Ορθοδοξίας Στυλιανού ν. BALTEX LIMITED, Αρ. Αίτησης: 240/11, 27/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:30 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Χριστοδούλου ] Χρ. Χριστοφή ] Μελών Αρ. Αίτησης: 240/11 Μεταξύ: Ορθοδοξίας Στυλιανού Αιτήτριας και BALTEX LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Γ. Νικολάου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Θεοδοσίου ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 10/11/2004 ως πωλήτρια σε κατάστημα που λειτουργούν οι Καθ' ων η Αίτηση ως υπεραγορά στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό. Στη συνέχεια προήχθηκε στη θέση της υπεύθυνης του καταστήματος. Τον Σεπτέμβριο του 2010 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο καθαρός μισθός της Αιτήτριας από 1/1/2011 θα αυξανόταν κατά €120. Από 1/1/2011 ο μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν σε €1.295,13 μηνιαίως. Η Αιτήτρια με βάση τη σύμβασης εργασίας της λάμβανε 13ο μισθό. Η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση τερματίστηκε το 2011 κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης εργατικής διαφοράς ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν την απασχόλησή της την 1/2/2011 παράνομα, αδικαιολόγητα και χωρίς λόγο. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 1/2/2011 οι Καθ' ων η Αίτηση την ειδοποίησαν προφορικώς ότι τερματίζουν αμέσως την απασχόλησή της. Ότι στη συνέχεια της παρέδωσαν ανυπόγραφη γραπτή επιστολή στην οποία ανέφεραν ότι αποδέχονται άμεσα την παραίτησή της από την εργασία της χωρίς όμως αυτή να έχει υποβάλει παραίτηση από την εργασία της. Ως εκ τούτου αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους και έξοδα. Οι Καθ' ων η Αίτηση με τους γενικούς λόγους της Έγγραφου Εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι η Αιτήτρια τερμάτισε τις υπηρεσίες της σε αυτούς. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια στις 31/01/2011 έδωσε τηλεφωνικώς την παραίτησή της στον διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση. Ότι την 1/2/2011 παρέδωσαν υπογραμμένη επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία αποδέχονταν την παραίτηση που δήλωσε τηλεφωνικώς. Ως εκ τούτου, απορρίπτουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας και αιτούνται απόρριψη της Αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Βάρος απόδειξης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («o Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2]. Στην παρούσα Αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν μονομερώς την απασχόλησή της. Λόγω της προβαλλόμενης από τους Καθ' ων η Αίτηση θέσης, η Αιτήτρια είναι αυτή που κλήθηκε πρώτη να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής της ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής της από τους Καθ' ων η Αίτηση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Αιτήτριας κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας η ίδια. Για τους Καθ' ων η Αίτηση έδωσαν μαρτυρία ο κ. Βασίλης Αλεξάκης, διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση, ο κ. Μαρίνος Λαζάρου, ο οποίος το 2011 εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση ως διευθυντής οργάνωσης καταστημάτων και προσωπικού και ο κ. Δήμος Αναστασίου, ο οποίος είναι εξωτερικός συνεργάτης και σύμβουλος των Καθ' ων η Αίτηση σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι μέχρι τις 31/12/2010 το ωράριο εργασίας της ήταν 8.00π.μ. - 3.00μ.μ.. Ισχυρίστηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2010 σε συζήτηση που είχε με τον κ. Αλεξάκη αναφορικά με τον μισθό της ο κ. Αλεξάκης της ανέφερε ότι ήταν κάπως πρόβλημα για την εταιρεία λόγω του ωραρίου της επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση επιθυμούσαν να βρίσκεται στην εργασία της και την ώρα που έκλεινε το κατάστημα (η ώρα 7.00μ.μ.). Ότι όταν αυτή εξήγησε στον κ. Αλεξάκη ότι δεν μπορούσε να μένει μέχρι η ώρα 7.00μ.μ. συμφώνησαν όπως από 1/1/2011 (α) αλλάξει το ωράριο εργασίας της και να εργάζεται μέχρι τις 5.00μ.μ. αντί μέχρι τις 3.00μ.μ. και (β) αυξηθεί ο μισθός της. Ήταν η θέση της ότι τόσο πριν την αλλαγή του ωραρίου εργασίας της όσον και μετά πολλές φορές εργαζόταν πέραν των ωρών του ωραρίου εργασίας της για τις ανάγκες της εργασίας της χωρίς να της καταβάλλεται αμοιβή για υπερωριακή εργασία με την υπόσχεση του κ. Αλεξάκη ότι θα της δοθεί ένα ποσό επιπλέον του μισθού της ως bonus. Υποστήριξε ότι ουδέποτε της δόθηκε οποιοδήποτε ποσό πέραν από τον μισθό της ως bonus. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τον Ιανουάριο του 2011 απουσίασε από την εργασία της για δύο μέρες λόγω ασθένειας προσκομίζοντας σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό στους Καθ' ων η Αίτηση και ότι στις 31/1/2011 ενημερώθηκε από το λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση ότι μετά από οδηγίες που είχαν λάβει από τον κ. Αλεξάκη της αφαίρεσαν από τον μισθό της το ποσό των €93,00 γι' αυτές τις δύο μέρες που απουσίασε από την εργασία της. Ότι θεώρησε την πιο πάνω ενέργεια των Καθ' ων η Αίτηση άδικη καθότι (α) καθ' όλο το χρονικό διάστημα που εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση εργαζόταν υπερωρίες χωρίς να της δοθεί το bonus που της είχε υποσχεθεί ο κ. Αλεξάκης και (β) υπήρχε προφορική συνεννόηση ότι σε περίπτωση απουσίας της από την εργασία της για δύο μέρες δεν θα της αφαιρείτο οποιοδήποτε ποσό από τον μισθό της. Ότι τηλεφώνησε στον κ. Αλεξάκη και του ανέφερε ότι έχει παράπονο που της αφαιρέθηκαν από τον μισθό της τα ημερομίσθια για τις δύο μέρες που απουσίασε από την εργασία της για λόγους υγείας λόγω του ότι (α) δούλεψε πολλές φορές υπερωρίες χωρίς αμοιβή και (β) τον Ιανουάριο του 2011 εργάστηκε υπερωρίες ένα Σάββατο και μια Κυριακή. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Αλεξάκης έδειξε να κατανοεί το παράπονό της και ότι θα μεριμνούσε να της επιστραφεί το ποσό που της αποκόπηκε από τον μισθό της. Ήταν η θέση της ότι επειδή είχε αναστατωθεί με το ζήτημα δεν ένιωθε καλά και γι' αυτό τον λόγο απεχώρησε από την εργασία της ενημερώνοντας τον κ. Λαζάρου στον οποίο τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι θα σχολνούσε μια ώρα ενωρίτερα και ότι θα μιλούσαν την επόμενη μέρα. Ισχυρίστηκε ότι την 1/2/2011 πήγε κανονικά στην εργασία της, άνοιξε το κατάστημα, παρέλαβε τις προμήθειες και εργαζόταν κανονικά μέχρι που ήρθε ο κ. Λαζάρου και της είπε ότι είχε οδηγίες από τον κ. Αλεξάκη να της ζητήσει να αποχωρήσει από την εργασία της. Ότι όταν τον ρώτησε αν ο κ. Αλεξάκης την απολύει, της απάντησε «ναι». Ότι η ώρα 11.00π.μ. ο κ. Αλεξάκης της έφερε μια επιταγή για το ποσό των €101,98 το οποίο αντιστοιχούσε στην αναλογία του 13ου μισθού της για το 2011 και μια επιστολή ημερομηνίας 1/2/2011 που έλεγε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αποδέχονταν την παραίτησή της. Ότι αρνήθηκε να τα παραλάβει αφού σε καμία περίπτωση δεν είχε υποβάλει παραίτηση και ότι ο κ. Αλεξάκης επέμενε και της εισηγήθηκε να παραμείνει στο σπίτι της για 2-3 μέρες. Υποστήριξε ότι παρόλο που της ζητήθηκε να φύγει, αυτή συνέχισε κανονικά την εργασία της και ότι κατά τις 1.00μ.