ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ ν. UNIVERSAL AIR COURIERS (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αίτησης: 109/10, 19/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:28 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δ. Χ. Ιωάννου ] Σ. Γεωργίου ] Μελών Αρ. Αίτησης: 109/10 Μεταξύ: ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Αιτητή και UNIVERSAL AIR COURIERS (CYPRUS) LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. N. Καλλής Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Σταυρινίδης ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») ως μεταφορέας / οδηγός / φορτοεκφορτωτής τον Αύγουστο του 1998. Ο εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή κατά την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία ανερχόταν σε €256-. Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε στον Αιτητή κάθε χρόνο 56 εβδομαδιαίους μισθούς. Στις 26/07/2009 ο Αιτητής, ενώ βρισκόταν στην αποθήκη της Εργοδότριας Εταιρείας, τραυματίστηκε σε ατύχημα που είχε όταν στην προσπάθειά του να ξεφορτώσει ένα κιβώτιο διαστάσεων ενός κυβικού μέτρου, αυτό έπεσε πάνω του. Η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση τερματίστηκε το 2009 (μετά τις 26/07/2009) κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως αυτή προβάλλεται στους τροποποιημένους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς που καταχώρησε στις 29/01/2016, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία μετά το ατύχημα που είχε στις 26/07/2009 δεν εκδήλωσε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την υγεία του και διαμήνυσε σε αυτόν να μην επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα της εργασίας του «μόλις έληγε η άδεια που είχε και αφού ο ίδιος έδειξε προθυμία για να συνεχίσει από εκεί που άφησε την εργασία του». Ισχυρίζεται ότι αυτός συνέχισε να πηγαίνει στην εργασία του κανονικά για μία εβδομάδα μετά το ατύχημα που είχε στις 26/07/2009, μαζί με τον γαμπρό του, για να τον βοηθά, αφού ο ίδιος ήταν αδύνατο να δουλέψει μετά τον τραυματισμό του. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι μετά από έρευνα που είχε κάνει στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πληροφορήθηκε ότι από τις 26/07/2009 είχε γίνει δήλωση από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι απολύθηκε. Ως εκ τούτου, αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι: «α) Μετά που πληροφορήθηκαν τον τραυματισμό του Αιτητή αμέσως έδειξαν ενδιαφέρον για την υγεία του Αιτητή και τον βοήθησαν οικονομικά και για το γεγονός αυτό ο Αιτητής προσωπικά και μέσω συγγενικών του προσώπων τους ευχαρίστησε και δεν είναι αληθείς οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι του διεμήνυσαν να μην επιστρέψει στην εργασία του μετά το ατύχημα του και τη λήξη της αδείας ασθενείας του και/ή ότι προέβηκαν σε οιαδήποτε μορφής δήλωση στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι τον απόλυσαν στις 26/07/2009 ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ισχυρίζονται ότι το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το πληροφόρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση μόνο για τον τραυματισμό του Αιτητή και για τον χρόνο της άδειας ασθενείας του όπως είχαν υποχρέωση να πράξουν. β) Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής μετά τον τραυματισμό του δεν επιτρεπόταν να εργασθεί λόγω της άδειας ασθενείας που του χορηγήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του και δηλώθηκε στο τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων η άδεια ασθενείας του και τον γαμπρό του τον έφερε για να τον βοηθήσει για να επιστρέψει τα χρήματα τα οποία είχε εισπράξει από πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση και αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να τα παραδώσει στο τέλος της εβδομάδας που προηγήθηκε του τραυματισμού του στους Καθ' ων η Αίτηση.» Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν ήθελε να επιστρέψει στην εργασία του για δικούς του λόγους και ότι δεν απέλυσε τον Αιτητή. Ως εκ τούτου, απορρίπτει τις αξιώσεις του Αιτητή και αιτείται απόρριψη της αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Βάρος απόδειξης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν. 24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («o Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2]. Στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς, ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, ο Αιτητής είναι αυτός που κλήθηκε πρώτος να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής του ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας ο ίδιος και ο κ. Γιάννης Πυθαρίδης, γαμπρός του Αιτητή. Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσαν μαρτυρία ο κ. Χάρης Θεοφάνους και η κα Παναγιώτα (Γιώτα) Θεοφάνους, διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας, υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι στις 26/07/2009, όταν επισυνέβη το ατύχημα, εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας του εν ώρα εργασίας, καθότι μέσα στα πλαίσια της εργοδότησής του και της άσκησης των εργασιακών του καθηκόντων ήταν η φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων με τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος από αυτόν. Υποστήριξε ότι ανέκαθεν είχε στην κατοχή του τα κλειδιά της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας, ώστε να μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του. Όταν οι διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας πληροφορήθηκαν για το ατύχημά του, δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για την υγεία του, δεν τον αναζήτησαν και του διαμήνυσαν να μην επιστρέψει στην εργασία του. Εκ των υστέρων προέβηκε σε έρευνα στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπου πληροφορήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε δηλώσει ότι στις 26/07/2009 είχε απολυθεί. Προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών του κατέθεσε (α) επιστολή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 27/03/2013 προς τον πρώην δικηγόρο του ως Τεκμήριο 1 και (β) αντίγραφο εγγράφου του Υπουργείου Υγείας με το οποίο του χορηγείτο άδεια απουσίας από την εργασία του λόγω ασθενείας (λόγω κατάγματος χεριού) από τις 26/07/2009 μέχρι τις 31/08/2009 ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι στις 25/07/2009 είχε παραλάβει ένα φορτίο αργά το απόγευμα από τα Λατσιά και ότι στις 26/07/2009 το πρωί έπρεπε να το εκφορτώσει στην αποθήκη της Εργοδότριας Εταιρείας ώστε να μπορεί στη συνέχεια να μεταβεί στην Πάφο για να πωλήσει τις εφημερίδες από την Σρι Λάνκα. Ότι αυτές οι εργασίες ήταν εν γνώση της κας Γιώτας Θεοφάνους, αφού «το γραφείο» τον έστελνε να κάνει αυτή τη δουλειά. Ισχυρίστηκε ότι είχε πληροφορηθεί «από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις» ότι είχε απολυθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι όταν έληξε η άδεια ασθενείας του επικοινώνησε με τον κ. Πάμπο Χαραλάμπους, ο οποίος τον αντικαθιστούσε στην εργασία του κατά την απουσία του και του ζήτησε να του φέρει το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που χρησιμοποιούσε όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Χαραλάμπους του ανέφερε ότι είχε οδηγίες από τον κ. Χάρη Θεοφάνους να του αναφέρει ότι είναι απολυμένος και ότι γι' αυτό τον λόγο δεν θα «του πάρει» το αυτοκίνητο. Ισχυρίστηκε ότι τον επισκέφθηκαν ο πρώην πεθερός του κ. Θεοφάνους (ο κ. Κάστρος), ο κ. Νίκος Παπάς και ο κ. Πάμπος Χαραλάμπους και του ζήτησαν όπως αποσύρει τις διαδικασίες που είχε αρχίσει μέσω δικηγόρων με σκοπό να αποζημιωθεί για το ατύχημα που είχε στις 26/07/2009, λέγοντάς του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν θα τον καλύψει και ότι χάνει τον χρόνο του. Ως Τεκμήριο 3 ο Αιτητής κατέθεσε αίτηση που υπέβαλε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να του καταβληθεί επίδομα σωματικής βλάβης την οποία αίτηση συμπλήρωσε και υπέγραψε διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείου Λεμεσού όπου ο επί καθήκοντι ιατρός του έβαλε το χέρι του στον γύψο. Ότι στο Νοσοκομείο δεν τον κράτησαν για νοσηλεία. Ότι επειδή είχε πόνους στο χέρι του πήγε στην Πολυκλινική Υγεία όπου τον είδε ο Δρ. Σιμιλλίδης, ο οποίος στη συνέχεια τον υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Σε υποβολή που του έγινε ότι ο κ. Χαραλάμπους, ο κ. Παπάς και ο κ. Κάστρος τον επισκέφθηκαν για να τους παραδώσει χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν τα παρέδωσε, απάντησε ότι τα χρήματα που κρατούσε ήταν αυτά που εισέπραξε την Πέμπτη και την Παρασκευή πριν το ατύχημα τα οποία θα τα παρέδιδε τη Δευτέρα στην Εργοδότρια Εταιρεία, αλλά επειδή έγινε το ατύχημα δεν πρόλαβε. Είπε ότι μαζί με τον γαμπρό του εργάστηκε μια εβδομάδα μετά το ατύχημα στην Εργοδότρια Εταιρεία και πιο συγκεκριμένα, ότι εργάστηκε μαζί με τον γαμπρό του από τη Δευτέρα 27/07/
- Αυτός καθοδηγούσε τον γαμπρό του να πηγαίνει στους τόπους από όπου έπρεπε να παραλάβει αντικείμενα εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι την Κυριακή 26/07/2009, ο κ. Χαραλάμπους θα πήγαινε να παραλάβει τις εφημερίδες από το αεροδρόμιο Λάρνακας και αυτός θα πήγαινε στην Πάφο να τις πωλήσει αφού αυτές ήταν οι οδηγίες που είχαν από την κα Γιώτα Θεοφάνους. Σε ερώτηση αν μετά που έληξε η περίοδος με την οποία ήταν με άδεια ασθενείας επέστρεψε πίσω στην εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία, απάντησε ότι όταν υπέβαλε την αίτησή του για σωματική βλάβη κλήθηκε από λειτουργό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να δώσει κατάθεση. Όταν πήγε στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων να δώσει κατάθεση του αναφέρθηκε ότι η εργοδότησή του τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις σε σχέση με την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία καταβλήθηκαν μέχρι τις 26/07/
- Ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε στον κ. Χαραλάμπους να του φέρει το αυτοκίνητο για να μπορεί να εργαστεί και αυτός του απάντησε ότι είναι απολυμένος. Προέβαλε τη θέση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε καθότι οι εκπρόσωποί της του έλεγαν να μην κάνει ενέργειες μέσω δικηγόρων εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για αποζημιώσεις σχετικά με το ατύχημα. Παραδέχθηκε ότι αυτός δεν μίλησε με τους διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με το αν θα επέστρεφε στην εργασία του μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του, αλλά τόνισε ότι οι διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον αν θα επέστρεφε στην εργασία του ή όχι. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι (α) μετά τις 31/08/2009 δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του και (β) έλαβε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τέσσερις επιταγές ως επίδομα ασθενείας και μία επιταγή ως επίδομα σωματικής βλάβης. Ο κ. Γιάννης Πυθαρίδης κατέθεσε ότι ο Αιτητής παρόλο που είχε άδεια ασθενείας από τις 26/07/2009, εργάστηκε για σκοπούς της Εργοδότριας Εταιρείας από τις 27/07/2009 για μια βδομάδα στην Εργοδότρια Εταιρεία. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας και μετέφερε τον Αιτητή σε διάφορους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας στους οποίους κατέβαινε ο Αιτητής και παρέδιδε φακέλους εκτελώντας εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι αυτός πήγαινε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας μαζί με τον Αιτητή, όπου ο Αιτητής παραλάμβανε τα έντυπα που χρειαζόταν για να παραδώσει τους φακέλους στους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι όταν τελείωσε η εβδομάδα που εργάστηκε με τον Αιτητή, επειδή ο Αιτητής πονούσε το χέρι του που είχε χτυπήσει στο ατύχημα στις 26/07/2009 πήγε στην Πολυκλινική Υγεία όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση από τον Δρ. Σιμιλλίδη. Στη συνέχεια ο Αιτητής παρέμεινε στο σπίτι για να αναρρώσει. Πρόθεση του Αιτητή ήταν να επιστρέψει στην εργασία του με τη λήξη της άδειας ασθενείας του. Υποστήριξε ότι ήταν παρών στο σπίτι του Αιτητή όταν επισκέφθηκαν τον Αιτητή ο πρώην πεθερός του διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας και ένας άλλος υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω επίσκεψης τα πιο πάνω πρόσωπα ανέφεραν στον Αιτητή ότι είναι απολυμένος από την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο πρώην πεθερός του κ. Θεοφάνους και ο κ. Χαραλάμπους επισκέφθηκαν τον Αιτητή περί τα μέσα Αυγούστου του 2009 και πήραν το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που κρατούσε ο Αιτητής και τα χρήματα που χρωστούσε ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία από τις εισπράξεις που είχε κάνει. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Χαραλάμπους σε αυτή τη συνάντηση ανέφερε στον Αιτητή ότι είναι απολυμένος από τις 26/07/
- Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε στον Αιτητή ότι ο κ. Θεοφάνους του έδωσε οδηγίες να του αναφέρει ότι είναι απολυμένος. Ο κ. Χάρης Θεοφάνους κατέθεσε ότι με τον Αιτητή είναι συγχωριανοί και παιδικοί φίλοι. Ότι την εβδομάδα πριν το ατύχημα του Αιτητή, την Παρασκευή (24/07/2009) το απόγευμα, όταν η κα Γιώτα Θεοφάνους τηλεφώνησε στον Αιτητή να πάει στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας για να παραδώσει το ταμείο (τις εισπράξεις για τα φορτία που παρέλαβε) μαζί με τα φορτία που παρέλαβε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας όπως γινόταν κάθε εβδομάδα, ο Αιτητής της είπε ότι είχε δουλειά και δεν μπορούσε να περάσει από το γραφείο και θα της τηλεφωνούσε αργότερα. Ισχυρίστηκε ότι το Σάββατο 25/07/2009 ο Αιτητής πέρασε από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και ενώ αυτός και ο κ. Χαραλάμπους του είπαν ότι αν έχει φορτία να παραδώσει να ξεφορτώσει το αυτοκίνητο μαζί με τον κ. Χαραλάμπους, ο Αιτητής τους είπε ότι είχε δουλειά και θα ερχόταν πιο αργά αλλά πριν το μεσημέρι πριν να φύγουν αυτοί από το γραφείο για να τον βοηθήσουν να ξεφορτώσει. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε μετά στο γραφείο λέγοντάς του ότι δεν είχε αρκετά πακέτα στο αυτοκίνητό του. Στις 26/07/2009 η Εργοδότρια Εταιρεία λάμβανε μέρος σε μία εκδήλωση στην Ασγάτα και οι διευθυντές της ζήτησαν από τον Αιτητή να είναι παρών. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής τους είπε ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί στην εν λόγω εκδήλωση γιατί είχε μνημόσυνο. Ενώ αυτός βρισκόταν στην εκδήλωση στην Ασγάτα του τηλεφώνησαν και του ανέφεραν ότι ο Αιτητής ενώ ξεφόρτωνε μόνος του το αυτοκίνητο στην αποθήκη είχε χτυπήσει. Έφυγε αμέσως από την εκδήλωση και πήγε στον τόπο του ατυχήματος. Δεν βρήκε εκεί τον Αιτητή γιατί είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο και εκεί του δόθησαν οδηγίες από την αστυνομία να μην μετακινήσει τα πακέτα γιατί θα ερχόταν το Γραφείο Εργασίας να ελέγξει τον χώρο. Ισχυρίστηκε ότι μετά από περίπου δύο ώρες του τηλεφώνησαν ότι είναι εντάξει να μετακινήσει τα πακέτα γιατί ο Αιτητής στην κατάθεσή του παραδέχθηκε ότι πήγε στην αποθήκη με δική του ευθύνη χωρίς τη συγκατάθεση της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι η αποθήκη ήταν πάντα κλειδωμένη και ότι το κλειδί της αποθήκης και του γραφείου το είχαν αυτός, η κα Γιώτα Θεοφάνους και ο κ. Χαραλάμπους και ότι ο Αιτητής πάντοτε ξεφόρτωνε το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που χρησιμοποιούσε στην παρουσία του κ. Χαραλάμπους ή του ιδίου. Διευκρίνισε ότι το κλειδί της αποθήκης βρισκόταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό. Ήταν η θέση του ότι στις 26/07/2009 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έδωσε οδηγίες στον Αιτητή να εργαστεί και ότι λόγω του κωλύματος που τους ανέφερε ο Αιτητής ότι είχε την εν λόγω μέρα είχαν δοθεί οδηγίες από την Εργοδότρια Εταιρεία στον κ. Χαραλάμπους να πάει στο αεροδρόμιο στη Λάρνακα, να εκτελωνίσει τις εφημερίδες από τη Σρι Λάνκα και να τις μεταφέρει στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό για να διανεμηθούν. Ότι ο Αιτητής δεν τους είχε ενημερώσει ότι παρέλαβε το Σάββατο βράδυ ένα φορτίο από τα Λατσιά και ότι το εν λόγω φορτίο ήταν προγραμματισμένο να παραληφθεί την Παρασκευή. Τη Δευτέρα μετά το ατύχημα ο Αιτητής πήγε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας μαζί με τον γαμπρό του και τους είπε ότι θα δούλευε ο γαμπρός του στη θέση του. Ο Αιτητής δούλεψε με τον γαμπρό του για μία εβδομάδα και μετά εξαφανίστηκαν χωρίς να δώσουν καμιά ειδοποίηση στην Εργοδότρια Εταιρεία. Πιο συγκεκριμένα, την επόμενη Δευτέρα ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία και δεν απαντούσε στα τηλέφωνα που του έκαναν για να τον ρωτήσουν για ποιο λόγο δεν πήγε στην εργασία του. Τότε έδωσε εντολή στον κ. Χαραλάμπους να πάει στο σπίτι του Αιτητή για να δει τι συμβαίνει και για να του ζητήσει να παραδώσει τα χρήματα της Εργοδότριας Εταιρείας που κρατούσε καθότι την Παρασκευή δεν πήγε στο γραφείο για να παραδώσει τις εισπράξεις που είχε κάνει. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής είπε στον κ. Χαραλάμπους ότι θα ερχόταν πίσω στην εργασία του μετά τη λήξη της περιόδου που του είχε δοθεί άδεια ασθενείας και ότι όταν ο κ. Χαραλάμπους του ζήτησε να παραδώσει τα χρήματα της Εργοδότριας Εταιρείας ο Αιτητής στην αρχή του είπε ότι δεν κρατούσε οποιαδήποτε χρήματα αλλά στη συνέχεια όταν ο κ. Χαραλάμπους του είπε ότι ό,τι έχει πρέπει να τα παραδώσει γιατί διαφορετικά θα κατηγορηθεί για παρακράτηση χρημάτων, του είπε ότι κρατούσε μόνο €100- τα οποία θα τα επέστρεφε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Μετά από κάποιες μέρες η Εργοδότρια Εταιρεία ανακάλυψε φορτία στην αποθήκη της που δεν είχαν χαρτιά και όταν τηλεφώνησαν σε κάποιους πελάτες αυτοί τους είπαν ότι πλήρωσαν τον Αιτητή. Τότε αυτός επικοινώνησε με τον Αιτητή και του ζήτησε να παραδώσει στην Εργοδότρια Εταιρεία όλα τα έγγραφα μαζί με τα λεφτά που είχε εισπράξει για την Εργοδότρια Εταιρεία. Έστειλε τον πρώην πεθερό του μαζί με τον κ. Νίκο Παπά στο σπίτι του Αιτητή, όπου ο Αιτητής τους παρέδωσε τα έγγραφα και τα χρήματα που κρατούσε. Ήταν η θέση ότι αυτός μετά από αυτό δεν είχε άλλη επικοινωνία με τον Αιτητή. Ανέφερε ότι ούτε αυτός ούτε η κα Θεοφάνους υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο απόλυσης του Αιτητή, ούτε και είπαν σε οποιονδήποτε ότι απέλυσαν τον Αιτητή. Ο Αιτητής αποφάσισε από μόνος του να φύγει από την Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να δώσει οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την Εργοδότρια Εταιρεία. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι δεν επιτρεπόταν σε κανένα υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας να ξεφορτώνει μόνος του στην αποθήκη μεγάλα πακέτα. Στις 26/07/2009, πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι ο τραυματισμός του Αιτητή δεν ήταν σοβαρός και ότι ο Αιτητής δεν κρατήθηκε στο Νοσοκομείο για νοσηλεία. Δεν επικοινώνησε αυτός με τον Αιτητή γιατί είχε επικοινωνήσει με τον Αιτητή η κα Γιώτα Θεοφάνους τηλεφωνικώς. Επειδή ο Αιτητής τη Δευτέρα μετά το ατύχημα παρουσιάστηκε στην εργασία του φέρνοντας τον γαμπρό του να απασχοληθεί στη θέση του δεν επικοινώνησε με τον Αιτητή για να τον ρωτήσει για την εξέλιξη της υγείας του. Ισχυρίστηκε ότι όταν ο Αιτητής έφυγε από την Εργοδότρια Εταιρεία εργοδοτήθηκε ως οδηγός ταξί σε εταιρεία ταξί. Μετά το ατύχημα ο Αιτητής είχε πάρει άδεια ασθενείας και η Εργοδότρια Εταιρεία είχε συμπληρώσει σχετική φόρμα του γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να πληρώνεται ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που ήταν με άδεια ασθενείας. Κατά την εβδομάδα μετά το ατύχημα ο γαμπρός του Αιτητή εκτελούσε τις εργασίες στη θέση του Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ανέμενε τον Αιτητή να επιστρέψει μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του, αλλά αυτός εξαφανίστηκε. Ακολούθως είδε τον Αιτητή να περνά μπροστά από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας ως οδηγός ταξί. Τότε εκπρόσωπος της Εργοδότριας Εταιρείας πήγε στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου ανέφερε το πιο πάνω γεγονός και εκεί τους συμβούλεψαν ότι οι εισφορές για την εργασία του Αιτητή έπρεπε να καταβληθούν μέχρι την τελευταία μέρα που εργάστηκε δηλαδή 27/07/
- Κατά την άποψή του, ο Αιτητής δεν επέστρεψε στην εργασία του γιατί πλέον είχε αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης της εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας και ο Αιτητής δεν είχε πλέον πλήρη ελευθερία (α) διακίνησης και (β) διαχείρισης χρημάτων. Η κα Παναγιώτα Θεοφάνους καταθέτοντας ανέφερε ότι κάθε Παρασκευή απόγευμα συναντούσε τον Αιτητή ο οποίος της παρέδιδε τα χρήματα που εισέπραξε όλη την εβδομάδα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της εργασίας του. Από τις εισπράξεις που της παρέδιδε ο Αιτητής εισέπραττε τον μισθό του γιατί της είχε ζητήσει να πληρώνεται εβδομαδιαίως και ακολούθως κανόνιζαν το πρόγραμμα εργασίας του Αιτητή για την επόμενη εβδομάδα. Στον Αιτητή είχαν δοθεί οδηγίες πάντοτε να ξεφορτώνει τα φορτία που είχε στο αυτοκίνητό του στην αποθήκη της Εργοδότριας Εταιρείας μαζί με κάποιο άλλο υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν κρατούσε κλειδιά της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας, τα οποία κλειδιά ήταν κρεμασμένα στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και αν τα χρειαζόταν ο Αιτητής τα έπαιρνε από εκεί για να πάει στην αποθήκη και μετά τα επέστρεφε στη θέση τους. Την Παρασκευή πριν το ατύχημα τηλεφώνησε στον Αιτητή και του ζήτησε να περάσει για να κανονίσουν την παράδοση των εισπράξεων και την πληρωμή του μισθού του όπως γινόταν συνήθως, αλλά ο Αιτητής της είπε ότι είχε δουλειά και δεν μπορούσε να περάσει και θα της τηλεφωνούσε αργότερα. Το Σάββατο ενώ αυτή βρισκόταν στο γραφείο πέρασε από εκεί ο Αιτητής και του είπε να ξεφορτώσουν το αυτοκίνητό του μαζί με τον κ. Χαραλάμπους, ο οποίος βρισκόταν εκεί στο γραφείο, αλλά ο Αιτητής της είπε πάλι ότι έχει δουλειά και ότι θα ερχόταν αργότερα για να διευθετήσουν τις εισπράξεις. Ο Αιτητής δεν ήρθε πιο μετά. Την Κυριακή ενόσω βρισκόταν σε εκδήλωση στην Ασγάτα, πληροφορήθηκε ότι ο Αιτητής ξεφόρτωνε μόνος του το αυτοκίνητο στην αποθήκη και είχε χτυπήσει. Αργότερα τηλεφώνησε στον Αιτητή ο οποίος της είπε ότι ήταν στο Νοσοκομείο, ότι του έβαλαν το χέρι του στον γύψο και ότι θα τον έπαιρνε η γυναίκα του στο σπίτι. Τη Δευτέρα 27/07/2009 ο Αιτητής ήρθε στο γραφείο μαζί με τον γαμπρό του και της είπε ότι ο γαμπρός του θα πήγαινε μαζί του στην εργασία του και θα τον βοηθούσε. Αυτό γινόταν όλη την εβδομάδα μέχρι την Παρασκευή. Μετά ο Αιτητής δεν ξαναπαρουσιάστηκε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα που του έκαναν από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι μετά από κάποιες μέρες ανακάλυψε ότι υπήρχαν φορτία για τα οποία έλειπαν τα χαρτιά τους και οι πληρωμές τους. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Αιτητή. Στην αρχή ο Αιτητής αρνήθηκε ότι είχε στην κατοχή του έγγραφα ή χρήματα της Εργοδότριας Εταιρείας, αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι κρατούσε έγγραφα και χρήματα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι τότε έστειλε στο σπίτι του Αιτητή τον πρώην πεθερό του κ. Θεοφάνους, στον οποίο ο Αιτητής παρέδωσε ένα σακούλι γεμάτο χρήματα από τα φορτία που είχε εισπράξει χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε. Ήταν η θέση της ότι αυτή υπέγραψε την άδεια ασθενείας του Αιτητή για να την καταθέσει στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων όταν ο Αιτητής της το ζήτησε. Δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ούτε απέλυσε τον Αιτητή. Ο Αιτητής από μόνος του δεν επέστρεψε στην εργασία του μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του. Αυτή δεν ανέφερε σε κανένα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε τον Αιτητή. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι κάθε Παρασκευή ο Αιτητής της παρέδιδε τις εισπράξεις και αυτή τον πλήρωνε τον μισθό του με επιταγή. Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι διακόπηκε η εργοδότηση του Αιτητή. Σημείωσε ότι την εβδομάδα μετά το ατύχημα που ο Αιτητής ερχόταν στην εργασία του, της έφερε το χαρτί του γιατρού από το Νοσοκομείο και τα χαρτιά του γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την άδεια που δικαιούτο τα οποία αυτή υπέγραψε. Σε ερώτηση κατά πόσο δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις την ημερομηνία μέχρι την οποία εργάστηκε ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία, απάντησε ότι η εν λόγω ημερομηνία αποφασίστηκε «από τις ίδιες τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις» όταν εκπρόσωποι της Εργοδότριας Εταιρείας κλήθηκαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να τους αναφέρουν ότι ο Αιτητής δεν κατέβαλλε το μερίδιο που του αναλογούσε για εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επέμενε ότι η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις «έγινε» μετά την πάροδο τριών μηνών και μετά που ο Αιτητής δεν ξαναπαρουσιάστηκε στην εργασία του. Αναγνώρισε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 4 (το οποίο είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 3) είναι δική της. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής σταμάτησε από μόνος του να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά που η Εργοδότρια Εταιρεία ανακάλυψε ότι ο Αιτητής (α) έκανε κατάχρηση του δικαιώματός του να βάζει βενζίνη σε συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνης στη Λευκωσία (χρέωνε την Εργοδότρια Εταιρεία εκτός από την βενζίνη και με τα τσιγάρα του) και (β) έκανε κρατήσεις χρημάτων για φορτία που είχε παραλάβει. Σύμφωνα με τη μάρτυρα τα εν λόγω γεγονότα έγιναν λίγες εβδομάδες πριν αποχωρήσει ο Αιτητής από την εργασία του. Νομική Πτυχή Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου, τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του, ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης και όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις και πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να αντιληφθεί τι σημαίνουν οι λέξεις ή οι φράσεις αυτές. Το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος κάποιες φράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέμα αρκετά υποκειμενικό. Γι' αυτό τον λόγο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με αντικειμενικά κριτήρια κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά της κατ' ισχυρισμό δήλωσης παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[5]. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής του Αιτητή παρατηρούμε ότι ο Αιτητής και ο κ. Πυθαρίδης σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας τους υπέπεσαν σε ουσιαστικές αντιφάσεις και δεν ήταν σταθεροί. Ο Αιτητής προέβαινε σε δηλώσεις τις οποίες δεν μπορούσε στη συνέχεια να υποστηρίξει με λεπτομέρειες και στοιχεία. Κάποιες από τις θέσεις του Αιτητή είναι σε διάσταση με τους ισχυρισμούς του κ. Πυθαρίδη. Πιο συγκεκριμένα: (α) Η μαρτυρία του Αιτητή αναφορικά με το πότε υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από τον Δρ. Σιμιλλίδη ήταν συγκεχυμένη και αντιφατική. Στην αρχή είπε ότι έφυγε από το Νοσοκομείο την Κυριακή η ώρα 12.30 τα μεσάνυχτα, ότι πήγε η ώρα 1.30 τα ξημερώματα στην Πολυκλινική Υγεία όπου τον είδε ο Δρ. Σιμιλλίδης και τον υπέβαλε «σε διαδικασία διόρθωσης» και ότι βγήκε τη Δευτέρα το βράδυ από την Πολυκλινική Υγεία. Στη συνέχεια όταν του αναφέρθηκε ότι κατέθεσε ότι Δευτέρα πήγε στην εργασία του μαζί με τον γαμπρό του απάντησε ότι αυτός εγχειρίστηκε Τρίτη πρωί. Όταν του υποδείχτηκε η πιο πάνω αντίφαση ανέφερε ότι δεν είπε ότι έμεινε μέσα στην Πολυκλινική Υγεία τη Δευτέρα και ισχυρίστηκε ότι είδε τον Δρ. Σιμιλλίδη την Κυριακή και του είπε να πάει την Τρίτη για να τον εγχειρίσει. Ο κ. Πυθαρίδης κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής πήγε στην Πολυκλινική μετά που πέρασε μία εβδομάδα μετά το ατύχημα όπου εγχειρίστηκε από τον Δρ. Σιμιλλίδη και ότι την εβδομάδα μετά τις 26/07/2009 ο Αιτητής πήγαινε μαζί του στην εργασία του. Κατά την αντεξέτασή του αρχικά επέμενε στην πιο πάνω θέση του, στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι ο Αιτητής υποβλήθηκε σε εγχείριση από τον Δρ. Σιμιλλίδη στην εβδομάδα που βγήκε από το Νοσοκομείο. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι αν κάποιος πει ότι ο Αιτητής υποβλήθηκε σε εγχείριση 48 ώρες μετά που βγήκε από το Νοσοκομείο λέει ψέματα και στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι αν ο Αιτητής λέει ότι εγχειρίστηκε 48 ώρες μετά που πήρε εξιτήριο από το Νοσοκομείο, τότε ο Αιτητής λέει αλήθεια. (β) Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο κ. Χαραλάμπους, ο κ. Κάστρος και ο κ. Παπάς τον επισκέφτηκαν για να του πουν να διακόψει τις διαδικασίες που άρχισε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για να αποζημιωθεί για το ατύχημα που είχε στις 27/07/2008 και κατά την αντεξέτασή του όταν του υποβλήθηκε ότι τα εν λόγω πρόσωπα τον επισκέφτηκαν για να τους παραδώσει χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν τα παρέδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία, παραδέχτηκε ότι τα εν λόγω πρόσωπα τον επισκέφτηκαν για αυτό τον λόγο και είπε ότι τα χρήματα που κρατούσε ήταν αυτά που εισέπραξε την Πέμπτη και την Παρασκευή και που θα τα παρέδιδε τη Δευτέρα, αλλά επειδή συνέβηκε το ατύχημα δεν πρόλαβε. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν τα παρέδωσε το Σάββατο, αφού τα Σάββατα εργαζόταν και πήγαινε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε αόριστα και με ασάφεια ότι το Σάββατο παρέδιδαν αν ήταν πληρωμένα αλλά επειδή υπήρχαν αποδείξεις/φορτωτικές τα παρέδιδαν όλα μαζί. Όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν τα παρέδωσε την εβδομάδα που εργάστηκε με τον γαμπρό του, απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι παρέδωσε τα χρήματα πριν να λήξει η άδεια ασθενείας του μετά που σταμάτησε να πηγαίνει στην εργασία του λόγω της αδιαφορίας που επέδειξαν οι διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας για την υγεία του. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασής του προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή αφού ανέφερε ότι αυτά τα χρήματα δεν έπρεπε να τα παραδώσει στην Εργοδότρια Εταιρεία πριν το ατύχημα γιατί τα είχε εισπράξει το Σάββατο το βράδυ όταν το γραφείο ήταν κλειστό. (γ) Ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι
(1)από το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον πληροφόρησαν πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας του ότι η εργοδότηση του τερματίστηκε από τις 26/07/2009 και ότι εισφορές για Κοινωνικές Ασφαλίσεις πληρώθηκαν μέχρι εκείνη την ημερομηνία και
(2)ο τερματισμός της απασχόλησής του μπορεί να τεκμηριωθεί από μαρτυρία λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκτός από Τεκμήριο 1[6] και το Τεκμήριο 3[7] το περιεχόμενο των οποίων δεν επιβεβαιώνει τις θέσεις του Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν αυτή που τερμάτισε τις υπηρεσίες του, δεν προσκόμισε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. (δ) Ενώ ο Αιτητής υποστήριξε ότι όταν έληξε η άδεια ασθενείας του και τηλεφώνησε στον κ. Χαραλάμπους να του πάρει το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας για να μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του αυτός του είπε ότι είναι απολυμένος, ο κ. Πυθαρίδης σε πλήρη διάσταση με την πιο πάνω θέση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι περί τα μέσα του Αυγούστου του 2009 ήταν παρών όταν επισκέφτηκαν τον Αιτητή στο σπίτι του ο κ. Κάστρος, ο κ. Παπάς και ο κ. Χαραλάμπους και ότι κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε στον Αιτητή ότι ο κ. Θεοφάνους του έδωσε οδηγίες να του αναφέρει ότι είναι απολυμένος από 26/07/2009. Όλα τα πιο πάνω, κατά την κρίση μας, αποτελούν στοιχεία τα οποία θέτουν ουσιαστικές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του Αιτητή και του κ. Πυθαρίδη και μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχθούμε τη μαρτυρία τους και να στηριχτούμε σ' αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Απορρίπτουμε λοιπόν τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας, παρατηρούμε ότι εντοπίσαμε σε αυτήν αρκετές αδυναμίες. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ενώ ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του (
- i)ότι κ. Κάστρος, ο κ. Χαραλάμπους και ο κ. Παπάς τον επισκέφτηκαν μετά που έληξε η άδεια ασθενείας του για να παραλάβουν τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν τα παρέδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία, (
- ii)ότι μετά που έληξε η άδεια ασθενείας του πήγαινε μαζί με τον γαμπρό του σε πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και εισέπραττε χρήματα για εργασίες που εκτέλεσε για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας και (iii) ότι δεν επέστρεψε στην εργασία του μετά που έληξε η άδεια ασθενείας του γιατί κρατούσε χρήματα της Εργοδότριας Εταιρείας που εισέπραξε από πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας τα οποία παρέδωσε αργότερα στον κ. Κάστρο, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ότι ο Αιτητής τους παρέδωσε τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ βρισκόταν με άδεια ασθενείας κάποιες μέρες μετά που σταμάτησε να πηγαίνει στην εργασία του μαζί με τον γαμπρό του. Περαιτέρω, ενώ κατά την αντεξέταση του Αιτητή του υποβλήθηκε ότι (
- i)το ποσό που παρέδωσε στον κ. Κάστρο ήταν €5.000,00, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας περιορίστηκαν στο να αναφέρουν ότι ο Αιτητής παρέδωσε στον κ. Κάστρο ένα σεβαστό ποσό και (
- ii)ότι ο κ. Παπάς του έδωσε εκ μέρους του κ. Θεοχάρους €200,00, ο κ. Θεοχάρους κατέθεσε ότι έδωσε στον Αιτητή μέσω του κ. Παπά €100,00. Παρατηρούμε ακόμη ότι ο κ. Θεοχάρους ανέφερε ότι δεν επισκέφτηκε τον Αιτητή όταν αυτός ήταν στο Νοσοκομείο και ότι είδε τον γαμπρό του Αιτητή δύο φορές την εβδομάδα που εργάστηκε με τον Αιτητή σε αντίθεση με τις υποβολές που έγιναν (
- i)στον Αιτητή ότι ο κ. Θεοχάρους μαζί με τον κ. Κάστρο τον επισκέφθηκαν στο Νοσοκομείο και (
- ii)στον κ. Πυθαρίδη ότι κατά την εβδομάδα που εργάστηκε με τον Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν είδε τον κ. Θεοχάρους. (β) Σημειώνουμε ότι οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία γιατί λίγο καιρό πριν το ατύχημα ανακάλυψαν κάποιες «ατασθαλίες/καταχρήσεις» που έκανε ο Αιτητής κατά την άσκηση των εργασιακών καθηκόντων του σχετικά με
(1)το δικαίωμά του να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που χρησιμοποιούσε και
(2)με τα φορτία που παραλάμβανε και τις εισπράξεις χρημάτων που έκανε και είχαν υιοθετήσει κάποια μέτρα που του περιόριζαν την ελευθερία κινήσεων που είχε πριν και τον έλεγχαν περισσότερο. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του Αιτητή, γεγονός που μας δημιουργεί αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών. Περαιτέρω, επειδή δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του Αιτητή δεν του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει και να προβάλει τη δική του εκδοχή. Με βάση τις νομικές αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, Frederikou Schools Ltd v. ACUAC INC
(2002)1 ΑΑΔ 1527, κρίνουμε ότι η εν λόγω παράλειψη εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της εν λόγω μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας. (γ) Ενώ στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας αναφέρεται ότι ο Αιτητής μετά το ατύχημα είχε άδεια ασθενείας και έφερε τον γαμπρό του για να τον βοηθήσει να επιστρέψει τα χρήματα τα οποία είχε εισπράξει από πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να τα παραδώσει στο τέλος της εβδομάδας που προηγήθηκε του τραυματισμού του, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ότι την εβδομάδα μετά το ατύχημα που είχε ο Αιτητής, ο Αιτητής πήγε στην Εργοδότρια Εταιρεία με τον γαμπρό του και μαζί εκτελούσαν εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας (σημειώνουμε ότι η κα Θεοφάνους είπε ότι την Παρασκευή της εν λόγω εβδομάδας έψαχνε τον Αιτητή για να τον πληρώσει). Παρατηρούμε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με το ποιος θεωρείτο εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας και ποιος θα πληρωνόταν κατά την εβδομάδα μετά το ατύχημα δεν ήταν ξεκάθαρη και σαφής. (δ) Οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας υποστήριξαν ότι η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή αποφασίστηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τρεις μήνες μετά το ατύχημα και μετά που δεν εμφανίστηκε ο Αιτητής στην εργασία του μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του, αλλά δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία ή άλλο έγγραφο που να επιβεβαιώνει τις εν λόγω θέσεις τους. (ε) Ο κ. Θεοχάρους κατά την αντεξέτασή του αρχικά ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι ο Αιτητής την επόμενη μέρα που έφυγε από την Εργοδότρια Εταιρεία εργοδοτήθηκε σε άλλη εταιρεία ως οδηγός ταξί, στη συνέχεια είπε ότι τις επόμενες μέρες μετά που ο Αιτητής με τον γαμπρό του «είχαν εξαφανιστεί» είδε τον Αιτητή να περνά έξω από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας ως οδηγός ταξί και όταν ρωτήθηκε πώς οδηγούσε ταξί με το χέρι δεμένο, απάντησε λέγοντας ότι ο Αιτητής οδηγούσε ταξί. Χρειάστηκε να ερωτηθεί διάφορες ερωτήσεις για να σημειώσει ότι ο Αιτητής πήγε ως οδηγός ταξί μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν είπε την αμέσως επόμενη μέρα μετά που «εξαφανίστηκε» ο Αιτητής. (στ) Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι με τη λήξη της άδειας ασθενείας του ζήτησε από τον κ. Χαραλάμπους να του φέρει το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή από τον συνήγορο της Εργοδότριας Εταιρείας και υποβλήθηκε στον Αιτητή ότι ουδέποτε ζήτησε από τον κ. Χαραλάμπους να του φέρει το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία του άφησε το αυτοκίνητο και το χρησιμοποιούσε αυτός, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν αναφέρθηκαν στο τι έγινε με το αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας που χρησιμοποιούσε ο Αιτητής. (ζ) Η κα Θεοφάνους υποστήριξε ότι υπέγραψε την άδεια ασθενείας του Αιτητή και τις αιτήσεις για άδεια ασθενείας και σωματική βλάβη μέσα στη εβδομάδα που ο Αιτητής ερχόταν στην εργασία του μετά το ατύχημα. Παρατηρούμε ότι η αίτηση του Αιτητή για σωματική βλάβη στο μέρος που συμπληρώνεται από τον εργοδότη φέρει την ημερομηνία 09/08/2009 (βλέπε Τεκμήρια 3 και 4). (η) Ο κ. Θεοφάνους ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν είχε να εκτελέσει οποιανδήποτε εργασία σε σχέση με τις εφημερίδες στις 26/07/2009, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι δεν είναι 100% σίγουρος ποιος θα έκανε τη διανομή των εφημερίδων στις 26/07/2009 καθότι είναι η κ. Γιώτα Θεοφάνους που είναι υπεύθυνη για την οργάνωση αυτών των εργασιών. Η κα Θεοφάνους στη μαρτυρία της δεν αναφέρθηκε σε αυτό το θέμα. (θ) Κατά την αντεξέτασή του Αιτητή αρχικά του υποβλήθηκε ότι την Κυριακή 26/07/2009 δεν ανέφερε στον κ. Χαραλάμπους ότι είχε φορτίο το οποίο έπρεπε να ξεφορτωθεί στην αποθήκη και ότι του είπε απλώς ότι έχει προσωπικό κώλυμα να πάει αυτός στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ ακολούθως, σε διάσταση με τα πιο πάνω του έγινε υποβολή ότι την Κυριακή ο κ. Χαραλάμπους του είπε να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει αλλά αυτός του είπε ότι είχε μια προσωπική δουλειά και ότι θα του τηλεφωνήσει αργότερα να έρθει να τον βοηθήσει. Τονίζουμε ότι ο κ. Χαραλάμπους δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία με αποτέλεσμα οι υποβολές που έγιναν στον Αιτητή σχετικά με τα πιο πάνω να μείνουν ατεκμηρίωτες. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του Αιτητή του υποβλήθηκε (α) ότι το φορτίο που είχε να ξεφορτώσει παραλήφθηκε από τα Λατσιά την Παρασκευή και ότι όταν του ζήτησε η κα Θεοφάνους να πάει στην αποθήκη να το ξεφορτώσει της είπε ότι είχε δουλειά (να πάρει την αλλοδαπή οικιακή βοηθό του για ψώνια) και (β) ότι ο κ. Χαραλάμπους το Σάββατο του είπε να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει τα φορτία που είχε στο αυτοκίνητό του και αυτός αρνήθηκε. Ο κ. Θεοφάνους σε αντίθεση με τις πιο πάνω υποβολές κατέθεσε ότι το Σάββατο ενώ ήταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας μαζί με τον κ. Χαραλάμπους ο Αιτητής πέρασε από εκεί και όταν ρώτησαν αν είχε φορτία να ξεφορτώσει αυτός του είπε ότι πρέπει να πάει να ψωνίσει για την αλλοδαπή οικιακή βοηθό του και ότι θα περάσει αργότερα από το γραφείο για να πάνε να ξεφορτώσουν το αυτοκίνητό και ότι ο Αιτητής στη συνέχεια δεν πήγε λέγοντας του ότι ήταν μικρά τα φορτία που είχε. Η κα Θεοφάνους σε διάσταση με τα πιο πάνω ανέφερε (α) ότι την Παρασκευή τηλεφώνησε στον Αιτητή για να περάσει από το γραφείο να κανονιστούν και ότι αυτός της είπε ότι δεν μπορούσε γιατί είχε άλλη δουλειά, (β) ότι το Σάββατο στο γραφείο βρισκόταν μόνο αυτή και ο κ. Χαραλάμπους και όταν πέρασε ο Αιτητής από το γραφείο αυτή είπε στον Αιτητή να ξεφορτώσουν το αυτοκίνητο μαζί με τον κ. Χαραλάμπους αλλά ο Αιτητής της είπε ότι είχε δουλειά. (ι) Οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ότι ο Αιτητής δεν είχε κλειδί του γραφείου και της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό, σε αντίθεση με τις υποβολές του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέταση του Αιτητή ότι (α) επειδή (ο Αιτητής) είχε το κλειδί του γραφείου στη Λεμεσό για την Κυριακή που έφερνε τις εφημερίδες από το αεροδρόμιο πήρε το κλειδί της αποθήκης από το γραφείο στη Λεμεσό και (β) ο Αιτητής και οι άλλοι δύο εργοδοτούμενοι από την Σρι Λάνκα είχαν το κλειδί της αποθήκης τις καθημερινές με οδηγίες το Σάββατο να το παραδίνουν στο γραφείο της Λεμεσού. Οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και η ασυνέπεια στην εκδοχή που παρουσίασε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία θέτουν υπό αμφισβήτηση το αξιόπιστο της εν λόγω μαρτυρίας σε τέτοιο βαθμό που κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σ' αυτήν για εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν γίνεται αποδεκτή. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας μαρτυρία τέτοιας ποιότητας στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχτεί ώστε να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάξει συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς και να διαπιστώσει κάτω από ποιες συνθήκες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση του Αιτητή με την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά συνέπεια κρίνουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε να αποδείξει ότι υπό τις περιστάσεις και εντός του πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε. Το γεγονός της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας, αφού ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη της μαρτυρίας του Αιτητή δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[8] και Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ.3/7/2014. Κατάληξη Καταλήγουμε ομόφωνα ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης απόλυσής του και πληρωμής αντί προειδοποίησης, απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις, ενόψει του ότι ούτε η μία πλευρά ούτε η άλλη προσκόμισε αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στην οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, κρίνουμε ότι είναι δικαιότερο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ................ Χ. Ιωάννου, Μέλος Σ. Γεωργίου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΕΚ/ΕΜ Subject: Final/ Industrial Disputes Court Αναφορά: Απόλυση ή οικειοθελής αποχώρηση [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari
(1990)1 AAΔ 315. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)" Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη . Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)2 ALL E.R.
- [5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then(unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (eg 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." Επίσης στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: " ..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered... Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, ie what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: 'the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.'Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd :'A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.' Subject to this , the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation." [6] Στο Τεκμήριο 1 αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με τα ηλεκτρονικά αρχεία του τμήματος μας η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του ασφαλισμένου Αθανάσιου Πολυβίου .. είναι η 26/7/
- Δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γραπτά στοιχεία που να δείχνουν αν ο τερματισμός της απασχόλησης του ασφαλισμένου οφείλεται σε απόλυση ή οικειοθελή αποχώρηση. » [7] Στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά σε διακοπή απασχόλησης στο μέρος που συμπληρώνεται από τον εργοδοτούμενο και όχι από τον εργοδότη. [8] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο