← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ν. ATHANASIADES THASSOS & SONS LTD κ.α., Αρ. Αίτηση: 820/11, 12/10/2016

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ν. ATHANASIADES THASSOS & SONS LTD κ.α., Αρ. Αίτηση: 820/11, 12/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:39 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Στ. Χατζημανώλη ) Δ. Χαριλάου ) Μελών. Αρ. Αίτηση: 820/11 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ Αιτητή και

  1. ATHANASIADES THASSOS & SONS LTD
  2. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Καθ΄ ών η αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 5/7/2012 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ Αιτητή και
  3. ATHANASIADES THASSOS & SONS LTD
  4. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν
  5. LONTINE LIMITED Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα Παναγιώτου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1: Η κα Κκέλη με τον κ.Παναγίδη. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 3: Ο κ.Νεοκλέους με την κα Κοφινά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την χονδρική και λιανική πώληση εξώστ αυτοκινήτων καθώς και με τη συγκόλληση και εφαρμογή εξώστ. Μέχρι την 1/3/2010 διατηρούσαν τέσσερα συνεργεία εφαρμογής εξώστ ανά το παγκύπριο: δύο στη Λεμεσό, ένα στη Λάρνακα και ένα στη Λευκωσία. Στη Λεμεσό το ένα βρισκόταν στην οδό Αγίας Σοφίας 65 και το άλλο στην οδό Γρίβα Διγενή
  7. Ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή 12 στη Λεμεσό ως συγκολλητής[1] από τις 26/1/
  8. Στις 22/2/2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 παρέδωσαν στον Αιτητή επιστολή απόλυσης δίνοντάς του προειδοποίηση οκτώ εβδομάδων. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής (Τεκμήριο 12): « 22 Φεβράρη 2010 Προς: κο Χαράλαμπο Σταυρινίδη Αγαπητέ Πάμπο, Η εταιρεία μας λόγω αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της, αποφάσισε όπως καταργήσει τη θέση του συγκολλητή στην οποία μέχρι σήμερα εργοδοτήσουν. Δυστυχώς ως συνέπεια της απόφασης αυτής είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε στον τερματισμό των υπηρεσιών σου από 16 Απριλίου
  9. Παρακαλούμε όπως θεωρήσεις την παρούσα επιστολή ως προειδοποιητική. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία η επιστολή αυτή παραδίδεται σε εσένα 8 εβδομάδες πριν από την ημερομηνία τερματισμού της συνεργασίας μας. Θα θέλαμε να σε ευχαριστήσουμε για τη μέχρι τώρα μεταξύ μας συνεργασία και να σου ευχηθούμε ό,τι καλύτερο για τη συνέχεια. Με τιμή Πέτρος Αθανασιάδης» Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή 12 στη Λεμεσό μέχρι τις 16/4/
  10. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό των Καθ΄ ών η αίτηση 1, εξέδιδε στους πελάτες του συνεργείου αποδείξεις είσπραξης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 (βλέπε Τεκμήριο 6) και ο μισθός του πληρωνόταν από τους Καθ΄ ών η αίτηση
  11. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του για σκοπούς του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν σε €509,
  12. Ο κύκλος εργασιών των Καθ΄ ών η αίτηση 1 σχετικά με την εφαρμογή εξώστ στο συνεργείο που εργαζόταν ο Αιτητής ήταν για τα έτη 2007, 2008 και 2009 ο ακόλουθος: 2007 58.564,07 2008 51.975,19 2009 45.367,06 Διευθυντής και μέτοχος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 είναι ο κ.Πέτρος Αθανασιάδης. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 συστάθηκαν στις 25/1/2010 και ο αριθμός εγγραφής τους είναι 261375 (Τεκμήριο 5). Στις 24/2/2010 οι μετοχές των Καθ΄ ών η αίτηση 3 μεταβιβάστηκαν από την εταιρεία KPK NOMINEES LTD στον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη και ο κ.Ζαχαρίας Αθανασιάδης διορίστηκε ως διευθυντής σε αντικατάσταση της KPK NOMINEES LTD (Τεκμήριο 8). Στις 26/2/2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 απέστειλαν επιστολή στην υπηρεσία Φ.Π.Α. στην οποία επισυναπτόταν αίτησή τους ημερομηνίας 1/3/2010 με την οποία ζητούσαν όμως αναθεωρηθεί η εγγραφή τους στο Φ.Π.Α. καθ΄ ότι η επιχειρηματική τους δραστηριότητα από «χονδρική πώληση εξώστ αυτοκινήτων και εκμετάλλευση συνεργείων λιανικής πώλησης και εφαρμογής εξώστ» από την 1/3/2010 θα διαφοροποιηθεί σε «χονδρική πώληση εξώστ αυτοκινήτου» (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο οποίο αναφερόταν ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 από 1/3/2010 πωλούν στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 τα τέσσερα συνεργεία εφαρμογής που διατηρούσαν στη Λεμεσό, στη Λάρνακα και στη Λευκωσία. Σημειώνουμε ότι στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο αναγραφόταν ως αριθμός εγγραφής των Καθ΄ ών η αίτηση 3 ο αριθμός ΗΕ
  13. Ο Αιτητής στις 19/4/2010 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω πλεονασμού στην οποία σημείωνε ότι ο εργοδότης του τον απέλυσε επικαλούμενος την κατάργηση της θέσης του συγκολλητή (Τεκμήριο 1). Στις 27/4/2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 απαντώντας το ερωτηματολόγιο του Ταμείου σε σχέση με τους λόγους απόλυσης του Αιτητή σημείωσαν ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε λόγω αλλαγής της λειτουργίας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 καθ΄ ότι λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών της λιανικής πώλησης εξώστ αποφασίστηκε όπως τα σημεία λιανικής πώλησης εξώστ ενοικιαστούν σε τρίτα πρόσωπα (Τεκμήριο 2). Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 στις 6/11/2009 απέλυσαν τον κ.Γιάγκο Λοϊζου ο οποίος εργαζόταν ως συγκολλητής στο συνεργείο τους στην οδό Αγίας Σοφίας στη Λεμεσό (Βλέπε Τεκμήρια 2 και 4). Στις 10/1/2011 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 στα πλαίσια διερεύνησης από το Ταμείο των λόγων απόλυσης από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 του κ.Γιάγκου Λοϊζου, απέστειλαν στην εξετάστρια του Ταμείου την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 4): « 10 Ιανουαρίου 2011 Αγαπητή κα Οδυσσέως, Σε συνέχεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαμε προ ημερών αναφορικά με την απόλυση λόγω πλεονασμού του κου Γιάγκου Λοϊζου σας αναφέρω τα ακόλουθα: • Ο κος Λοϊζου προσελήφθηκε στην εταιρεία μας το 1985 όταν και λειτουργούσε βιομηχανική μονάδα παραγωγής εξώστ αυτοκινήτων με την ειδικότητα του συγκολλητή. Στη συνέχεια λόγω διακοπής της λειτουργίας της μονάδας παραγωγής μετατέθηκε σε συνεργείο εφαρμογής εξώστ αυτοκινήτων (λιανική πώληση) όπου η εργασία του συγκολλητή είναι απαραίτητη. • Η εταιρεία μας ήρθε σε συμφωνία με την εταιρεία LONTINE LTD για πώληση των συνεργείων εφαρμογής εξώστ τον Οκτώβριο του 2009, με ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας την 1η Μαρτίου 2010 (επισυνάπτεται αντίγραφο της συμφωνίας). • Επισυνάπτονται στοιχεία από το λογιστή της εταιρείας μας που αποδεικνύουν την μείωση των εργασιών μας. • Συνολικά η εταιρεία μας είχε στην ιδιοκτησία της 4 συνεργεία εφαρμογής εξώστ αυτοκινήτων. 2 στη Λεμεσό, 1 στη Λάρνακα και 1 στη Λευκωσία. Στα συνεργεία της Λεμεσού απασχολείτο υπαλληλικό προσωπικό της εταιρείας. Στις άλλες πόλεις υπήρχε συνεργασία με τεχνίτες για αγορά υπηρεσιών από αυτούς. • Εξ όσων γνωρίζω από την εταιρεία LONTINE LTD έγινε πρόταση στον κο Λοϊζου για συνέχιση της συνεργασίας με άλλους όμως οικονομικούς και άλλους όρους την οποία δεν απεδέχθη ο κος Λοϊζου. Για οποιαδήποτε άλλη πληροφορία χρειαστείτε παρακαλώ μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου. Πέτρος Αθανασιάδης Διευθυντής» Στην πιο πάνω επιστολή επισυναπτόταν συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο οποίο αναφερόταν ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 από 1/2/2010 πωλούν στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 τα τέσσερα συνεργεία εφαρμογής που διατηρούσαν στη Λεμεσό, στη Λάρνακα και στη Λευκωσία (Τεκμήριο 3). Στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο ο αριθμός εγγραφής των Καθ΄ ών η αίτηση 3 είχε συμπληρωθεί με χειρόγραφη σημείωση. Πιο συγκεκριμένα ο αριθμός 26137 ήταν δακτυλογραφημένος και στο τέλος του προστέθηκε ο αριθμός 5 χειρογράφως. Η αίτηση του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 11/10/2011 με τη δικαιολογία ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Δικόγραφα Ο Αιτητής με την τροποποιημένη αίτησή του εξαιτείται εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του, νόμιμους τόκους και έξοδα και διαζευκτικά εναντίον του Ταμείου πληρωμή λόγω πλεονασμού για την απόλυσή του από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1, νόμιμους τοκους και έξοδα, και διαζευκτικά εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 3 αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του, νόμιμους τόκους και έξοδα. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής τους απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή εναντίον τους και ισχυρίζονται ότι η απόλυση του Αιτητή οφείλεται στην κατάργηση της θέσης συγκολλητή καθ΄ ότι ο κύκλος εργασιών τους σχετικά με τις συγκολλήσεις είχε μειωθεί. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αγνοούν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι μεταβίβασαν την επιχείρηση τους στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 την 1/2/
  14. Εν όψει των πιο πάνω αιτούνται απόρριψη της αίτησης εναντίον τους με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του Αιτητή. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση την οποία διεξήγαγαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 και στην οποία απασχολείτο ο Αιτητής μεταβιβάστηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 την 1/2/2010 και ως εκ τούτου η απόλυση του Αιτητή δεν μπορεί να συνιστά πλεονασμό καθ΄ ότι η μεταβίβαση μέρους επιχείρησης δεν μπορεί να δικαιολογήσει κατάργηση θέσης εργασίας και/ή πλεονασμό. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στον Αιτητή προτάθηκε να συνεχίσει στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 αλλά αυτός αρνήθηκε. Εν όψει των πιο πάνω το Ταμείο ζητά την απόρριψη της αίτησης εναντίον του με έξοδα υπέρ του. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής τους απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή εναντίον τους και ισχυρίζονται ότι μέρος της επιχείρησης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 παραχωρήθηκε σε αυτούς και ότι η όποια μεταβίβαση έγινε το
  15. Ως εκ τούτου ζητούν απόρριψη της αίτησης εναντίον τους. Νομική Πτυχή Το άρθρο 3

(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το εδάφιο (β) του συγκεκριμένου άρθρου ο πλεονασμός όπως αυτός προβλέπεται στο Μέρος IV του Νόμου συνιστά νόμιμο λόγο τερματισμού απασχόλησης χωρίς καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη. Με βάση το άρθρο 16 του Νόμου ο εργοδοτούμενος που έχει απολυθεί για λόγους πλεονασμού έχει το δικαίωμα να αποζημιωθεί από το Ταμείο. Το ποσό της πληρωμής του καθορίζεται από τα έτη απασχόλησης του εργοδοτούμενου στον εργοδότη που τον απέλυσε και τον τελευταίο μισθό του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................... (γ)Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i)Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii)Καταργήσεις τμημάτων. (iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii)Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το άρθρο 20 του Νόμου προβλέπει τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδοτούμενος αν και απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 20 προνοεί τα πιο κάτω: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού- (α)εάν προ του τερματισμού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.» Σημειώνουμε ότι το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228). Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του άρθρου 20 του Νόμου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Παρατηρούμε λοιπόν ότι στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Νόμος ότι ο εργοδοτούμενος δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο παρά το ότι η απόλυσή του έγινε κάτω από συνθήκες πλεονασμού το συνεχές της απασχόλησης του εργοδοτούμενου δεν διακόπτεται και ο εργοδοτούμενος έχει την ευκαιρία να συνεχίσει να απασχολείται με τους ίδιους ή παρόμοιους όρους εργοδότησης είτε στον εργοδότη του είτε σε ένα άλλο εργοδότη ανάλογα με την περίπτωση. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει του άρθρου 18(α) του Νόμου εκτός αν
(1)η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης οφείλεται σε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» σε άλλο επιχειρηματία - εργοδότη και
(2)ο νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου[2]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης, ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος μετά από μεταβίβαση της «ως έχει» σε αυτόν, του προσφέρει εργασία με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησής του[3]. Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει να κριθεί ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» από τον ένα εργοδότη στον άλλο και ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου έχει ανανεωθεί. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του Νόμου το πρόσωπο που αναλαμβάνει μια επιχείρηση «ως έχει»[4] δεν υποχρεούται να συνεχίσει την εργοδότηση του υπάρχοντος προσωπικού και το προσωπικό που απολύθηκε από τον εργόδοτη που μεταβίβασε την επιχείρησή του δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το 2000 θεσπίστηκε ο Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμος (Ν.104(Ι)/2000)για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής νομοθεσίας με το Κοινοτικό Δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ. Σημειώνουμε ότι ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ (″η Οδηγία″) η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες[5]. Ο σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη[6]. Οι διατάξεις της στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στη διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάξει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτούμενων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από μόνο το γεγονός της μεταβίβασης[7]. Σκοπός της Οδηγίας όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (τότε ονομαζόταν Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ)) είναι ″. να διασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση της επιχείρησης κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα″[8], ″. η εξασφάλισης της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη......″[9] και ″...να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντας τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα″[10]. Το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οφείλει λοιπόν να λάβει υπόψη του τη διατύπωση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[11]. Τα άρθρα 3
(1),
(2)και
(3), 4
(1), 5
(1)και 10
(1),
(2)και
(3)του Ν.104(Ι)/2000 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) προνοούν τ΄ ακόλουθα: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
(2)Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)και των ακόλουθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.
(3)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις .......................... 4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα. ................................ 5
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. .................................... 10
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τους όρους εργασίας που ίσχυαν στην επιχείρηση του εκχωρητή, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά, των διατάξεων των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994.
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.
(3)Σε περίπτωση που ο εργοδότης τερματίζει την εργασιακή σχέση για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, πριν ή μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή βάσει των διατάξεων του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 ο νέος εργοδότης δεν υποχρεούται όπως προσλάβει το προσωπικό της επιχείρησης που ανέλαβε αλλά απαγορεύεται τόσο στον νέο εργοδότη όσο και στον προηγούμενο εργοδότη να προβούν σε πράξεις με τις οποίες ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σκοπό της Οδηγίας που είναι να διατηρηθεί η υπόσταση και το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση. Ως εκ τούτου σε περίπτωση που το προσωπικό της επιχείρησης απολυθεί λόγω της μεταβίβασης είτε πριν τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση είτε μετά τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση τότε εκτός αν η απόλυση οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως οι οποίοι προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση του προσωπικού είναι παράνομη και οι εργοδοτούμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις[12]. Αν η απόλυση οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως οι οποίοι προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης τότε ο απολυόμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρησή του λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη ή κατάργησε ένα τμήμα λόγω μεταβίβασης του τμήματος σε άλλο εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000, η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης ή η κατάργηση τμήματος δεν αποτελούν πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση/ή στο τμήμα και κατά συνέπεια απόλυση εργοδοτουμένου λόγω παύσης διεξαγωγής επιχείρησης/ή κατάργησης τμήματος συνεπεία μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλο επιχειρηματία θεωρείται ως παράνομη απόλυση[13]. Με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη. Με βάση νομολογία του ΔΕΕ μετά την ημερομηνία μεταβίβασης
(1)ο προηγούμενος εργοδότης απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του ως εργοδότης και οι εν λόγω υποχρεώσεις του μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη ανεξάρτητα από τη θέληση του εργοδοτούμενου[14] και
(2)οι εργοδοτούμενοι που απολύθηκαν παράνομα από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση λίγο πριν τη μεταβίβαση και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση «μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως[15].» Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η Οδηγία δεν αποβλέπει στη διατήρηση της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσης με τον εκχωρητή στην περίπτωση κατά την οποία ο απασχολούμενος στην επιχείρηση εργαζόμενος δεν επιθυμεί να παραμείνει στην υπηρεσία του εκδοχέα[16] και οι διατάξεις του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας[17] δεν εμποδίζουν τον εργοδοτούμενο ο οποίος απασχολείται από τον εκχωρητή κατά την ημερομηνία μεταβίβασης της επιχείρησης να εναντιωθεί στη μεταβίβαση στον εκδοχέα της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εκχωρητή[18]. Το ΔΕΕ διευκρίνισε στις αποφάσεις του ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει αλλά ούτε και απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδοτούμενος αποφασίζει ελεύθερα να μη συνεχίσει με τον εκδοχέα τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, η σύμβαση ή σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν την επιφυλασσόμενη στη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας τύχη. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ή η σχέση εργασίας θεωρείται ως λυθείσα είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδοτοτούμενου είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδότη. Μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας διατηρείται με τον εκχωρητή[19]. Σημειώνουμε ότι στο Ν.104(Ι)/2000δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για την τύχη της εργασιακής σχέσης μεταξύ του εργοδοτούμενου και του εκχωρητή στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος εναντιώνεται στη μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης με τον εκχωρητή στον εκδοχέα. Αντλώντας καθοδήγηση από την νομολογία του ΔΕΕ, κατά την κρίση μας για να στερηθεί κάποιος εργοδοτούμενος της προστασίας της Οδηγίας πρέπει είτε να έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του κατά τον χρόνο της μεταβίβασης είτε να έχει συμφωνήσει με τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα ότι η εργοδότηση του τερματίζεται από την ημερομηνία της μεταβίβασης είτε να έχει εναντιωθεί στη μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης υπό την έννοια της άρνησης του εργοδοτουμένου να συνεχίσει να εργοδοτείται στην επιχείρηση που μεταβιβάστηκε παρόλο που οι υφιστάμενοι όροι εργασίας του εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ. Βάρος Απόδειξης Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, ″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″ δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου. Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 με βάση τους λόγους που προβάλλουν στην έγγραφο εμφάνισή τους έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου. Για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης οι Καθ΄ών η αίτηση 1 προσκόμισαν τη μαρτυρία του κ.Πέτρου Αθανασιάδη. Οι Καθ΄ών η αίτηση 3 προσκόμισαν τη μαρτυρία του κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη, του κ.Χρίστου Θεοδούλου, λειτουργού στην υπηρεσία Φ.Π.Α. στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και της κας Γεωργίας Ροτσάκη η οποία εργάζεται στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Για το Ταμείο κατέθεσε ο κ.Δημήτρης Δημητρίου, βοηθός ασφαλιστικός λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού. Ο Αιτητής για να υποστηρίξει το αίτημά του πρόσφερε μόνο τη δική του μαρτυρία. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο κ.Πέτρος Αθανασιάδης κατέθεσε ότι όταν ενημερώθηκε ο κ.Ζαχαρίας Αθανασιάδης, ο οποίος είναι αδελφός του, ότι προχώρησε στην απόλυση του Αιτητή στις 22/2/2010 επικοινώνησε μαζί του και του πρότεινε να αγοράσει τη λιανική πώληση των εξώστ και αυτός αποδέκτηκε. Ισχυρίστηκε ότι όταν συμφώνησαν ενημέρωσαν αμέσως την υπηρεσία Φ.Π.Α. και τον Αιτητή. Ότι πήγαν με τον αδελφό του στο συνεργείο που εργαζόταν ο Αιτητής όπου ενημέρωσαν τον Αιτητή για τη συμφωνία που είχαν κάνει. Ότι ο αδελφός του πρότεινε στον Αιτητή να συνεχίσει να εργάζεται σε αυτόν. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής τους είπε ότι δεν επιθυμεί να συζητήσει τέτοιο θέμα και ότι με τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης επιθυμεί να σταματήσει να εργάζεται. Υποστήριξε ότι μετά τις 16/4/2010 το συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό δεν λειτουργούσε καθημερινώς αλλά μόνο με ραντεβού. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση 3 διευκρίνισε ότι η συμφωνία μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και Καθ΄ ών η αίτηση 3 έγινε γύρω στις 23/2/2010 με ημερομηνία έναρξης 1/3/
  1. Υποστήριξε ότι η γραπτή συμφωνία που έγινε ήταν αυτή που στάληκε στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  2. Ισχυρίστηκε ότι όταν επισκέφθηκαν τον Αιτητή και τους ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει την απασχόλησή του στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή εξαιρέθηκε από τη συμφωνία πώλησης καθ΄ ότι δεν υπήρχε προσωπικό που μπορούσε να λειτουργήσει το εν λόγω συνεργείο. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 3 υποστήριξε ότι εκ παραδρομής και λόγω λάθους δικού του στάληκε στο Ταμείο συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο οποίο αναφέρεται ως ημερομηνία πώλησης η 1/2/
  3. Ήταν η θέση του ότι όταν απέστειλε στην υπηρεσία Φ.Π.Α. το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο δεν κράτησε αντίγραφο. Ότι είχαν μόνο το πρότυπο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και όταν του ζητήθηκαν λεπτομέρειες από το Ταμείο για την απόλυση του κ.Λοϊζου εκτύπωσε το συγκεκριμένο πρότυπο με λανθασμένες ημερομηνίες και το απέστειλε στο Ταμείο. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε πίεση χρόνου από το Ταμείο για να τους αποστείλει τη συγκεκριμένη συμφωνία και ότι για αυτό τον λόγο δεν πρόσεξε τη λανθασμένη ημερομηνία. Επανέλαβε ότι το συνεργείο στη Γρίβα Διγενή εξαιρέθηκε από τη συμφωνία πώλησης των συνεργείων στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 και ότι μετά την 1/3/2010 συνέχισε να λειτουργεί από τους Καθ΄ ών η αίτηση
  4. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Ταμείου σημείωσε ότι τα δύο συνεργεία στη Λεμεσό λειτουργούσαν με διαφορετικό καθεστώς από αυτά της Λάρνακας και της Λευκωσίας. Δεν θυμόταν πότε υπογράφηκε το Τεκμήριο 3 ούτε πότε υπογράφηκε το Τεκμήριο
  5. Ερωτώμενος για την αναφορά του στο Τεκμήριο 4 για συμφωνία μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 τον Οκτώβριο του 2009 απάντησε ότι το θέμα αγοράς / ανάληψης / διαχείρισης της λειτουργίας των συνεργείων εφαρμογής εξώστ από τον αδελφό του ήταν ένα θέμα που συζητήθηκε ενδοοικογενειακά αρκετά χρόνια πριν. Ισχυρίστηκε ότι πιεζόταν από το Ταμείο για να στείλει τα στοιχεία που ζητούσε και ότι συνέταξε την επιστολή προς το Ταμείο σε σχέση με την απόλυση του κ.Λοϊζου χωρίς τη δέουσα προσοχή. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στο Τεκμήριο 4 την εξαίρεση του συνεργείου της οδού Γρίβα Διγενή από τη συμφωνία πώλησης των συνεργείων απάντησε ότι το Τεκμήριο 4 ετοιμάστηκε με αρκετή πίεση χρόνου από το Ταμείο και ότι συντάχθηκε επιπόλαια. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο του Αιτητή ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία που επισκέφθηκαν μαζί με τον αδελφό του τον Αιτητή αλλά σημείωσε ότι αυτό πρέπει να ήταν μία - δύο μέρες μετά που του δόθηκε η επιστολή απόλυσης. Ο κ.Ζαχαρίας Αθανασιάδης καταθέτοντας ανέφερε ότι αγόρασε τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 από δικηγορικό γραφείο. Ότι συμφώνησε προφορικά με τον αδελφό του για την αγορά των συνεργείων εφαρμογής εξώστ όταν ενημερώθηκε για την επιστολή απόλυσης του Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι αυτό πρέπει να έγινε γύρω στις 26/2/
  6. Ότι η συμφωνία αφορούσε την αγορά και των τεσσάρων συνεργείων λιανικής πώλησης που διατηρούσαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 ανά το παγκύπριο και ότι η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου καθ΄ ότι ματαιώθηκε για το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό επειδή ο Αιτητής αρνήθηκε να συνεχίσει να απασχολείται στο εν λόγω συνεργείο. Ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τον Αιτητή στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή όπου αφού τον ενημέρωσε για τη συμφωνία με τον αδελφό του, του είπε ότι θέλει να συνεχίσει μαζί του. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής του απάντησε ότι εργάζεται για 25 χρόνια στο εν λόγω συνεργείο και τον παρακάλεσε όπως τον αφήσουν να πάει στο καλό. Λόγω της πιο πάνω στάσης του Αιτητή δεν του έκανε οποιαδήποτε προσφορά εργασίας. Υποστήριξε ότι ήταν πολύ δύσκολο να βρει εξειδικευμένο υπάλληλο που να μπορεί να ασχοληθεί με την εφαρμογή εξώστ και ότι όταν ενημερώθηκε ότι ένας πρώην υπάλληλος της εταιρείας του στην Πάφο επέστρεψε από την Ελλάδα, επικοινώνησε μαζί του και τον ρώτησε κατά πόσον επιθυμούσε να εργοδοτηθεί σε αυτόν. Ότι όταν αυτός αποδέκτηκε συμφώνησε με τον αδελφό του να αγοράσει και το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή το οποίο υπολειτουργούσε. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 λέγοντας ότι είναι αυτό το συμφωνητικό έγγραφο που υπέγραψε με τον αδελφό του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 είπε ότι το είδε μετά που άρχισε η υπόθεση του Αιτητή στο Δικαστήριο και ότι δεν είναι αυτός που το υπέγραψε καθ΄ ότι την ημέρα που του ζητήθηκε να υπογράψει ήταν εκτός πόλεως και εξουσιοδότησε κάποιο φίλο του να το υπογράψει. Η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 δεν αντεξέτασε τον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του Ταμείου ισχυρίστηκε ότι δεν διαγράφηκε από το συμφωνητικό έγγραφο το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή καθ΄ ότι το συμβόλαιο έγινε για τυπικούς λόγους. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν η επίσκεψη στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή όπου συνάντησε τον Αιτητή έγινε πριν ή μετά την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου. Σημείωσε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 ανέλαβαν το συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό περί τα μέσα Μαΐου του 2010 και ότι όταν βρήκε εργοδοτούμενο για το κατάστημα στην οδό Γρίβα Διγενή αποτάθηκε εκ νέου στον αδελφό του και συμφώνησαν εκ νέου προφορικά για το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό. Το άτομο που απασχολείτο από τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή πρόσφερε τις υπηρεσίες του με σύμβαση αγοράς υπηρεσιών και όχι ως εργοδοτούμενος των Καθ΄ ών η αίτηση
  7. Σε ερωτήσεις αναφορικά με το πόσους υπαλλήλους είχαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 το 2010, 2011 και 2012 και κατά πόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 εγγράφησαν στο μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδότης, απάντησε ότι δεν γνωρίζει επειδή δεν χειρίζεται τα λογιστικά θέματα των Καθ΄ ών η αίτηση
  8. Όταν ερωτήθηκε ποιο ήταν το άτομο που απασχολήθηκε τον Μάϊο του 2010 στο συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό είπε ότι το όνομά του είναι Γιώργος, ότι είναι Πόντιος, ότι νομίζει ότι το πραγματικό όνομά του είναι Rafik και ότι δεν θυμάται το επίθετό του. Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο του Αιτητή επανέλαβε ότι πήγε στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή τέλη Φεβρουαρίου του 2010 με σκοπό να συζητήσει με τον Αιτητή τη συνέχιση της απασχόλησής του στο συνεργείο και ότι δεν του έκανε συγκεκριμένη προσφορά επειδή ο Αιτητής ήταν κάθετος στο να σταματήσει να εργάζεται. Δεύτερος μάρτυρας για τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 ήταν ο κ.Χρήστος Θεοδούλου ο οποίος κατέθεσε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 εγγράφηκαν στο μητρώο του Φ.Π.Α. την 1/3/2010 δηλώνοντας ότι έχει μεταβιβαστεί σε αυτούς μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των Καθ΄ ών η αίτηση
  9. Στο τμήμα Φ.Π.Α. κατατέθηκε το συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 ημερομηνίας 1/3/2010 το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  10. Η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 δεν αντεξέτασε τον εν λόγω μάρτυρα. Κατά την αντεξέτασή του από το Ταμείο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν κατά την υποβολή της αίτησης των Καθ΄ ών η αίτηση 3 για εγγραφή στο μητρώο του Φ.Π.Α. εξετάστηκε κατά πόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία αλλά σημείωσε ότι το πιστοποιητικό σύστασης των Καθ΄ ών η αίτηση 3 είναι κατατεθειμένο στο φάκελο των Καθ΄ ών η αίτηση
  11. Η δικηγόρος του Αιτητή δεν αντεξέτασε τον εν λόγω μάρτυρα. Ως τρίτος μάρτυρας για τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 κατέθεσε η κα Γεωργία Ροτσάκη. Κατά την κατάθεσή της ανέφερε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ότι συστάθηκε στις 25/1/2010 με αριθμό εγγραφής
  12. Ότι ο αριθμός εγγραφής 26137 ανήκει σε άλλη εταιρεία η οποία έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 6/8/
  13. Οι δικηγόροι των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και του Αιτητή δεν αντεξέτασαν την εν λόγω μάρτυρα. Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Ταμείου ανέφερε ότι στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δεν υπάρχουν δύο εγγεγραμμένες εταιρείες οι οποίες φέρουν τον ίδιο αριθμό εγγραφής. Το Ταμείο κάλεσε ως μάρτυρα τον κ.Δημήτρη Δημητρίου ο οποίος αφού κατέθεσε σχετικά με (α) τα καθήκοντά του ως Βοηθός Ασφαλιστικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού και (β) τις διαδικασίες εγγραφής κάποιου προσώπου ως εργοδότη στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφερε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 υπέβαλαν στις 6/5/2014 αίτηση εγγραφής τους ως εργοδότης από 1/1/2013 (Τεκμήριο 9). Την ίδια ημέρα εγκρίθηκε η εν λόγω αίτηση των Καθ΄ ών η αίτηση 3 από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δόθηκε αριθμός μητρώου εργοδότη στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 (Τεκμήριο 10). Την ημέρα εγγραφής των Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο μητρώο εργοδοτών εγγράφηκε και η πρόσληψη του διευθυντή των Καθ΄ ών η αίτηση 3 ως εργοδοτούμενου των Καθ΄ ών η αίτηση
  14. Στις 13/1/2016 οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 κατέθεσαν έντυπο με το οποίο πληροφορούσαν το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι προσέλαβαν ως εργοδοτούμενό τους τον κ.Ραφίκ Σαρίδη από 1/10/2015 και ζητούσαν όπως εγγραφεί ως εργοδοτούμενός τους (Τεκμήριο 11). Ήταν η θέση του ότι σύμφωνα με τα αρχεία του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων η εργοδότηση του κ.Σαρίδη από τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 εξακολουθεί να υφίσταται και ότι ο κ.Σαρίδης δεν έχει εγγραφεί προηγουμένως στο μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος. Περαιτέρω κατέθεσε ότι ο κ.Ζαχαρίας Αθανασιάδης δεν εγγράφηκε ο ίδιος ως εργοδότης. Οι δικηγόροι των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και του Αιτητή δεν αντεξέτασαν τον εν λόγω μάρτυρα. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση 3 ανέφερε ότι μια εταιρεία μπορεί να αγοράζει υπηρεσίες από κάποιο τρίτο πρόσωπο και ότι σε αυτή την περίπτωση δεν έχει υποχρέωση να γράψει το τρίτο πρόσωπο στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθ΄ ότι υποχρέωση να εγγραφεί στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις έχει αυτός που προσφέρει υπηρεσίες ως αυτοεργοδοτούμενος. Κατά την επανεξέτασή του ανέφερε ότι σε περίπτωση που κάποια εταιρεία αγοράζει υπηρεσίες από τρίτα πρόσωπα έχει υποχρέωση να γραφτεί ως εργοδότης. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι στις 22/2/2010 ο κ.Πέτρος Αθανασιάδης του παρέδωσε το Τεκμήριο 12 και ότι από τις 22/2/2010 μέχρι και τις 16/4/2010 λάμβανε οδηγίες σχετικά με την απασχόλησή του από τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη. Ήταν η θέση του ότι δεν τον ενημέρωσαν για οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τον εργοδότη του. Αρνήθηκε ότι μετά τις 22/2/2010 τον επισκέφθηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για να του ζητήσει να συνεχίσει την απασχόλησή του στο συνεργείο. Απέρριψε τη θέση ότι αυτός είπε στους κ.κ. Πέτρο και Ζαχαρία Αθανασιάδη ότι δεν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται. Ισχυρίζεται ότι μετά τις 16/4/2010 γράφτηκε ως άνεργος και ακολούθως βρήκε άλλη εργασία στην οποία αμείβεται €370 την εβδομάδα. Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση 1 σε ερώτηση κατά πόσον η πελατεία του συνεργείου στην οδό Γρίβα Διγενή μειώθηκε λόγω του ότι τα εξώστ των αυτοκινήτων πλέον έρχονται έτοιμα και δεν χρειάζονται συγκόλληση, απάντησε ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι η πελατεία στο συνεργείο μειώθηκε για αυτό τον λόγο. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση 3 ανέφερε ότι όταν παρέλαβε το Τεκμήριο 12 δεν επικοινώνησε με τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη για να τον ρωτήσει τι έγινε. Παραδέχτηκε ότι γνωρίζει τον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη. Ήταν η θέση του ότι μετά που παρέλαβε το Τεκμήριο 12 δεν συναντήθηκε με τον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη. Επανέλαβε ότι δεν γνώριζε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 θα αναλάμβαναν το συνεργείο που εργαζόταν και ότι δεν γνώριζε για τη συμφωνία που έγινε μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση
  15. Επέμενε ότι οι κ.κ. Πέτρος και Ζαχαρίας Αθανασιάδης δεν τον επισκέφθηκαν στο συνεργείο που εργαζόταν για να του προτείνουν να μείνει στην εργασία του στο συνεργείο υπό τη διαχείριση των Καθ΄ ών η αίτηση
  16. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Ταμείου επανέλαβε τις θέσεις του ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για την πώληση του συνεργείου που εργαζόταν στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 και ότι ουδέποτε του προτάθηκε να παραμείνει στην εργασία του μετά που παρέλαβε το Τεκμήριο
  17. Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Κατάληξη Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα πιο κάτω ζητήματα και να αποφανθεί επί των ακόλουθων θεμάτων: (α) Κατά πόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή υπήρξε μεταβίβαση, είτε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου είτε σύμφωνα με τον Ν.104(Ι)/2000, του τμήματος της επιχείρησης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο οποίο εργαζόταν ο Αιτητής στους Καθ΄ ών η αίτηση 3, και (β)(i) Στην περίπτωση που η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική κατά πόσον κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή υπήρχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την απόλυση του Αιτητή. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή δεν υφίσταντο τέτοιοι λόγοι, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον ο Αιτητής με τη συμπεριφορά που επέδειξε μπορεί να θεωρηθεί ότι εναντιώθηκε στη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης του με τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 έτσι ώστε να τίθεται εκτός των προστατευτικών διατάξεων του Ν.104(Ι)/2000 και/ή ότι δεν αποδέχτηκε την ανανέωση της σύμβασης απασχόλησής του από τους Καθ΄ ών η αίτηση 3, ή (ii) Στην περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα υπό το σημείο (α) πιο πάνω είναι αρνητική, κατά πόσον κατά τον χρόνο απόλυσης του Αιτητή υπήρχαν συνθήκες πλεονασμού στην επιχείρηση των Καθ΄ ών η αίτηση 1 που δικαιολογούσαν τον πλεονασμό του Αιτητή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σημειώνουμε ότι ο κος Θεοδούλου και η κα Ροτσάκη απαντούσαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν με αμεσότητα και έδωσαν όλες τις επεξηγήσεις που τους ζητήθηκαν. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι οι θέσεις που προέβαλαν κατά την κατάθεσή τους δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Το μόνο που τους ζητήθηκε ήταν να διευκρινίσουν συγκεκριμένα θέματα. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και βρίσκουμε ότι οι αναφορές τους για τα γεγονότα που κατέθεσαν αποτελούν γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ.Δημητρίου δεχόμαστε τη μαρτυρία του σχετικά με τις εγγραφές των Καθ΄ ών η αίτηση 3 και του κ.Ραφίκ Σαρίδη στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αξιόπιστη. Η εν λόγω μαρτυρία του (α) υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατέθεσε ενώπιόν μας και (β) δεν αμφισβητήθηκε από τους άλλους διαδίκους κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω λάβαμε υπόψη ότι πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος δεν έχει προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση. Σχετικά με τη μαρτυρία του που αφορούσε το καθήκον εγγραφής μιας εταιρείας η οποία δεν έχει δικούς της υπαλλήλους αλλά αγοράζει υπηρεσίες από άλλα πρόσωπα στο μητρώο Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρατηρούμε ότι αυτή δεν ήταν ξεκάθαρη και δεν στηριζόταν σε κάποιο νομικό υπόβαθρο. Συνακόλουθα η εν λόγω μαρτυρία του κ.Δημητρίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημά μας ότι οι αναφορές του κ.Δημητρίου αναφορικά με τις εγγραφές του κ.Ραφίκ Σαρίδη και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελούν πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά τόσο των Καθ΄ ών η αίτηση 1 όσον και των Καθ΄ ων η αίτηση 3 εντοπίσαμε στοιχεία τα οποία δημιουργούν ουσιαστικές αμφιβολίες σχετικά με το αξιόπιστό της. Και εξηγούμε: (α) Ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 δεν ανέφερε σε κανένα σημείο της ένορκης κατάθεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό τελικά μεταβιβάστηκε στους Καθ΄ ών η αίτηση
  18. Σε ερώτηση για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 4 το οποίο γράφτηκε από αυτόν το 2011 αναφέρεται σε μεταβίβαση όλων των συνεργείων που διατηρούσαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 στους Καθ΄ ών η αίτηση 3, απάντησε ότι αυτό έγινε λόγω λάθους καθότι έγραψε πολύ βιαστικά την εν λόγω επιστολή. Σημειώνουμε ότι στο δικόγραφο τους οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 δεν αναφέρουν οτιδήποτε θετικό και συγκεκριμένο σε σχέση με τη μεταβίβαση του συνεργείου της οδού Γρίβα Διγενή και/ή των συνεργείων τους στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 αλλά απλώς αναφέρουν ότι αγνοούν τον ισχυρισμό του Αιτητή για μεταβίβαση την 1/2/
  19. Ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 3 διαφοροποιούμενος από τα πιο πάνω κατέθεσε ότι το συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό μεταβιβάστηκε στους Καθ΄ ων η αίτηση 3 τον Μάιο του 2010 (παρατηρούμε ότι η πιο πάνω θέση του μάρτυρα των Καθ΄ ών η αίτηση 3 είναι σε διάσταση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό τους ότι η όποια μεταβίβαση από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 που αφορούσε μέρος της επιχείρησης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 έγινε το 2011) και δικαιολόγησε την αναφορά στο Τεκμήριο 4 σε μεταβίβαση όλων των συνεργείων ότι την περίοδο που γράφτηκε η εν λόγω επιστολή οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 είχαν στην κατοχή τους όλα τα συνεργεία των Καθ΄ ών η αίτηση
  20. Περαιτέρω ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 κατέθεσε ότι το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό εξαιρέθηκε από τη συμφωνία πώλησης των συνεργείων μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 χωρίς να προσκομίσει οποιοδήποτε έγγραφο που να δεικνύει την πιο πάνω εξαίρεση ή τη διαφοροποίηση της συμφωνηθείσας τιμής πώλησης λόγω της πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν εξαίρεσης. Επίσης ενώ ανέφερε ότι η συμφωνία μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 έγινε γύρω στις 23-24/2/2010, ότι εκείνες τις μέρες επισκέφτηκαν τον Αιτητή και ενημέρωσαν το τμήμα Φ.Π.Α. για την αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των Καθ΄ ών η αίτηση 1, δεν ανέφερε για ποιο λόγο δεν ενημερώθηκε το τμήμα Φ.Π.Α. για την εξαίρεση του συνεργείου της οδού Γρίβα Διγενή από τη συμφωνία πώλησης τη στιγμή που με βάση το Τεκμήριο 6 διαφαίνεται ότι οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 διενεργούσαν λιανικές πωλήσεις μετά την 1/3/
  21. Ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 3 υποστήριξε ότι το εν λόγω συνεργείο αφαιρέθηκε από τη συμφωνία πώλησης που έγινε τέλη Φεβρουαρίου του 2010 και ότι τον Μάιο του 2010 έγινε νέα συμφωνία μεταξύ των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 για το εν λόγω συνεργείο χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του. Σημειώνουμε ότι ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 3 όταν ρωτήθηκε κατά ποσόν επισκέφτηκε τον Αιτητή πριν την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 7 απάντησε ότι δεν θυμάται, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό καθότι υπό το φώς των δικών του θέσεων σε περίπτωση που τον επισκέφτηκε πριν την υπογραφή της συμφωνίας δεν θα υπήρχε λόγος στο Τεκμήριο 7 να αναφέρεται το συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή. (β) Οι εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 σχετικά με την αναφορά στο Τεκμήριο 4 για συμφωνία πώλησης των συνεργείων τον Οκτώβριο του 2009 με ημερομηνία έναρξης την 1/3/2010 στερούνται, κατά την άποψή μας, πειστικότητας. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς η πίεση χρόνου θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον να γράψει σε μια επιστολή κάτι που δεν ευσταθούσε. Κατά την κρίση μας η θέση ότι το θέμα πώλησης των συνεργείων συζητείτο ενδοοικογενειακά χρόνια πριν δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη αναφορά. Ούτε μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτό γράφτηκε λόγω επιπολαιότητας τη στιγμή που
(1)η εν λόγω επιστολή αναφέρεται στους λόγους απόλυσης του κ.Λοϊζου ο οποίος απολύθηκε τον Νοέμβριο του 2009 από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1, και (β) στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά σε πρόταση που έγινε από τους Καθ΄ ών η αίτηση 3 στον κ.Λοϊζου για συνέχιση της συνεργασίας τους με άλλους όρους. Μας δημιουργείται η απορία πώς γίνεται οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 να προτείνουν στον κ.Λοϊζου, ο οποίος απολύθηκε τον Νοέμβριο του 2009, συνέχιση της συνεργασίας τους αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 3 η συμφωνία για πώληση έγινε τέλη Φεβρουαρίου του 2010 και ότι προηγουμένως απλώς συζητείτο το ενδεχόμενο πώλησης των συνεργείων. Τα πιο πάνω, κατά την άποψή μας, κλονίζουν σοβαρά την αξιοπιστία του μάρτυρα των Καθ΄ ών η Αίτηση
  1. (γ) Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του μάρτυρα των Καθ΄ ών η αίτηση 3 μας δημιούργησαν οι ισχυρισμοί του ότι δεν θυμόταν από πότε οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 κατέβαλλαν εισφορές για κοινωνικές ασφαλίσεις για τους εργοδοτούμενούς τους καθότι δεν ασχολείται όπως είπε με λογιστικά θέματα. Δεν μας φαίνεται φυσικό ένας διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί να δώσει μια θετική απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον και από πότε η εταιρεία του κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις ως εργοδότης. Περαιτέρω αρνητική εντύπωση μας άφησε το γεγονός ότι ο μάρτυρας των Καθ΄ ών η αίτηση 3 όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν το πρόσωπο που αποδέχτηκε να εργαστεί με σύμβαση υπηρεσιών στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή τον Μάιο του 2010 δεν απάντησε με αμεσότητα αλλά αρχικά είπε ότι τον λένε Γιώργο, μετά ότι είναι Πόντιος και ότι τον λένε Ραφίκ και ακολούθως ότι δεν θυμάται το επίθετό του. Δεν μας φαίνεται φυσιολογικό να μην μπορεί ο μάρτυρας να απαντήσει την εν λόγω ερώτηση αμέσως χωρίς δισταγμούς τη στιγμή που όπως ισχυρίστηκε με το εν λόγω πρόσωπο συνεργάστηκε πιο παλιά στο συνεργείο που διατηρούσε στην Πάφο και όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του κ. Δημητρίου σήμερα οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 εργοδοτούν ως υπάλληλο ένα πρόσωπο που ονομάζεται Ραφίκ Σαρίδης. (δ) Το γεγονός ότι ούτε οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 ούτε οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 επικαλέστηκαν στους γενικούς λόγους των έγγραφων εμφανίσεών τους ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 πρόσφεραν στον Αιτητή να παραμείνει στην υπηρεσία τους εκτός του ότι τους εμποδίζει από το να επικαλούνται τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την άποψή μας, ενόψει και της θέσης τους ότι το συνεργείο που εργαζόταν ο Αιτητής εξαιρέθηκε από τη συμφωνία πώλησης των συνεργείων την 1/3/2010 λόγω της άρνησης του Αιτητή να συνεχίσει να εργάζεται στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 τείνει να καταδείξει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί τους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους. Σημειώνουμε ότι το Ταμείο στην έγγραφη εμφάνισή του αναφέρει ότι στον Αιτητή έγινε προσφορά να συνεχίσει να εργάζεται στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 αλλά ο Αιτητής αρνήθηκε. Δεν προσκόμισε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζει την εν λόγω αναφορά του ούτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τον λόγο που αναφέρει τον εν λόγω ισχυρισμό στο δικόγραφό του. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 η μαρτυρία τους απορρίπτεται στο σύνολό της ως αναξιόπιστη. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αιτητή σημειώνουμε ότι μας φαίνεται λίγο παράδοξο ο Αιτητής ο οποίος εργαζόταν 26 χρόνια στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 να μην έχει πληροφορηθεί με κάποιον τρόπο μετά που έλαβε την επιστολή απόλυσής του (είτε από τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη είτε από την ιδιαιτέρα του κ.Πέτρου Αναστασιάδη) ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 θα μεταβίβαζαν τα συνεργεία λιανικής πώλησής τους στους Καθ΄ ών η αίτηση
  2. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής αρχικά όταν ρωτήθηκε κατά πόσον μετά που έλαβε το Τεκμήριο 12 συνάντησε στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή είτε τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη είτε τον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη απάντησε ότι συνάντησε τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη, στη συνέχεια σε ερώτηση κατά πόσον μετά την 1/3/2010 ο κ.Ζαχαρίας Αθανασιάδης επισκέφθηκε το συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή είπε ότι «όποτε επέρναν από τη γειτονιά εβρεθούμασταν» χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τι το συζητούσαν σε αυτές τις συναντήσεις τους και ακολούθως όταν του υποδείχτηκε ότι ανέφερε προηγουμένως ότι μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 12 συνάντησε μόνο τον κ.Πέτρο Αθανασιάδη απάντησε ότι δεν θυμάται αν είδε τον κ.Ζαχαρία Αθανασιάδη. Κατά την κρίση μας τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της υπόθεσης στην πραγματική τους διάσταση. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχτούμε στη μαρτυρία του Αιτητή για εξαγωγή συμπερασμάτων και ως εκ τούτου η μαρτυρία του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτή. Παρατηρούμε ότι από την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιόν μας και τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο ενώ θα μπορούσε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι υπήρξε μεταβίβαση του συνεργείου της οδού Γρίβα Διγενή από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 εντός των προνοιών του Νόμου και του Ν.104(Ι)/2000, δεν μπορεί να καταλήξει αναφορικά με τον χρόνο που έλαβε χώρα αυτή η μεταβίβαση ώστε να κρίνει κατά πόσον αυτή έλαβε χώρα, για σκοπούς είτε του Νόμου είτε του Ν.104(Ι)/2000, κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή ώστε να είναι σχετική με την απόλυση του Αιτητή. Πιο συγκεκριμένα ενώ από το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας διαφαίνεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 ανέλαβαν τις εργασίες των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή (Τεκμήρια 3, 4, 7, 10 και 11), τα έγγραφα που κατατέθηκαν είναι αντιφατικά σχετικά με την ημερομηνία μεταβίβασης αφού στο Τεκμήριο 3 αναφέρεται ως ημερομηνία μεταβίβασης η 1/2/2010, στο Τεκμήριο 4 ότι η συμφωνία έγινε από τον Οκτώβριο του 2009 με ισχύ από 1/3/2010, το Τεκμήριο 7 είναι συμφωνία με ισχύ από 1/3/2010 και το Τεκμήριο 6 δεικνύει ότι μέχρι και τις 16/4/2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 ασκούσαν εργασίες στο συνεργείο της οδού Γρίβα Διγενή. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα κατά ποσόν κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή υπήρξε μεταβίβαση του συνεργείου που διατηρούσαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό στους Καθ΄ ών η αίτηση
  3. Σημειώνουμε ότι το Ταμείο δεν προσκόμισε μαρτυρία που να δεικνύει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 προσέλαβαν συγκολλήτες μετά την απόλυση του Αιτητή. Ούτε προσκόμισε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 πρότειναν στον Αιτητή ανανέωση της σύμβασης εργασίας του που είχε με τους Καθ΄ ών η αίτηση
  4. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογείται η απόλυση του Αιτητή με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Σημειώνουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά ποσόν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου στο βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση το Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Βρίσκουμε ότι η μείωση του κύκλου εργασιών των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο συνεργείο τους στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό σχετικά με την εφαρμογή εξώστ για τα έτη 2007-2009 ήταν αρκετά σημαντική (23%) και καταδεικνύει ουσιαστική μείωση στον όγκο εργασίας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο εν λόγω συνεργείο τους στο τομέα που εργαζόταν ο Αιτητής (ο Αιτητής ήταν συγκολλητής) και δικαιολογεί κατά τη γνώμη μας την από μέρους των Καθ΄ ών η αίτηση 1 λήψης μέτρων απόλυσης προσωπικού. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου και κατά συνέπεια ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο κατέληγε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή υπήρξε μεταβίβαση του τμήματος της επιχείρησης που εργαζόταν ο Αιτητής από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 η οποία μεταβίβαση καλύπτεται από τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 η κατάληξή μας πάλι θα ήταν η ίδια καθότι η μείωση του κύκλου εργασιών του συνεργείου στην οδό Γρίβα Διγενή ήταν αρκετά ουσιώδης ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως οικονομικός λόγος που δικαιολογούσε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.104(Ι)/2000 την απόλυση του Αιτητή από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 και τη μη πρόσληψή του από τους Καθ΄ ών η αίτηση 3. Ακόμα και στην περίπτωση που καταλήγαμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή υπήρξε μεταβίβαση ως έχει της επιχείρησης που διατηρούσαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 στο συνεργείο στην οδό Γρίβα Διγενή στους Καθ΄ ών η αίτηση 3 το δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού δεν θα ακυρωνόταν καθότι δεν αποδείχτηκε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 3 ανανέωσαν (όπως προβλέπεται στον Νόμο) τη σύμβαση εργασίας του Αιτητή. Αποζημιώσεις Υπό το φως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii)του Νόμου και κατά συνέπεια ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής του (26 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται ο Αιτητής αντιστοιχεί με τις απολαβές 75.5 εβδομάδων ήτοι ποσό €38.486,88 (75,5 Χ €509,76). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €38.486,88 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Ταμείου δικηγορικά έξοδα €1,700 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει). Η αίτηση εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και των Καθ΄ ών η αίτηση 3 για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) .............. Στ. Χατζημανώλης, Μέλος. Δ. Χαριλάου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Μεταβίβαση επιχείρησης, Απόλυση). [1] Βλέπε παράγραφο 3 των γενικών λόγω της αίτησης, παράγραφο 2 των γενικών λόγων της έγγραφου εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και παραγράφους 2 και 3 των γενικών λόγων της έγγραφου εμφάνισης του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού. [2] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [3] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. [4] Έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να ανανεώσει τη σύμβαση απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στον επιχειρηματία που του μεταβίβασε την επιχείρηση. Από τη στιγμή όμως που είτε ρητώς είτε σιωπηρώς του ανανεώνει τη σύμβαση εργασίας τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον αρχικό εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχολήσεως των εργοδοτουμένων ως απασχόληση στον νέον εργοδότη και η απασχόληση του εργοδοτούμενου ως συνεχής με την απασχόληση του στον προηγούμενο εργοδότη. [5] Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. [6] Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ τονίζει ότι: ″Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους″. [7] Απόφαση ΔΕΚ 19/83 Wendelboe, Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas [8] Απόφαση ΔΕΚ 324/1986 Telerrup, Απόφαση ΔΕΚ 135/1983 Abels. [9] Απόφαση ΔΕΚ 173/96 Hidalgo. [10] Απόφαση ΔΕΚ 287/66 Ny Molle Kro. [11] Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA. [12] Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ. 628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». [13] Άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/
  1. [14] Το ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.».Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου. Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση Αρ. 359/2009 CTC-ARI AIRPORT LTD V
  2. Χαράλαμπου Ανδρέου ημερομηνίας 26.11.
  3. [15] Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». [16] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg. [17] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «3
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται διά της μεταβιβάσεως αυτής στον εκδοχέα. Τα κράτη μέλη δύναται να προβλέπουν ότι μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από την μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης». [18] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς, Αποφάση ΔΕΚ στην υπόθεση C-399/96 Europiéces, Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-171/94 και 172/94 Merckx. [19] Απόφαση ΔΕΚ στις υποθέσεις C-132, 138 και 139 /91 Κατσικάς. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.