται συνεχή μείωση και προσβολή της προσωπικότητας της ως ανθρώπου και/ή ως εργαζομένου». Στις παραγράφους 30, 31 και 32 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρονται τ' ακόλουθα: «
  2. Περαιτέρω η Αιτήτρια εξακολουθεί να μην λαμβάνει και να μην αποκαθίσταται στη θέση και βαθμό κατά σειρά αρχαιότητας της και/ή βάσει των ειδικών ικανοτήτων της και/ή της εμπειρίας της και/ή των προσόντων και/ή όπως της αρμόζει με συνέπειες υλικές και ηθικές και/ή η Αιτήτρια υφίσταται απώλεια αναδρομικών μισθών και λοιπών τιμαριθμικών επιδομάτων και ωφελειών και/ή προσαυξήσεων αλλά και μελλοντικών εισοδημάτων και/ή ωφελημάτων.
  3. Η Αιτήτρια με βάση τα ανωτέρω γεγονότα υποστηρίζει ότι δικαιούται σε αποκατάσταση της ως εργαζομένη στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση ως προς την εξέλιξη και ανέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης και ως πρόσωπο που ανεξαρτήτως φύλου υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά για σειρά ετών αλλά όσο και αποκατάστασής της ως προς τις χρηματικές απαιτήσεις της οι οποίες συνδέονται με την υπηρεσιακή της θέση και ανέλιξη και την ζημιά που έχει ήδη υποστεί και θα εξακολουθεί να υφίσταται στο μέλλον εφ' όσον η Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφωθούν και/ή εφ' όσον η διάκριση σε βάρος της λόγω του φύλου της ειδικότερα συνεχίζεται.
  4. Η Αιτήτρια λέγει ότι, η εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση παραβίαση της Αρχής της Ισότητας στην εργασία και/ή των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την εργασία των υπηρετούντων στην Εθνική Φρουρά είναι παράνομος και αδικαιολόγητος και έχουν σαν αποτέλεσμα, λαμβανομένων υπ' όψιν των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η Αιτήτρια παρέχει ως εργοδοτούμενη στον Στρατό της Δημοκρατίας τις υπηρεσίες της, ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί και/ή εξακολουθεί να υφίσταται καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων και/ή ότι έχει απολέσει κάθε προοπτική για έγκαιρη και νόμιμη ανέλιξη και/ή αύξηση της μισθολογικής της κλίμακας και/ή περαιτέρω μειώθηκε η προοπτική σταδιοδρομίας της και η Αιτήτρια υπέστηκε ζημία και απώλεια για τις οποίες αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, αποκατάσταση και/ή αποζημιώσεις δυνάμει της παρούσας δικαστικής διαδικασίας.» Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παράλειψη προαγωγής της και καταβολής του αντίστοιχου μισθού και/ή ωφελημάτων της γίνεται παράνομα λόγω διάκρισης φύλου και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται η διάπραξη ποινικού αδικήματος από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Ν.205(Ι)/
  5. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι συνυπεύθυνος μετά των Καθ' ων η Αίτηση 1 «καθ' ότι εξ αμέλειας και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους και ενεργώντες από κοινού και/ή κεχωρισμένως δεν έλαβαν καθόλου και/ή κανένα και/ή τα δέοντα μέτρα και/ή διαβήματα και/ή αποφάσεις προστασίας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των εργαζομένων και/ή ειδικότερα της Αιτήτριας ως εργαζομένης και/ή παραβίασαν τα πρωταρχικά και αναφαίρετα δικαιώματα της Αιτήτριας για ισότητα και/ή ίση μεταχείριση σε ό,τι αφορά την πρόσληψη, μονιμοποίηση και ανέλιξη της ίδιας και/ή τους όρους αντιμισθίας και της κλίμακας αμοιβής και/ή λοιπά ωφελήματα και γενικά τους όρους εργασίας της.» Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία νόμιμα μέτρα και/ή αποφάσεις για έγκαιρη και/ή νόμιμη και/ή κανονική πρόσληψη και/ή μονιμοποίηση και/ή προαγωγή της και/ή παραλείπουν να προβούν στα δέοντα μέτρα για εργασιακή αποκατάστασή της στον βαθμό που θα έπρεπε στη βάση της ισότητας, δηλαδή να την τοποθετήσουν σε ανάλογη θέση και/ή να της δώσουν τον ανάλογο μισθό με τους άνδρες εργαζόμενους στην Εθνική Φρουρά, με βάση τον χρόνο της αρχικής πρόσληψης, τα προσόντα, την αρχαιότητά της και/ή παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα «δυνάμει Υπουργικών Αποφάσεων» για την εξίσωση των εργαζομένων στον Στρατό. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια στην παράγραφο 34 της Αίτησης υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών: «επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο του τόπου, δύναται και καλείται να κρίνει και αποφασίσει ως παρεμπίπτον και/ή ως ουσιώδες ζήτημα δια την πλήρη και τελεία διεκπεραίωση της παρούσας ενώπιον του διαδικασίας κατά πόσο έχουν καταργηθεί ως αντίθετες με το Σύνταγμα και τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης οι σχετικοί και αντίστοιχοι περί ανδρών και γυναικών κανονισμοί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας του 1990 και 1993 και να εκδώσει συγκεκριμένες προς τούτο Αποφάσεις και/ή Οδηγίες προς την Διοίκηση και/ή την Αρμόδια Εκτελεστική Εξουσία για άμεση και έμπρακτη κατάργηση και/ή μεταρρύθμιση και/ή τροποποίηση των κανονισμών και την λήψη νομοθετικών και διοικητικών μέτρων προς την κατεύθυνση της πλήρους εξίσωσης ανδρών και γυναικών κατά την εργασία τους στον Στρατό και/ή απάλειψη κάθε μορφής διάκρισης (άρθρου 16 του Νόμου 58(Ι)/2004).» Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης με το οποίο απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισής τους εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: «Α. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών αλλά εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο εξετάζει αυτά στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ειδικότερα και κατά παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας στην παράγραφο 25 της αίτησής της, οι αναφερόμενες από την Αιτήτρια πράξεις και/ή αποφάσεις και/ή παραλείψεις συνιστούν διοικητικές πράξεις που αφορούν θέματα διορισμών και/ή προαγωγών και ως τέτοιες εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και/ή η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς να είναι δυνατόν οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο πλην του Ανωτάτου να προβεί σε άμεσο ή έμμεσο ή παρεμπίπτων έλεγχο της νομιμότητας και/ή εγκυρότητας αυτών. Β. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και/ή η απόφαση επί των οποίων εμπίπτει, με βάση τις πρόνοιες του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67ως ετροποποιήθη), στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Γ. Η παρούσα αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και/ή ο τίτλος της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60.» Το Δικαστήριο στις 18/2/2016 με βάση τη νομολογιακή αρχή ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλέπε Θεοχάρους ν. Παστελλή

(1993)1 ΑΑΔ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B AAΔ.729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 ΑΑΔ 1446) εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία αποφάσισε όπως οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στις υποπαραγράφους Α και Β της παραγράφου 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση εκδικαστούν προδικαστικά στη βάση της Δ.27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού οι αξιώσεις της Αιτήτριας καθώς και οι βάσεις (πραγματικές και νομικές) που τις θεμελιώνουν εκτίθενται με λεπτομέρεια στην Αίτηση και η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το ζήτημα της καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») να επιληφθεί της Αίτησης στηρίζεται στις αναφορές της Αιτήτριας στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής της. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στις πρόνοιες του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (ο «Ν.205(Ι)/2002») και στον Περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή Εργασία Ίσης Αξίας Νόμο όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (ο «Ν.177(Ι)/2002»). Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.205(Ι)/2002: «άμεση διάκριση λόγω φύλου» υπάρχει όταν ένα πρόσωπο υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση λόγω φύλου από ό,τι ένα άλλο υφίσταται, έχει υποστεί ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση·» «απασχόληση» σημαίνει παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, με αμοιβή, βάσει ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ή μαθητείας ή άλλης ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως, διεπομένης είτε από το ιδιωτικό είτε από το δημόσιο δίκαιο, σε οποιοδήποτε τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, ιδιωτικό ή δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων της Δημόσιας Υπηρεσίας, της Δικαστικής Υπηρεσίας, της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, των νομικών προσώπων ή οργανισμών δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Δυνάμεων Ασφαλείας» «αποδοχές υπερημερίας» σημαίνει το μισθό ή το ημερομίσθιο και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρήμα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας και τα οποία στερήθηκε ο εργαζόμενος λόγω παραβάσεως του παρόντος Νόμου· «διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης βασιζόμενης στην απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς ή στην υποταγή σε αυτήν ή παρενόχλησης καθώς και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου»· «έμμεση διάκριση λόγω φύλου» υπάρχει όταν μια διάταξη, ένα κριτήριο, ή μια πρακτική εκ πρώτης όψεως ουδέτερη/ο θέτει άτομα ενός φύλου σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση, σε σύγκριση με άτομα του άλλου φύλου, εκτός εάν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά από ένα νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι κατάλληλα και αναγκαία·» «εργαζόμενος» σημαίνει κάθε άνδρα ή γυναίκα που εργάζεται ή μαθητεύει με πλήρη ή μερική απασχόληση, για ορισμένο ή αόριστο, συνεχή ή μη, χρόνο, ασχέτως του τόπου απασχολήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των κατ' οίκον εργαζομένων, αλλά μη περιλαμβανομένων των αυτοεργοδοτούμενων προσώπων·» «εργατική διαφορά» σημαίνει κάθε διαφορά εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, καθώς και οποιοδήποτε συμπληρωματικό ή παρεμπίπτον θέμα (α) μεταξύ εργαζομένων ή υποψηφίων για απασχόληση και εργοδοτών ή των διαδόχων τους, (β) μεταξύ εργαζομένων και εργαζομένων ή των διαδόχων τους, (γ) ..(δ) .. » «εργοδότης» σημαίνει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, που απασχολεί ή απασχολούσε εργαζομένους·» «Κυβέρνηση της Δημοκρατίας» περιλαμβάνει τη Δημόσια Υπηρεσία, τη Δικαστική Υπηρεσία, τη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Δυνάμεις Ασφαλείας·» «πρακτική» σημαίνει κάθε επαναλαμβανόμενη μονομερή πράξη ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή οργανισμού, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, οπωσδήποτε και εάν εκδηλώνεται, που είναι σχετική με τα ρυθμιζόμενα με τον παρόντα Νόμο θέματα·» «πράξη» περιλαμβάνει και την παράλειψη·» Ο σκοπός του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται στο άρθρο 3 όπου σημειώνεται ότι αποσκοπεί: «στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό, σε επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους, την πρόσβαση σε απασχόληση και σε ελεύθερα επαγγέλματα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης, τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης καθώς και την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών.» Ο Ν.205(Ι)/2002εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους αναφορικά με όλες τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την απασχόληση (άρθρο 4) και με βάση το άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002 «άνδρες και γυναίκες απολαύουν ίσης μεταχείρισης» σχετικά με τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν.205(Ι)/2002 και απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του Ν.205(Ι)/2002. Το άρθρο 8 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί τα εξής: «
(1)Άνδρες και γυναίκες απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης, απαγορευμένης οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω φύλου- (α) Ως προς την πρόσβαση σε απασχόληση ή σε θέση εργασίας, μόνιμη ή προσωρινή ή έκτακτη, ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, πλήρους ή μερικής, συνεχούς ή μη, απασχολήσεως, και σε όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας· (β) ως προς τον καθορισμό και την εφαρμογή των όρων και των συνθηκών απασχολήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των προσόντων και λοιπών όρων, προϋποθέσεων και κριτηρίων τοποθετήσεως, μονιμοποιήσεως, εντάξεως, μεταθέσεως, μετακινήσεως, αποσπάσεως ή προαγωγής.
(2)Η διάταξη του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου αφορά ιδίως το περιεχόμενο, τη διατύπωση ή/και την εφαρμογή διατάξεων ή όρων νόμων, διοικητικών πράξεων, σχεδίων υπηρεσίας, εσωτερικών κανονισμών επιχειρήσεων, ατομικών ή συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συμφωνιών πάσης φύσεως, προκηρύξεων ή αγγελιών, σχετικών με την περιγραφή των καθηκόντων κάθε θέσης απασχολήσεως ή εργασίας, τους όρους και τις συνθήκες εκτελέσεώς της, το σύστημα και τα κριτήρια αξιολογήσεως ή/και προαγωγής των εργαζομένων, τα ωράρια απασχολήσεως, τα πάσης φύσεως πλεονεκτήματα ή παροχές που συνδέονται με κάθε θέση ή βαθμίδα απασχολήσεως, τις άδειες για οποιαδήποτε αιτία, μετά ή άνευ απολαβών, καθώς και οποιαδήποτε σχετική με τα θέματα αυτά πρακτική.
(3)Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή σε κάθε εργοδότη, σε πάσης φύσεως δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες ή φορείς ευρέσεως εργασίας, καθώς και σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, που δημοσιεύει ή δημοσιοποιεί, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, προκηρύξεις ή αγγελίες, προερχόμενες από αυτό το ίδιο ή οποιονδήποτε τρίτο, σχετικές με τα ρυθμιζόμενα στο παρόν άρθρο θέματα.» Στο άρθρο 14 του Ν.205(Ι)/2002 σημειώνεται ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματά του ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου και στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου: «
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαιώματος σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο επιδικάζει στο δικαιούχο το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: (α) Την επιδικαστέα, δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση· ή (β) ολόκληρη τη θετική ζημιά συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του ενάγοντος, που προκλήθηκαν από την απόφαση, πράξη ή παράλειψη η οποία κηρύχθηκε άκυρη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία που επήλθε η ανωτέρω ζημιά ή/και βλάβη και έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(4)Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία: Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς..
(5)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(6)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 έως (Αρ. 3) του 2002, η οποία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις απολύσεων που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά την εκδίκαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών των αναφερομένων στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου διαφορών, εφαρμόζεται και το εδάφιο
(1)του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου σε σχέση με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.» Περαιτέρω στο άρθρο 18 του Ν.205(Ι)/2002 προνοούνται τα εξής: «
(1)(α) Κάθε υφιστάμενη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου διάταξη νόμου που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καταργείται κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. (β) Αν η διάκριση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος (α) του παρόντος εδαφίου συνίσταται σε χορήγηση δικαιώματος ή άλλου πλεονεκτήματος σε άτομα του ενός μόνο φύλου, το δικαίωμα ή πλεονέκτημα αυτό επεκτείνεται αυτοδικαίως και στα άτομα του άλλου φύλου.
(2)Η αρμόδια διοικητική αρχή υποχρεούται να ανακαλέσει ή τροποποιήσει αναλόγως οποιαδήποτε ατομική ή κανονιστική διοικητική πράξη, η οποία είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος: (α) Σε περίπτωση αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως κατά πόσο νόμος καταργήθηκε ή όχι το θέμα εκδικάζεται από αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, η δε διαδικασία άρχεται με καταχώριση εναρκτήριας κλήσης· (β) ανεξάρτητα από την ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου διαδικασία, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, έκαστο Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικής του εξουσίας δύναται να κρίνει παρεμπιπτόντως το θέμα, εάν και εφόσον είναι απαραίτητο για τη διεκπεραίωση της ενώπιον του διαδικασίας.
(4)Κάθε υφιστάμενη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου ρύθμιση συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμβάσεως εργασίας, εσωτερικού κανονισμού επιχειρήσεως ή κανόνα ελεύθερου επαγγέλματος ή κανόνα εργοδοτικής ή εργατικής οργανώσεως, που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καταργείται κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. Η παράγραφος (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.
(5)Οποιαδήποτε νέα ρύθμιση συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμβάσεως εργασίας, εσωτερικού κανονισμού επιχειρήσεως ή κανόνα ελεύθερου επαγγέλματος ή κανόνα εργοδοτικής ή εργατικής οργανώσεως, που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, θα είναι άκυρη κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. Η παράγραφος (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.
(6)Οι τελεσίδικες αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(3)του παρόντος άρθρου ισχύουν έναντι πάντων. Όσες αποφάσεις αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας κοινοποιούνται από τον πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στις αρμόδιες εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις, οι οποίες υποχρεούνται να σημειώσουν αμέσως στο κείμενο της σχετικής συλλογικής συμβάσεως και στην κατάλληλη θέση την κατάργηση, ακυρότητα ή επέκταση που διαπιστώθηκε.
(7)Εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί κατά τα ανωτέρω η κατάργηση ή ακυρότητα ή επέκταση κάποιας διατάξεως ή ρυθμίσεως, η ισχύς της εξετάζεται παρεμπιπτόντως, επ' ευκαιρία σχετικής δίκης, από κάθε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών το οποίο, αν η διάκριση συνίσταται σε χορήγηση δικαιώματος ή άλλου πλεονεκτήματος σε άτομα του ενός φύλου, διατάσσει την επέκτασή του και στα άτομα του άλλου φύλου.» Οι έννοιες των όρων «άμεση διάκριση λόγω φύλου», «απασχόληση», «έμμεση διάκριση λόγω φύλου», «διάκριση λόγω φύλου» και «εργοδοτούμενος» στον Ν.177(Ι)/2002είναι πανομοιότυπες με αυτές του Ν.205(Ι)/2002. Σκοπός του Ν.177(Ι)/2002 είναι η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας[1] στην αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών για ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας (άρθρο 3 του N.177(Ι)/2002). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.177(Ι)/2002: «
(1)Απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά όλα τα στοιχεία και τους όρους αμοιβής για όμοια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται η ίδια αξία.
(2)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργοδοτούμενους άνδρες και γυναίκες και να διαμορφώνεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.
(3)Η σύγκριση μεταξύ εργοδοτουμένων γίνεται με αναφορά σε εργοδοτούμενους που εργοδοτούνται ή εργοδοτόθηκαν στον ίδιο εργοδότη, ή σε άλλη συνδεδεμένη επιχείρηση του ιδίου ομίλου επιχειρήσεων, κατά τα δύο προηγούμενα ή επόμενα χρόνια.» Το άρθρο 7 του Ν.177(Ι)/2002 προβλέπει τ΄ ακόλουθα:
(1)(α) Κάθε υφιστάμενη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου διάταξη νόμου που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καταργείται κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. (β) Αν η διάκριση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος (α) του παρόντος εδαφίου συνίσταται σε χορήγηση δικαιώματος ή άλλου πλεονεκτήματος σε άτομα του ενός μόνο φύλου, το δικαίωμα ή πλεονέκτημα αυτό επεκτείνεται αυτοδικαίως και στα άτομα του άλλου φύλου.
(2)Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να ανακαλέσει ή τροποποιήσει αναλόγως οποιαδήποτε ατομική ή κανονιστική διοικητική πράξη, η οποία είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος- (α) Σε περίπτωση αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως κατά πόσο νόμος καταργήθηκε ή όχι το θέμα εκδικάζεται από αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, η δε διαδικασία άρχεται με καταχώριση εναρκτήριας κλήσης· (β) ανεξάρτητα από την ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου διαδικασία, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, έκαστο Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικής του εξουσίας δύναται να κρίνει παρεμπιπτόντως το θέμα, εάν και εφόσον είναι απαραίτητο για τη διεκπεραίωση της ενώπιον του διαδικασίας.
(4)Κάθε υφιστάμενη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου ρύθμιση συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμβάσεως εργασίας, εσωτερικού κανονισμού επιχειρήσεως ή κανόνα ελεύθερου επαγγέλματος, που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καταργείται κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. Η παράγραφος (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.
(5)Οποιαδήποτε νέα ρύθμιση συλλογικής συμβάσεως ή ατομικής συμβάσεως εργασίας, εσωτερικού κανονισμού επιχειρήσεως ή κανόνα ελεύθερου επαγγέλματος, που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, θα είναι άκυρη κατά το μέρος που περιέχει άμεση ή έμμεση διάκριση εις βάρος του ενός φύλου. Η παράγραφος (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.
(6)Οι τελεσίδικες αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(3)του παρόντος άρθρου ισχύουν έναντι πάντων. Όσες αποφάσεις αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας κοινοποιούνται από τον πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στις αρμόδιες εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις, οι οποίες υποχρεούνται να σημειώσουν αμέσως στο κείμενο της σχετικής συλλογικής συμβάσεως και στην κατάλληλη θέση την κατάργηση, ακυρότητα ή επέκταση που διαπιστώθηκε.
(7)Εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί κατά τα ανωτέρω η κατάργηση ή η ακυρότητα ή η επέκταση κάποιας διατάξεως ή ρυθμίσεως, η ισχύς της εξετάζεται παρεμπιπτόντως, επ' ευκαιρία σχετικής δίκης, από κάθε αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών το οποίο, αν η διάκριση συνίσταται σε χορήγηση δικαιώματος ή άλλου πλεονεκτήματος σε άτομα του ενός φύλου, διατάσσει την επέκτασή του και στα άτομα του άλλου φύλου.» Το άρθρο 22 του Ν.177(Ι)/2002 προνοεί για τα αρμόδια δικαστήρια για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται εξ αφορμής του Ν.177(Ι)/2002. Πιο συγκεκριμένα προβλέπει τα εξής: «
(1)Επιφυλασσόμενης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαιώματος σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο επιδικάζει στο δικαιούχο το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: (α) Την επιδικαστέα, δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, ή (β) ολόκληρη τη θετική ζημιά και χρηματική ικανοποίηση για την τυχόν ηθική βλάβη του ενάγοντος που προκλήθηκαν από την απόφαση, πράξη ή παράλειψη, η οποία κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο ποσό προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία που επήλθε η ανωτέρω ζημιά ή/και βλάβη και έως την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως.
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως.
(4)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπει το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίον, εκδίδει και διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(5)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 έως (Αρ. 2) του 2001, η οποία εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις απολύσεων που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά την εκδίκαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών των αναφερομένων στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου διαφορών, εφαρμόζεται και το εδάφιο
(1)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου σε σχέση με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.» Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας καθώς και οι βάσεις που τις θεμελιώνουν όπως αυτές εκτίθενται στους Γενικούς Λόγους και το Αιτητικό της Αίτησης στηρίζονται και εμπίπτουν στο πλαίσιο του Ν.205(Ι)/2002και του Ν.177(Ι)/2002. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. είναι το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει τη διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 όπως αυτή εκτίθεται στην Αίτηση. Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του Ν.8/67 προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ.. Με την παράγραφο (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 εντάσσονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου νόμου. Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 και στο άρθρο 22 του Ν.177(Ι)/2002 γίνεται ρητή πρόβλεψη ότι το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει διαφορές ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής των εν λόγω Νόμων επιφυλασσόμενης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που προβλέπεται από το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Περαιτέρω στο άρθρο 18 του Ν.205(Ι)/2002 και στο άρθρο 7 του Ν.177(Ι)/2002 στα οποία γίνεται πρόβλεψη για κατάργηση και ακυρότητα, αντίθετων προς τις διατάξεις των εν λόγω Νόμων, ρυθμίσεων της απασχόλησης παρατηρούμε ότι η διαδικασία κατάργησης των ρυθμίσεων απασχόλησης και το αρμόδιο δικαστήριο για την εν λόγω διαδικασία διαφέρει ανάλογα με τον αν οι ρυθμίσεις απασχόλησης περιέχονται σε νόμους και διοικητικές πράξεις ή σε συμβάσεις εργασίας και κανονισμούς επιχείρησης του εργόδοτη. Για τις ρυθμίσεις που περιέχονται σε συμβάσεις εργασίας και κανονισμούς επιχείρησης του εργόδοτη το ζήτημα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ.. Για τις ρυθμίσεις που αποτελούν διατάξεις νόμου αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Για τις ρυθμίσεις που συνιστούν ατομικές ή διοικητικές πράξεις προβλέπεται ρητά ότι η αρμόδια διοικητική αρχή υποχρεούται να τις ανακαλέσει ή να τις τροποποιήσει. Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος ως τροποποιήθηκε με τον Ν.130(Ι)/2015 το Διοικητικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί κάθε προσφυγής που υποβάλλεται εναντίον απόφασης, πράξης ή παράλειψης, οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, για τον λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του Συντάγματος ή του νόμου. Με βάση τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ., σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.8/67, του Ν.205(Ι)/2002 και του Ν.177(Ι)/2002, έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει μόνο διαφορές ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 και του Ν.177(Ι)/2002 και οποιαδήποτε θέματα δεν προσβάλλονται με προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει επί πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων που προσβάλλονται με προσφυγή. Θέση της συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είναι ότι από το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Αίτησης και του Αιτητικού της Αίτησης προκύπτει ότι όλα τα παράπονα και οι βάσεις των αξιώσεων της Αιτήτριας στηρίζονται και συνδέονται με πράξεις και παραλείψεις των εργοδοτών της αναφορικά με τη μη έγκαιρη μονιμοποίησή της και τις μη προαγωγές της καθώς και της συνακόλουθης μη ανέλιξής της και μη αύξησης της μισθολογικής κλίμακάς της οι οποίες πράξεις και παραλείψεις ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου και διοικητικού δικαίου αφού αποτελούν πράξεις και παραλείψεις των οποίων τη νομιμότητα ελέγχει αποκλειστικά το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Από την άλλη ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι με την Αίτησή της η Αιτήτρια δεν στρέφεται κατά της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων που αφορούν τις προαγωγές στην Εθνική Φρουρά και δεν ζητά την ακύρωση οποιασδήποτε σχετικής διοικητικής πράξης αλλά αποζημιώσεις για την άνιση μεταχείριση που υφίσταται λόγω του φύλου της σε σχέση με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας της, ότι οι αποφάσεις των εργοδότων της σε σχέση με τη μονιμοποίηση και τις μη προαγωγές της αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος αλληλένδετων συμπεριφορών που αποκαλύπτουν την άνιση μεταχείριση που υφίσταται η Αιτήτρια «επί χρόνιας και καθημερινής βάσης» σε σύγκριση με τους άνδρες συναδέλφους της και ότι οι θεραπείες που ζητά η Αιτήτρια εμπίπτουν στις θεραπείες που με βάση τις πρόνοιες των Ν.205(Ι)/2002και Ν.177(Ι)/2002μόνο το Δ.Ε.Δ. μπορεί να αποδώσει. Η Αιτήτρια με την Αίτηση αξιώνει
(1)ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για υλική και ηθική ζημιά που υπέστηκε λόγω της κατ' ισχυρισμό δυσμενούς διάκρισης που υπέστηκε και υφίσταται ως εργοδοτούμενη στην Εθνική Φρουρά στη βάση του φύλου της, η οποία διάκριση είχε ως συνέπεια τον διορισμό και τη μονιμοποίησή της σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς και τη μη προαγωγή της σε διάφορες χρονικές περιόδους,
(2)δήλωση του Δικαστηρίου για άμεση προαγωγή της στις θέσεις που θα προαγόταν αν δεν υπήρχε η κατ' ισχυρισμό δυσμενής διάκρισή της και αναδρομική αποκατάστασή της σε σχέση με τις απολαβές της και
(3)δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1993 ως 2002 και οι Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1990 ως 2006 είναι άκυροι επειδή παραβιάζουν τον Ν.205(Ι)/2002. Εξετάζοντας προσεκτικά το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Αίτησης διαπιστώνουμε ότι τα γεγονότα που στηρίζουν τις απαιτήσεις της Αιτήτριας αφορούν (
  1. i)τον μόνιμο διορισμό της στην Εθνική Φρουρά ως Υπαξιωματικός και τον χρόνο που έγινε αυτός, και (
  2. ii)τη μη προαγωγή της σε διάφορα χρονικά σημεία λόγω της μη συμπερίληψής της στους καταλόγους για προαγωγή κατά (α) την κατανομή των κενών θέσεων των Υπαξιωματικών από τον Υπουργό Άμυνας και (β) τις κρίσεις από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων της Εθνικής Φρουράς. Παρατηρούμε ότι είναι ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι όλες οι πράξεις των εργοδοτών της που συνδέονται με τα πιο πάνω είναι παράνομες καθότι έγιναν στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006 οι διατάξεις των οποίων παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όπως αυτή προβλέπεται στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο (Ν.205(Ι)/2002)και στον Περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή Εργασία Ίσης Αξίας Νόμο (Ν.177(Ι)/2002). Ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υφίσταται, λόγω του πιο πάνω πλαισίου που εφαρμόζεται στην απασχόλησή της, δυσμενή διάκριση λόγω του φύλου της σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας της, τους όρους πρόσληψης και μονιμοποίησής της, τις προϋποθέσεις ανέλιξης και προαγωγής της και τη μισθοδοσία της και ότι παρά τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας ότι οι διαδικασίες προαγωγών στην Εθνική Φρουρά στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006 παραβιάζουν τον Ν.205(Ι)/2002, οι προαγωγές στην Εθνική Φρουρά συνεχίζονται να γίνονται στη βάση των πιο πάνω αναφερομένων Κανονισμών που προβλέπουν κριτήρια που θεμελιώνουν δυσμενή διάκριση σε βάρος γυναικών Υπαξιωματικών και ότι λόγω αυτής της συνεχιζόμενης διάκρισης εις βάρος της λόγω του φύλου της «σε θέματα μισθολογικής κλίμακας, αρχαιότητας, θέσης, διορισμού, ανέλιξης και προαγωγών... αδικείται κατ' επανάληψη και κατάφωρα και σαν εργαζόμενη και σαν προσωπικότητα καθημερινά και κατά την υπηρεσία της στην Εθνική Φρουρά και δη υφίσταται συνεχή μείωση και προσβολή της προσωπικότητας της ως ανθρώπου και/ή ως εργαζομένου». Περαιτέρω ότι δεν πάρθηκαν οποιεσδήποτε αποφάσεις (α) για την αποκατάστασή της στη θέση και τον βαθμό που θα είχε σήμερα και (β) για τις μισθολογικές απολαβές που θα ελάμβανε σήμερα, αν δεν υφίστατο δυσμενή μεταχείριση λόγω του φύλου της κατά τη διαδικασία των μονιμοποιήσεων και των προαγωγών στην Εθνική Φρουρά. Σύμφωνα με τη νομολογία (Μ.Κωλέττη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Άμυνας Συνεκδ. Υποθέσεις 442/03-444/03,478/03-480/03,622-625/03, ημερ.31/1/2005, Αν. Σέπου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω 1. Υπουργού Άμυνας, 2. Αρχηγού Εθνικής Φρουράς, 3. Συμβουλίου Κρίσεως Υπόθεση Αρ. 1037/2004, ημερ. 9/2/2006, Χρ. Τριακοσιής κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Άμυνας,
(2007)3 ΑΑΔ 231, Χρ. Τριακοσιής κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Άμυνας, Υπόθεση Αρ.255/2011, ημερομ.7/3/2014, Ν. Γαβριηλίδης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσω Υπουργού Άμυνας, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 829/10-833/10, ημερομ.7/5/2015) (α) ο διορισμός σε μόνιμη θέση στο στρατό της Δημοκρατίας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η νομιμότητα της οποίας ελέγχεται με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος, (β) η κατανομή των κενών θέσεων μόνιμων Υπαξιωματικών στην Εθνική Φρουρά ως απόφαση που παράγει από μόνη της έννομα αποτελέσματα συνιστά αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη ανεξάρτητη από τη διαδικασία πρόσληψης σε μόνιμη θέση και/ή προαγωγής στην Εθνική Φρουρά και ελέγχεται μέσω της διαδικασίας της προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και (γ) οι κρίσεις και οι προαγωγές των μονίμων Υπαξιωματικών είναι διοικητικές πράξεις οι οποίες προσβάλλονται με προσφυγή με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Το παράπονο της Αιτήτριας για δυσμενή διάκρισή της λόγω φύλου στρέφεται
(1)κατά των πράξεων των εργοδοτών της σε σχέση (
  1. i)με την κατανομή των κενών θέσεων των μόνιμων Υπαξιωματικών (οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στέρησαν (α) τον διορισμό της σε μόνιμη θέση σε προγενέστερο στάδιο από αυτό που διορίστηκε και (β) την προαγωγή της, μετά τη μονιμοποίησή της, σε πιο ψηλές βαθμίδες) και (
  2. ii)με τις κρίσεις και τις προαγωγές των μόνιμων Υπαξιωματικών από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων (οι οποίες της στέρησαν την προαγωγή της σε πιο ψηλές θέσεις) και
(2)κατά των παραλείψεων των αρμόδιων αρχών να λάβουν μέτρα ώστε να τροποποιηθεί το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής της (σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια μονιμοποίησης και προαγωγής) στο οποίο στηρίχθηκαν και στηρίζονται οι εργοδότες της για τους διορισμούς και τις προαγωγές στην Εθνική Φρουρά. Σημειώνουμε ότι το παράπονο της Αιτήτριας για τις μισθολογικές απολαβές της συνδέεται με τα πιο πάνω. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι δεν εντοπίσαμε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας οποιοδήποτε άλλο θέμα και/ή παράπονο αναφορικά με την απασχόλησή της για το οποίο ισχυρίζεται ότι συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της λόγω του φύλου της. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκουμε ότι η παρούσα διαφορά ως αυτή εκτίθεται στην Αίτηση δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.. Τα παράπονα της Αιτήτριας που αφορούν τις πράξεις και τις παραλείψεις των εργοδοτών της κατά την κατανομή των κενών θέσεων, τους διορισμούς σε μόνιμες θέσεις και τις κρίσεις για τις προαγωγές αποτελούν διοικητικές πράξεις για τη νομιμότητα των οποίων αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Το ζήτημα της παράλειψης της τροποποίησης των κανονιστικών διοικητικών πράξεων που διέπουν τους όρους απασχόλησης της Αιτήτριας μετά τις σχετικές διαπιστώσεις και συστάσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας αποτελεί ζήτημα παράλειψης δημόσιας αρχής να πράξει αυτά που είχε υποχρέωση βάσει νόμου να πράξει το οποίο ζήτημα ελέγχεται με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια με την Αίτησή της αξιώνει θεραπείες που μόνο το Δ.Ε.Δ. μπορεί να επιδικάσει και δεν ζητά θεραπείες που προβλέπονται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος δεν δίνει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα στο Δ.Ε.Δ. να εκδικάσει την παρούσα διαφορά καθότι προαπαιτούμενο στοιχείο της οποιασδήποτε απόδοσης θεραπείας από το Δ.Ε.Δ. στη βάση του Ν.205(Ι)/2002 και του Ν.177(Ι)/2002 είναι η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του να εκδικάσει τη διαφορά που τίθεται ενώπιόν του, στοιχείο που δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Επίσης, κάθε πρόσωπο με βάση τον Ν.205(Ι)/2002 και τον Ν.177(Ι)/2002 δικαιούται να διεκδικεί τα δικαιώματα που του παρέχονται από τους δύο εν λόγω Νόμους ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση το Δ.Ε.Δ. δεν είναι το αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει τη διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ.. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος της Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Χ. Ιωάννου, Μέλος Σ. Γεωργίου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Industrial/Ιnterim (Αναφορά:Prodikastiki ekdikasi gia dikaiodosia.) [1] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.177(Ι)/2002 « «αρχή της ισότητας στην αμοιβή» σημαίνει την απουσία κάθε διακρίσεως λόγω φύλου, είτε άμεσης είτε έμμεσης, όσον αφορά την αμοιβή για ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.