ΣΑΒΒΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ν. ALPAN ELECTROLINE LTD, Αρ. Αίτησης: 791/11, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2016:45 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χ. Τσιολή ) Α. Μιλτιάδους ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 791/11 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Αιτητή και ALPAN ELECTROLINE LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Λ. Βραχίμης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Ν. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με την εισαγωγή και πώληση ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών και διατηρεί καταστήματα σε όλη την Κύπρο. Ο Αιτητής τον Ιούνιο του 1995 άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία Alpan (Taki Bros) Limited (η οποία εταιρεία ασχολείτο με την πώληση ηλεκτρικών και οικιακών συσκευών) ως προϊστάμενος του καταστήματός της στην επαρχία Πάφου το οποίο βρισκόταν στην οδού Αποστόλου Παύλου 40 στην πόλη της Πάφου (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Μέχρι και τις 30/4/1998 εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία. Από την 1/5/1998 ο Αιτητής απασχολείτο στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στο κατάστημά της στην οδό Αποστόλου Παύλου 40 στην Πάφο (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Στις 25/5/1999 ο Αιτητής και η Εργοδότρια Εταιρεία υπέγραψαν συμβόλαιο εργασίας στο οποίο επισυνάπτετο έντυπο που έφερε τον τίτλο Όροι Εργοδότησης (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Ο όρος 11 στο έντυπο που έφερε τίτλο Όροι Εργοδότησης προέβλεπε τα ακόλουθα: «
- Σχέδια Προμηθειών. 11.
- Για ορισμένες θέσεις ισχύουν Σχέδια Προμηθειών που περιλαμβάνουν την καταβολή προμηθειών σε δικαιούχο προσωπικό σαν ποσοστιαία αναλογία σε σχέση με τις πωλήσεις και/η τις εισπράξεις και/ή οποιοδήποτε άλλο παράγοντα κρίνει σκόπιμο η Διεύθυνση της Εταιρείας. 11.
- Τα Σχέδια Προμηθειών που ισχύουν κάθε χρόνο αποφασίζονται από τη Διεύθυνση της Εταιρείας και ανακοινώνονται στο επηρεαζόμενο προσωπικό. 11.
- Όλα τα Σχέδια Προμηθειών μπορούν να τροποποιηθούν κατά την απόλυτη κρίση της Εταιρείας». Στις 24/12/2010 ο Αιτητής με επιστολή του (Τεκμήριο 8) προς τον κ.Ανδρέα Καλλή, διευθυντή πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, υπέβαλε την παραίτησή του από την Εργοδότρια Εταιρεία ισχυριζόμενος ότι εξαναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του λόγω της αυθαίρετης και παράνομης συμπεριφοράς της Εργοδότριας Εταιρείας, η οποία ετσιθελικά και χωρίς να του δώσει κάποια εξήγηση κατακρατά από τον Νοέμβριο του 2004 μέρος των δεδουλευμένων του. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυριζόταν ότι κατά παράβαση των συμφωνημένων όρων εργοδότησής του από τον Νοέμβριο του 2004 το ποσοστό της προμήθειας που λάμβανε επί των καθαρών πωλήσεων του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο μειώθηκε από 0,5% σε 0,3% χωρίς αυτός να ενημερωθεί και χωρίς να αποδεχτεί κάτι τέτοιο. Ότι παρά τις διαμαρτυρίες του και τα επανειλημμένα αιτήματά του για καταβολή της συμφωνημένης προμήθειας, μέχρι το τέλος του 2010 δεν έχει λάβει τα οφειλόμενα σ΄ αυτόν χρήματα και ούτε η Εργοδότρια Εταιρεία του απάντησε επί του εν λόγω θέματος. Οι τελευταίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν σε €1.727,00 μηνιαίως πλέον προμήθειες επί των καθαρών πωλήσεων του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο οι οποίες προμήθειες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσοστό του 0,5% ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας στο ποσοστό του 0,3%. Περαιτέρω ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό. Στις 8/3/2011 ο Αιτητής υπέγραψε την ακόλουθη δήλωση (Τεκμήριο 9): «Εγώ ο υποφαινόμενος Σάββας Παπαδόπουλος Α.Δ.Τ. 565601 και με αρ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων 460191, έλαβα από την ALPAN ELECTROLINE LTD το ποσό των €36.284,21 με τη λήψη του οποίου δηλώνω ότι καμία άλλη απαίτηση οικονομικής φύσεως και/ή άλλως πως έχω εναντίον της εταιρείας ALPAN ELECTROLINE LTD σε σχέση με τους δεδουλευμένους μισθούς μου, Ταμείο Προνοίας και αναλογία αδειών που προκύπτουν από την εργοδότηση μου και τον τερματισμό αυτής κατόπιν υποβολής της παραίτησης μου». αφού προηγουμένως σημείωσε στην εν λόγω δήλωση χειρογράφως τα ακόλουθα: «Έχω παραλάβει το ταμείο προνοίας με την κατάσταση την οποία συμφωνώ. Σε σχέση με τους δεδουλευμένους μου μισθούς δηλώνω ότι υπάρχει οικονομική διαφορά την οποία χειρίζονται οι δικηγόροι μου». Στις 21/7/2011 ο Αιτητής αφού ανέγραψε ότι δηλώνει ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά οικονομικής φύσεως μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας και την υπόθεση την χειρίζονται οι δικηγόροι του υπέγραψε την ακόλουθη δήλωση (Τεκμήριο 10): «ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΑΝΤΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ Εγώ ο υποφαινόμενος Σάββας Παπαδόπουλος αρ. ταυτ. 565601 και αρ. κοιν. Ασφ. 460191 διά της παρούσης δηλώνω ότι έλαβα από την ALPAN ELECTROLINE LTD, το ποσό των €1666,85 (χίλια εξακόσια εξήντα έξι ευρώ και 85/100) επιταγή Ελληνικής Τράπεζας αρ.
- Το εν λόγω ποσό το έλαβα προς εξόφληση του Ταμείου Προνοίας μου Α και Β». Ο Αιτητής με την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση Εργατικής Διαφοράς εξαιτείται εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση, €27.642,60 ως οφειλόμενες προμήθειες τις οποίες παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να του καταβάλει η Εργοδότρια Εταιρεία για την περίοδο Νοεμβρίου 2004 μέχρι Δεκεμβρίου 2010, έξοδα και νόμιμο τόκο. Ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της αίτησής του ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση της εταιρείας Alpan (Taki Bros) Ltd το 1998 μεταβιβάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι τον Ιούνιο του 2006 διαπίστωσε ότι το ποσοστό της προμήθειάς του μειώθηκε από 0,5% σε 0,3% από τον Νοέμβριο του 2004 χωρίς να ενημερωθεί. Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του και τις συνεχείς υποσχέσεις διευθυντικών στελεχών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι θα του κατέβαλλαν τις οφειλόμενες προμήθειες, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό σχετικά με τις οφειλόμενες προμήθειες προς αυτόν. Ότι το ποσό των οφειλόμενων προμηθειών προς αυτόν ανέρχεται στο ποσό των €27.642,
- Ότι η συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας τον εξανάγκασε στις 24/12/2010 στην υποβολή παραίτησης από την εργασία του. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Κατ΄ αρχάς εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν προμήθειες έχουν παραγραφεί. Είναι η θέση της ότι αρχικά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι ο Αιτητής θα λάμβανε για περιορισμένο χρονικό διάστημα προμήθεια 0,5% επί των καθαρών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο υπό τον όρο ότι το εν λόγω ποσοστό θα μειωνόταν σε 0,3% σε μεταγενέστερο στάδιο αφού όλοι οι προϊσταμένοι καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας λάμβαναν ποσοστό προμήθειας προς 0,3%. Ότι το 2004 οι όροι εργασίας του Αιτητή επαναδιαπραγματεύτηκαν μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας και τα μέρη συμφώνησαν ότι η προμήθεια του Αιτητή θα μειωνόταν στο 0,3% από τον Νοέμβριο του
- Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής κωλύεται διά της συμπεριφοράς του να αξιώνει οποιεσδήποτε προμήθειες από το
- Είναι η θέση της ότι ο Αιτητής κωλύεται διά της συμπεριφοράς του να ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω μη καταβολής συμφωνημένων προμηθειών καθότι για πολλά χρόνια λάμβανε προμήθεια στο ποσοστό 0,3% χωρίς να αποχωρήσει από την εργασία του. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης του Αιτητή με έξοδα υπέρ της και εις βάρος του Αιτητή. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 7 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στο εξής («ο Νόμος»), προβλέπει ότι: «
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής έχει το βάρος να αντικρούσει το νόμιμο μαχητό τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου και να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας. Περαιτέρω ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει (α) την περίοδο απασχόλησής του για σκοπούς του Νόμου και (β) την αυτοτελή αξίωση[1] του για οφειλόμενο ποσό για τις οφειλόμενες δεδουλευμένες προμήθειές του για την περίοδο Νοεμβρίου 2004-Δεκεμβρίου
- Ενώπιον του Δικαστηρίου, για τον Αιτητή, εκτός από τον ίδιο, κατέθεσε ο κ. Γιαννάκης Γεωργίου, διευθυντής πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τα έτη 1998 μέχρι
- Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν η κα Άννα Χρυσοστομίδου, υπεύθυνη προσωπικού της Εργοδότριας Εταιρείας, ο κ.Γιώργος Ροτσάκης, γενικός διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την περίοδο 2003-2005 και η κα Αγγέλα Παναγιώτου, αρχιλογίστρια της Εργοδότριας Εταιρείας. Μαρτυρία Ο Αιτητής κατέθεσε ότι η εταιρεία Alpan (Takis Bros) Ltd ανήκε στον κ.Παναγιώτη Τάκη ο οποίος στη συνέχεια παραχώρησε την επιχείρηση της εν λόγω εταιρείας στο γιο του κ.Σταύρο Τάκη. Ότι ο κ.Σταύρος Τάκη συνέχισε να λειτουργεί την επιχείρηση της Alpan (Takis Bros) Ltd μέσω της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί την επιχείρηση της Alpan (Takis Bros) Ltd στο ίδιο κατάστημα στην οδό Αποστόλου Παύλου 40 και ότι τα καθήκοντά του μετά τον Μάιο του 1998 που η Εργοδότρια Εταιρεία ανέλαβε την επιχείρηση της Alpan (Takis Bros) Ltd παρέμειναν τα ίδια (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Υποστήριξε ότι στην αρχή της εργοδότησής του λάμβανε ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα πλέον προμήθειες ύψους 0,5% επί των ονομαστικών του πωλήσεων, δηλαδή των πωλήσεων που είχε πραγματοποιήσει προσωπικά αυτός ως πωλητής στο κατάστημα της Πάφου. Ότι αρχές του 2000 συμφώνησε με τον τότε Γενικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Πόλυ Πολυκάρπου και τον τότε Διευθυντή Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Γιαννάκη Γεωργίου όπως παίρνει προμήθεια ύψους 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο, δηλαδή όλων των πωλήσεων που πραγματοποιούσαν όλοι οι υπαλλήλοι του καταστήματος στην Πάφο, αντί 0,5% επί των ονομαστικών του πωλήσεων. Ήταν η θέση του ότι από τις αρχές του 2000 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2004 η Εργοδότρια Εταιρεία του κατέβαλλε προμήθειες ύψους 0,5% επί των καθαρών πωλήσεων του καταστήματος και ότι τον Ιούνιο του 2006 διαπίστωσε ότι το ποσοστό της προμήθειάς του μειώθηκε από 0,5% σε 0,3% από τον Νοέμβριο του
- Στις 7/6/2006 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον νέο Οικονομικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Άντρο Αντωνιάδη και στον νέο Γενικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Παύλο Ασσιώτη στο οποίο ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι από το 2004 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του κατέβαλλε κανονικά την προμήθεια που με βάση τη συμφωνία που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία έπρεπε να ανέρχεται στο 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος και χαρακτηρίζοντας την εν λόγω ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας ως κλοπή ζητούσε την καταβολή του ποσού που του οφείλεται αναδρομικά (Βλ. Τεκμήριο 3). Ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια επικοινώνησε με τον κ.Ασσιώτη, ο οποίος αφού επιβεβαίωσε τη συμφωνία για καταβολή προμήθειας 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο, του ανέφερε ότι πρέπει να είχε γίνει λάθος στον υπολογισμό της προμήθειας από τις εργασίες αναβάθμισης του μηχανογραφικού συστήματος και του υποσχέθηκε ότι θα του καταβληθούν οι οφειλόμενες προς αυτόν προμήθειες ζητώντας του λίγο χρόνο για να το διευθετήσει. Παρά τα πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχιζε να μην του καταβάλλει τη συμφωνημένη προμήθεια και για αυτό τον λόγο στις 11/1/2007 επισκέφθηκε στο γραφείο του στη Λευκωσία τον κ.Ασσιώτη όπου του έθεσε ξανά το θέμα των προμηθειών του επιτακτικά και απαιτητικά. Ήταν η θέση του ότι ο κ.Ασσιώτης του ζήτησε να του αποστείλει ξανά το ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε τον Ιούνιο του 2006 για να διευθετήσει το θέμα. Στις 12/1/2007 κοινοποίησε στον κ.Ασσιώτη με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα το ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερομηνίας 7/6/2006 (βλ. Τεκμήριο 3). Η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχιζε να μην του καταβάλλει προμήθεια ύψους 0,5% και να μην του καταβάλλει το υπόλοιπο της προμήθειας που του όφειλε. Για αυτό τον λόγο τον Ιούνιο του 2007 επισκέφθηκε ξανά τον κ.Ασσιώτη στο γραφείο του στη Λευκωσία ο οποίος επικαλούμενος τις διεργασίες στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας λόγω της εισαγωγής του Ευρώ από την 1/1/2008 του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να διευθετήσει το θέμα του και του υποσχέθηκε ότι το ζήτημα θα επιλυθεί σύντομα. Η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχιζε να του καταβάλλει χαμηλότερη προμήθεια από τη συμφωνηθείσα και να μην του καταβάλλει την οφειλόμενη προμήθεια και έτσι τον Σεπτέμβριο του 2008 επισκέφθηκε τον κ.Ασσιώτη στο γραφείο του με τη συνοδεία του κ.Σταύρου Σταυριανού, Διευθυντή Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ανέφερε ότι απαίτησε εξηγήσεις από τον κ.Ασσιώτη για την καθυστέρηση της καταβολής της οφειλόμενης προς αυτόν προμήθειας και ότι ο κ.Ασσιώτης επικαλούμενος (α) τις πολύπλοκες διεργασίες για συνεταιρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας με τον Ελληνικό Οίκο Φουρλής Α.Ε. και (β) το γεγονός ότι μέσω του Ελληνικού Οίκου Φουρλής Α.Ε. θα εισερχόταν και ο Οίκος Dixon Αγγλίας στο μετοχικό κεφάλαιο της Εργοδότριας Εταιρείας ο οποίος ζήτησε ριζική αναδόμηση του λογιστηρίου και της δομής της Εργοδότριας Εταιρείας ζήτησε ακόμα λίγο χρόνο για να του «κανονίσει» την προμήθεια. Ότι αυτός είπε στον κ.Ασσιώτη ότι αν μέχρι το τέλος του έτους 2008 δεν του καταβληθεί το ποσό που η Εργοδότρια Εταιρεία αυθαίρετα και παράνομα του κατακρατούσε, τότε θα έπαιρνε ο ίδιος από το ταμείο του καταστήματος το ποσό που του οφειλόταν και θα απέστελλε στο λογιστήριο τη σχετική απόδειξη. Επειδή μέχρι το τέλος του 2008 δεν έλαβε κανένα ποσό επί των οφειλόμενων προμηθειών ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχιζε να του καταβάλλει χαμηλότερο ποσό από το οφειλόμενο, τον Ιανουάριο του 2009 κράτησε σε φάκελο στο ταμείο του καταστήματος το ποσό των €10.000 και ενημέρωσε τηλεφωνικώς την προϊστάμενη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Αγγέλα Παναγιώτου, ότι της απέστειλε σχετική απόδειξη για το ποσό των €10.000 στην οποία σημείωνε ως αιτιολογικό ότι το εν λόγω ποσό δινόταν έναντι του ποσού της προμήθειας που παράτυπα και αυθαίρετα του κατακρατεί η Εργοδότρια Εταιρεία. Στις 23/1/2009 μετά από τηλεφωνική παράκληση της κας Παναγιώτου της απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επεξηγούσε τους λόγους κράτησης του ποσού των €10.000 (Τεκμήριο 4). Υποστήριξε ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2009 τον επισκέφθηκε ο τότε νέος Οικονομικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Σταύρος Κωνσταντίνου, ο οποίος του εξήγησε ότι λογιστικά δεν μπορεί να πάρει τα χρήματά του με αυτό τον τρόπο και του έδωσε τον λόγο του ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε πλέον αυτόν και την Εργοδότρια Εταιρεία, αλλά αυτόν και τον ίδιο αφού ο ίδιος είχε πάρει εξουσιοδότηση από την Εργοδότρια Εταιρεία να του καταβάλει τα οφειλόμενα και ήταν απλώς θέμα δικό του να το τακτοποιήσει λογιστικά. Ο κ.Κωνσταντίνου του ζήτησε μικρή πίστωση χρόνου καθότι δούλευε σε πολλές αλλαγές στη δομή του λογιστηρίου και του μηχανογραφικού συστήματος του λογιστηρίου. Γι΄ αυτό τον λόγο κατέθεσε το ποσό των €10.000 στο λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι περί τα μέσα Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2009 ο κ.Κωνσταντίνου τον ενημέρωσε ότι παρακάλεσε την κα Χριστιάνα Πρατσιώτη, η οποία ήταν υπεύθυνη της μισθοδοσίας της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά πλέον δεν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία, να μεταβεί σε κάποιο ελεύθερο της χρόνο στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας και να υπολογίσει το ποσό της προμήθειας που του παρακρατήθηκε. Ότι ο κ.Κωνσταντίνου του ανέφερε ότι ήταν θέμα χρόνου να του καταβληθεί το ποσό που του οφειλόταν. Επειδή το θέμα δεν προχωρούσε επικοινώνησε ο ίδιος με την κα Πρατσιώτη και την παρακάλεσε να ασχοληθεί με το θέμα του. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2009 η κα Πρατσιώτη πήγε στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρεία και υπολόγισε τις οφειλόμενες προμήθειές του. Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο κ.Κωνσταντίνου τον ενημέρωσε ότι το συνολικό ποσό που του οφειλόταν μέχρι τις 31/12/2008 ανερχόταν σε €22.500,00 και πως το ποσό θα του καταβαλλόταν σε δύο δόσεις. Αυτός αποδέχτηκε την πρόταση της Εργοδότριας Εταιρείας σε πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών του για την περίοδο μέχρι 31/12/
- Σημείωσε ότι παράλληλα η Εργοδότρια Εταιρεία επιβεβαίωσε τη συμφωνία για καταβολή σε αυτόν προμήθειας 0,5% επί των πωλήσεων του καταστήματος και ότι θα του κατέβαλλε και τη διαφορά σε σχέση με τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά για το
- Ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2009 επικοινώνησε μαζί του ο κ.Κωνσταντίνου ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο κ.Σταύρος Τάκη ενημερώθηκε για το θέμα με τις προμήθειες και ότι επειδή ήθελε ο ίδιος να εξετάσει το εν λόγω ζήτημα έδωσε εντολή να μην υπογραφούν οι επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι στις 13/11/2009 συναντήθηκε με τον κ.Τάκη ο οποίος του ζήτησε να τον εφοδιάσει με όλη την αλληλογραφία που είχε με τους εκάστοτε υπεύθυνους διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 17/11/2009 προώθησε στον κ.Τάκη την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε αυτός αποστείλει στη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Κατέθεσε ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2009 του αποστάληκε νέο συμβόλαιο εργασίας το οποίο έφερε ημερομηνία 13/11/2009 και το οποίο καθόριζε την προμήθειά του στο 0,3% (Τεκμήριο 5). Αρνήθηκε να το υπογράψει και το επέστρεψε στη Λευκωσία. Ο νέος Διευθυντής Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Στέλιος Συμεωνίδης, τον επισκέφθηκε στο κατάστημα στην Πάφο και τον πίεσε να υπογράψει το συμβόλαιο καθότι διαφορετικά θα κινδύνευε να βρεθεί εκτός της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 6/7/2010 με εντολές του νέου Γενικού Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Παυλίδη, ο κ.Συμεωνίδης επανήλθε δίνοντάς του επιστολή με την οποία τον καλούσε να υπογράψει το νέο συμβόλαιο μέχρι τις 16/7/2010 (Τεκμήριο 6) αλλά αυτός αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω συμβόλαιο. Στις 31/7/2010 του αποστάληκε νέα επιστολή από την Εργοδότρια Εταιρεία με την οποία τον ενημέρωναν ότι αφού είχε ήδη υπογραμμένο συμβόλαιο με την Εργοδότρια Εταιρεία και αρνείτο να υπογράψει το νέο συμβόλαιο εργασίας του η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε όπως συνεχίσει την εργοδότησή του βάσει του «παλιού» συμβολαίου εργασίας του και τους «παλιούς» όρους εργοδότησής του (Τεκμήριο 7). Στις 20/8/2010 μετά από πτώση του εντός του καταστήματος υπέστηκε κάταγμα σπονδυλικής στήλης και παρέμεινε περίπου για δύο εβδομάδες στο νοσοκομείο και στη συνέχεια ακινητοποιημένος σε ειδικό στρώμα για περίοδο τεσσάρων μηνών. Ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2010 ο κ.Συμεωνίδης τον επισκέφθηκε στην οικία του στην Πάφο και τον ενημέρωσε ότι ο κ.Σταύρος Τάκη δεν αποδέχτηκε την καταβολή των οφειλομένων του και ότι η τελεσίδικη πρότασή του ήταν να του καταβάλει ο ίδιος προσωπικά το ποσό των €5.000,00 σε διάστημα πέντε ετών. Στις 24/12/2010 λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της διεύθυνσης της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε εξαναγκαζόμενος την παραίτησή του. Ότι στο ποσό των €22.500,00 που του αναλογούσε μέχρι τις 31/12/2008 είχε προστεθεί και το ποσό των €5.142,60 που αναλογούσε στην προμήθεια που δεν του καταβλήθηκε μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του
- Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι από το 2006 που ανακάλυψε ότι δεν του καταβαλλόταν η συμφωνημένη προμήθεια μέχρι που ενεπλάκηκε ο κ.Τάκη στο ζήτημα ζητώντας του να υπογράψει νέο συμβόλαιο με το οποίο η προμήθειά του θα καθοριζόταν στο 0,3% δεν του λέχθηκε από οποιοδήποτε υπεύθυνο πρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας ότι θα του μειωνόταν το ποσοστό της προμήθειάς του. Επέμενε ότι ουδέποτε η Εργοδότρια Εταιρεία εκδήλωσε με οποιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή της για μη απόδοση των χρημάτων που του είχαν αποκοπεί από τις προμήθειές του αφού οι ίδιοι απέδιδαν το πρόβλημα σε λογιστικό λάθος. Υποστήριξε ότι όλα τα μέλη της διεύθυνσης της Εργοδότριας Εταιρείας τον επιβεβαίωναν ότι το ζήτημα οφείλετο σε λάθος του μηχανογραφικού συστήματος του λογιστηρίου και ότι του ζητούσαν χρόνο για να τακτοποιήσουν το ζήτημα καθότι υπήρχαν άλλες πιεστικές ανάγκες που αφορούσαν την οργάνωση του λογιστηρίου. Διευκρίνισε ότι μετά την απουσία του με αναρρωτική άδεια δεν επέστρεψε στην εργασία του καθ΄ ότι εκείνη την περίοδο ενημερώθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αναθεώρησε τη στάση της και δεν θα του έδινε τα χρήματα που του οφείλονταν. Ο κ.Γιαννάκης Γεωργίου κατέθεσε ότι από το 1998 μέχρι το 2003 ήταν Διευθυντής Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και από το 2003 μέχρι το 2008 ήταν υπεύθυνος της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αρχικά λάμβανε βασικό μισθό και προμήθεια ύψους 0,5% επί των πωλήσεων που διενεργούσε αυτός στο κατάστημα στην Πάφο και ότι αυτό άλλαξε όταν στην παρουσία του ιδίου σε συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τον Γενικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας συμφωνήθηκε όπως ο Αιτητής λαμβάνει 0,5% πάνω σε όλες τις πωλήσεις του καταστήματος. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι η συμφωνία η οποία προέβλεπε αύξηση της προμήθειας του Αιτητή εφαρμόστηκε αμέσως και δεν τέθηκε οποιοσδήποτε όρος αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της. Ούτε αναφέρθηκε στον Αιτητή ότι η συμφωνία αυτή θα μπορούσε να αλλάξει από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής σε κάποιο στάδιο του παραπονέθηκε ότι τυχαία διαπίστωσε ότι δεν του καταβαλλόταν το ποσό της προμήθειας που είχε συμφωνηθεί. Η κα Αγγέλα Χρυσοστομίδου κατέθεσε ότι εργάζεται από το 2008 στην Εργοδότρια Εταιρεία ως Υπεύθυνη Προσωπικού και Μισθοδοσίας. Κατέθεσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στις 25/1/2011 με επιστολή της προς τον Αιτητή αποδέχτηκε την παραίτησή του σημειώνοντας στην εν λόγω επιστολή της ότι δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της επιστολής παραίτησής του (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με τη μάρτυρα ο Αιτητής τον Ιανουάριο του 2009 ισχυριζόμενος ότι η Εργοδότρια Εταιρεία του όφειλε διάφορα χρηματικά ποσά σε σχέση με ποσοστά προμηθειών απέσπασε το ποσό των €10.000 από το ταμείο του καταστήματος στην Πάφο το οποίο ποσό στη συνέχεια επέστρεψε μετά που ο κ.Σταύρος Κωνσταντίνου του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/1/2009 προς απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματός του προς την κα Παναγιώτου ημερομηνίας 23/1/2009 (Τεκμήριο 14). Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι πριν την υποβολή παραίτησης του Αιτητή και τη λήψη της παρούσας αίτησης Εργατικής Διαφοράς, αυτή δεν γνώριζε για το ζήτημα του Αιτητή και ότι αυτή δεν είχε εμπλακεί καθόλου στο εν λόγω θέμα. Η ενημέρωσή της έγινε μετά που γνωστοποιήθηκε η παραίτηση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η ίδια δεν γνωρίζει αν υπήρχαν συζητήσεις προηγουμένως για το εν λόγω ζήτημα μεταξύ του Αιτητή και των Διευθυντών της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο κ.Ροτσάκης κατέθεσε ότι εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία από τις 6/10/2003 μέχρι το έτος 2005 ως Γενικός Διευθυντής της. Ισχυρίστηκε ότι εκείνη την περίοδο επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα αποφάσισε με τη σύμφωνη γνώμη των μετόχων της να μειωθούν τα ποσά των προμηθειών που ελάμβαναν οι υπαλλήλοι της. Υποστήριξε ότι σε σχέση με τον Αιτητή αφού μελέτησε το συμβόλαιο εργασίας του με την Εργοδότρια Εταιρεία ημερομηνίας 25/5/1999 διαπίστωσε ότι σε αυτό προβλεπόταν ότι τα σχέδια προμηθειών που ίσχυαν κάθε χρόνο αποφασίζονταν αποκλειστικά από τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι μπορούσαν να τροποποιηθούν κατά την απόλυτη κρίση της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του πριν από τον μήνα Νοέμβριο του 2004 και του ανακοίνωσε ότι το ποσό της προμήθειας που αυτός θα ελάμβανε από τον Νοέμβριο του 2004 θα διαφοροποιείτο από 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο σε 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής αντέδρασε και του ανέφερε ότι έφερε ένσταση στην αλλαγή του ποσοστού της προμήθειας που θα ελάμβανε και ότι λόγω της προσφοράς του στην Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να συνεχίσει να λαμβάνει ποσοστό προμήθειας 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. Αυτός του εξήγησε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τόσο για σκοπούς ισότιμης μεταχείρισης των υπαλλήλων της όσο και λόγω της αναγκαιότητας για περικοπή των εξόδων της δεν μπορούσε πλέον να του καταβάλλει ποσοστό προμήθειας 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο και ότι επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία δικαιούτο με βάση τους όρους εργασίας του που περιλαμβάνονταν στο συμβόλαιο εργασίας του ημερομηνίας 25/5/1999 να του τροποποιήσει το ποσοστό της προμήθειάς του θα προχωρούσε τελεσίδικα στην αλλαγή του ποσοστού της προμήθειάς του και θα του κατέβαλλε ποσοστό προμήθειας ύψους 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος. Αντεξεταζόμενος σημείωσε ότι θυμάται ότι ενημέρωσε όλους τους διευθυντές καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας για τη μείωση των ποσοστών της προμήθειας που θα λάμβαναν μετά τον Νοέμβριο του 2004 και επέμενε ότι θυμόταν ότι ο Αιτητής αντέδρασε για την εν λόγω μείωση του ποσοστού του. Διευκρίνισε ότι ο Αιτητής τον ενημέρωσε ότι αυτός είχε συνάψει ειδική συμφωνία με την Εργοδότρια Εταιρεία με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε να του καταβάλλει προμήθεια ύψους 0,5% επί του συνόλου των πωλήσεων του καταστήματος και ότι αυτός ρώτησε τον τότε Οικονομικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας κ.Αντωνιάδη ο οποίος τον πληροφόρησε ότι δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία στο αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας. Η κα Αγγέλα Παναγιώτου κατέθεσε ότι σύμφωνα με το λογιστικό αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας (α) το ποσό που καταβλήθηκε στον Αιτητή για την περίοδο Νοεμβρίου 2004 - Δεκεμβρίου 2010 ως προμήθεια για τις συνολικές πωλήσεις του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο ανερχόταν στο ποσό των €32.802,44, (β) το ποσό της προμήθειας που έπρεπε να λάβει ο Αιτητής στη βάση του ότι δικαιούταν προμήθεια 0,3% επί των πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο κατάστημα της Πάφου για την περίοδο Νοεμβρίου 2004 - Δεκεμβρίου 2010 ανερχόταν στις €29.000,00 και (γ) το ποσό που θα λάμβανε ο Αιτητής αν οι προμήθειες του υπολογίζονταν στο 0,5% επί των πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο κατάστημα της Πάφου για την περίοδο Νοεμβρίου 2004 - Δεκεμβρίου 2010 ανέρχεται στο ποσό των €48.334,00 (βλ. Τεκμήρια 15 μέχρι 23). Ήταν η θέση της ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε μηνιαίως στον Αιτητή το σχετικό ποσό προμήθειας που αυτός εδικαιούτο για κάθε ημερολογιακό μήνα και ότι το εν λόγω ποσό λογιζόταν ως τμήμα του συνολικού μισθού που αυτός λάμβανε μηνιαίως από την Εργοδότρια Εταιρεία. Σημείωσε ότι τον Ιανουάριο του 2009 ο Αιτητής της ανέφερε ότι κρατούσε χρήματα από το ταμείο του καταστήματος στην Πάφο ως μέρος της προμήθειάς του. Αυτή το ανέφερε στον Οικονομικό Διευθυντή ο οποίος χειρίστηκε το θέμα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αυτή δεν ασχολείτο με τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι ο υπολογισμός της προμήθειας που οφειλόταν σε κάθε υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας γινόταν από άλλο υπάλληλο του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας, ο οποίος με βάση τις πωλήσεις όπως φαίνονταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, υπολόγιζε το ποσό των χρημάτων που δικαιούταν ο κάθε εργοδοτούμενος με βάση τη σύμβαση εργοδότησής του και τα σημείωνε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Δεν γνώριζε για ποιο λόγο το 2008 ο Αιτητής έλαβε €7.399,71 αντί €6.035 που ήταν το ποσό που αντιστοιχούσε στο 0,3% των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. Ούτε για το 2007 γνώριζε γιατί ο Αιτητής πήρε €8.010 αντί €5.711 που ήταν το ποσό που αντιστοιχούσε στο 0,3% των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. Επανέλαβε ότι αυτή δεν ασχολείτο καθόλου με τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας και σημείωσε ότι ο Αιτητής τον Ιανουάριο του 2009 δεν πήρε χρήματα από το ταμείο αλλά τα κράτησε σε ξεχωριστό φάκελο. Επίδικα Θέματα Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται (α) αποζημιώσεις για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης του με την Εργοδότρια Εταιρεία ο οποίος επήλθε με την υποβολή της παραίτησής του στις 24/12/2010 με την επίκληση του εξαναγκασμού του σε παραίτηση και (β) οποιοδήποτε ποσό ως οφειλόμενες προς αυτόν προμήθειες δυνάμει της σύμβασης εργασίας του. Πέραν των πιο πάνω ζητημάτων (τα οποία σημειώνουμε ότι συνδέονται σε κάποιο βαθμό) είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τα επιμέρους θέματα που αφορούν: (α) την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς του Νόμου, (β) το κατά πόσο οι αξιώσεις του Αιτητή για οφειλόμενες προμήθειες έχουν παραγραφεί, (γ) το κατά πόσο με βάση την ενώπιόν μας τεθείσα μαρτυρία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») στερείται αρμοδιότητας να επιληφθεί της αξίωσης του Αιτητή για οφειλόμενες προμήθειες, και (δ) το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου. Σημειώνουμε ότι λόγω της μη δικογράφησης από την Εργοδότρια Εταιρεία των θέσεων που προέβαλε ο δικηγόρος της κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η υπογραφή από τον Αιτητή των Τεκμηρίων 9 και 10 συνιστά κώλυμα για την έγερση οποιασδήποτε αξίωσης από τον Αιτητή εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας αναφορικά με την απασχόληση του στην Εργοδότρια Εταιρεία και τον τερματισμό της απασχόλησής του δεν θα εξετάσουμε τις εν λόγω θέσεις. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα Αξιολογώντας την ενώπιόν μας μαρτυρία σημειώνουμε τ' ακόλουθα: (α) Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την 1/5/1998 ανέλαβε τη λειτουργία της επιχείρησης πώλησης ηλεκτρικών και οικιακών συσκευών της Alpan (Takis Bros) Ltd στο κατάστημα στην οδό Αποστόλου Παύλου 40 στην Πάφο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας που να αντικρούει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περαιτέρω δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία στην εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή γίνεται αποδεκτή και αποτελεί εύρημά μας ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία σε συνέχεια της απασχόλησής του από την Alpan (Takis Bros) Ltd είναι όπως αυτές τέθηκαν με τη μαρτυρία του Αιτητή. (β) Η θέση του Αιτητή ότι αρχές του 2000 η Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του τότε Γενικού Διευθυντή της κ.Πόλυ Πολυκάρπου στην παρουσία του τότε Διευθυντή Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, κ.Γιαννάκη Γεωργίου και αυτός προφορικώς συμφώνησαν όπως η Εργοδότρια Εταιρεία του καταβάλλει πέραν του μηνιαίου μισθού του προμήθεια ύψους 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο, δηλαδή επί όλων των πωλήσεων που πραγματοποιούσαν όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος στην Πάφο αντί προμήθειας 0,5% επί των ονομαστικών του πωλήσεων που του κατέβαλλε μέχρι τότε, παρέμεινε σταθερή χωρίς να κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασής του και στην ουσία της δεν αντικρούστηκε από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία. Οι δικογραφημένες θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας ότι (α) είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και του Αιτητή ότι ο Αιτητής θα λάμβανε για περιορισμένο χρονικό διάστημα και/ή προσωρινά προμήθεια 0,5% επί των καθαρών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο υπό τον όρο ότι σε μεταγενέστερο στάδιο το ποσοστό της προμήθειας του Αιτητή θα μειωνόταν σε 0,3% αφού όλοι οι προϊστάμενοι καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας σε ολόκληρη την Κύπρο λάμβαναν ανέκαθεν προμήθεια ύψους 0,3% και (β) η Εργοδότρια Εταιρεία είχε δώσει προσωρινά μεγαλύτερο ποσοστό προμήθειας μόνο στον Αιτητή ως κίνητρο για την αύξηση των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο οι οποίες ήταν χαμηλότερες από αυτές των καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας στις άλλες πόλεις δεν αποδείχτηκαν με την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας από την Εργοδότρια Εταιρεία. Οι υποβολές του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή ότι αρχικά λάμβανε προμήθεια 0,3% παρέμειναν μετέωρες αφού δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να τις στηρίζει. Ο κ.Ροτσάκης δεν ήταν σαφής και δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο οι υπόλοιποι διευθυντές καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας έπαιρναν πριν το 2004 προμήθεια 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων των καταστημάτων που εργάζονταν. Περαιτέρω η πιο πάνω θέση του Αιτητή υποστηρίχτηκε από τη μαρτυρία του κ.Γιαννάκη Γεωργίου. Σε αυτό στο σημείο σημειώνουμε ότι μελετώντας την ουσία της μαρτυρίας του κ.Γεωργίου δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε το ουσιαστικό που μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση που να κλονίζει την αξιοπιστία της εν λόγω μαρτυρίας. Τόσο στο στάδιο της εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης ο κ.Γεωργίου ήταν σταθερός στις θέσεις του. Συνακόλουθα (i) αποδεχόμαστε την πιο πάνω θέση του Αιτητή και (ii) η μαρτυρία του κ.Γεωργίου γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και βρίσκουμε ότι τα όσα κατατέθηκαν ενώπιόν μας με τη μαρτυρία κ.Γεωργίου αποτελούν πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Σημειώνουμε ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο Αιτητής μέχρι και τον Οκτώβριο του 2004 λάμβανε προμήθεια 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. (γ) Ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της εμφάνισής της αναφέρει ότι η μείωση του ποσοστού της προμήθειας του Αιτητή από 0,5% σε 0,3% ήταν καθόλα συμφωνημένη μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι το 2004 σε επαναδιαπραγμάτευση των όρων εργοδότησης του Αιτητή η Εργοδότρια Εταιρεία και ο Αιτητής συμφώνησαν ότι η προμήθεια του Αιτητή θα μειωνόταν στο 0,3%, ο κ.Ροτσάκης με τη μαρτυρία του παρουσίασε στο Δικαστήριο μια διαφορετική εκδοχή. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Ροτσάκης κατέθεσε ότι βασιζόμενος στο υπογραμμένο συμβόλαιο εργοδότησης μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας και στον όρο 11 των Όρων Εργοδότησης του Αιτητή κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του πριν τον Νοέμβριο του 2004 και του ανακοίνωσε ότι το ποσοστό προμήθειας του από τον Νοέμβριο του 2004 από 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο θα μειωνόταν σε 0.3.% και ότι όταν αντέδρασε ο Αιτητής αυτός του ανακοίνωσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τελεσίδικα θα του κατέβαλλε προμήθεια 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο. Παρατηρούμε ότι ενώ ο κ. Ροτσάκης ανέφερε ότι έγινε μεγάλο θέμα για το ότι ο Αιτητής λάμβανε 0,5% σε αντίθεση με τους άλλους διευθυντές που λάμβαναν 0,3%, όταν του υποβλήθηκε ότι οι άλλοι διευθυντές λάμβαναν προμήθεια 0,5% επί των δικών τους πωλήσεων και ότι το 2004 η προμήθειά τους άλλαξε σε 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος που εργαζόταν απάντησε ότι αυτός θυμάται μόνο τα νούμερα 0,5% και 0,3%. Δεν μας φαίνεται φυσικό να έχει δημιουργηθεί μεγάλο θέμα με το ποσοστό της προμήθειας του Αιτητή σε σχέση με τους άλλους διευθυντές καταστημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας όπως ισχυρίστηκε ο κ.Ροτσάκης και ο κ.Ροτσάκης να μην μπορεί να θυμηθεί ποιο ακριβώς ήταν το θέμα. Περαιτέρω ο κ.Ροτσάκης κατά το τέλος της αντεξέτασής του παραδέχτηκε ότι δεν θυμάται αν ενημέρωσε τον Αιτητή για τη μείωση του ποσοστού της προμήθειάς του και ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς ειπώθηκε στη συνάντηση που είχε με τον Αιτητή. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Αιτητής του είπε ότι λόγω της προσφοράς του στην Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να συνεχίσει να παίρνει 0,5%, ενώ στην αντεξέτασή του διαφοροποιούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αντέδρασε στη μείωση του ποσοστού της προμήθειάς του λέγοντάς του ότι είχε ειδική συμφωνία με την Εργοδότρια Εταιρεία για 0,5% και ότι αυτός όταν ρώτησε τον τότε Οικονομικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, κ. Αντωνιάδη για την εν λόγω συμφωνία αυτός του είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια γραπτή συμφωνία στο αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας. Μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία πώς γίνεται να υπήρξε συζήτηση μεταξύ του κ.Ροτσάκη και του κ.Αντωνιάδη για το θέμα της συμφωνίας των προμηθειών του Αιτητή στη βάση της οποίας η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε στη μείωση της προμήθειας του Αιτητή και η Εργοδότρια Εταιρεία και ο κ.Αντωνιάδης να μην απαντήσουν στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή ημερομηνίας 7/6/2016 στο οποίο ο Αιτητής σημείωνε ότι έχει την εντύπωση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον κλέβει σε σχέση με τις προμήθειες που του καταβάλλει υπογραμμίζοντας ότι η συμφωνία του με την Εργοδότρια Εταιρεία είναι ότι θα του δίνεται προμήθεια 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος. Οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του κ.Ροτσάκη μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε σε αυτές για την εξαγωγή οποιονδήποτε ευρημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κ.Ροτσάκη απορρίπτεται. (δ) Η μαρτυρία του Αιτητή αναφορικά με το τι μεσολάβησε από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι τις 31/7/2010 εκτός του ότι ήταν σταθερή και χωρίς αντιφάσεις παρέμεινε στην ουσία της αναντίλεκτη αφού η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σαφή και αποδεκτή μαρτυρία που να την αντικρούει. Περαιτέρω η έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιόν μας από τον Αιτητή υποστηρίζει την εκδοχή του Αιτητή. Επιπρόσθετα σημειώνουμε ότι η κα Παναγιώτου με τη μαρτυρία της επιβεβαίωσε τις θέσεις του Αιτητή αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την κράτηση των €10.000,00 από το ταμείο του καταστήματος τον Ιανουάριο του 2009 από τον Αιτητή. Σε σχέση με το Τεκμήριο 14 (ηλεκτρονικό μήνυμα του κ.Κωνσταντίνου προς τον Αιτητή ημερομηνίας 24/1/2009) παρατηρούμε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Αιτητή και δεν του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει και να προβάλει τη δική του εκδοχή επί του εν λόγω εγγράφου. Με βάση τις νομικές αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, Frederikou Schools Ltd v. ACUAC INC
(2002)1 ΑΑΔ 1527 και σε συνδυασμό με το ότι η κα Χρυσοστομίδου κατά την αντεξέτασή της παραδέχτηκε ότι κατά τον χρόνο που λάμβαναν χώρα τα επίδικα γεγονότα δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση και ότι αυτή ενημερώθηκε για την υπόθεση του Αιτητή μετά την υποβολή της παραίτησης του Αιτητή και την επίδοση της παρούσας αίτησης στην Εργοδότρια Εταιρεία, κρίνουμε ότι η εν λόγω παράλειψη εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της εν λόγω μαρτυρίας που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία. Περαιτέρω λόγω του ότι η κα Χρυσοστομίδου δεν έχει οποιαδήποτε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης δεν μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της και να εξάξουμε οποιοδήποτε εύρημα από τη μαρτυρία της πέραν του γεγονότος ότι τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο υπήρχαν στο αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τα γεγονότα της περιόδου Ιουνίου 2006 μέχρι 31/7/2010 γίνεται αποδεκτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. (ε) Από την ενώπιόν μας μαρτυρία διαφάνηκε ότι ο Αιτητής εργάστηκε κανονικά στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από την 1/8/2010 μέχρι τις 20/8/2010. Ότι στις 20/8/2010 ο Αιτητής τραυματίστηκε στον σπόνδυλο σε ατύχημα που είχε στο κατάστημα της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο και ότι εξαιτίας του εν λόγω τραυματισμού του παρέμεινε κλινήρης για δύο εβδομάδες στο νοσοκομείο και στη συνέχεια για περίπου τέσσερις μήνες στο σπίτι του. (στ) Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2010 ο κ.Συμεωνίδης τον επισκέφθηκε στην οικία του στην Πάφο και τον ενημέρωσε ότι ο κ.Τάκη
(1)δεν αποδέχτηκε την καταβολή των οφειλομένων του σε σχέση με τις προμήθειές του για τα έτη 2004-2010 και
(2)του προτείνει τελεσίδικα να του καταβάλει ο ίδιος προσωπικά το ποσό των €5.000,00 σε διάστημα πέντε ετών προς διευθέτηση των οφειλόμενων προμηθειών του. Κατά την αντεξέτασή του σημείωσε ότι μετά την απουσία του με αναρρωτική άδεια δεν επέστρεψε στην εργασία του καθότι εκείνη την περίοδο ενημερώθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αναθεώρησε τη στάση της και δεν θα του έδινε τα χρήματα που του οφείλονταν. Στην επιστολή παραίτησής του (Τεκμήριο 8) ο Αιτητής αφού καταγράφει το ιστορικό της διαφοράς του με την Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι το χρονικό σημείο που συμφώνησε με τον κ.Κωνσταντίνου για την καταβολή των €22.500 ως οφειλόμενες προμήθειες μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 σημειώνει τα πιο κάτω: « ................................ Ενώ ανάμενα επιτέλους την επιστροφή των δεδουλευμένων μου, πληροφορήθηκα προφορικά από τον Οικονομικό Διευθυντή ότι στο θέμα ενεπλάκη και θα το χειριζόταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας κ. Σταύρος Τάκη ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Αθήνας. Αφού οι μήνες περνούσαν χωρίς να διευθετείται συνάντηση έφτασα στα γραφεία της εταιρείας σε μέρα και ώρα που πληροφορήθηκα ότι ο ιδιοκτήτης βρισκόταν εκεί. Δεν μου επιτράπηκε να τον συναντήσω λόγω και πάλι της γνωστής δικαιολογίας, του φόρτου εργασίας. Τελικά, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2009 και ο κος Σταύρος Τάκη μου ζήτησε να τον εφοδιάσω με την σχετική αλληλογραφία που είχα με τους εκάστοτε υπευθύνους της εταιρείας, πράγμα που έκανα στις 17 Νοεμβρίου
- Δυστυχώς, φθάσαμε στο τέλος του 2010 και ακόμη δεν έλαβα τα οφειλόμενα χρήματα και περαιτέρω δεν έχω ούτε οποιαδήποτε απάντηση επί του θέματος. Το οφειλόμενο ποσό μέχρι σήμερα ανέρχεται στα 27.642,60 € ............» Κρίνουμε ότι η πιο πάνω διάσταση μεταξύ της προφορικής κατάθεσης του Αιτητή στο Δικαστήριο και του περιεχομένου της επιστολής παραίτησης του Αιτητή συνιστά ουσιώδη αντίφαση που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεχτούμε την πιο πάνω προφορική μαρτυρία του Αιτητή ως αξιόπιστη και να προβούμε σε ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτή. (ζ) Η αξιοπιστία της μαρτυρίας του Αιτητή ότι ο λόγος που υπέβαλε την παραίτησή του ήταν η μη καταβολή της συμφωνημένης προμήθειάς του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του Αιτητή και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της ότι η υποβολή της παραίτησης του Αιτητή συνδέεται είτε με το ατύχημα που είχε ο Αιτητής στις 20/8/2010 είτε με την ανάληψη επιχείρησης εστιατορίου από τον Αιτητή τον Σεπτέμβριο του
- Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Αιτητή γίνεται αποδεικτή. (η) (i) Από το ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή ημερομηνίας 7/6/2006 με το οποίο διαμαρτύρεται, μεταξύ άλλων, για την προμήθεια που του καταβλήθηκε τον Μάιο του 2006 συνάγεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε στον Αιτητή τις προμήθειες μηνιαίως κατά το τέλος του κάθε ημερολογιακού μήνα για τον οποίο έγιναν οι πωλήσεις στο κατάστημα όπως κατέθεσε η κα Παναγιώτου χωρίς αμφισβήτηση από την πλευρά του Αιτητή. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω προβαίνουμε στο ανάλογο εύρημα. (ii) Κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ήταν τα γεγονότα ότι
(1)το ποσό της προμήθειας, που καταβαλλόταν στη βάση της σύμβασης εργασίας μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας κάθε μήνα από την Εργοδότρια Εταιρεία στον Αιτητή, προστίθετο στον μηνιαίο μισθό του Αιτητή και
(2)εισφορές στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταβάλλονταν επί του συνολικού ποσού που λάμβανε ο Αιτητής τον κάθε μήνα. (iii) Η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με το ποσό της προμήθειας που δεν του δόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο 1/1/2009 - 31/12/2010 ήταν γενική και δεν στηριζόταν σε οποιοδήποτε έγγραφο ή σε συγκεκριμένα στοιχεία. Από τα έγγραφα που κατέθεσε η κα Παναγιώτου και πιο συγκεκριμένα το Τεκμήριο 15 διαφαίνεται ότι για τα έτη 2009 και 2010 η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στον Αιτητή ποσά που αντιστοιχούν με ελάχιστες αποκλίσεις στο 0,3% των πωλήσεων του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο. Στο εν λόγω Τεκμήριο καταγράφονται οι πωλήσεις του καταστήματος της Εργοδότριας Εταιρείας στην Πάφο καθώς και το ποσό που θα έπρεπε να λάβει ο Αιτητής αν η Εργοδότρια Εταιρεία του κατέβαλλε προμήθεια ύψους 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας. Αφαιρώντας από το ποσό που η Εργοδότρια Εταιρεία θα κατέβαλλε στον Αιτητή αν η προμήθειά του υπολογιζόταν στο 0,5% (€12.907) το ποσό που η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στον Αιτητή (€7.766) προκύπτει το ποσό των €5.
- Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι στην περίπτωση που ο Αιτητής δικαιούται τη διαφορά μεταξύ της προμήθειας 0,5% και της προμήθειας 0,3% για τα έτη 2009-2010 αυτή ανέρχεται στο ποσό των €5.
- Για τους λόγους που εξηγούμε στην παράγραφο Β πιο κάτω το Δ.Ε.Δ μπορεί να επιδικάσει στον Αιτητή στην περίπτωση που κρίνει ότι δικαιούται την πιο πάνω αναφερόμενη διαφορά στην προμήθειά του μόνο τη διαφορά για τον μήνα Δεκέμβριο του
- Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 (απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή για τον μήνα Δεκέμβριο του 2010) το ποσό της εν λόγω διαφοράς ανέρχεται σε €372,43[2]. Σε σχέση με τα έτη 2004 - 2008 ο Αιτητής κατέθεσε (και η εν λόγω μαρτυρία του έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο) ότι η Εργοδότρια Εταιρεία το 2009 μετά που η κα Πρατσιώτη υπολόγισε το ποσό των προμηθειών που δεν του δόθηκε για την περίοδο 2004 - 2008 του πρόσφερε το ποσό των €22.500 και αυτός αποδέχτηκε να του καταβληθεί το εν λόγω ποσό προς εξόφληση των οφειλόμενων προμηθειών του για τα έτη 2004 -
- Από την άλλη πλευρά η κα Παναγιώτου
(1)δεν μπορούσε να δικαιολογήσει για ποιο λόγο τα ποσά που πήρε ο Αιτητής ως προμήθειες κατά την εν λόγω περίοδο δεν ήταν τα ίδια με τα ποσά που αντιστοιχούν στο 0,3% των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο (το ποσά που καταβλήθηκαν στον Αιτητή ήταν είτε λιγότερα είτε πολύ περισσότερα από το ποσό που αντιστοιχεί στο 0,3% των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο αλλά λιγότερα του ποσού που αντιστοιχεί στο 0,5% των πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο) και
(2)δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο αν κατά τα εν λόγω έτη πληρώθηκαν στον Αιτητή οποιαδήποτε άλλα φιλοδωρήματα πέραν της προμήθειας επί των πωλήσεων του καταστήματος. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της κας Παναγιώτου δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή ώστε να καθορίσουμε το ύψος του ποσού που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της προμήθειας που έλαβε ο Αιτητής κατά τα εν λόγω έτη και της προμήθειας που έπρεπε να λάβει στην περίπτωση που κρίνουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται σε επιπλέον προμήθειες από αυτές που έχει λάβει. Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε ότι για τους λόγους που αναφέρουμε στην παράγραφο Β πιο κάτω το Δ.Ε.Δ. με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου στερείται δικαιοδοσίας όπως επιδικάσει στον Αιτητή το ποσό των €22,
- Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Συμπεράσματα Α. Περίοδος Απασχόλησης Το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Στην απόφαση Secretary of State for Employment v.
- Cohen and
- Beaupress Ltd
(1987)IRLR 169, (EAT) τονίστηκε ότι, παρόλο που το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε μεταβίβαση μιας επιχείρησης ως έχει από τον ένα εργοδότη σε άλλο το φέρει ο αιτητής, είναι αρκετό να δικαιολογήσει συμπέρασμα μεταβίβασης αν ο εργοδοτούμενος δώσει μαρτυρία ότι η εργοδότησή του συνέχισε στον ίδιο χώρο, κάτω από την ίδια διεύθυνση, με τους ίδιους πελάτες και με τη χρησιμοποίηση του ιδίου στοκ. Έγγραφη μαρτυρία της πραγματικής φύσης της συναλλαγής μεταξύ του εργοδότη και του δεύτερου εργοδότη, υπό κανονικές συνθήκες, δεν μπορεί να είναι διαθέσιμη σε οποιοδήποτε εργοδοτούμενο και δεν είναι απαραίτητο για ένα εργοδοτούμενο να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένας εργοδοτούμενος μπορεί να δώσει μαρτυρία μόνο για το τι γνωρίζει. Με το να ζητηθεί απo αυτόν να προσκομίσει περισσότερη μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος απόδειξης, στην ουσία θα στερείται από την ευκαιρία να διεκδικήσει ένα δικαίωμα το οποίο μπορεί να δικαιούται. Στην παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι τα γεγονότα (η εργοδότηση του Αιτητή συνεχίστηκε στον ίδιο χώρο με τα ίδια καθήκοντα και το ίδιο αντικείμενο εργασίας, η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχισε την ίδια επιχείρηση που εξασκούσε η Alpan (Takis Bros) Ltd) καταδεικνύουν ότι η επιχείρηση της Alpan (Takis Bros) Ltd στο κατάστημα στην οδό Αποστόλου Παύλου 40 στην Πάφο μεταβιβάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία την 1/5/1998 (βλ. Γιανούλλα Τομάζου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Α.Α.Δ.1078) και ότι ο Αιτητής απόσεισε το σχετικό βάρος απόδειξης μεταβίβασης επιχείρησης που εργαζόταν ως έχει στην Εργοδότρια Εταιρεία. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου της παραγράφου 7 του Μέρους ΙΙ του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου το συνεχές της εργοδότησης του Αιτητή δεν διακόπηκε την 1/5/1998 όταν έπαυσε η Alpan (Takis Bros) Ltd να τον εργοδοτεί και νέος εργοδότης του ήταν η Εργοδότρια Εταιρεία καθότι προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης από την μια εταιρεία στην άλλη ως έχει. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι δυνάμει των προνοιών της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου κατά τον υπολογισμό τυχόν δικαιωμάτων του Αιτητή που απορρέουν από τη διακοπή της εργασιακής του σχέσης με την Εργοδότρια Εταιρεία τα χρόνια υπηρεσίας του Αιτητή στην Alpan (Takis Bros) Ltd θα πρέπει να προστεθούν σε αυτά που είχε στην Εργοδότρια Εταιρεία δηλαδή, η περίοδος υπηρεσίας του Αιτητή στην παρούσα περίπτωση για σκοπούς του Νόμου ανέρχεται σε 16 χρόνια (Ιούνιο του 1995 - 24/12/2010). Β. Παραγραφή / Δικαιοδοσία Δ.Ε.Δ αναφορικά με την αξίωση του Αιτητή για οφειλόμενες προμήθειες 1. Σημειώνουμε ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τον Σεπτέμβριο του 2009 η Εργοδότρια Εταιρεία πρότεινε στον Αιτητή το ποσό των €22.500,00 προς εξόφληση των οφειλόμενων προς αυτόν προμηθειών για την περίοδο 1/11/2004 - 31/12/2008 πληρωτέο σε δύο δόσεις και ο Αιτητής αποδέχτηκε την πρόταση της Εργοδότριας Εταιρείας προς πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών του για την περίοδο μέχρι 31/12/2008. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα η απαίτηση του Αιτητή σε σχέση με τις οφειλόμενες προμήθειες για την περίοδο 1/11/2004 - 31/12/2008 από αξίωση για οφειλόμενες δεδουλευμένες προμήθειες δυνάμει της σύμβασης εργασίας του (η οποία είναι αξίωση που εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67) μετατράπηκε σε αξίωση που βασίζεται σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού/ συμφωνία αποπληρωμής χρέους για την οποία αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο (βλέπε Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1Α.Α.Δ. 1047, Αντωνίου ν. E.R.E. Electrical & Refrigeration Engineering Co Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 1391). Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να επιληφθεί του ζητήματος της αξίωσης του Αιτητή που αφορά τη συμφωνία αποπληρωμής των οφειλόμενων προμηθειών για την περίοδο 1/11/2004 - 31/12/
- Στο άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, προνοούνται τα ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Ν.8/67, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα (ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό). Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Στην παρούσα υπόθεση, το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος του Αιτητή. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αιτείται γενικά δεδουλευμένες προμήθειες που δεν καταβλήθηκαν για τους μήνες από τον Νοέμβριο του 2004 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010. Το αγώγιμο δικαίωμά του να αξιώνει τις πιο πάνω οφειλόμενες προμήθειες ανέκυψε την ημερομηνία που το ποσό των εν λόγω προμηθειών ήταν πληρωτέο και απαιτητό (βλέπε Π. Γεωργίου v. Ironhold Estates Ltd
(2007)1B A.A.Δ.1051). Στην παρούσα περίπτωση αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι προμήθειες καταβάλλονταν κατά το τέλος του κάθε μήνα που γίνονταν οι πωλήσεις. Συνακόλουθα, το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή προμήθειας για κάθε μήνα ανέκυπτε κατά το τέλος του μήνα εντός του οποίου διενεργήθηκαν οι πωλήσεις στο κατάστημα. Με βάση τα πιο πάνω οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν τις οφειλόμενες προμήθειες για τους μήνες Νοέμβριο του 2004 μέχρι Νοέμβριο του 2010 οι οποίες αποτελούν μέρος των συνολικών αξιώσεων του με την παρούσα αίτηση έχουν καταχωρηθεί εκτός των χρονικών πλαισίων που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 αφού η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 14/12/
- Ως εκ τούτου τα αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή που στηρίζουν τις εν λόγω αξιώσεις του είναι παραγραμμένα. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση υπέρ του Αιτητή αναφορικά με τις εν λόγω αξιώσεις. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας διαδικασίας όσον αφορά τις αξιώσεις του Αιτητή για οφειλόμενες δεδουλευμένες προμήθειες για την περίοδο Ιανουαρίου 2009 - Νοεμβρίου
- Γ. Η κατ΄ισχυρισμόν παράβαση της σύμβασης εργασίας από την Εργοδότρια Εταιρεία / ο κατ΄ισχυρισμόν εξαναγκασμός του Αιτητή σε παραίτηση / τυχόν παραίτηση του δικαιώματος του Αιτητή να αξιώνει προμήθειες Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Αγγλικό Εφετείο για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: ".. if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may give notice and say he is leaving at the end of the notice. But the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract." [3] Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98, 103 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου ..». Παραβίαση από τον πλευρά του εργοδότη ενός όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται, στην περίπτωση που είναι αρκετά σοβαρή[4], ως διαγωγή που δικαιολογεί παραίτηση του εργοδοτούμενου. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων της μισθοδοσίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι επαρκώς ουσιώδης ('of sufficient materiality'), παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας η οποία δίνει το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Η υποχρέωση του εργοδότη να πληρώνει στον εργοδοτούμενο τη συμφωνηθείσα αντιμισθία επεκτείνεται και σε άλλα στοιχεία πληρωμής όπως τις πρόσθετες παροχές και τα πρόσθετα ωφελήματα του εργοδοτούμενου εάν αυτά αποτελούν συμβατική υποχρέωση του εργοδότη[5] όπως π.χ. πληρωμή μισθού κατά την περίοδο απουσίας με άδεια ασθενείας ή με άδεια ανάπαυσης, πληρωμή οποιασδήποτε φύσης επιδομάτων, πληρωμή προμηθειών και συμβατικά καθορισμένων ως υποχρεωτικά φιλοδωρημάτων. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει συμβατική υποχρέωση σύμφωνα με τους ρητούς όρους της σύμβασης εργασίας να δώσει αύξηση στον μισθό του εργοδοτούμενου αποτυχία του εργοδότη να δώσει στον εργοδοτούμενο την συμφωνηθείσα αύξηση συνιστά λόγο εξαναγκασμού σε παραίτηση[6]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 5th Edition, Vol.40 p.170 para.720 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα : "Among the types of breach of contract by the employer that may support a finding of constructive dismissal are:
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay;
(2)......" Στην υπόθεση RF Hill Limited v. Mooney [1981] IRLR 258, o Browne - Wilkinson J έθεσε το θέμα ως εξής: "The obligation on an employer to pay remuneration is one of the fundamental terms of a contract. In our view, if an employer seeks to alter that contractual obligation in a fundamental way, ..., such attempt is a breach going to a very root of the contract and is necessarily repudiation." Επίσης το Αγγλικό Εφετείο στην απόφαση του Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234 τόνισε ότι: ″ .....the question whether non-payment of agreed wages or interference by an employer with a salary package is or is not fundamental to the continued existence of a contract of employment depends on the critical distinction to be drawn between an employer's failure to pay, or to delay in paying, renewed remuneration and his deliberate refusal to do so. Where the failure or delay constitutes a breach of contract, depending on the circumstances this may represent no more than a temporary fault in the employer's technology, an accounting error or simple mistake or illness or accident on unexpected events (see, for example Adams v Charles Zub Associates Limited [1978] IRLR 551.) If so it would be open to the court to conclude that the breach did not go to the root of the contract. On the other hand if the failure or delay in payment were repeated and persistent, perhaps also unexplained, the court might be driven to conclude that the breach or the breaches were indeed repudiatory. Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory.″[7] Σημειώνουμε ότι κατά ποσόν η εν λόγω παράβαση είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί συμπέρασμα εξαναγκασμού σε παραίτηση αποτελεί ζήτημα γεγονότων και βαθμού[8]. Στο σύγγραμμα J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, στη σελίδα 314 αναφέρονται τα εξής : " A deliberate reduction in pay: this is the repudiation par excellence, since :.........It is however, subject to the de minimis rule, so that the sharing out with fellow employees of 1 ½ p per hour bonus for lifting crates of empty bottles , which at most reduce the applicant's wages by G B.P.1.50 per week out of a total GB.P.60 was held not to be fundamental...........It may be sufficient that the employer fails to increase pay in line with contractual entitlement." Στην υπόθεση Industrial Rubber Products v. Gillon
(1977)IRLR 389, λέχθηκαν τα ακόλουθα: ″The basic rate of pay is a fundamental element in any contract of employment and in our opinion it cannot be said that there is no material breach on the part of an employer who proposes to reduce the basic rate even for good reasons to a relatively small extent." Στην περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δ.Ε.Δ ότι η συμπεριφορά του εργοδότη παρείχε στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να παραιτηθεί λόγω παράβασης από την πλευρά του εργοδότη των όρων της σύμβασης εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις από τον εργοδότη, το Δ.Ε.Δ. θα πρέπει στην συνέχεια να εξετάσει τον λόγο, τον τρόπο και τον χρόνο αποχώρησης του εργοδοτούμενου από την εργασία του. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, , 5th edition, Vol. 40 p.170 para.720, σημειώνονται τα ακόλουθα: "The employee must leave in response to the breach of contract. While, as matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving." Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας όταν υπάρχει παραβίαση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, ο εργοδοτούμενος πρέπει να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του εξαιτίας αυτής της παραβίασης για να έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση [9]. Το Δ.Ε.Δ. βασιζόμενο στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα κρίνει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε εξαιτίας της καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης από τον εργοδότη και όχι για κάποιον άλλο λόγο. Δεν αποτελεί προϋπόθεση η παράβαση των όρων εργοδότησης από τον εργοδότη να είναι ο μοναδικός λόγος της παραίτησης. Είναι αρκετό να είναι ο ουσιαστικός λόγος[10]. Από την στιγμή που εκδηλώθηκε η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη (η παράβαση όρου της σύμβασης εργασίας σχετικά με τη μισθοδοσία / η μονομερής τροποποίηση των όρων εργασίας) που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την εργασία του ('repudiatory breach'), ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική[11] μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Αυτό το δικαίωμα επιλογής σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης δεν παραμένει ανοιχτό στον εργοδοτούμενο επ' αόριστον[12]. Αν ο εργοδοτούμενος καθυστερήσει να εγκαταλείψει την εργασία του τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας του όπως τροποποιήθηκε με τη συμπεριφορά του εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τον εργοδότη του. (Βλ. Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (πιο πάνω)). Στην υπόθεση W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] 1 I.C.R. 823 ο Πρόεδρος του Employment Appeal Tribunal, o Mr.Browne-Wilkinson P. στην απόφαση του αναφερόμενος στο πιο πάνω ζήτημα και θέτοντας τις γενικές αρχές σημείωσε τ' ακόλουθα : "It is accepted by both sides (as we think rightly) that the general principles of the law of contract apply to this case, subject to such modifications as are appropriate to take account of the factors which distinguish contracts of employment from other contracts. Although we were not referred to cases outside the field of employment law, our own researches have led us to the view that the general principles applicable to a repudiation of contract are as follows. If one party ('the guilty party') commits a repudiatory breach of contract, the other party ('the innocent party') can choose one of two courses: he can affirm the contract and insist on its further performance or he can accept the repudiation, in which case the contract is at an end. The innocent party must at some stage elect between these two possible courses: if he once affirms the contract, his right to accept the repudiation is at an end. But he is not bound to elect within reasonable or any other time. Mere delay by itself (unaccompanied by any express or implied affirmation of the contract) does not constitute affirmation of the contract; but if it is prolonged it may be evidence of an implied affirmation: Allen v Robles [1969] 1 WLR 1193. Affirmation of the contract can be implied. Thus, if the innocent party calls on the guilty party for further performance of the contract, he will normally be taken to have affirmed the contract since his conduct is only consistent with the continued existence of the contractual obligation. Moreover, if the innocent party himself does acts which are only consistent with the continued existence of the contract, such acts will normally show affirmation of the contract. However, if the innocent party further performs the contract to a limited extent but at the same time makes it clear that he is reserving his rights to accept the repudiation or is only continuing so as to allow the guilty party to remedy the breach, such further performance does not prejudice his right subsequently to accept the repudiation: Farnworth Finance Facilities Ltd v Attryde [1970] 1 WLR 1053. It is against this background that one has to read the short summary of the law given by Lord Denning in the Western Excavating (ECC) Ltd case. The passage 'moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains ;for if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged' is not and was not intended to be a comprehensive statement of the whole law. As it seems to us, Lord Denning was referring to an obvious difference between a contract of employment and most other contracts. An employee faced with a repudiation by his employer is in a very difficult position. If he goes to work next day, he will himself be doing an act which, in one sense, is only consistent with the continued existence of the contract, he might be said to be affirming the contract. Certainly, when he accepts his next pay packet (i.e, further performance by the guilty party) the risk of being held to affirm the contract is very great: see Saunders v.Paladin Coachworks Ltd [1968] 3 ITR 51.Therefore, if the ordinary principles of contract law were to apply to a contract of employment, delay might be very serious, not in its own right but because any delay normally involves further performance of the contract by both parties. It is not the delay which may be fatal but what happens during the period of the delay: see Bashir v. Brillo Manufacturing Company Ltd [1979] IRLR 296". Στην συνέχεια αναφερόμενος στην υπόθεση Marriot v Oxford Co-operative Society [1971] QB 196 σημείωσε ότι: "This decision to our mind establishes that, provided the employee makes clear his objection to what is being done, he is not to be taken to have affirmed the contract by continuing to work and draw pay for a limited period of time, even if his purpose is merely to enable him to find another job." Η απόφαση του Employment Tribunal στην W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook ανατράπηκε από το Employment Appeal Tribunal για τον λόγο ότι το Employment Tribunal έλαβε υπόψη του κατά την απόφανση επί του ζητήματος κατά ποσό υπήρξε ή όχι επιβεβαίωση (affirmation) από τον εργοδοτούμενο την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που έδινε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί και της παραίτησής του επικαλούμενος εξαναγκασμό του σε παραίτηση, μόνο τη χρονική περίοδο που μεσολάβησε και όχι όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης[13]. O Mr. Browne-Wilkinson P. ανέφερε τα πιο κάτω: "When that ultimatum was rejected, what possible justification can there have been for a further delay of nearly one month? He had told the employers of his decision to resign. When therefore, despite their refusal to withdraw the allegation, he continues to work and presumably draw his salary for a further month thereafter, viewed from the angle of the employers it must have appeared that he had decided not to resign but to continue in the employment, thereby electing to affirm the contract. The industrial tribunal say that he took a little time to look around and make alternative arrangements and did not consider the delay unreasonable. We consider that, if the industrial tribunal had directed itself properly and taken into account the factors we have mentioned above ( and in particular that during the further month he was still working) they could not properly have reached the conclusion that he did not thereby affirm the contract. To stay at work for a period of one month to 'look around' starting from the initial breach of contract might well not have been fatal but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to us inconsistent with saying that he had not affirmed the contract." Στην απόφαση Waltons and Morse v. Dorrington [1977] IRLR 488 έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law: "There is no fixed time limit in which the employee must make up his mind. It depends upon all the circumstances including the employee's length of service, the nature of the breach and whether the employee has protested at the change. Mere protest will not, however prevent an inference that the employee has waived the breach, although exceptionally a clear reservation of rights might do so. Where the employee is faced with giving up his job and being unemployed or waiving the breach, its not surprising that the courts are sometimes reluctant to conclude that he lost his right to treat himself as discharged by the employer merely by working at the job for a few months." Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του στην υπόθεση New Southern Railway Ltd v Quinn, Appeal No.313/ 2005 ημερ.28.11.2005 συνόψισε τις εφαρμοστέες αρχές σχετικά με το ζήτημα της επιβεβαίωσης ως ακολούθως: "(
- i)Where there has been a repudiatory breach of the contract of employment the innocent party can choose whether to affirm the contract or accept the breach and treat the contract as discharged; (
- ii)Once the contract has been affirmed the right to treat it as repudiated has gone; (iii) Delay in itself does not constitute affirmation but may be evidence of implied affirmation; (
- iv)If the innocent party calls upon the employer to perform, that will normally be taken to be affirmation because it would be conduct consistent only with continuance of the contract; (
- v)The right to accept a repudiatory breach is not lost if the innocent party performs a contract for a limited time while reserving the right to accept the repudiation or only continues with contract while affording the guilty party the opportunity to remedy the breach." Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του στην υπόθεση The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v Ann Hines, Appeal No.EAT 1138/02 ημερομ. 26.6.03 αναφερόμενο στην απόφαση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp σημείωσε τα ακόλουθα: "However this authority has never been understood to mean that there is a fixed time limit within which an employee must make up her mind. Subsequent authorities have made clear that the question whether delay in a particular case means that an employee has waived the breach will depend on all the circumstances including for example the employee's length of service (GW Stephens and Son v Fish [1989] ICR 324) or the nature of the breach and whether the employee has protested at the changes to her contract (W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] ICR 157). ....the length of service of an employee will always be relevant to the length of the time for which it is reasonable for him/her to consider the position before deciding whether to resign and claim constructive dismissal ." Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσον ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου είναι πάντα σχετική για το ζήτημα καθορισμού της χρονικής περιόδου που θεωρείται ως εύλογη για τον εργοδοτούμενο για να εξετάσει το θέμα προτού αποφασίσει να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση[14]. Στην υπόθεση Miceli v Signal House Limited Appeal No.EAT /180/95 ημερομ.16.2.96 το Employment Appeal Tribunal επικαλούμενο την GW Stephens and Son v Fish [1989] ICR 324 ανέφερε ότι μια εισήγηση ότι ο εργοδότης πιθανόν να θεραπεύσει την εκ μέρους του παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας είναι ένα από τα σχετικά θέματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη και στη συνέχεια σημείωσε ότι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από Employment Tribunal δεν είναι κατά πόσον ο εργοδοτούμενος καθυστέρησε πάρα πολύ να παραιτηθεί αλλά κατά πόσον ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας. Διευκρίνισε ότι η καθυστέρηση δεν συνιστά επιβεβαίωση αλλά μπορεί να αποτελέσει απόδειξη επιβεβαίωσης και τόνισε ότι συνιστά σφάλμα το να εξισωθεί από το Employment Tribunal η καθυστέρηση με την επιβεβαίωση χωρίς να αποφασισθεί εντός του πλαισίου της υπόθεσης αν η καθυστέρηση σε συνδυασμό με άλλα θέματα (όπως π.χ. η φύση της παράβασης από τον εργοδότη, η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου) μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση από τον εργοδοτούμενο. Στην Southern v Wadacre Ltd Appeal No. UKEAT/ 0380/09 ημερομ. 24.3.10 σημειώθηκε ότι το ερώτημα προς απόφανση είναι κατά πόσον ο εργοδοτούμενος, ρητά ή εξυπακουόμενα, επιβεβαίωσε τη σύμβαση και ότι η θέση ότι με το απλώς να παραμείνει ο εργοδοτούμενος στην εργασία του (χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιπες παράμετροι της υπόθεσης) σημαίνει απαραίτητα και επιβεβαίωση της σύμβασης είναι εσφαλμένη[15]. Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Logan v Customs & Excise [2003] EWCA Civ 1068 διευκρίνισε ότι η πάροδος του χρόνου αποτελεί απόδειξη επιβεβαίωσης μόνο αν η καθυστέρηση από μόνη της είναι τόσο μεγάλη που να αποδεικνύει το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος όντως επιβεβαίωσε τη σύμβαση και ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος δεν το έχει πράξει ο χρόνος δεν ξεκινά να τρέχει. Σημείωσε ότι στην περίπτωση που εξέταζε, το Tribunal συγκεντρώθηκε μόνο στο γεγονός της καθυστέρησης και συμπέρανε ότι λόγω της καθυστέρησης των 18 μηνών ο εργοδοτούμενος πρέπει να θεωρηθεί ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Επειδή όμως υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Tribunal ότι ο εργοδοτούμενος συνέχιζε να παραπονιέται και ότι δεν δεχόταν να επιστρέψει στην εργασία του παρά την επίδικη παράβαση, έκρινε ότι το ζήτημα της επιβεβαίωσης έπρεπε να επανεκδικαστεί από το Tribunal ώστε να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης[16]. Στην απόφαση του Employment Appeal Tribunal Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ΑLL ER (D) 144 παραπέμποντας στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση W.E. Cox Toner λέχθηκε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται (δηλαδή την παράβαση όρων της σύμβασης εργασίας) δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Τονίστηκε ότι είναι ζήτημα επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης αν υπήρξε επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδοτούμενο. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο διάστημα μετά που ο εργοδότης ξεκαθαρίζει τη θέση του πάνω σε ένα θέμα όπου υπάρχει μεταξύ τους διαφωνία, τότε ο εργοδοτούμενος θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αργότερα[17]. Στην Chindove v. William Morrisons Supermarket plc UKEAT/0201/13/BA το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του ημερομηνίας 26.3.2014 εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσον ο χρόνος που έχει περάσει από την παράβαση της σύμβασης εργοδότησης από τον εργοδότη είναι αρκετό στοιχείο για να οδηγήσει σε συμπέρασμα επιβεβαίωσης σημείωσε τα πιο κάτω: ".the matter is not one of time in isolation. The principle is whether the employee has demonstrated that he has made the choice. He will do so by conduct; generally by continuing to work in the job from which he need not, if he accepted the employer' s repudiation as discharging him from his obligations, have had to do. He may affirm a continuation of the contract in other ways: by what he does, by communications which show that he intends the contract to continue. But the issue is essentially one of conduct and not of time. The reference to time is because if, in the usual case, the employee is at work, then by continuing to work for a time longer than the time within which he might reasonably be expected to exercise his right, he is demonstrating by his conduct that he does not wish to do so. But there is no automatic time; all depends upon the context. Part of the context is the employee's position.....deciding to resign is for many, if not most, employee's is a serious matter. It will require them to give up a job which may provide them with their income, their families with support, and be a source of status to him in his community. His mortgage, his regular expenses, may depend upon it and his economic opportunities for work elsewhere may be slim. There may, on the other hand, be employees who are far less constrained, people who can quite easily obtain employment elsewhere, to whom those considerations do not apply with the same force. It would be entirely unsurprising if the first took much longer to decide on such a dramatic life change as leaving employment which had been occupied for some eight or nine or ten years than it would be in the latter case, particularly if the employment were of much shorter duration. In other words, it all depends upon the context and not upon any strict time test." Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της παραίτησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Και εξηγούμε. Η σύμβαση εργασίας είναι ένα από τα είδη των νομικών συμφωνιών που συχνά αλλάζουν κατά τη διάρκεια τους με την αλλαγή των συνθηκών και των περιστάσεων. Οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. Η σιωπηρή συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί από την ενέργεια του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους τροποποιημένους όρους εργασίας[18]. Η ενέργεια του εργοδότη να τροποποιήσει ή να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτουμένου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τους συμφωνημένους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου θεωρείται ως παράβαση (repudiation) της σύμβασης εργασίας. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας με τη μονομερή τροποποίηση όρων εργασίας, η οποία παράβαση προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημιά στον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων[19] και ότι αυτό το δικαίωμα επιλογής σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης δεν παραμένει ανοιχτό στον εργοδοτούμενο επ' αόριστον. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος επιβεβαίωσε τη σύμβαση, παρά την παράβαση της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έχει γίνει αποδεχτή[20]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 16(1Β) p.175 para.705, σημειώνονται τα ακόλουθα: "Damages for breach by employer short of termination. If an employer acts in breach of the contract of employment in such a way as to repudiate it in some way short of wrongfully dismissing the employee, the employee may accept that repudiation, terminate the contract and sue the employer for damages. Alternatively, he may refuse to accept the repudiation, keep the contract alive and sue for wages. If the employee is able still to perform his part of the contract, he may sue in debt for wages earned and due; and, if that is not possible, he may sue for the wages that should have been paid in a claim for breach of contract. Such a claim may be of particular use to an employee in a case where his employer seeks to force through a unilateral change to his terms and conditions of employment, to which the employee objects: provided that he makes his objection clear, the employee may work to the new term or condition, and, if appropriate, hold himself ready and willing to work under the old term or condition and then sue the employer for wages due under the original contract. In this way an employee is able to stand on his contractual rights where the employer has sought unilaterally, without contractual authority, to cut his hours, reduce his pay, pay him on short-time working and withdraw a contractual benefit." Σε σχέση με την εξυπακουόμενη αποδοχή μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης εργασίας στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στις παραγράφους 13.05 - 13.09 αναφέρονται τα ακόλουθα: "One of the key issues with respect to variation is the question whether, and under what circumstances, a unilateral variation may become binding. To put matters another way, can such a variation come to be viewed as consensual? After all, even though a unilateral variation may amount to a material breach, the employee may not wish to resign. By his conduct in continuing in employment, does he risk being deemed to accept the change? The answer to that question would appear to be yes. In Daley v Strathclyde[21] the employer unilaterally changed the working hours of the employees. They reacted to this by going on strike in protest. The strike did not succeed in persuading the employer to change his mind and the employees returned to work. Upon that return they complied with revised hours of work but did not, at any point, accept the revised terms explicitly. Nevertheless those terms were held to be contractually binding: ' the change is not a short term or temporary one. It is an alteration in their normal working arrangements which they must be held to have accepted.' .................................... The question then becomes one of determining whether an implicit variation has arisen. In principle the question is answered by ascertaining the intentions of the parties. Matters are not straightforward because that intention may have to be inferred from their conduct. It is, of course, the case that the parties' obligations may evolve in the light of the way that they conduct their relationship. What guidance might be offered when it comes to ascertaining the parties intentions?...................................................................................................................................................................................................................................................................................... Where implicit acceptance through conduct does, in fact, emerge it will do so only as a result of the passage of time...........What period of time would have to elapse before an implicit variation could be said to have arisen? In Watson v Jacobson[22] 'the bare fact of the defender having continued work for one month following intimation of a purported alteration to his contract on a matter or matters having no immediate effect' was not sufficient to amount to an implied variation. In O 'Flynn v Airlinks The Airport Coach Co Ltd [23] 'four months or so' sufficed. Ultimately the question is very much a factual one which only be resolved by consideration of all the surrounding circumstances. What of the employee who continues to work but under protest? This dimension was explored by the House of Lords in Rigby v Ferodo [24] where the employee's wages had been unilaterally reduced in breach of contract. It was held that the employee who continues to work, under protest, cannot thereby be regarded as accepting the imposed terms. The expression of dissent negatives any possibility of a finding of implicit acceptance. In Wilton v Peebles [25] it was argued that: 'they had not objected, complained or protested as systematically or vociferous complaints in order to prevent an agreement from being foisted on him unilaterally by his employer. As long as he has made it clear that he is not agreeing to the reduction in wages he cannot, by continuing to work, be bound by an agreement to accept a reduction.' Nevertheless, the Wilton case serves to emphasize that effective articulation of dissent is crucial." Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo Ltd [1987] ICR 29 όπου το 1982 η εργοδότρια εταιρεία αντιμετωπίζοντας πολύ σοβαρές οικονομικές πιέσεις αποφάσισε ότι για να συνεχίσει να λειτουργεί ήταν απαραίτητο όπως μειωθούν τα κόστη της. Εντός αυτών πλαισίων η εργοδότρια εταιρεία άρχισε διαβουλεύσεις με τις συντεχνίες του προσωπικού ώστε να αποδεχθούν τη μείωση των μισθών του προσωπικού σε επίπεδα πιο χαμηλά από αυτά που το προσωπικό δικαιούτο με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους. Τον Αύγουστο του 1982 η εργοδότρια εταιρεία ανακοίνωσε σε όλους τους εργοδοτουμένους της ότι αν οι συντεχνίες στις οποίες ανήκουν δεν αποδεχτούν τις προτεινόμενες μειώσεις στους μισθούς τους, η προτεινόμενη μείωση θα τεθεί σε εφαρμογή μονομερώς. Η μία συντεχνία συμφώνησε στη μείωση. Η συντεχνία στην οποία άνηκε ο εφεσίβλητος εργοδοτούμενος δεν συμφώνησε και προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που η μείωση στο μισθό επιβληθεί στα μέλη της μονομερώς θα λάβει απεργιακά μέτρα. Σε σειρά συναντήσεων μεταξύ της συντεχνίας και της εργοδότριας εταιρείας, η εργοδότρια εταιρεία τόνισε ότι αν μέχρι τις 17.9.1982 η συντεχνία και η εργοδότρια εταιρεία δεν κατέληγαν σε οποιαδήποτε συμφωνία οι προτεινόμενες μειώσεις θα εφαρμόζονταν από την εργοδότρια εταιρεία μονομερώς και ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση εκτός από τη συμφωνία της συντεχνίας με τις προτάσεις της εργοδότριας εταιρείας. Στις 18.9.1982 η εργοδότρια εταιρεία ανακοίνωσε στους εργοδοτουμένους της μέλη της συντεχνίας στην οποία άνηκε ο εφεσίβλητος τους μειωμένους μισθούς που θα κατέβαλλε από εκείνη την ημερομηνία. Σε συνελεύσεις των μελών της συντεχνίας τέθηκε προς ψήφιση το θέμα κατά πόσον θα λαμβάνονταν απεργιακά μέτρα. Δεν τέθηκε προς ψήφιση το θέμα κατά πόσον οι μειώσεις στους μισθούς γίνονται ή όχι αποδεχτές. Η απόφαση των μελών της συντεχνίας ήταν να μην ληφθούν απεργιακά μέτρα. Η συντεχνία ενημέρωσε την εργοδότρια εταιρεία ότι δεν αποδέχεται τις μειώσεις στους μισθούς των μελών της και ότι δεν θα λάβει οποιαδήποτε απεργιακά μέτρα. Ο εφεσίβλητος συνέχισε να εργάζεται και το 1984 προσέφυγε στο Δικαστήριο αξιώνοντας από την εργοδότρια εταιρεία αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ζητώντας τα χρήματα που έχασε με την επιβολή της πληρωμής των μειωμένων μισθών από τις 18.9.1982. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι η εργοδότρια εταιρεία παραβίασε τη σύμβαση εργασίας που είχε με τον εφεσίβλητο με το να εφαρμόσει μονομερώς τους μειωμένους μισθούς και από τη στιγμή που η εν λόγω παραβίαση δεν έγινε αποδεκτή από τον εφεσίβλητο, ο εφεσίβλητος δικαιούτο να αποζημιωθεί με το ποσό που αντιπροσωπεύει τους μισθούς που απώλεσε λόγω της εφαρμογής των μειωμένων μισθών. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε τόσο από το Court of Appeal όσο και από το House of Lords. Ο Lord Oliver δίνοντας την απόφαση του House of Lords τόνισε ότι μια παράβαση σύμβασης εργασίας η οποία δεν έγινε αποδεχτή ως παράβαση που τερματίζει τη σύμβαση εργασίας δεν τερματίζει αυτόματα τη σύμβαση εργασίας[26]. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το επιχείρημα ότι ο εφεσίβλητος με τη συμπεριφορά του (να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του) αποδέχτηκε την τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του (εξυπακουόμενη αποδοχή) Lord Oliver ανάφερε τα πιο κάτω: "My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby's claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived. It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant's repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected by the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contract or the new terms which the appellant was seeking to impose. " Οι ίδιες αρχές σε σχέση με τα πιο νομικά θέματα εντοπίζονται και στο ελληνικό δίκαιο. Στην απόφαση με αριθμό 650/2005 το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σημείωσε τα εξής: «Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημιά. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) Να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας.» Επίσης στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 1455/2003 τονίστηκαν τα πιο κάτω: «Η αποδοχή δε της τροποποιητικής συμβάσεως από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικώς η βούληση του τελευταίου για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί αν ο εργαζόμενος παρά το ότι σαφώς γνωρίζει την μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσεως, εξακολουθεί και μετά από αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρύ χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στον εργοδότη του. Μόνο αν ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για την μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως τότε και μόνο δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή της ανωτέρω ενέργειας του πρώτου από τον εργαζόμενο.» Τόσο το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος έχει επιβεβαιώσει (affirm) ή όχι τη σύμβαση εργασίας όπως τροποποιήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη ώστε να εμποδίζεται από το να εξασκήσει το δικαίωμα του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας όσο και το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος αποδέχτηκε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας ώστε να κωλύεται από το να διεκδικήσει αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του είναι ζητήματα γεγονότων[27]. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο στην υπό εξέταση περίπτωση προτού καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξετάσει τα πιο κάτω ζητήματα: (
- i)κατά πόσο υπήρξε εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας μονομερής και αυθαίρετη παραβίαση των όρων που περιέχονταν στη σύμβαση εργασίας μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με τους όρους εργοδότησης που αφορούσαν τις απολαβές του Αιτητή, (
- ii)στην περίπτωση που κριθεί ότι υπήρξε εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας μονομερής και αυθαίρετη παραβίαση των όρων της σύμβασης εργασίας του Αιτητή, κατά πόσον αυτή η παράβαση ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί παραίτηση του Αιτητή λόγω εξαναγκασμού, (iii) κατά ποσόν ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του εξαιτίας αυτής της παράβασης (και της συνακόλουθης καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης εργασίας) από την Εργοδότρια Εταιρεία, και (iv)(α) κατά πόσον ο Αιτητής επιβεβαίωσε (affirmed) τη σύμβαση εργασίας του μετά τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του από την Εργοδότρια Εταιρεία και/ή (β) κατά πόσον ο Αιτητής πριν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης του με την Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε με τη συμπεριφορά του τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του ή λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε παραιτήθηκε (waived) του δικαιώματός του να επιμένει στην τήρηση των όρων της σύμβασης εργασίας του και να αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία το 2000 συμφώνησε με τον Αιτητή όπως πέραν του σταθερού μηνιαίου μισθού του του καταβάλλει προμήθεια 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο χωρίς να θέσει οποιοδήποτε όρο για τη χρονική διάρκεια που θα ίσχυε η εν λόγω συμφωνία, χωρίς παραπομπή και αναφορά στον όρο 11 που περιέχεται στους Όρους Εργοδότησης του Αιτητή που επισυνάπτονται στο συμβόλαιο εργασίας ημερομηνίας 25/5/1999 και χωρίς να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμά της να μπορεί μονομερώς να τροποποιήσει την εν λόγω συμφωνία. Συνακόλουθα με την προφορική συμφωνία του 2000, η γραπτή σύμβαση εργασίας του Αιτητή διαφοροποιήθηκε και η Εργοδότρια Εταιρεία μετά το 2000 δεν είχε πλέον το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς το ποσοστό της προμήθειας που δινόταν στον Αιτητή[28]. Από τον Νοέμβριο του 2004 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλλε στον Αιτητή προμήθειες 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο, δηλαδή δεν κατέβαλλε στον Αιτητή τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους προμήθεια. Ο Αιτητής διαπίστωσε τον Ιούνιο του 2006 ότι η Εργοδότρια Εταιρεία από τον Νοέμβριο του 2004 είχε σταματήσει να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους προμήθεια και με επιστολή ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά το 2006, το 2007 και το 2008 είχε διάφορες επικοινωνίες με την τότε διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας (Γενικό Διευθυντή, Οικονομικό Διευθυντή και Διευθυντή Πωλήσεων) στις οποίες τόνιζε ότι η συμφωνία που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν για προμήθειες 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο και ζητούσε όπως του καταβληθούν τα χρήματα που του αποκόπηκαν από την προμήθειά του. Η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ότι λόγω λάθους δεν του καταβλήθηκε η προμήθεια που είχε συμφωνηθεί και ζητούσε χρόνο επικαλούμενη προβλήματα και ζητήματα του λογιστηρίου της ώστε να του καταβάλει το ποσό των προμηθειών του δεν του κατέβαλε. Τον Σεπτέμβριο του 2008 ο Αιτητής ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία ότι αν τα ποσά που του οφείλονται ως προμήθειες δεν του καταβληθούν μέχρι το τέλος του 2008 θα πάρει μόνος του τα χρήματα που του οφείλονται από το ταμείο του καταστήματος. Τον Ιανουάριο του 2009 πήρε από το ταμείο του καταστήματος €10.000 και έβαλε τα εν λόγω χρήματα σε ξεχωριστό φάκελο στο ταμείο ενημερώνοντας την Εργοδότρια Εταιρεία ότι κατακρατά το εν λόγω ποσό έναντι των προμηθειών που του οφείλονται. Τον Φεβρουάριο του 2009 ο Αιτητής επέστρεψε τα εν λόγω χρήματα στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας μετά από συνάντηση που είχε με τον Οικονομικό Διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τη διάρκεια της οποίας ο Οικονομικός Διευθυντής ανέλαβε όπως διευθετήσει να υπολογιστεί και να του καταβληθεί το ποσό που του οφείλεται λόγω της μη πληρωμής της συμφωνηθείσας προμήθειας. Τον Σεπτέμβριο του 2009 ο Οικονομικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας του ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αφού υπολόγισε το ποσό της προμήθειας που του οφείλεται του προτείνει το ποσό των €22.500 προς εξόφληση των προμηθειών που του οφείλονται μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 και ο Αιτητής αποδέχτηκε την εν λόγω πρόταση. Τον Οκτώβριο του 2009 ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι ο κ.Τάκη ζήτησε όπως πληροφορηθεί για το ζήτημα των προμηθειών του και στις 13/11/2009 ο Αιτητής συναντήθηκε με τον κ.Τάκη. Τον Νοέμβριο του 2009 η Εργοδότρια Εταιρεία ζήτησε από τον Αιτητή όπως υπογράψει νέο συμβόλαιο εργοδότησης στο οποίο αναφερόταν ότι η προμήθεια του Αιτητή ανέρχεται στο 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο και ο Αιτητής αρνήθηκε να το υπογράψει. Κατά το 2010 εξασκήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία πίεση στον Αιτητή να υπογράψει το εν λόγω συμβόλαιο με αποκορύφωμα γραπτή επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 6/7/2010 στην οποία δινόταν στον Αιτητή προθεσμία μέχρι τη λήξη της οποίας ο Αιτητής έπρεπε να υπογράψει το εν λόγω συμβόλαιο. Ο Αιτητής αγνόησε την εν λόγω επιστολή και η Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/7/2010 ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η εργοδότησή του συνεχίζει με βάση το συμβόλαιο που έχει ήδη υπογράψει με την Εργοδότρια Εταιρεία και τους παλιούς όρους εργοδότησής του. Ο Αιτητής δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή και συνέχισε να εργάζεται κανονικά μέχρι τις 20/8/2010 ημερομηνία κατά την οποία τραυματίστηκε και παρέμεινε κλινήρης για περίοδο 4½ μηνών. Στις 24/12/2010 υπέβαλε την παραίτησή του. Σημειώνουμε ότι καθόλη την περίοδο που μεσολάβησε από την πρώτη διαμαρτυρία του Αιτητή τον Ιούνιο του 2006 μέχρι και Δεκέμβριο του 2010 (α) η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλλε στον Αιτητή προμήθεια 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο και (β) ο Αιτητής ενώ ζητούσε τα χρήματα που δεν του καταβλήθηκαν ως προμήθειες δεν επιφύλαξε ρητά τα δικαιώματά του που προέκυπταν από τις ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας ούτε ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία ότι αν συνέχιζε να μην του καταβάλλει προμήθεια 0,5% επί των συνολικών πωλήσεων του καταστήματος στην Πάφο και τα οφειλόμενα χρήματα θα θεωρούσε τη συμπεριφορά της ως εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνουμε ότι (α) η Εργοδότρια Εταιρεία με το να μην καταβάλλει στον Αιτητή τη συμφωνηθείσα το 2000 προμήθειά του παραβιάζε τη σύμβαση εργασίας του Αιτητή και με τη συμπεριφορά της τροποποίησε μονομερώς και αυθαίρετα τον ουσιώδη όρο της σύμβασης εργασίας του Αιτητή που αφορούσε τις απολαβές του και (β) ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτησή του από την εργασία του λόγω της μη καταβολής της συμφωνηθείσας με βάση τους όρους εργοδότησής του προμήθειας και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Λαμβάνοντας υπόψη το ποσό της μείωσης στις απολαβές του Αιτητή συνεπεία της εν λόγω παράβασης της σύμβασης εργασίας από την Εργοδότρια Εταιρεία (το οποίο ποσό με βάση τα στοιχεία του Τεκμηρίου 15 κατά μέσο όρο μηνιαίως ανερχόταν πέραν των €130,00, για κάποιες χρονιές ο μέσος όρος της μείωσης μηνιαίως έφτανε τα €270) βρίσκουμε ότι οι επιπτώσεις στις συνολικές απολαβές του Αιτητή, οι οποίες ήταν συμβατικά καθορισμένες, δεν ήταν αμελητέες. Ούτε μπορούν να θεωρηθούν ως τόσο ασήμαντες ή τόσο μικρές που η παράβαση από την Εργοδότρια Εταιρεία των όρων της σύμβασης εργασίας του Αιτητή που αφορούσαν το πακέτο των απολαβών του να μην μπορεί κριθεί ως αρκούντως σοβαρή. Είμαστε της γνώμης ότι η μείωση της αξίας του πακέτου απολαβών του Αιτητή ήταν τέτοιας μορφής και τέτοιου ύψους που μπορεί να στηρίξει το συμπέρασμα ότι οι παραβάσεις των όρων εργασίας του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν επαρκώς ουσιώδης ('of sufficient materiality'). Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας συνιστούν διαγωγή τέτοιας φύσης (σοβαρή παράβαση ουσιώδους όρου (fundamental repudiation) της σύμβασης εργασίας μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας) η οποία δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από τον Αιτητή λόγω εξαναγκασμού. Λόγω του ότι πριν τον Ιούνιο του 2006 ο Αιτητής δεν διαπίστωσε την μη καταβολή της συμφωνηθείσας προμήθειάς του δεν τίθεται ζήτημα επιβεβαίωσης ή αποδοχής από τον Αιτητή της παράβασης της σύμβασης εργασίας από την Εργοδότρια Εταιρεία πριν από τον Ιούνιο του 2006. Εν όψει του ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009 η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ότι λόγω λάθους δεν κατέβαλλε στον Αιτητή προμήθεια 0,5% και ότι θα κατέβαλλε σε αυτόν την προμήθεια που του οφειλόταν μόλις αυτό ήταν εφικτό από το λογιστήριο κρίνουμε ότι παρά την επαναλαμβανόμενη και επίμονη παράβαση από την Εργοδότρια Εταιρεία των όρων εργασίας του Αιτητή σε σχέση με τις απολαβές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας ως τροποποιήθηκε από τις ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας ή ότι Αιτητής αποποιήθηκε του δικαιώματός του να αξιώσει αποζημιώσεις για την παράβαση της σύμβασης εργασίας του μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009. Ουσιαστικός παράγοντας για το πιο πάνω συμπέρασμά μας είναι η θέση που προέβαλλε η Εργοδότρια Εταιρεία για τον λόγο της μη πληρωμής της συμφωνημένης προμήθειας και η εισήγησή της ότι θα θεράπευε την παράβαση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή ο οποίος παράγοντας εμποδίζει τη δημιουργία οποιουδήποτε κωλύματος. Από τον Οκτώβριο του 2009 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έπραξε οτιδήποτε προς υλοποίηση της συμφωνίας που είχε συνάψει με τον Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2009 μέσω του Οικονομικού Διευθυντή της για την πληρωμή του ποσού των €22.500 στον Αιτητή προς εξόφληση των προμηθειών που οφείλονταν στον Αιτητή μέχρι τις 31/12/2008 και συνέχισε να μην καταβάλλει στον Αιτητή την προμήθεια που ήταν συμβατικά υποχρεωμένη να καταβάλλει στον Αιτητή. Περαιτέρω η Εργοδότρια Εταιρεία από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι και τα μέσα Ιουλίου του 2010 πίεζε τον Αιτητή να υπογράψει νέο συμβόλαιο εργασίας στο οποίο η προμήθεια του προσδιοριζόταν στο 0,3% επί των πωλήσεων στο κατάστημα στην Πάφο. Τα πιο πάνω, κατά την άποψή μας, καταδεικνύουν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της κατέστησε με σαφήνεια στον Αιτητή ότι
(1)πρόθεση και απόφασή της ήταν να μειώσει το ποσοστό της προμήθειας που του κατέβαλλε και να συνεχίσει να μην του καταβάλλει το ποσό της συμφωνηθείσας το 2000 προμήθειας και
(2)δεν θα του κατέβαλλε (α) το ποσό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους τον Σεπτέμβριο του 2009 να του καταβληθεί ως οφειλόμενες προμήθειες μέχρι τις 31/12/2008 και (β) τις οφειλόμενες προς αυτόν προμήθειες μετά την 1/1/
- Ο Αιτητής μετά τον Νοέμβριο του 2009 εκτός από την άρνησή του να υπογράψει το προτεινόμενο συμβόλαιο εργασίας δεν ζήτησε την οφειλόμενη προς αυτόν προμήθεια και δεν επιφύλαξε τα οποιαδήποτε δικαιώματά του από τη συνεχιζόμενη παράβαση των όρων εργασίας του. Ούτε ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία με οποιονδήποτε τρόπο ότι συνέχιζε να εργάζεται δίνοντάς της απλώς πίστωση χρόνου για να συμμορφωθεί με τους όρους εργασίας του και να του καταβάλει τα ήδη οφειλόμενα προς αυτόν ποσά. Την 31/7/2010 όταν η Εργοδότρια Εταιρεία τον ενημέρωσε ότι θα συνεχίσει την εργοδότησή του με τους παλιούς όρους εργοδότησής του δεν ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση σχετικά με την πιο πάνω αναφορά ούτε απάντησε ότι αυτός θεωρεί ότι οι παλιοί όροι εργοδότησής του προβλέπουν για προμήθεια 0,5% και όταν η Εργοδότρια Εταιρεία του κατέβαλε τον μισθό του για τον Ιούλιο του 2010 στη βάση του 0,3% ο Αιτητής δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο αλλά συνέχισε να εργάζεται μέχρι τις 20/8/
- Ούτε ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα συνεχίσει να εργάζεται υπό διαμαρτυρία με επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων του. Βρίσκουμε λοιπόν ότι ο Αιτητής μετά τον Νοέμβριο του 2009 δεν επιφύλαξε όλα τα δικαιώματά του που προέκυπταν από τις αντισυμβατικές ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν κατέστησε σαφές στην Εργοδότρια Εταιρεία ότι παρά τη διαφωνία του με τις ενέργειές της δεν επιβεβαιώνει τη σύμβαση εργασίας του και ότι πρόθεσή του είναι αν συνεχίσει η Εργοδότρια Εταιρεία να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά προς αυτόν να παραιτηθεί λόγω εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Κατά τη γνώμη μας ο Αιτητής με τη συμπεριφορά που επέδειξε θα μπορούσε να οδηγήσει τον μέσο λογικό εργοδότη στο να πιστέψει ότι δεν θα εξασκούσε το δικαίωμά του να παραιτηθεί από την εργασία του λόγω της συμπεριφοράς του εργοδότη. Υπό το φως των αρχών της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της επιβεβαίωσης λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (όπως τις εκθέσαμε πιο πάνω), τη φύση της παράβασης της σύμβασης εργασίας (αποκοπή συμβατικού ωφελήματος αντιμισθίας από τον Νοέμβριο του 2004 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 η οποία έγινε ξεκάθαρη μετά τον Νοέμβριο του 2009 και χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία στις 31/7/2010), τη χρονική περίοδο που μεσολάβησε από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι τις 20/08/2010 σε συνδυασμό με (α) τη μη επιφύλαξη των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Αιτητή μετά την εκδήλωση της πρόθεσης της Εργοδότριας Εταιρείας για συνέχιση της αντισυμβατικής στάσης της κατά την εν λόγω περίοδο και (β) τη μη εκδήλωση οποιασδήποτε ενέργειας από τον Αιτητή που να δεικνύει την πρόθεσή του να παραιτηθεί αν η Εργοδότρια Εταιρεία συνέχιζε την επίδειξη της ίδιας συμπεριφοράς, τη μακρόχρονη υπηρεσία του Αιτητή και τη φύση της εργασίας του κρίνουμε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση συνάγεται ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του εξυπακουόμενα επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας του και ως εκ τούτου ο Αιτητής στις 24/12/2010 δεν είχε δικαίωμα να παραιτηθεί επικαλούμενος εξαναγκασμό του σε παραίτηση καθότι είχε με τη συμπεριφορά που επέδειξε από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι τον Αύγουστο του 2010 επιβεβαιώσει τη σύμβαση εργασίας του και είχε αποποιηθεί του δικαιώματός του να παραιτηθεί λόγω της παράβασης από την Εργοδότρια Εταιρεία της σύμβασης εργασίας του. Θεωρούμε ότι η μακρόχρονη υπηρεσία του και η φύση της εργασίας του δεν δικαιολογούν με οποιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω συμπεριφορά του Αιτητή (τη μη επιφύλαξη δικαιωμάτων, τη μη εκδήλωση πρόθεσης παραίτησης). Το γεγονός ότι ο Αιτητής από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι και τον Ιούλιο του 2010 αρνείτο να υπογράψει το προτεινόμενο από την Εργοδότρια Εταιρεία συμβόλαιο εργασίας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του κατέστησε σαφές στην Εργοδότρια Εταιρεία ότι δεν συναινούσε στην τροποποίηση των όρων εργασίας του. Θεωρούμε την πιο πάνω συμπεριφορά του Αιτητή ως αρκετή να εμποδίσει την εξυπακουόμενη τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή και την εξυπακούμενη αποδοχή από τον Αιτητή των προτεινόμενων από την Εργοδότρια Εταιρεία μετά τον Νοέμβριο του 2009 όρων εργασίας καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε ότι ο Αιτητής δεν συναινούσε στην καταβολή προμήθειας 0,3% επί των συνολικών πωλήσεων στο κατάστημα στην Πάφο. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι ο Αιτητής δεν κωλύεται από το να εμμένει στην τήρηση των όρων της σύμβασης εργασίας του και να διεκδικήσει αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την υποβολή της παραίτησης του Αιτητή λόγω του γεγονότος του τραυματισμού του Αιτητή δεν συνιστά τόσο μεγάλο διάστημα που να μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής σιωπηρά αποδέχτηκε την μεταβολή της σύμβασης εργασίας του. Με βάση τα πιο πάνω και υπό το φως του συμπεράσματός μας για παραγραφή των αξιώσεων του Αιτητή για οφειλόμενες προμήθειες από 1/1/2009 μέχρι 30/11/2010 καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται το ποσό των €372,43 ως διαφορά μεταξύ της προμήθειας που του καταβλήθηκε και της προμήθειας που έπρεπε να του καταβληθεί για τον μήνα Δεκέμβριο του
- Δ. Τελευταίες Εβδομαδιαίες Απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου που περιέχονται στο άρθρο 2 του Νόμου: ««ημερομίσθιον» περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών.» Στην προκείμενη περίπτωση το ποσό της προμήθειας που λάμβανε ο Αιτητής με βάση τους όρους εργοδότησής του κάθε μήνα και επί του οποίου καταβάλλονταν εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έκτακτη προμήθεια ή πληρωμή κατά χάριν. Το ποσό των προμηθειών που λάμβανε ο Αιτητής ως προμήθεια είναι εισόδημα ή κέρδος από την εργασία του το οποίο αποτιμάται σε χρήμα και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «ημερομίσθιο». Επειδή ενόψει της καταβολής ενός ποσού ως προμήθειας οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή δεν ήταν σταθερές ο τρόπος υπολογισμού των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς του Νόμου καθορίζεται από τις πρόνοιες των άρθρων 3 της παραγράφου 4 του Τέταρτου Πίνακα και 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Με βάση τις εν λόγω πρόνοιες για την περίπτωση του Αιτητή ως εβδομαδιαία ημερομίσθια για σκοπούς του Νόμου θεωρούνται ο μέσος όρος των εβδομαδιαίων ημερομισθίων των τελευταίων δώδεκα πληρών εβδομάδων εργασίας πριν την απόλυσή του. Στην παρούσα περίπτωση επειδή ο Αιτητής από τις 20/8/2010 δεν εργάστηκε λόγω του τραυματισμού του σχετικοί είναι οι μήνες Μάιος, Ιούνιος και Ιούλιος του
- Με βάση τις καταστάσεις αποδοχών του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για τους πιο πάνω μήνες ο εν λόγω μέσος όρος αντιστοιχεί σε €550,79 [(2.305 + 1.657 + 2.249) ÷ 12 = €517,58) + (1.727 (13ος μισθός) ÷ 52 = €33,21)]. Κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση για το ποσό των €372,43 με νόμιμο τόκο. Η αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού του σε παραίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση δικηγορικά έξοδα στην κλίμακα μέχρι €500 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ................ (Υπ.) ............. Χ. Τσιολής, Μέλος. Α. Μιλτιάδους, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Εξαναγκασμός σε παραίτηση). [1] Η εν λόγω αξίωση του Αιτητή όπως εκτίθεται στους γενικούς λόγους της αίτησής του αποτελεί αυτοτελή αξίωση που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας της δυνάμει του άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου Ν. 8/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. [2] Ο Αιτητής έλαβε ως προμήθεια το ποσό των €558,65 το οποίο αντιστοιχεί στο 0,3% των πωλήσεων. Το 0,2% των πωλήσεων αντιστοιχεί στο ποσό των €372,
- [3] Σε ελεύθερη μετάφραση:"... Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη,. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση. Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης . Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι εάν συνεχίσει για κάποια χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απωλέσει το δικαίωμα να θεωρήσει τον εαυτό του ως απολυμένο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση.» [4] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81 σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράβαση όρου της σύμβασης εργοδότησης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή για να θεωρείται ως συμπεριφορά που αποκηρύσσει τη σύμβαση εργοδότησης. ( " The breach must be sufficiently serious to amount to a repudiation" ). [5]Βλέπε St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 79-80 ; Halsbury´s Laws of England , 5th edition, Vol. 40 p.173 para.720 notes 16 and 17 ; [6] Halsbury´s Laws of England, , 5th edition, Vol. 40 p.173 para.720 note 16 "Failure to give an annual pay rise or other bonus could be constructive dismissal if there was a contractual entitlement to it ( Pepper and Hope Ltd v Daish [1980] IRLR 52, EAT)" [7] Στην Adams v. Charles Zub Associates Ltd [1978] IRLR 551 o Mr. Justice Slynn , Πρόεδρος του Employment Appeal Tribunal σημείωσε τ΄ ακόλουθα:" The Industrial Tribunal had not erred in holding the failure by an employer to pay the employee his monthly salary on the due date though a breach of contract was not so serious a breach as to justify the Appellant in resigning and claiming constructive dismissal. Failure to pay an employee's salary on the due date may amount to conduct which constitute breach going to the root of the contract but which shows that the employer has no intention thereafter to honour the contract and thus justifies the employee in resigning but the circumstances of each case must be looked at." [8] St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81; Halsbury´s Statutes, , 5th edition, Vol. 40 p.173 para.720 note 17 "Gillies v Richard Daniels & Co Ltd [1979] IRLR 457, EAT (whether a unilateral reduction in pay or fringe benefits is sufficiently material to constitute constructive dismissal is a matter of fact and degree) ." [9] Στην υπόθεση Walker v Josiah Wedgwood & Sons Ltd, [1978] ICR 744 ,το Employment Appeal Tribunal σημείωσε τα εξής : " .it is at least requisite that the employee should leave because of the breach of the employer's relevant duty to him, and that this should demonstrably be the case...And secondly, we think it is not sufficient if he leaves in circumstances which indicate some ground for his leaving other than the breach of the employer's obligation to him." [10] Στο σύγγραμμα St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths LexisNexis στη σελίδα 112 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: " Yet the test of acceptance of repudiation is ultimately one of whether the resignation was effectively caused by the employer' s repudiation. In Jones v F Sirl & Son ( Furnishers ) Ltd [1997] IRLR 493 the employee faced with worsened terms and conditions waited three-and-a half weeks until she was approached by another firm and offered a job before she resigned claiming constructive dismissal. The employment tribunal' s conclusion that the resignation was in response to the job offer and not the repudiation was overturned by the EAT which stated that the test was not what was the sole cause of resignation but rather what in fact was the effective cause.". Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Weathersfield Ltd v. Sargent
(1999)I.C.R. 425, το Court of Appeal έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο για τον εργοδοτούμενο όταν αποχωρεί να δηλώσει ξεκάθαρα ότι εξαναγκάζεται σε παραίτηση εξαιτίας της παράβασης της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη και μια τέτοια δήλωση δεν αποτελεί προϋπόθεση επίκλησης από τον εργοδοτούμενου εξαναγκασμού σε παραίτηση για λόγους που αφορούν τη συμπεριφορά του εργοδότη. [11] Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική ζημιά. [12] Βλέπε Douglas Brodie , The Employment Contract, Oxford University Press, 2005, p.221: "A unilateral variation will be a breach of contract; on occasion it will constitute a material breach. Should a material breach arise, the employee is entitled to terminate the contract by way of response, or to insist on further performance ... such a choice as to the manner of response does not remain open indefinitely." [13] Στην υπόθεση Cow v Surrey and Berkshire Newspapers Ltd , Appeal No. EAT /0716/05 ημερομ. 7.3.03 λέχθηκαν τα εξής : "The Employment Tribunal in the Cox Toner case was overturned, because it considered simply the period of delay, whereas what ought to have occurred, was a consideration of all the circumstances ... The Employment Tribunal [in the present case] did not consider the period of delay in isolation , but looked at the period during which the grievance was being operated . It also considered the fact that the Applicant continued to work , and continued to be paid , and indeed had had a pay increase notwithstanding that she was unhappy with the work... the correct approach is , as this Tribunal di