← Κύπρος

MARIO PIEROTTI ν. Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Αίτησης: 453/13, 11/5/2016

MARIO PIEROTTI ν. Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Αίτησης: 453/13, 11/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:19 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ Ενώπιον: Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Χριστοδούλου } Χ. Χριστοφή } Μελών Αρ. Αίτησης: 453/13 Μεταξύ: MARIO PIEROTTI, από το Μονακό Αιτητής -και- Spectec Group Holdings Limited Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 02/06/2015 Για Διαγραφή και/ή Παραμερισμό και/ή Αναστολή της Διαδικασίας της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Καθ' ων η Αίτηση: κα Γιωρκάτζη Για Καθ' ου η Αίτηση - Αιτητή: κα Αργυρού ---------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η Αίτηση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λεμεσό. Την 01/03/2008 υπογράφτηκε μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και του Αιτητή στην Αίτηση σύμβαση εργοδότησης του Αιτητή («η Συμφωνία Εργοδότησης») δυνάμει της οποίας οι Καθ' ων η Αίτηση θα εργοδοτούσαν τον Αιτητή για περίοδο πέντε ετών με ακάθαρτο ετήσιο μισθό Δολ. ΗΠΑ 180.000-. Στις 19/04/2010 η πιο πάνω συμφωνία τροποποιήθηκε με άλλη συμφωνία και πλέον έφερε τον τίτλο συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών («η Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών»). Στις 11/06/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν τις υπηρεσίες του Αιτητή. Στις 30/08/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση υπέβαλαν, στηριζόμενοι σε άρθρο των πιο πάνω αναφερομένων συμφωνιών, αίτηση στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνές Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC International Court of Arbitration) στο Παρίσι («το Δ.Δ.Δ.») για επίλυση των διαφορών τους με τον Αιτητή που προέκυψαν σε σχέση με τον τερματισμό και την ευθύνη για τον τερματισμό της Συμφωνίας ημερομηνίας 01/03/2008 ως τροποποιήθηκε σε Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών ημερομηνίας 19/04/2010 και ζητούσαν δήλωση ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος καθ' ότι ο Αιτητής παραβίασε ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και αξίωναν σε αυτή τη βάση αποζημιώσεις. Ο Αιτητής αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Δ.Δ.Δ. επικαλούμενος διάφορους λόγους επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά του να αποταθεί στα αρμόδια Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση στη βάση της μεταξύ τους σχέσης, της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και του τερματισμού της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών. Στις 30/05/2013 ο Αιτητής καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») την Αίτηση. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι από την 01/03/2008 μέχρι και τις 11/06/2012 ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση και ότι στις 11/06/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση παράνομα τερμάτισαν την απασχόλησή του. Είναι η θέση του (όπως αυτή αναγράφεται στην παράγραφο 25 των γενικών λόγων της Αίτησης) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησής του του οφείλουν: «

  1. Μισθός Μαΐου 2012 ................ US$ 18.890,00
  2. Επιστροφή εξόδων του για Μάιο .......... US$ 2.820,52
  3. Αναλογία μισθού Ιουνίου ............... US$ 6.926,33
  4. Άδειες δυνάμει του όρου 3.7 Έτος 2010 - 14 μέρες ............... US$ 7.326,00 Έτος 2011 - 6 μέρες ................. US$ 3.230,00 Έτος 2012 - 30 μέρες (Όρος 3.7) .......... US$ 16.890,00
  5. Συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού δυνάμει του όρου 5.2 Έτος 2008 ..................... US$ 15.000,00 Έτος 2009 .................... US$ 15.450,00 Έτος 2010 .................... US$ 15.910,00 Έτος 2011 .................... US$ 16.390,00 Έτος 2012 (pro-rata) ................. US$ 7.542,00 5.Bonuses CI.3.4 Annex II Έτος 2009 .................... US$ 36.152,00 Έτος 2010 .................... US$132.568,00 Σύνολο US$295.094,85» Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δικαιούται δυνάμει της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών τους μισθούς του μέχρι τη λήξη της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών (δηλαδή τους μισθούς του για την περίοδο 12/06/2012 μέχρι 28/02/2013 US$145.084-) πλέον τα φιλοδωρήματά του για τα έτη 2011 και 2012 τα οποία ανέρχονται σε US$265.140-. Ως εκ τούτου αξιώνει: «Α. Υπόλοιπο οφειλόμενο υπό μορφή εξόδων, αδειών, συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού και bonuses ύψους US$295.095,85 ή το ισόποσο σε ευρώ. Β. Αποζημίωση των μισθών του μέχρι το τέλος της σύμβασης Ιουνίου 2012 - Φεβρουαρίου 2013 ύψους US$145.084- ή το ισόποσο σε ευρώ ως και "bonuses" US$265.140-. Γ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις δια παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του κατά ή περί την 11/06/
  6. Δ. Οποιαδήποτε άλλη περεμπίπτουσα/δικαία θεραπεία υπό τας περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 10239150R).» Σημειώνουμε ότι είναι η θέση του Αιτητή όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησής του ότι η διαφορά που προέκυψε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση δεν καλύπτεται από τη ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται στη Συμφωνία Εργοδότησης και/ή στη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και ότι το Δ.Ε.Δ. έχει υποχρεωτική αρμοδιότητα δυνάμει του νόμου να εκδικάσει τη διαφορά. Στις 18/06/2013 το Δ.Δ.Δ. εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία αποφάσισε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση που υπέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση καθώς και τις αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση που υποβλήθηκαν σε αυτό από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Δ.Δ.Δ. για αναστολή των διαδικασιών διαιτησίας ενώπιον του Δ.Δ.Δ. ενόψει των διαδικασιών μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση που εκκρεμούν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από το Δ.Δ.Δ.. Στις 22/10/2013 ο Αιτητής καταχώρησε στο Δ.Δ.Δ. την υπεράσπισή του στην αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση καθώς και ανταπαίτηση. Με την ανταπαίτησή του αξίωνε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση: α) US$295.094,85 ως εκκαθαρισμένα ποσά που του οφείλονται δυνάμει της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών (μηνιαίοι δεδουλευμένοι μισθοί για την περίοδο 01/05/2012-11/06/2012 (US$28.636,85), πληρωμή για μη ληφθείσα ετήσια άδεια για τα έτη 2010, 2011 και 2012 (US$27.446-), συμφωνηθείσα αμοιβή λόγω τερματισμού της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών με βάση τον όρο 5.2 της εν λόγω Συμφωνίας (US$70.292-) και φιλοδωρήματα για τα έτη 2009 και 2010 με βάση τη Συμφωνία (US$168.720-), β) αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση/παράνομο τερματισμό της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών (US$989.435,06), και γ) αποζημίωση για απώλεια μελλοντικής πιθανότητας/προοπτικής να λάβει φιλοδωρήματα βάσει της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών (US$662.840-). Στις 09/01/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στο Δ.Ε.Δ. έγγραφο εμφάνισης με το οποίο απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή που περιλαμβάνονται στην παρούσα Αίτηση και αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε από τα αξιούμενα ποσά στον Αιτητή. Στην έγγραφο εμφάνισή τους εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις (α) ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση καθότι η διαφορά μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση δεν συνιστά «εργατική διαφορά» λόγω του ότι ο Αιτητής παρείχε στους Καθ' ων η Αίτηση υπηρεσίες και πληρωνόταν από τους Καθ' ων η Αίτηση με βάση την τιμολόγηση των παρασχεθείσων υπηρεσιών και (β) ότι η Αίτηση είναι ενοχλητική (vexatious) και/ή καταπιεστική (oppressive) και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί το Δ.Δ.Δ. στις 18/6/2013 αποφάσισε ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει «τις αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση .... κατά του Αιτητή .... που αφορούν» τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και τον τερματισμό της. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών λόγω σοβαρών παραβάσεων των όρων της από τον Αιτητή. Στις 02/04/2014 ο Αιτητής περιόρισε (δηλώνοντας ότι προβαίνει στον εν λόγω περιορισμό με σκοπό τον περιορισμό των εξόδων διαιτησίας) την Ανταπαίτησή του ενώπιον του Δ.Δ.Δ. σε: (α) US$ 295.094,85 ως εκκαθαρισμένα ποσά που του οφείλονται μέχρι την 11/06/2012 δυνάμει της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών, και (β) US$146.830- ως αποζημιώσεις για τους μισθούς που θα λάμβανε μέχρι τη λήξη της περιόδου απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση στις 28/02/
  7. Στις 10/02/2015 το Δ.Δ.Δ. εξέδωσε τελική απόφαση με την οποία αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι: (α) ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση, (β) ο Αιτητής δεν είχε παραβιάσει ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και ως εκ τούτου οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών, (γ) ο τερματισμός της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών συνιστούσε παράνομη απόλυση του Αιτητή, (δ) ο Αιτητής λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του δικαιούται:

(1)US$28.636,85 ως δεδουλευμένους μισθούς για την περίοδο 01/05/2012-11/06/2012,
(2)US$70.292- ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση βάσει των όρων της Συμφωνίας (termination indemnity), και
(3)US$146.830- για απώλεια μισθών για την περίοδο 11/06/2012-28/02/2013, και (ε) στη βάση του ενώπιον του τεθέντος μαρτυρικού υλικού, ο Αιτητής δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση ετήσιας άδειας ή ως φιλοδώρημα (bonus). Στις 02/06/2015, ημερομηνία κατά την οποία η Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός και/ή η αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) της καταχωρηθείσας από τον Αιτητή Εναρκτήριας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ως καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη καθότι όλα τα επίδικα θέματα και/ή διαφορές και/ή ζητήματα μεταξύ των διαδίκων έχουν αποφασιστεί με τη Διαιτητική Διαδικασία του International Chamber of Commerce στην οποία εκδόθηκε Τελική Απόφαση στις 10/02/2015 και/ή λόγω της αρχής του δεδικασμένου (res judicata).» Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς 11, 12 και 17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999-2004, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θθ1-14 και 26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θθ1-3, Δ.48 θθ1-9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της τελικής απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 και αναφέρεται ότι: (α) η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε και (β) οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλαν πληρωμή στον Αιτητή σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω απόφασης (Τεκμήριο 2). Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τα αγώγιμα δικαιώματα που αποτελούν τη βάση και/ή τα επίδικα θέματα της Αίτησης είναι τα ίδια με αυτά που αποτέλεσαν τη βάση, εγέρθηκαν και αποφασίστηκαν με τη Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 10/2/2015 και ως εκ τούτου υπάρχει εξ αποφάσεως κώλυμα (res judicata) που εμποδίζει τον Αιτητή να συνεχίσει την παρούσα διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. η οποία συνιστά και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Με συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 05/06/2015 της δικηγόρου του Αιτητή που αναγνωρίζει την εξόφληση του ποσού της Διαιτητικής Απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 και στην οποία σημειώνεται ότι η αποδοχή της εν λόγω πληρωμής γίνεται με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Αιτητή να εισπράξει ποσά που θα του επιδικαστούν με τις διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων της Κύπρου. Ο Αιτητής καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 18/11/2015 στην οποία εγείρει τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «Α. Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί μέτρο καταπίεσης του Αιτητή-Καθ' ου η Αίτηση και/ή αποτελεί μέσο προσβολής των νομίμων δικαιωμάτων του. Β. Η Αίτηση καταχωρήθηκε υπερβολικά και/ή αδικαιολόγητα καθυστερημένα και/ή μετά την καταχώρηση του εγγράφου της εμφανίσεως με τους Γενικούς Λόγους/Υπεράσπιση της Καθ' ης η Αίτηση/Αιτήτριας το οποίο καταχωρήθηκε την 09/01/2014 και/ή ενώ είχε ήδη οριστεί η Εναρκτήρια Αίτηση για Ακρόαση. Γ. Η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός και/ή αναστολή της Κυρίως Αίτησης την οποία αιτείται η Καθ' ης η Αίτηση-Αιτήτρια δε δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις και/ή επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε έγκριση της Αίτησης, αφού η Εναρκτήρια Αίτηση εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατη και/ή καταχρηστική και/ή ούτε κατέστη τέτοια. Δ. Δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή δε δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η έγκριση της Αίτησης. Ε. Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο ούτε προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για να ανασταλεί και/ή παραμεριστεί η Εναρκτήρια Αίτηση η οποία εκκρεμεί εδώ και 2 χρόνια και η τυχόν αναστολή/παραμερισμός θα παραβιάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση-Αιτητή για εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός ευλόγου χρόνου και/ή για δίκαιη δίκη και/ή θα οδηγήσει στον εξευτελισμό και/ή εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας. Στ. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή νομικά αβάσιμη και δε συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Ζ. Οι Θεσμοί και οι Νομοθετικές Πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η Αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Θ. Δεν υφίσταται δεδικασμένο και ούτε εμποδίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση-Αιτητής να προωθεί την Αίτηση υπ' αριθμό 453/2013 ενόψει των πορισμάτων του Διαιτητικού Δικαστηρίου και/ή δεν αποτελεί λόγο απόρριψης και/ή παραμερισμού της Αίτησης. Επιπρόσθετα με την αίτηση υπ' αριθμό 453/2013 δεν προωθούνται οι ίδιες αξιώσεις. Με τη διαιτητική απόφαση επιδικάσθηκαν υπέρ του Αιτητή ποσά που αφορούν τους μισθούς του για τους Μήνες Μάιο 2012 και Ιούνιο 2012 καθώς και συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού της συμφωνίας ως ο όρος 5.2 της συμφωνίας πλέον ποσά για απώλεια μισθών από τον Ιούνιο 2012 ως το Φεβρουάριο
  1. Αντιθέτως στην αίτηση αρ.453/2013 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών παρέμεινε προς επίλυση το θέμα των Γενικών και Ειδικών Αποζημιώσεων δια τον παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του Ενάγοντος καθώς και οι αξιώσεις του για τις άδειες για τα έτη 2010-2012 και για bonuses για τα έτη 2009 μέχρι το τέλος της σύμβασης που είχαν μεταξύ τους.» Η ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς 11, 12 και 17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999-2004, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θθ1-14, Δ.21 θ10, Δ.27 θθ1-3, Δ.48 θθ1-9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεση ένστασης αναφέρεται ότι ο Αιτητής δεν συμφώνησε ότι το Δ.Δ.Δ. είχε δικαιοδοσία και ότι εισάγαγε την Ανταπαίτησή του μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δ.Δ.Δ. όσον αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας. Ότι ο Αιτητής περιόρισε την Ανταπαίτησή του με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων του και χωρίς να αποποιηθεί των δικαιωμάτων του να προωθεί δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο. Ότι η Ανταπαίτηση και η Αίτηση δεν είναι οι ίδιες αφού δεν προωθούνται με αυτές οι ίδιες αξιώσεις και ότι ο Αιτητής έλαβε τα ποσά που του επιδίκασε το Δ.Δ.Δ. άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του και των διαδικασιών που εκκρεμούν στην Κύπρο. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 11/02/2016 και εκδικάστηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων. Στις 23/02/2016 το Δικαστήριο αφού διαπίστωσε ότι στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του δεν γινόταν αναφορά σε αναγνώριση και/ή εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 στην Κύπρο, το Δικαστήριο κάλεσε τους δικηγόρους των διαδίκων μερών και τους ανέφερε το εν λόγω θέμα. Δηλώθηκε ότι η εν λόγω αλλοδαπή Διαιτητική Απόφαση δεν έχει αναγνωριστεί και εγγραφεί στην Κύπρο. Το Δικαστήριο ζήτησε τις θέσεις τους αναφορικά με το κατά πόσον μια αλλοδαπή διαιτητική απόφαση η οποία δεν έχει αναγνωριστεί στην Κύπρο μέσω της σχετικής διαδικασίας μπορεί να αποτελέσει νομικό κώλυμα λόγω δεδικασμένου σε διαδικασία ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου και/ή βάση για συμπέρασμα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Οι δικηγόροι ζήτησαν χρόνο να ετοιμάσουν συμπληρωματικές αγορεύσεις επί του θέματος. Στις 30/03/2016 παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επί του εν λόγω θέματος. Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός). Ο Κ.11 του Κανονισμού παρέχει στο Δ.Ε.Δ. τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.» Σύμφωνα με τον Κ.17 του Κανονισμού: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της διαγραφής ισχυρισμών σε δικόγραφο και/ή του παραμερισμού και/ή της αναστολής εκκρεμούσας διαδικασίας) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.19 θ.26 προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings , order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice , embarrass or delay the fair trial of the action.» Η Δ.27 θ.3 προνοεί τα εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Σημειώνουμε ότι το αίτημα της υπό εξέταση αίτησης στηρίζεται στην αρχή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και/ή στην αρχή της αποτροπής της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω της ύπαρξης της απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/
  2. Η εν λόγω απόφαση είναι μια αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και κατά την κρίση μας το πρωταρχικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο μια αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, η οποία δεν έχει εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο, μπορεί να αποτελέσει νομικό κώλυμα λόγω δεδικασμένου σε διαδικασία ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου και/ή βάση που να στηρίζει το συμπέρασμα για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι τυχόν αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης καθιστώντας αχρείαστη την εξέταση κατά πόσον η αίτηση μπορεί να εγκριθεί υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών που διέπουν τα θέματα της διαγραφής δικογράφων και/ή του παραμερισμού και/ή της αναστολής δικαστικών διαδικασιών και/ή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και/ή της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών. Ο όρος δεδικασμένο (res judicata) αναφέρεται στη γενική αρχή ότι μια προηγούμενη, τελική και τελεσίδικη απόφαση ενός αρμόδιου δικαστηρίου που είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης πάνω στην ουσία της υπόθεσης είναι δεσμευτική σε μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδιο επίδικο ζήτημα και/ή την ίδια επίδικη θεραπεία και τους ίδιους διαδίκους[1]. Με βάση την εν λόγω αρχή ένα νομικό δικαίωμα, μια νομική υποχρέωση, μια βάση αγωγής ή ένα γεγονός το οποίο εξετάστηκε και αποφασίστηκε από ένα Δικαστήριο σε μια διαδικασία ή ένα νομικό δικαίωμα, μια νομική υποχρέωση, μια βάση αγωγής ή ένα γεγονός το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί και να εξεταστεί από το Δικαστήριο σε προγενέστερη διαδικασία μεταξύ των διαδίκων, δεν μπορεί να προβληθεί και να εξεταστεί σε νέα δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων[2]. Με βάση το αγγλικό κοινοδίκαιο η απόφαση ενός διαιτητικού δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει τη βάση για επίκληση της αρχής του κωλύματος του δεδικασμένου. Για να μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο από απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου θα πρέπει να ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου να είναι τελική και τελεσίδικη πάνω στην ουσία της διαφοράς, (β) το διαιτητικό δικαστήριο να ήταν αρμόδιο και να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά, (γ) οι διάδικοι και τα επίδικα θέματα να είναι ταυτόσημα με αυτά της μεταγενέστερης δικαστικής διαδικασίας και (δ) η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου να έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία[3]. Σημειώνουμε ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική νομοθετική πρόνοια που προβλέπει ότι διαιτητικές αποφάσεις αναγνωρίζονται ως δεσμευτικές μεταξύ των διαδίκων στη διαιτητική διαδικασία και τα εν λόγω διάδικα μέρη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις μεταξύ τους διαιτητικές αποφάσεις ως υπεράσπιση σε άλλες νομικές και δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία[4]. Στην Κύπρο το δικαίωμα αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων διέπεται από τη διεθνή Σύμβαση της Νέας Υόρκης Περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων η οποία κυρώθηκε από τον ομώνυμο Νόμο του 1979 (Ν.84/79). Περαιτέρω, ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (Ν.121
(1)/2000) προβλέπει το δικονομικό πλαίσιο και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μιας απόφασης αλλοδαπού διαιτητικού δικαστηρίου. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι στους εν λόγω Νόμους δεν καθορίζεται το Δ.Ε.Δ. ως αρμόδιο δικαστήριο για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Περαιτέρω, με βάση τους εν λόγω Νόμους οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις εγγράφονται, αναγνωρίζονται και εκτελούνται στην Κύπρο αποκλειστικά και περιοριστικά μόνο με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης η οποία καθορίζει τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώριση και την εκτέλεση μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης (άρθρο ΙV) καθώς τους λόγους για τη μη αναγνώριση και εκτέλεσης μιας διαιτητικής απόφασης (άρθρο V). Χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία εγγραφής και αναγνώρισης της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου μια αλλοδαπή διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 269/2009 Αίτηση από Μετοχική Εταιρεία Ανοικτού Τύπου - Διακλαδική Κοινοπραξία «URALMETPROM» για διάλυση της Εταιρείας BESUNO LTD, ημερομηνίας 20/02/2014 στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η όλη φιλοσοφία που καλύπτει τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες στοχεύει στην παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Παρόμοια είναι και η φιλοσοφία που διέπει τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο, Ν.84/1979, ο οποίος βασίζεται στην αντίστοιχη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του
  1. Οι διεθνείς συμβάσεις που αναφέρονται σε διαδικασίες εκτέλεσης αποφάσεων άλλης χώρας στο έδαφος τρίτης, πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. Αυστηρή είναι και η προσέγγιση στην ικανοποίηση των προαπαιτούμενων για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης. Προβάλλει επιτακτική η ανάγκη τήρησης όλων των τύπων, μεταξύ των οποίων η προσκόμιση θεωρημένου πρωτοτύπου ή δεόντως κεκυρωμένου αντιγράφου της όποιας απόφασης. Είναι με βάση τις πιο πάνω αρχές που το Δικαστήριο, εντοπίζοντας έλλειψη κανονικότητας και νομιμότητας των προσκομισθέντων εγγράφων, απέρριψε, στις 28/11/2006, την αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης. Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες. Μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης. Η ύπαρξη χρέους αποτελεί την αναγκαία και φυσική συνέπεια της επιβεβαίωσης της ύπαρξης απόφασης, επιβεβαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης και εγγραφής της. Δε νοείται ύπαρξη οφειλής χωρίς την αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η οφειλή απορρέει από την ίδια την απόφαση. Συνεπώς, και ως συνακόλουθο της απόρριψης του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, δεν τεκμηριώνεται και παραμένει μετέωρη η ύπαρξη και οποιουδήποτε χρέους. Με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν και να μην ικανοποιούνται, βεβαίως, οι προϋποθέσεις επιτυχίας καταχώρησης αίτησης για εκκαθάριση στη βάση των εξεταζόμενων άρθρων του Κεφ.
  2. Είναι αδιανόητη η έναρξη διαδικασίας, η οποία στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, σε αλλοδαπή απόφαση, η οποία δεν υφίσταται, ουσιαστικά, στη χώρα μας.» Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την απόφαση του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 ως έγκυρη και δεσμευτική για τους διαδίκους στην Αίτηση και ως απόφαση την οποία μπορούμε να εξετάσουμε για να διαπιστώσουμε: (α) κατά πόσον υπάρχει στην παρούσα περίπτωση δεδικασμένο αναφορικά με όλες τις διαφορές ή μερικές από τις διαφορές που εγείρονται με την Αίτηση και (β) κατά πόσον η καταχώριση και/ή η συνέχιση της Αίτησης ενώπιον του Δ.Ε.Δ. συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία από αρμόδιο Δικαστήριο μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας. Λόγω της μη αναγνώρισης της στην Κύπρο η εν λόγω απόφαση δεν υφίσταται στη χώρα μας και δεν μπορεί να παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Αν εξετάζαμε την εν λόγω απόφαση για σκοπούς εφαρμογής της αρχής του κωλύματος ή της αρχής της αποτροπής της κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών η εν λόγω πράξη μας θα συνιστούσε αναγνώριση της απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 από το Δ.Ε.Δ[5]. Κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μας η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Σημειώνουμε ότι η απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου[6], την οποία επικαλείται η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση προς υποστήριξη της θέσης τους ότι για την επίκληση της αρχής του κωλύματος λόγω δεδικασμένου στη βάση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί προϋπόθεση η αναγνώριση της αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο σύμφωνα τον Ν.84/79 και τον Ν.121
(1)/2000, αναφέρει ότι για να εφαρμοστεί η αρχή του res judicata σε σχέση με μια αλλοδαπή διαιτητική απόφαση που δεν έχει αναγνωριστεί στη Γερμανία θα πρέπει να τηρούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Κατά την άποψή μας αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται το ζήτημα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου στη βάση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση μπορεί να εγγραφεί με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, δηλαδή κατά πόσον οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω Σύμβαση τηρούνται και κατά πόσον για οποιοδήποτε λόγο που καλύπτεται από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να αναγνωριστεί και ως εκ τούτου ακόμα και αν δεχόμασταν και υιοθετούσαμε την πιο πάνω θέση του Γερμανικού Δικαστηρίου λόγω του ότι στην παρούσα περίπτωση ενώπιόν μας τέθηκε απλώς ένα αντίγραφο της απόφασης του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 χωρίς αυτό να είναι δεόντως κεκυρωμένο ή πιστοποιημένο και χωρίς να συνοδεύεται από τις σχετικές μεταφράσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση του Δ.Δ.Δ. ημερομηνίας 10/2/2015 όπως τέθηκε ενώπιόν μας τηρεί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι καταβλητέα με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. (Υπ.) ................ Ελ. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ............... Δ. Χριστοδούλου, Μέλος Χ. Χριστοφή, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τ.Ηλιάδης & Ν.Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 914-935, Halsbury's Laws Of England, 5th Edition, Volume12, para.1168-1190. [2] Τ.Ηλιάδης & Ν.Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 914-935, Halsbury's Laws Of England,5th Edition, Volume12, para.1168-1190. [3] International Law Association, Berlin Conference
(2004), International Commercial Arbitration, Interim Report: " Res Judicata" and Arbitration, page 10: "It has been held since at least 1783 that an arbitral award can justify a plea of cause of action and issue estoppel. More recently
(1966)Diplock LJ said: " Issue estoppels applies to arbitration as it does to litigation. The parties, having chosen the tribunal to determine the disputes between them as to their legal rights and duties, are bound by the determination of that tribunal on any issue which is relevant to the decision of any dispute referred to that tribunal." The same requirements apply to arbitral award as to judgments: there must be a final award on the merits pronounced by a tribunal of competent jurisdiction; and the award must be recognized in England.". Βλέπε επίσης Redfern and Hunter on International Arbitration, 6th Edition, Oxford University Press, pages 559-563,609. [4] English Arbitration Act 1996, s.101
(1). Halsbury's Laws Of England,5th Edition, Volume 2, para.1288-1292. [5] Redfern and Hunter on International Arbitration, 6th Edition, Oxford University Press, pages 610-612: " .the New York Convention itself speaks of recognition and enforcement of foreign arbitral awards. The terms are, however, distinct..An award may be recognised without being enforced. ..Recognition on its own is generally a defensive process. It will usually arise when a court is asked to grant a remedy in respect of a dispute that has been the subject of previous arbitral proceedings. The party in whose favour the award was made will object that the dispute has already been determined. To prove this, it will seek to produce the award to the court, and will ask the court to recognize it as valid and binding upon the parties in respect of the issues with which it dealt. The award may have disposed of all of the issues raised in the new court proceedings and so put an end to those new proceedings as res judicata - that is, as matters in issue between the parties that in fact have already been decided. If the award does not dispose of all of the issues raised in the new proceedings, but only some of them, it will need to be recognized for the purposes of issue estoppels, so as to prevent those issues with which it does deal from being raised again. The use of recognition on its own may be illustrated by considering the example of a company that is made a defendant in legal proceedings by a foreign supplier for goods sold and delivered, but allegedly not paid for. Suppose that the dispute between the company and the foreign supplier has already been submitted to arbitration, and that an award has been made, in which the foreign supplier's claim was dismissed. In these circumstances, the company will ask the court to recognize the award as a valid defence to the foreign supplier's new claim. If the court is prepared to do this, the claim is dismissed. The legal force and effect of the foreign award will have been recognized, but the award itself has not been enforced.. By contrast, where a court is asked to enforce an award, it is asked not merely to recognize the legal force and effect of the award, but also to ensure that it is carried out, by using such legal sanctions as are available........the purpose of recognition on its own is generally to act as a shield. Recognition is used to block any attempt to raise in fresh proceedings issues that have already been decided in the arbitration that gave rise to the award of which recognition is sought. By contrast, the purpose of enforcement is to act as a sword. Enforcement of an award means applying legal sanctions to compel the party against whom the award was made to carry it out." [6]Docket No 12 0 37/12, Περιφερειακό Δικαστήριο του Essen. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.