μ. ήρθε ο κ. Αναστασίου, ο οποίος προσπάθησε να την πείσει ότι έδωσε παραίτηση και ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται για τους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι αυτή επέμενε αλλά δεν υπήρξε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση συμπληρώνοντας τα σχετικά έντυπα του γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με την τερματισμό της εργασιακής σχέσης που είχαν με αυτήν ανέγραψαν ότι αυτή εγκατέλειψε την εργασία της (Τεκμήριο 2), στις 8/2/2011 απέστειλε στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιστολή στην οποία εξηγούσε τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησής της στους Καθ' ων η Αίτηση. Μετά την απόλυσή της από τους Καθ' ων η Αίτηση εργάστηκε για ένα μήνα σε ένα πολυκατάστημα και τον Οκτώβριο του 2011 προσλήφθηκε ως πωλήτρια σε κατάστημα πώλησης επίπλων αλλά απολύθηκε στις 31/1/2012 επειδή δεν πήγαινε καλά η εν λόγω επιχείρηση. Στις 6/3/2012 εργοδοτήθηκε ως πωλήτρια σε υπεραγορά και συνεχίζει να εργάζεται εκεί μέχρι σήμερα με μηνιαίο μισθό €869,
- Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι την 1/2/2011 όταν της ανέφερε ο κ. Λαζάρου ότι πρέπει να αποχωρήσει από την εργασία της του είπε ότι δεν το δέχεται και ζήτησε να της δοθεί γραπτώς η απόλυσή της. Ότι τότε ο κ. Λαζάρου μίλησε με τον κ. Αλεξάκη στο τηλέφωνο και μετά από λίγη ώρα ήρθε ο κ. Αλεξάκης στο κατάστημα με μια επιστολή και της ζήτησε να φύγει από την εργασία της. Ότι όταν διάβασε την επιστολή διαπίστωσε ότι σε αυτή αναφερόταν ότι είχε δώσει παραίτηση από την εργασία της και ανέφερε στον κ. Αλεξάκη ότι δεν αποδέχεται την επιστολή. Ότι ο κ. Αλεξάκης επέμενε ότι έπρεπε να φύγει και όταν αυτή αρνήθηκε της είπε να μείνει σπίτι της για 2-3 μέρες μέχρι να δει τι θα κάνει. Ότι στη συνέχεια ο κ. Αλεξάκης έστειλε τον κ. Αναστασίου ο οποίος επέμενε ότι έχει δώσει παραίτηση. Αυτή επέμενε στις θέσεις της και δεν έφευγε και η ώρα 1.00μ.μ. ο κ. Λαζάρου της είπε ότι έπρεπε να φύγει γιατί θα έβρισκε αυτός τον μπελά του. Τότε παρέδωσε ότι της είχε ζητηθεί και έφυγε. Επέμενε ότι δεν έδωσε παραίτηση και υπέθεσε ότι ο κ. Αλεξάκης επειδή θεωρούσε ως πρόβλημα το γεγονός ότι δεν εργαζόταν μέχρι τις 7.00μ.μ. με κάποιες ώρες διάλειμμα στο ενδιάμεσο της ημέρας βρήκε ευκαιρία να «παραποιήσει» τα λεγόμενά της όταν του έκανε το παράπονό της και να πει ότι είχε δώσει παραίτηση. Υποστήριξε ότι όταν τηλεφώνησε στον κ. Αλεξάκη του είπε τη λέξη «κανεί» αναφερόμενη στην αντιμετώπιση που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή σε σχέση με την αμοιβή της. Ο κ. Αλεξάκης κατέθεσε ότι στις 31/1/2011 η Αιτήτρια τον πήρε τηλέφωνο και έξαλλη φωνάζοντας του είπε: «κανεί κύριε Βασίλη, ως δαμέ εγώ παραιτούμαι τώρα» και πριν προλάβει να την ρωτήσει τι έγινε του έκλεισε το τηλέφωνο. Ότι περίμενε να τον πάρει η Αιτήτρια τηλέφωνο ξανά αλλά επειδή εντός της ημέρας δεν του τηλεφώνησε ενημέρωσε τον κ. Λαζάρου για την παραίτηση της Αιτήτριας και του έδωσε οδηγίες να ζητήσει από την Αιτήτρια να παραδώσει τα κλειδιά και τους κωδικούς του καταστήματος. Ισχυρίστηκε ότι τότε ο κ. Λαζάρου τον ενημέρωσε ότι η Αιτήτρια είχε εγκαταλείψει την εργασία της και ότι την 1/2/2011 ζήτησε από τον κ. Λαζάρου να ενημερώσει την Αιτήτρια ότι η παραίτησή της έγινε αποδεκτή. Πληροφορήθηκε ότι η Αιτήτρια πήγε στην εργασία της και ότι όταν ο κ. Λαζάρου της έδωσε γραπτώς την αποδοχή της παραίτησής της η Αιτήτρια διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι δεν παραιτήθηκε και ότι ζήτησε να τον δει. Ήταν η θέση του ότι η ώρα 9.30π.μ. πήγε στο κατάστημα και έδωσε την γραπτή επιστολή στην Αιτήτρια μαζί με μία επιταγή για το ποσό των €101,
- Η Αιτήτρια αρνήθηκε να υπογράψει την επιστολή ισχυριζόμενη ότι δεν παραιτήθηκε και αυτός αποχώρησε από τον χώρο αφήνοντας τον κ. Λαζάρου και τον κ. Αναστασίου να χειριστούν το θέμα. Σημείωσε ότι η επιστολή ημερ.1/2/2011 ετοιμάστηκε από τον κ. Λαζάρου κατόπιν δικών του οδηγιών και υπογράφηκε από κ. Λαζάρου. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν θυμόταν να έχει υποσχεθεί στην Αιτήτρια ότι θα της δινόταν ένα ποσό ως bonus για τις ώρες που εργαζόταν υπερωριακά ούτε να υπήρχε προφορική συμφωνία για μη αποκοπή ημερομισθίων στην περίπτωση που απουσίαζε για δύο μέρες από την εργασία της λόγω ασθενείας. Περαιτέρω, είπε ότι δεν θυμάται να συζήτησε με την Αιτήτρια αναφορικά με το θέμα του κλεισίματος του καταστήματος και για το ωράριο εργασία της. Υποστήριξε ότι στις 31/1/2011 η Αιτήτρια όταν του τηλεφώνησε του ανέφερε μόνο αυτά που κατέθεσε στην κυρίως εξέτασή του. Ότι αυτός περίμενε να του τηλεφωνήσει όταν ηρεμήσει για να του πει τι συνέβαινε αλλά δεν τον πήρε. Δεν έμαθε ποτέ γιατί η Αιτήτρια του τηλεφώνησε σε αυτήν την κατάσταση και ούτε την ρώτησε ποιο ήταν το θέμα της. Ισχυρίστηκε ότι επειδή η Αιτήτρια στις 31/1/2011 δεν είχε παραδώσει τα κλειδιά και τους κωδικούς ήταν υποχρεωμένη να ανοίξει το κατάστημα την 1/2/2011 το πρωί. Ο κ. Λαζάρου καταθέτοντας ανέφερε ότι στις 31/1/2011 ο κ. Αλεξάκης τον ενημέρωσε ότι η Αιτήτρια του έδωσε τηλεφωνικώς παραίτηση και του είπε να αναλάβει να του παραδώσει η Αιτήτρια τα κλειδιά και τους κωδικούς του καταστήματος και του safebox. Ότι αυτός ακολούθως ενημέρωσε τον κ. Αλεξάκη ότι η Αιτήτρια είχε εγκαταλείψει την εργασία της χωρίς να παραδώσει οτιδήποτε. Ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια ο κ. Αλεξάκης του είπε να παραδώσει στην Αιτήτρια γραπτή επιστολή με την οποία να γίνεται δεκτή η παραίτησή της. Ήταν η θέση του ότι ετοίμασε την επιστολή, την υπέγραψε και την επομένη αφού ενημερώθηκε ότι η Αιτήτρια πήγε στην εργασία της πήγε στο κατάστημα που εργαζόταν η Αιτήτρια και της ανέφερε ότι η παραίτησή της έγινε αποδεκτή, της παρέδωσε την επιστολή ημερομ.1/2/2011 και της ζήτησε να του παραδώσει τα κλειδιά, τους κωδικούς και τα χρήματα που υπήρχαν στο safebox. Ότι καταμέτρησε με την Αιτήτρια τα χρήματα που υπήρχαν στο safebox και η Αιτήτρια του παρέδωσε τα κλειδιά και τους κωδικούς. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε να παραλάβει την επιστολή και ζήτησε να δει τον κ. Αλεξάκη. Ότι ο κ. Αλεξάκης ήρθε στο κατάστημα μαζί με τον κ. Αναστασίου και της ανέφερε ότι η παραίτησή της έγινε αποδεκτή. Ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε να παραλάβει την επιστολή και ο κ. Αλεξάκης αποχώρησε και ανέλαβε αυτός και ο κ. Αναστασίου να χειριστούν το θέμα που προέκυψε με την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια συνέχισε να αρνείται να παραλάβει και να υπογράψει την επιστολή. Αντεξεταζόμενος σημείωσε ότι στις 31/1/2011 όταν ενημερώθηκε από τον κ. Αλεξάκη ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε, τηλεφώνησε στο κατάστημα που εργαζόταν η Αιτήτρια και τον πληροφόρησαν ότι η Αιτήτρια είχε φύγει από την εργασία της και ότι στη συνέχεια τηλεφώνησε στον κ. Αλεξάκη και τον ενημέρωσε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της χωρίς να παραδώσει οτιδήποτε. Ήταν η θέση του ότι όταν ήρθε ο κ. Αλεξάκης στο κατάστημα την 1/2/2011 για να συζητήσει με την Αιτήτρια αυτός δεν ήταν παρόν στη συζήτηση που έγινε μεταξύ της Αιτήτριας και του κ. Αλεξάκη. Ο κ. Αναστασίου κατέθεσε ότι στις 31/1/2011 τον ενημέρωσε ο κ. Λαζάρου ότι η Αιτήτρια υπέβαλε τηλεφωνικώς την παραίτησή της στον κ. Αλεξάκη. Ισχυρίστηκε ότι την 1/2/2011 μίλησε με τον κ. Αλεξάκη ο οποίος του επιβεβαίωσε ότι η Αιτήτρια του έδωσε παραίτηση τηλεφωνικώς και τον ενημέρωσε ότι η παραίτησή της θα γίνει δεκτή. Ότι στη συνέχεια ετοιμάστηκε επιστολή η οποία υπογράφηκε από τον κ. Λαζάρου και την ίδια μέρα πήγε στο κατάστημα που εργαζόταν η Αιτήτρια και παρευρέθηκε στη συνάντηση που είχαν με την Αιτήτρια ο κ. Αλεξάκης και ο κ. Λαζάρου. Υποστήριξε ότι στην εν λόγω συνάντηση η Αιτήτρια αρνήθηκε να παραλάβει και να υπογράψει επιστολή ημερ.1/2/2011 στην οποία αναφερόταν ότι γινόταν αποδοχή της παραίτησής της. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι αυτός στη συνάντηση που έγινε την 1/2/2011 αντιλήφθηκε ότι η Αιτήτρια την 31/1/2011 είχε υποβάλει την παραίτησή της αλλά στη συνέχεια το μετάνιωσε και η Αιτήτρια προσπαθούσε να τους πείσει ότι με αυτά που είπε στον κ. Αλεξάκη στις 31/1/2011 δεν εννοούσε ότι παραιτείτο από την εργασία της. Νομική Πτυχή Επίδικο θέμα στην προκείμενη περίπτωση είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των διάδικων μερών και οι νομικές συνέπειες των εν λόγω συνθηκών. Κρίνουμε σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθούμε στη νομική πτυχή που αφορά το επίδικο θέμα της λύσης της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών. Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά. Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης και όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις και πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να αντιληφθεί τι σημαίνουν οι λέξεις ή οι φράσεις αυτές. Το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος κάποιες φράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέμα αρκετά υποκειμενικό. Γι' αυτό τον λόγο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με αντικειμενικά κριτήρια κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά της κατ' ισχυρισμό δήλωσης παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση [5]. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Κατάληξη Από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτουν ως κοινό έδαφος τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Η Αιτήτρια στις 31/1/2011 έφυγε από την εργασία της πριν τη λήξη του ωραρίου εργασίας της χωρίς να παραδώσει στους Καθ' ων η Αίτηση τα κλειδιά και τους κωδικούς του καταστήματος και του safebox που είχε στην κατοχή της για σκοπούς εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων της, και (β) Η Αιτήτρια την 1/2/2011 πήγε κανονικά στην εργασία της και ήταν αυτή που άνοιξε το κατάστημα το πρωί. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι δεν διαφάνηκε από την ενώπιόν μας μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση μετά που η Αιτήτρια έφυγε από την εργασία της στις 31/1/2011 (α) προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί της για να συζητήσουν το θέμα του ανοίγματος του καταστήματος την επόμενη μέρα (1/2/2011) ή (β) προέβηκαν σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις για το άνοιγμα του καταστήματος για την επόμενη μέρα. Οι θέσεις της Αιτήτριας ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε στις 31/1/2011 με τον κ. Αλεξάκη δεν του είπε ότι παραιτείται παρέμειναν συνεπείς χωρίς να κλονιστούν κατά το στάδιο της αντεξέτασής της. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της υποστηρίζονται από τα γεγονότα ότι όταν έφυγε από την εργασία της στις 31/1/2011 δεν παρέδωσε τα κλειδιά και τους κωδικούς του καταστήματος, ότι την επόμενη μέρα 1/2/2011 ήταν αυτή που άνοιξε το κατάστημα και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προέβηκαν σε διευθετήσεις για το άνοιγμα του καταστήματος την 1/2/2011 από άλλο πρόσωπο. Η Αιτήτρια εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο τηλεφώνησε στον κ. Αλεξάκη εκείνη τη μέρα και ποιο ήταν το παράπονό της και ανέφερε με λεπτομέρειες τι συνέβηκε την 1/2/2011 χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Η θέση του συνήγορου των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της επεκτάθηκε σε θέματα που δεν ήταν δικογραφημένα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Σημειώνουμε ότι ο K.3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός») επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημα του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Ο Κ. 5
(1)του Κανονισμού προνοεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφο εμφάνιση του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητείται το αίτημα και η παροχή των θεραπειών που εξαιτείται ο Αιτητής. Στην Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd
(2001)1 AAΔ 1635, τονίστηκε ότι σε υποθέσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, παρά τον εξεταστικό χαρακτήρα του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα. Επίδικο θέμα στην παρούσα διαδικασία είναι κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας την 1/2/2011 ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια ή κατά πόσον η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 31/1/2011 υποβάλλοντας τηλεφωνικώς την παραίτησή της όπως υποστηρίζουν οι Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της έθεσε το υπόβαθρο των γεγονότων που την οδήγησαν στις 31/1/2011 να τηλεφωνήσει στον κ. Αλεξάκη και να του υποβάλει το παράπονό της και εξήγησε τι ανέφερε στον κ. Αλεξάκη κατά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του σε απάντηση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση ότι αυτή είχε υποβάλει παραίτηση από την εργασία τηλεφωνικώς στον κ. Αλεξάκη στις 31/1/2011 με σκοπό την αμφισβήτηση και την ανατροπή της ουσιαστικής θέσης που προέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση ότι παραιτήθηκε τηλεφωνικώς στις 31/1/2011 και προς απόδειξη της υπόθεσής της και θεμελίωσης των αξιώσεών της με την παρούσα Αίτηση. Βρίσκουμε ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι απόλυτα σχετική με το επίδικο θέμα της υπόθεσης και ότι δεν εκφεύγει του επίδικου θέματος όπως αυτό παρουσιάζεται στα δικόγραφα των διάδικων μερών και κατά συνέπεια θα τη λάβουμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισαν τη μαρτυρία τους 1½ μήνα μετά που έδωσε μαρτυρία η Αιτήτρια και ως εκ τούτου είχαν όλο το χρόνο να προετοιμαστούν και να προσκομίσουν θετική μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αξιόπιστη. Αναφορικά με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της εκδοχής των Καθ' ων η Αίτηση παρατηρούμε τα πιο κάτω: (α) Ο κ. Αλεξάκης ενώ είναι ο διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση, κατά την αντεξέτασή του όταν ερωτάτο για θέματα που αφορούσαν την απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση και τους όρους εργοδότησης της Αιτήτριας όπως π.χ. το ωράριο εργασίας της Αιτήτριας, με ποιο πρόσωπο συμφώνησε η Αιτήτρια την αύξηση του μισθού της τον Σεπτέμβριο του 2010, κατά πόσον η Αιτήτρια εργαζόταν υπερωριακά, κατά πόσον η Αιτήτρια ήταν υπεύθυνη για τις παραλαβές και τις παραγγελίες στο κατάστημα που εργαζόταν, απαντούσε ότι δεν θυμάται. Δεν μας φαίνεται λογικό και φυσικό ένας διευθυντής μιας εταιρείας ο οποίος στην αρχή της αντεξέτασής του ανέφερε ότι γνωρίζει τα καθήκοντα της Αιτήτριας να μην θυμάται τα εν λόγω θέματα και με δεδομένο ότι τα εν λόγω θέματα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μαρτυρία της Αιτήτριας σε δικάσιμο που προηγήθηκε της μαρτυρίας του κ. Αλεξάκη μας φαίνεται παράδοξο που οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία σχετικά με τα εν λόγω θέματα. Σημειώνουμε ότι ο κ. Αλεξάκης όταν ερωτήθηκε αν η Αιτήτρια έκλεινε το κατάστημα που εργαζόταν απάντησε υποθετικά (αν η Αιτήτρια ήταν πρωινή όχι, αν δεν ήταν πρωινή ναι), στη συνέχεια σε υποβολή ότι η Αιτήτρια εργαζόταν 8.00π.μ.-3.00μ.μ. απάντησε ότι με βάση αυτήν τη θέση το κατάστημα το έκλεινε άλλος και ακολούθως όταν του υποβλήθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2010 ανέφερε στην Αιτήτρια ότι ήταν πρόβλημα για τους Καθ' ων η Αίτηση το γεγονός ότι δεν έκλεινε αυτή το κατάστημα απάντησε ότι δεν θυμάται να έκανε τέτοια συζήτηση με την Αιτήτρια και ότι υπήρχε βοηθός υπεύθυνος στο κατάστημα που έκλεινε το κατάστημα. Σημειώνουμε ότι ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας υπέβαλε στην Αιτήτρια ότι στις 31/1/2011 έφυγε από την εργασία της χωρίς να παραδώσει τα κλειδιά με αποτέλεσμα να τρέχει ο κ. Αλεξάκης στο κατάστημα για να διευθετήσει το κλείσιμό του. (β) Ο κ. Λαζάρου ενώ θυμόταν με λεπτομέρειες όλα τα ζητήματα και τα γεγονότα που υποστήριζαν την εκδοχή των Καθ' ων η Αίτηση και κατέθετε θετικά γι' αυτά, κατά την αντεξέτασή του σε όλες τις υποβολές που του έγιναν από τη δικηγόρο της Αιτήτριας οι οποίες υποστήριζαν την εκδοχή της Αιτήτριας απάντησε ότι δεν θυμάται. Σημειώνουμε ότι δεν απέρριψε ούτε μια υποβολή δίνοντας θετική μαρτυρία. Ακόμα και στις υποβολές που ήταν σε αντίθεση με την εκδοχή που προέβαλε απάντησε ότι δεν θυμάται αν τα γεγονότα έγιναν όπως του υποβάλλονταν. (γ) Ενώ ο κ. Αλεξάκης και ο κ. Αναστασίου κατέθεσαν ότι η συνάντηση με την Αιτήτρια στο κατάστημα την 1/2/2011 έγινε στην παρουσία του κ. Λαζάρου, ο κ. Λαζάρου είπε ότι δεν ήταν παρών όταν συνομιλούσε ο κ. Αλεξάκης με την Αιτήτρια. (δ) Ο κ. Αλεξάκης και ο κ. Λαζάρου δεν εξήγησαν πειστικά με τη μαρτυρία τους για ποιο λόγο αφού η Αιτήτρια στις 31/1/2011 υπέβαλε την παραίτησή της και εγκατέλειψε την εργασία της πριν τη λήξη του ωραρίου εργασίας της όπως ισχυρίστηκαν, την 1/2/2011 το πρωί ήταν η Αιτήτρια αυτή που άνοιξε το κατάστημα. Μας φαίνεται παράδοξο ένας εργοδότης υπό αυτές τις περιστάσεις να μην φροντίσει (α) να προβεί σε άλλες διευθετήσεις σχετικά με το άνοιγμα του καταστήματος και να αναμένει από ένα υπάλληλο που απεχώρησε από την υπηρεσία του με αυτό τον τρόπο να πάει να ανοίξει το κατάστημα ή (β) να επικοινωνήσει με την υπάλληλο για να ρωτήσει ποιες είναι οι προθέσεις της σχετικά με το άνοιγμα του καταστήματος για την επομένη μέρα. (ε) Ο κ. Αναστασίου κατέθεσε ότι στη συζήτηση που είχε η Αιτήτρια με τον κ. Αλεξάκη ενώπιόν του, αυτός αντιλήφθηκε ότι η Αιτήτρια στις 31/1/2011 είχε υποβάλει την παραίτησή της και μετά άλλαξε γνώμη καθότι η Αιτήτρια έλεγε ότι με αυτά που είπε στον κ. Αλεξάκη δεν εννοούσε ότι παραιτείται από την εργασία της. Σημείωσε όμως ότι η Αιτήτρια δεν παραδέχτηκε ούτε ανέφερε ότι στις 31/1/2011 είχε υποβάλει την παραίτησή της. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η θέση που προέβαλε ο κ. Αναστασίου δεν στηρίζεται σε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων αλλά στις αναφορές του κ. Αλεξάκη και στη δική του πεποίθηση αναφορικά με το τι συνέβηκε. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τη θέση του κ. Αναστασίου. Οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ' ων η Αίτηση θέτουν υπό αμφισβήτηση το αξιόπιστο της εν λόγω μαρτυρίας σε τέτοιο βαθμό που κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σ' αυτήν για εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία της Αιτήτριας καταλήγουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν όπως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μας από την Αιτήτρια. Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και θέτοντας τα στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, είναι η κατάληξή μας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση την 1/2/2011 με το να ζητήσουν από την Αιτήτρια να εγκαταλείψει τον χώρο εργασίας της και να τους παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος που είχε στην κατοχή της για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της εργασίας της και με το να της παραδώσουν, παρά τις διαμαρτυρίες της, επιστολή στην οποία αναφέρεται ότι γίνεται δεκτή η παραίτηση που υπέβαλε τη στιγμή που δεν υπέβαλε παραίτηση από την εργασία της τερμάτισαν μονομερώς την απασχόληση της Αιτήτριας. Η εν λόγω συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως απόλυση της Αιτήτριας. Αποζημιώσεις Κατά συνέπεια και επειδή ο πιο πάνω τερματισμός δεν έγινε νόμιμα και για κάποιο ή κάποιους από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου είναι άδικος και αδικαιολόγητος και σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις. Η παράγραφος 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Το Δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης οφείλει να λάβει υπόψη την ηλικία, τα ημερομίσθια, τη διάρκεια της υπηρεσίας, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζον. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου λάμβανε €323,78 εβδομαδιαίως (€1.295,13 Χ 13/ 52) και εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση για 6 συναπτά έτη (από 10/11/2004 - 1/2/2011). Η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της στην ηλικία της ή στις επιπτώσεις που είχε η απόλυσή της από τους Καθ' ων η Αίτηση στην οικογενειακή ζωή της. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για εξεύρεση άλλης κατάλληλης απασχόλησης και στην απασχόληση και τα εισοδήματα που είχε μετά την απόλυσή της από τους Καθ' ων η Αίτηση χωρίς όμως να προσκομίσει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις εν λόγω θέσεις της. Η Αιτήτρια είχε το βάρος να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία τους εν λόγω ισχυρισμούς της ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να τους λάβει υπόψη και δεν το έπραξε. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε στη μαρτυρία της κατά πόσον είχε προοπτικές περαιτέρω ανέλιξης στους Καθ' ων η Αίτηση. Ούτε μας ανέφερε ποιες είναι οι προοπτικές ανέλιξής της στη νέα εργασία που έχει τώρα. Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας, την απουσία (α) μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας κατά τον χρόνο απόλυσής της και με την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας και (β) ικανοποιητικής μαρτυρίας σχετικά με τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για εξεύρεση άλλης εργασίας και τα εισοδήματα που έχει μετά την απόλυσή της από τους Καθ' ων η Αίτηση, κρίνουμε ότι σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης της Αιτήτριας είναι εύλογο και δίκαιο να επιδικάσουμε στην Αιτήτρια υπό μορφή δίκαιης αποζημίωσης το ποσό που αντιστοιχεί με τις απολαβές 13 εβδομάδων, ήτοι €4.209,14 (13Χ€ 323,78). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια σύμφωνα με την πιο πάνω περίοδο απασχόλησής της στους Καθ' ων η Αίτηση, δικαιούται προειδοποίηση 8 εβδομάδων. Εφόσον δεν της δόθηκε προειδοποίηση δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €2.590,24 (8 Χ€323,78). Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για: α) €4.209,14 ως αποζημιώσεις για αδικαιολόγητη και παράνομη απόλυση και β) €2.590,24 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης. Σύνολο €6.799,38 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ............... Δ. Χριστοδούλου, Μέλος Χρ. Χριστοφή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: /Απόλυση ή οικειοθελής αποχώρηση). [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari
(1990)1 AAΔ 315. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)" Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)2 ALL E.R. 713. [5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then(unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (eg 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." Επίσης στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: " ..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered... Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, ie what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: 'the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.' Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd : 'A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.' Subject to this , the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο