ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 354/13, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2016:8 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δ. Δ. Χριστοδούλου ] Χ. Χριστοφή ] Μελών Αρ. Αίτησης: 354/13 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ Αιτητή και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση ----------------------------- Αίτηση ημερ.23/3/2016 για τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφάνισης της Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση τροποποίησης: κα Προδρόμου για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση-Αιτήτρια στην αίτηση τροποποίησης: κα Γιαννακού για Α. Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ ------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Καθ' ης η Αίτηση στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») είναι δημόσια εταιρεία και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Ο Αιτητής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο απασχολείτο ως μισθωτός στην υπηρεσία της Καθ' ης η Αίτηση. Με την Αίτησή του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση τον Δεκέμβριο του 2012 τερμάτισε την απασχόλησή του σε αυτήν. Είναι η θέση του ότι η απόλυσή του έγινε αδικαιολόγητα και αυθαίρετα. Ως εκ τούτου αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Η Καθ' ης η Αίτηση με το Έγγραφο Εμφάνισής της το οποίο καταχωρήθηκε στις 19/06/2013 απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή μετά που προέβηκε σε διερεύνηση για πιθανή ενασχόληση του Αιτητή με άλλη εργασία πέρα της εργασίας του σ' αυτή, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης και αφού ακολούθησε τις διαδικασίες που προβλέπονται στους Κανονισμούς και τον πειθαρχικό κώδικά της. Η Καθ' ης η Αίτηση στις 23/03/2016 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται την τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφάνισης με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην υποπαράγραφο Γ της παραγράφου 6 των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφάνισής της: «Συγκεκριμένα, η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Αιτητής ενασχολείτο με άλλη εργασία πέραν της εργασίας του στην Καθ' ης η Αίτηση χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Ανώτερης Διεύθυνσης της Τράπεζας και της απόκρυψης του γεγονότος αυτού από την Καθ' ης η Αίτηση, παραβιάζοντας έτσι τους όρους και υποχρεώσεις του ως υπαλλήλου που απορρέουν από τον Κώδικα Υπηρεσίας ή/και τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του Ομίλου και από τη σύμβαση εργοδότησης του υπαλλήλου στην Τράπεζα ή/και των εσωτερικών κανονισμών, διαδικασιών, εγκυκλίων, εγχειριδίων ή/και οδηγιών της Διεύθυνσης του Ομίλου». Σημειώνουμε ότι στην υποπαράγραφο Γ της παραγράφου 6 των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφάνισης της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρονται τα πιο κάτω: «Ακολούθως, η Πειθαρχική Επιτροπή εξέδωσε την σχετική απόφαση της περί τις 16/10/2012 σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή για τους λόγους που αναλύονται λεπτομερώς στην εν λόγω απόφαση και την οποία ο Αιτητής έχει λάβει. Αντίγραφο της απόφασης δόθηκε στον δικηγόρο του Αιτητή περί τις 02/11/2012.» Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 11
(1)(β), 11
(2), 12
(1), 13
(1)-
(3)και 17 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στις Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ.1-3 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους βασίζεται η αίτηση αναφέρονται στο μέρος της αίτησης που φέρει τον τίτλο «Γεγονότα». Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Στα πλαίσια της προετοιμασίας των δικηγόρων των Αιτητών για την Ακρόαση της παρούσας Αίτησης, και μετά από σχετική υπόδειξη του Δικαστηρίου, μελετήθηκε εκ νέου το Έγγραφο Εμφάνισης και συγκεκριμένα η περιγραφή του λόγου απόλυσης του Αιτητή. Οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση κατέληξαν ότι θα εξυπηρετήσει καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η εκ μέρους τους διευκρίνιση του λόγου απόλυσης του Αιτητή στο δικόγραφο τους αφού θα ξεκαθαριστούν και/ή διευκρινιστούν τα επίδικα θέματα και/ή ζητήματα, κάτι το οποίο θα βοηθήσει και τα μέρη αλλά και το Δικαστήριο σε σχέση με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Η αιτούμενη τροποποίηση θα καταστήσει το δικόγραφο πιο ξεκάθαρο.» Ο Αιτητής καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 25/04/2016 η οποία βασίζεται στα άρθρα 11
(1)και
(2), 12, 13 και 17 των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-3 και Δ.64, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης και γεγονότα που δικαιολογούν τους λόγους προβάλλονται στην Ένσταση τα πιο κάτω:
- Η αίτηση τους είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη, και/ή ανυπόστατη και/ή στερείται του αναγκαίου πραγματικού και/ή νομικού υπόβαθρου.
- Η αίτηση τροποποίησης υποβλήθηκε με καθυστέρηση σε βάρος της έννοιας της ταχείας δίκης και ως εκ τούτου οδηγεί σε κατάχρηση των διαδικαστικών κανονισμών και/ή κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και/ή είναι κακόπιστη ενέργεια σε πρόσθετη βλάβη του Αιτητή.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα, τα οποία ήταν και/ή έπρεπε να ήσαν γνωστά στην Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου έπρεπε να τα συμπεριλάβουν εξ' αρχής στο έγγραφο Εμφάνισης τους.
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει παρουσιάσει λόγο και/ή καλό λόγο με βάση τον οποίο να δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την τροποποίηση του Εγγράφου Εμφανίσεως του Αιτητή.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Με τις αιτούμενες θεραπείες η Καθ' ης η Αίτηση προσπαθούν παράτυπα να παρουσιάσουν καινούργιο ισχυρισμό που δεν ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο, ως λόγο απόλυσης.
- Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα θα προκληθεί μόνο καθυστέρηση και περαιτέρω έξοδα και πολυπλοκότητα της διαδικασίας. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1]). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075.) Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ.624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Στο Annual Practice 1958 στις σελ.627-628 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την τροποποίηση: "Rights Accrued, where.- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65,C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556.....) ". Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ.131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action ................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise, and indeed an amendment which would put the opposite party in such a position that they must be injured ought not to be made. On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. Thus, the plaintiff may not introduce by amendment, whether by addition or substitution, a new cause of action which, since the issue of the writ, has become barred by the Limitation Acts, although if the amendment sought does not constitute a new cause of action, but relies on the same or substantially the said facts already pleaded and constitutes no more than a different or additional approach to those facts, it will be allowed even after the expiry of the relevant period of limitation. On the same principle, the defendant will not be allowed to amend to raise a new ground of defence, where to do so would prejudicially affect the position of other persons, or prevent the plaintiff from suing a third person because the period of limitation against that person has already expired, unless the defendant was not at fault in failing to discover the negligence or breach of duty of that person earlier... ». (Βλέπε επίσης Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426.) Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως[2]. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφασή του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται η καλύτερη διευκρίνιση των ισχυρισμών της Καθ' ης η Αίτηση που περιέχονται στο Έγγραφο Εμφάνισής της οι οποίοι ισχυρισμοί της στηρίζουν τη θέση της ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Πιο συγκεκριμένα, ενώ αναφέρεται στους Γενικούς Λόγους του Έγγραφου Εμφάνισής της ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή αποφασίστηκε από την Πειθαρχική Επιτροπή η οποία εξέτασε κατά πόσον ο Αιτητής υπέπεσε σε πειθαρχικά παραπτώματα στη βάση κατηγορητηρίου το οποίο περιελάμβανε κατηγορίες για ενασχόληση του Αιτητή με άλλη εργασία και για απόκρυψη και/ή παροχή αναληθών πληροφοριών και/ή στοιχείων και ότι η Πειθαρχική Επιτροπή εξέδωσε σχετική απόφαση, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή και η οποία απόφαση δόθηκε στον Αιτητή, δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε αυτούς τους λόγους. Με την αιτούμενη τροποποίηση η Καθ' ης η Αίτηση επιθυμεί να προσθέσει στο δικόγραφό της τους λόγους για τους οποίους η Πειθαρχική Επιτροπή της αποφάσισε την απόλυση του Αιτητή, ώστε να προσδιοριστούν με περισσότερη λεπτομέρεια και ευκρίνεια οι θέσεις της σχετικά με τους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε η απόφαση απόλυσης του Αιτητή. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αχρείαστη ή επουσιώδης. Περαιτέρω, βρίσκουμε ότι θα καταστήσει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας εργατικής διαφοράς κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας πιο ξεκάθαρα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητεί η Καθ' ης η Αίτηση αλλάζει η βάση της υπεράσπισης της Καθ' ης η Αίτηση ή γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων υπερασπίσεων που μεταβάλλουν ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης σε σημείο που η εργατική διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφοράς. Η Καθ' ης η Αίτηση με την υπό εξέταση αίτηση επιζητεί όπως διορθώσει την παράλειψη συγκεκριμένων και λεπτομερών αναφορών στους γενικούς λόγους του Έγγραφου Εμφάνισής της σε σχέση με τους λόγους απόλυσης του Αιτητή οι οποίοι λόγοι, κατ' ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση, περιέχονται στην απόφαση απόλυσης του Αιτητή η οποία απόφαση κοινοποιήθηκε σε αυτόν. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τόσο ουσιαστικές και εκτεταμένες που να επαναπροσδιορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν θεωρούμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισάξει νέες υπερασπίσεις εντελώς διαφορετικές από την αρχική υπεράσπιση που μεταβάλλουν τόσο ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης σε σημείο που η εν λόγω διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφορά αφού οι νέοι ισχυρισμοί δεν μεταβάλλουν τα ουσιαστικά γεγονότα σε σημαντικό βαθμό, αλλά απλώς τα διευκρινίζουν και τα συμπληρώνουν. Επίδικο θέμα είναι ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και ο λόγος στον οποίο βασίστηκε ο εν λόγω τερματισμός και αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις το επίδικο θέμα θα παραμείνει το ίδιο. Δεν προκύπτει από το ενώπιόν μας υλικό ότι η Καθ' ης η Αίτηση προσπαθεί να θέσει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ένα νέο ισχυρισμό που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή. Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση θέλει να εισάξει στο δικόγραφο της τους λόγους της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής στους οποίους βασίστηκε η εν λόγω Επιτροπή για να πάρει την απόφαση απόλυσης του Αιτητή. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσης του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, τα δικαιώματα που απέκτησε ο Αιτητής κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στον Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η Καθ' ης η Αίτηση δεν επιδιώκει να εισάξει στο Έγγραφο Εμφάνισης ένα νέο ζήτημα. Επιζητεί απλώς να διορθώσει ένα λάθος/μια παράλειψη της στις αναφορές της στους γενικούς λόγους του Έγγραφου Εμφάνισής της και βασίζεται στα γεγονότα που έχουν ήδη δικογραφηθεί. Είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς
(1)θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών του και
(2)αμφισβήτησης των υπερασπίσεων της Καθ' ης η Αίτηση από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο της Καθ' ης η Αίτηση του επιδιδόταν εξ αρχής. Κρίνουμε ότι ο Αιτητής λόγω της μη συγκεκριμένης αναφοράς στο Έγγραφο Εμφάνισης της Καθ' ης η Αίτηση των λόγων στους οποίους στηρίχτηκε η απόφαση απόλυσής του, δεν απέκτησε δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 35 μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 34 μήνες μετά την καταχώρηση του Έγγραφου Εμφάνισης της Καθ' ης η Αίτηση, 28 μήνες μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και 23 μήνες μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για ακρόαση. Ο λόγος που αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν οι δικηγόροι της διαπίστωσαν κατά την προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης και μετά από σχετική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν έθεσαν ολοκληρωμένα τα γεγονότα της υπόθεσης στο Έγγραφο Εμφάνισης. Έχοντας αυτά κατά νου, φαίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν δυνατό να γινόταν νωρίτερα και ότι η παράλειψη της συγκεκριμένης αναφοράς στο δικόγραφο και η ανάγκη για τροποποίηση μπορούσε να διαπιστωθεί πιο νωρίς. Επομένως σημειώνουμε ότι παρατηρείται κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η Αίτηση με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά του Αιτητή[3]. Δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα[4]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως όλα τα πραγματικά, σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση, επίδικα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά και (β) του Δικαστηρίου δεν είναι να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στον χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, 4) δεν διαπιστώνουμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι αυτό εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση, παρά την καθυστέρηση που επέδειξε η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση στο να υποβάλει το αίτημά της για τροποποίηση του δικογράφου της η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων του Έγγραφου Εμφάνισης της Καθ' ης η Αίτηση ως η παράγραφος Α της αίτησης τροποποίησης ημερ. 23/3/2016. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Έγγραφου Εμφάνισης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση - Αιτήτριας στην αίτηση τροποποίησης και προς όφελος του Αιτητή στην Αίτηση - Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση τροποποίησης και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ................ Δ. Χριστοδούλου, Μέλος Χ. Χριστοφή, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης) [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στην εν λόγω υπόθεση δεν επιτράπηκε τροποποίηση με την οποία ο εναγόμενος επιζητούσε να προσθέσει στην υπεράσπιση του, ένα νέο λόγο υπεράσπισης ότι δεν ευθυνόταν αυτός για τη συντήρηση του δρόμου αλλά ένα άλλο νομικό πρόσωπο δυνάμει μεταξύ τους σχετικής σύμβασης καθότι (α) ο ενάγοντας δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι υπήρχε τέτοια σύμβαση μεταξύ του εναγόμενου (ο οποίος δυνάμει νόμου εκ πρώτης όψεως ήταν αυτός ο υπεύθυνος για τη συντήρηση του δρόμου) και ενός τρίτου νομικού προσώπου δυνάμει της οποίας μετακυλήθηκε η ευθύνη για τη συντήρηση του δρόμου στο τρίτο νομικό πρόσωπο και (β) κατά τον χρόνο καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ο ενάγοντας δεν είχε τη δυνατότητα να κινήσει αγωγή εναντίον του τρίτου νομικού προσώπου λόγω παραγραφής. Στην απόφαση του Court of Appeal Weait v. Jayanbee Joinery Ltd [1962] 2 ALL E.R 568 σημειώθηκε ότι οι πιο πάνω αρχές αναφέρονται σε περιπτώσεις που ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος για το λάθος ή την παράλειψη στο δικόγραφο του και ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο εναγόμενος λόγω του ότι είναι υπεύθυνος για το λάθος ή την παράλειψη κρίνεται δίκαιο να υποστεί τις συνέπειες της λήξης της προθεσμίας για καταχώρηση αγωγής. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος δεν είναι υπεύθυνος για το λάθος ή την παράλειψη λόγω του ότι νέα γεγονότα ήρθαν στο φως μετά την καταχώρηση του δικογράφου του, τότε η αιτούμενη τροποποίηση για προσθήκη υπεράσπισης για ευθύνη τρίτου προσώπου μπορεί να επιτραπεί ασχέτως παραγραφής. [3] Στην Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομ.25.4.12 λέχθηκαν τ ΄ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» . [4] Πρόκειται για λάθος ή απροσεξία των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση το οποίο εντοπίστηκε μετά την καταχώρηση του Έγγραφου Εμφανίσεως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο