← Κύπρος

ΘΕΚΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ ν. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΟΥΠΑΤΟΥ, Αρ. Αίτησης: 14/2010, 15/1/2016

ΘΕΚΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ ν. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΟΥΠΑΤΟΥ, Αρ. Αίτησης: 14/2010, 15/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2016:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ Ενώπιον: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Τσιολή ) Δ. Επιφανείου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 14/2010 Μεταξύ: ΘΕΚΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Αιτήτρια και ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΟΥΠΑΤΟΥ Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Κορακίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε κατάστημα πώλησης καλλυντικών. Την 01/01/1992 προσέλαβε την Αιτήτρια στην υπηρεσία της ως πωλήτρια στο εν λόγω κατάστημα. Στις 14/12/2009 ιδιώτης επιδότης παρέδωσε στην Αιτήτρια επιστολή της δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ημερομ.4/12/2009 (Τεκμήριο 1). Το σχετικό με το επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας απόσπασμα από την εν λόγω επιστολή παρατίθεται πιο κάτω: «Έχω εντολή από την πελάτιδα μου Χρυσούλα Κουπάτου από την Πάφο να σας πληροφορήσω ότι δια της παρούσας μου τερματίζεται η απασχόληση σας στην πελάτιδα μου από 4.12.09 για τους κάτωθι λόγους: Κατ' επανάλειψη και παρά τις προφορικές συστάσεις της πελάτιδος μου επιδείξετε διαγωγή που σας καθιστά υποκείμενη σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση ήτοι η συμπεριφορά σας καθιστά σαφές ότι η σχέση εργοδότου εργοδοτούμενου δεν δύναται λογικά ν' αναμένεται να συνεχιστεί. α. Χωρίς καμιά προηγούμενη προειδοποίηση αποφασίζετε και παίρνετε άδεια όποτε θέλετε για λόγους που δεν αφορούν ασθένεια σας και αναγκάζετε την πελάτιδα μου είτε να κλείνει το κατάστημα της είτε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της ως μητέρα. β. Ενώ μια βδομάδα είστο με άδεια γιατί προσέχετε την εγγονή σας όταν προσήλθατε στην εργασία σας το απόγευμα της ίδιας μέρας αναφέρετε στην πελάτιδα μου ότι την επαύριο θα πηγαίνατε στο γιατρό και δεν ξέρατε πότε θα επιστρέψετε και απουσιάζετε από 9.3.09 - 20.3.

  1. γ. Αξιώσετε πριν λίγες μέρες αύξηση και όταν σας ειπώθηκε ότι την χρονιά που διανύουμε δεν ενδεικνύεται αύξηση και σας υπεδείχθη το ειδικό καθεστώς της εργοδότησης σας αναφέρετε ότι θα τερματίσετε την εργασία σας τη βδομάδα των εορτών. δ. Είσαστε με άδεια ασθενείας ως είπετε από 21.9.09 - 22.11.09 και δεν ζητήσατε να πληρωθείτε από το γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων ως πληροφορήθηκε η πελάτιδα μου. ε. Είσαστε με άδεια ασθένειας για 2 μήνες και δουλέψετε την 23, 24, 25, 26, 27 και 28/11/09 τηλεφωνήσετε στην πελάτιδα μου η ώρα 1 το μεσημέρι και της είπατε να έλθει στο κατάστημα και όταν ήλθε η πελάτιδα μου αξιώσετε απ' αυτή αρχικά €700 να σας πληρώσει τοις μετρητοίς για να πάτε να κάνει εγχείριση ο σύζυγος σας την επαύριο ως της αναφέρετε. ζ. Επίσης της αποκαλύψετε ότι χωρίς προηγουμένως να ζητήσετε την άδεια της πήρετε από το ταμείο €250 και αγοράσετε αεροπορικό εισητήριο και θα μεταβαίνατε στη Θεσσαλονίκη για το σκοπό αυτό. η. Η πελάτιδα μου βρισκόμενη σε αμηχανία και απορία από την απαράδεκτη και αιφνίδια συμπεριφορά σας, σας έδωσε €450 τοις μετρητοίς ότι υπήρχε μέσα στο ταμείο του καταστήματος ερωτώντας σας γιατί να σας δώσει τα χρήματα αφού δεν εργαστήκετε και δεν σας όφειλε τα χρήματα και εσείς συμπεριφερθήκετε αναιδώς. θ. Παραλείψετε ν' απαντήσετε στα τηλέφωνα της πελάτιδος μου η οποία πληροφορήθηκε ότι ο σύζυγος σας δεν υπεβλήθη σε εγχείριση και παραλείψετε να επιστρέψετε στην εργασία σας την 3.12.09 ως αναφέρετε στην πελάτιδα μου την 28.12.
  2. ι. Παραβήκετε την εντολή της πελάτιδος μου να σημειώνετε τηλέφωνο, πλήρες όνομα, διεύθυνση και να λαμβάνετε ενυπογράφως ανάληψη υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των πελατών στους οποίους πωλούσατε επί πιστώσει.» Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας κατά την απασχόλησή της στην Καθ' ης η Αίτηση ανερχόταν στο ποσό των €695- καθαρά πλέον κοινωνικές ασφαλίσεις. Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ότι δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε εργασιακό παράπτωμα, ότι εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας της με ικανοποιητικό τρόπο και ότι οποτεδήποτε απουσίαζε από την εργασία της είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση. Έτσι με την παρούσα αίτηση εξαιτείται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Καθ' ης η Αίτηση με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και επικαλούμενη διάφορα γεγονότα (τα οποία γεγονότα καταγράφονται πιο κάτω κατά τη σύνοψη της ένορκης κατάθεσης της Καθ' ης η Αίτηση), ισχυρίζεται ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής και της Αιτήτριας δεν μπορούσε να συνεχιστεί λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε η Αιτήτρια. Είναι η θέση της ότι τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας και αιτείται απόρριψη της παρούσας αίτησης εργατικής διαφοράς. Βάρος Απόδειξης- Νομική Πτυχή Το άρθρο 3

(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα (″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″) εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτούμενου). Στην παρούσα περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου[1]. Ειδικά, η Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας με βάση τους λόγους που προβάλλει στην έγγραφο εμφάνισή της, ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Να σημειωθεί ότι μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302).Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη και είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτούμενου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). Κατά την άσκηση του δικαιώματος του για απόλυση ενός εργοδοτούμενου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσης του[2].(Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318) [3]. Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd (πιο πάνω) στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανέφερε τ' ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: «In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής[4]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτούμενου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτούμενου, η δικαιολογία/ εξήγηση που δίνεται για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη (π.χ. ένας εργοδότης λαμβάνοντας γνώση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ενός εργοδοτούμενου δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα ή λαμβάνει κάποια πειθαρχικά μέτρα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν τον εργοδοτούμενο να πιστέψει ότι η συμπεριφορά που επέδειξε δεν θεωρείται τόσο σοβαρή από τον εργοδότη ή ότι το θέμα είναι λήξαν, δεν μπορεί να επανέλθει και για το ίδιο παράπτωμα να επιβάλλει ένα νέο πειθαρχικό μέτρο). Σημειώνουμε ότι με βάση τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ο εργοδότης ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρχής της λογικότητας θα πρέπει σε περιπτώσεις μη σοβαρών περιστατικών οπωσδήποτε να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο τις παρατηρήσεις του και να του δώσει μια ευκαιρία να συμμορφωθεί. Στις περιπτώσεις που η υπό εξέταση διαγωγή είναι ολοφάνερη ή παραδεκτή το ερώτημα για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση[5]. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη θα πρέπει προηγουμένως να απαντηθεί το ερώτημα κατά ποσόν έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου. .................................... Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[6] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί. (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513 (House of Lords)). Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτούμενου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόφασης απόλυσης του εργοδοτούμενου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτούμενου[7] . Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ένας εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση[8]. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης δεν μπορεί από μόνος του από πλευράς σοβαρότητας να δικαιολογήσει απόλυση γιατί διαφορετικά ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους παρατείνοντας την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και 5(στ) του Νόμου εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη (παράπτωμα) που οδηγεί στην απόλυση του εργοδοτούμενου δηλώνει επιβεβαίωση συστηματικής συμπεριφοράς του εργοδοτούμενου μετά που του δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις. (Βλ. St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, σελ.19[9]). Κατά συνέπεια η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου που έλαβε χώραν στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξης της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική συμπεριφορά. Αποτελεί αρχή του εργατικού δικαίου ότι ένας εργοδοτούμενος οφείλει να παρέχει τις προσωπικές του υπηρεσίες στον εργοδότη του κατά τον χρόνο που προβλέπει η σύμβαση εργασίας του. Προσωρινή απαλλαγή ενός εργοδοτούμενου από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του (άδεια) είτε με αποδοχές είτε χωρίς αποδοχές για διάφορους λόγους προβλέπεται είτε με νόμο είτε με τη σύμβαση εργασίας.[10] Η άδεια που δικαιούται ο κάθε εργοδοτούμενος του χορηγείται δυνάμει των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας ή των προνοιών της σύμβασης εργοδότησης του ή δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η άδεια δυνάμει των διάφορων νόμων που την προβλέπουν αποτελεί δικαίωμα του εργοδοτούμενου το οποίο απορρέει από τον νόμο και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να του στερηθεί. Αποτελεί παράλληλα υποχρέωση του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο. Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνηθεί να παραχωρήσει στον εργοδοτούμενο την άδεια που δικαιούται με βάσει το νόμο και την σύμβαση εργασίας του τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να την διεκδικήσει δικαστικώς. Με βάση τις πρόνοιες του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967(Ν. 8/67)ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα κάθε εργοδοτούμενος δικαιούται ετήσια άδεια μετ΄ απολαβών η οποία του χορηγείται με βάση τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Ο Ν. 8/67δεν προβλέπει το χρονικό σημείο στο οποίο θα χορηγηθεί η άδεια και αφήνεται στον εργοδότη το περιθώριο να καθορίζει μονομερώς τηρουμένων των περιορισμών που θέτει ο Ν.8/67στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος το πότε θα πάρει άδεια ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία του εργατικού δικαίου και τη νομολογία, οι εξουσίες και οι δυνατότητες που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας και του διευθυντικού του δικαιώματος πρέπει να εξασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας (βλ. St. D. Anderman (πιο πάνω) σελ. 184, 185, United Bank v. Akhtar [1989] IRLR 507), καθ' ότι ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση. Σημειώνουμε ότι η απουσία ενός εργοδοτούμενου από την εργασία του χωρίς άδεια ή δικαιολογία ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης μπορεί να θεωρηθεί είτε ως μικρό παράπτωμα είτε ως σοβαρό παράπτωμα απειθαρχίας και ηθελημένης άρνησης συμμόρφωσης με νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη[11]. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (πιο πάνω) σημείωσε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η απουσία του εργοδοτούμενου από την εργασία του, χωρίς δικαιολογημένη αιτία ή λόγο και πολύ περισσότερο χωρίς προηγούμενη άδεια αποτελούσε παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας που δικαιολογούσε άμεση απόλυση με βάση τις παραγράφους (ε) και (στ)(ν) του άρθρου 5 (ε) του Νόμου. Στην περίπτωση που η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου θεωρηθεί ηθελημένη άρνηση του να συμμορφωθεί με μια εντολή του εργοδότη του η σχετική αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης εργοδοτούμενου λόγω άρνησης του να υπακούσει σε μία νόμιμη εντολή του εργοδότη του από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) δίνοντας την επίδικη εντολή στον εργοδοτούμενο παράλληλα με τη νομιμότητα της εν λόγω εντολής δυνάμει της μεταξύ των δύο μερών σύμβασης εργασίας[12]. Σε κάθε περίπτωση απόλυσης εργοδοτούμενου για ισχυριζόμενη εσκεμμένη ανυπακοή εντολής εργοδότη το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσον (α) η εντολή ήταν νόμιμη και εύλογη και (β) ο εργοδοτούμενος είχε βάσιμους λόγους να αρνηθεί να συμμορφωθεί με αυτή[13]. Δηλαδή κατά πόσο η εν λόγω εντολή ήταν εντός των συμβατικών πλαισίων της σύμβασης εργασίας και κατά πόσο
(1)αυτή ήταν λογικό να εκδοθεί από τον εργοδότη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και
(2)ήταν λογικό για τον εργοδότη να επιμένει σε συμμόρφωση του εργοδοτούμενου. Μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου για την Καθ' ης η Αίτηση εκτός από την ίδια κατέθεσαν και η κα Έφη Ιακώβου, Επαρχιακός Λειτουργός στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο, η κα Γιώτα Μαργαρίτη, στενή φίλη της Καθ' ης η Αίτηση, η κα Γεωργία Δημοσθένους, η οποία εργάζεται στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου και η κα Λουκία Αβρααμίδου ασφαλιστικός λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Αιτήτρια υποστήριξε το αίτημά της μόνο με τη δική της μαρτυρία. Η Καθ' ης η Αίτηση κατέθεσε ότι οι λόγοι απόλυσης της Αιτήτριας περιέχονται λεπτομερώς στο Τεκμήριο 1. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι τα τελευταία δύο χρόνια της απασχόλησής της η Αιτήτρια «την υστάτη», χωρίς καμιά προηγούμενη ειδοποίηση έπαιρνε την άδειά της, είτε για να φροντίζει την εγγονή της είτε για να προβεί σε ιατρικές εξετάσεις. Όταν η Αιτήτρια απουσίαζε χωρίς να της δίνει προηγούμενη προειδοποίηση, δυσκολευόταν γιατί αναγκαζόταν να κλείνει το κατάστημα για να διακινεί τον γιο της στα ιδιαίτερα μαθήματά του το απόγευμα και πολλές φορές υποχρεωνόταν από συγγενείς και φίλους της να την εξυπηρετήσουν, είτε στο κατάστημα, είτε στις διακινήσεις του γιου της. Ακόμη, η Αιτήτρια πήγαινε διακοπές «με το έτσι θέλω» όποτε έβρισκε φτηνά εισιτήρια και όταν πήγαινε στην τράπεζα για κατάθεση αργούσε να έρθει και της έλεγε ότι δοκίμαζε παπούτσια ή ρούχα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια πωλούσε και παρέδιδε προϊόντα σε διάφορα πρόσωπα επί πιστώσει χωρίς να πληροφορείται τις διευθύνσεις και τα τηλέφωνά τους και χωρίς να απαιτεί την υπογραφή εκ μέρους τους ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής, ως οι οδηγίες που της είχε δώσει, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει προβλήματα στην είσπραξη των ποσών που της οφείλονταν. Προς υποστήριξη της θέσης της κατέθεσε ως δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 2,
(1)σημειώσεις που είχε εκδώσει η Αιτήτρια για πώληση προϊόντων και
(2)τιμολόγια για επιστροφή εμπορευμάτων στους προμηθευτές που συμπλήρωσε η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια ήταν η μόνη υπάλληλος που είχε και επειδή ήξερε ότι την είχε ανάγκη έκανε ότι ήθελε. Πολλές φορές φιλονίκησαν φραστικά γιατί την παρατηρούσε γι' αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά της. Αρχές του Μάρτη του 2009 η Αιτήτρια, χωρίς καμιά προηγούμενη ειδοποίηση, την ενημέρωσε ότι την επαύριο θα έμενε μία εβδομάδα στο σπίτι για να φροντίζει την εγγονή της καθότι οι γονείς της τελευταίας θα πήγαιναν ταξίδι στο εξωτερικό. Όταν η Αιτήτρια επέστρεψε, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, την ενημέρωσε ότι την επαύριο θα πήγαινε στον γιατρό και δεν ήξερε πότε θα επιστρέψει. Τελικά απουσίαζε από 09/03/2009 μέχρι 20/03/2009. Από 21/09/2009 μέχρι 22/11/2009, η Αιτήτρια της ανέφερε ότι ήταν με άδεια ασθενείας, αλλά της παρουσίασε ιατρικό πιστοποιητικό μόνο για τον πρώτο μήνα. Η Αιτήτρια ένα μήνα μετά τις 21/09/2009, μπήκε εν αγνοία της, με το κλειδί της στο κατάστημα και τοποθέτησε μία καρέκλα σκηνοθέτη και ερχόταν και καθόταν στο κατάστημα όποτε ήθελε για να βλέπει κόσμο γιατί, όπως είπε, στο σπίτι έσπασαν τα νεύρα της. Στις 28/11/2009 η Αιτήτρια της τηλεφώνησε η ώρα 1:00 το μεσημέρι να πάει στο κατάστημα γιατί την ήθελε επείγον. Πήγε στο κατάστημα όπου η Αιτήτρια αξίωσε επιτακτικά από αυτή €700- μετρητά, γιατί, ως της είπε, θα συνόδευε τον σύζυγό της στη Θεσσαλονίκη την ίδια μέρα για να κάνει εγχείρηση την επαύριο και θα απουσίαζε από την εργασία της μέχρι 03/12/2009. Ρώτησε την Αιτήτρια γιατί ζητούσε €700- αφού επειδή εργάστηκε μόνο μία εβδομάδα τον Νοέμβριο δεν της οφειλόταν ο μηνιαίος μισθός της. Η Αιτήτρια της είπε ότι δεν είχε χρήματα και ήθελε τη βοήθειά της. Της ανέφερε ότι πήρε από το ταμείο €250- για να αγοράσει εισιτήριο, το οποίο είχε ήδη πάνω στην τσάντα της. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια της είπε ψέματα ότι με τα €250- θα αγόραζε το εισιτήριο, αφού το εισιτήριο ήταν στην τσάντα της. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε εξουσιοδοτήσει ή εγκρίνει την αφαίρεση χρημάτων από το ταμείο. Κατά την άποψή της, η Αιτήτρια για να έχει ήδη αγορασμένο το εισιτήριο σημαίνει ότι το γνώριζε ότι θα απουσίαζε από την εργασία της αλλά δεν της είπε τίποτα προηγουμένως ώστε να της δώσει τη δυνατότητα να προβεί σε σχετικές διευθετήσεις. Ήταν η θέση της ότι έδωσε επιπλέον €450- στην Αιτήτρια καθότι η Αιτήτρια με αναιδή και απότομο τρόπο την εξανάγκασε να της τα δώσει. Η Αιτήτρια δεν επέστρεψε στην εργασία της στις 03/12/2009 και δεν απαντούσε στα τηλέφωνα που της έκανε τις προηγούμενες μέρες για να ενημερωθεί για την υγεία του συζύγου της και την επάνοδό της στην εργασία της. Μετά από συμβουλή που πήρε από αρμόδιο λειτουργό του Γραφείου Εργασιακών Σχέσεων (την κα Έφη Ιακώβου) στις 04/12/2009, με επιστολή της δικηγόρου της προς την Αιτήτρια, τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια της τηλεφώνησε στις 11/12/2009 και την ρώτησε ποιον έφερε να την αντικαταστήσει και της είπε ότι της έστειλε μήνυμα να κάνει ότι είναι καλύτερο για τη δουλειά της. Στις 13/12/2009 η Αιτήτρια μαζί με την κόρη της την επισκέφθηκε στο σπίτι της και την απείλησε ότι θα την καταστρέψει. Στις 14 και 15/12/2009 η Αιτήτρια της τηλεφώνησε και την απείλησε ότι θα την «γκρεμμοτσακίσει». Κατά την αντεξέτασή της σημείωσε ότι η Αιτήτρια της δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στην εργασία και στην οικογένειά της, γιατί την ενημέρωνε την τελευταία στιγμή για την οφειλόμενη σε οποιοδήποτε λόγο απουσία της από την εργασία της. Σε σχέση με τη μη σωστή συμπλήρωση των εντύπων που αφορούσε την πώληση των επί πιστώσει προϊόντων, η Αιτήτρια, στις παρατηρήσεις που της έκανε, της απαντούσε ότι επειδή ο άντρας της ήταν πρώην αστυνομικός θα αναλάμβανε να εισπράξει οτιδήποτε δεν της πληρωθεί. Στις 28/11/2009 η Αιτήτρια της ανέφερε ότι χρειαζόταν τα χρήματα γιατί δεν πληρώθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τους δύο μήνες που απουσίαζε με άδεια ασθενείας και την παρακάλεσε να της δώσει τον μισθό της. Όταν άνοιξε το ταμείο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν μέσα χρήματα και όταν τη ρώτησε πού είναι τα χρήματα του ταμείου, της είπε ότι τα πήρε για να τα δώσει στον γαμπρό της για να αγοράσει το αεροπορικό εισιτήριο. Με τη συμπεριφορά της, την εξανάγκασε να της δώσει ακόμα €450-. Έγινε έντονη λεκτική συζήτηση μεταξύ τους για τον λόγο ότι δεν την ενημέρωσε προηγουμένως για το ότι θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Επειδή η Αιτήτρια δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα που της έκανε μετά τις 30/11/2009, επισκέφθηκε το Γραφείο Εργασίας όπου η λειτουργός τη συμβούλευσε να απολύσει την Αιτήτρια για να προσλάβει κάποιον άλλο υπάλληλο. Η Αιτήτρια της τηλεφώνησε για πρώτη φορά στις 11/12/2009 και την πληροφόρησε ότι τότε ήρθε στην Κύπρο και ότι ο λόγος που δεν απαντούσε στις κλήσεις της ήταν γιατί δεν είχε μονάδες στο κινητό της. Σε αυτό το τηλεφώνημα της είπε ότι με τη συμπεριφορά της, την ανάγκασε να την απολύσει. Η κα Έ. Ιακώβου κατέθεσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση στις 02/12/2009 προσήλθε στο Τμήμα όπου εργάζεται και υπέβαλε παράπονο ότι η Αιτήτρια επανειλημμένα και χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση, εγκαταλείπει την εργασία της και ότι επιθυμούσε να της γίνει παρατήρηση από το Γραφείο Εργασίας για τις συνέπειες της συμπεριφοράς της. Το παράπονο της Καθ' ης η Αίτηση καταγράφηκε στο σχετικό έντυπο του Γραφείου Εργασίας (Τεκμήριο 3). Η ίδια εξέτασε το παράπονο της Καθ' ης η Αίτηση. Εξήγησε στην Καθ' ης η Αίτηση ότι θα έπρεπε να μιλήσει με την Αιτήτρια και να της κάνει η ίδια παρατήρηση, δίνοντάς της το γραπτώς. Η Καθ' ης η Αίτηση της ανέφερε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της απροειδοποίητα και μετέβηκε στο εξωτερικό για λόγους υγείας του συζύγου της, παίρνοντας αυθαίρετα από το ταμείο του καταστήματος χρήματα για την αγορά αεροπορικών εισιτηρίων και λέγοντας στην Καθ' ης η Αίτηση ότι επειδή χρειάστηκε τα χρήματα, τα πήρε και ότι θα τα επιστρέψει όταν μπορεί. Πληροφόρησε την Καθ' ης η Αίτηση ότι τα πιο πάνω θέματα είναι πολύ σοβαρά και καλό θα ήταν να συμβουλευθεί δικηγόρο και αν επιθυμεί να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Στις 14/12/2009 προσήλθε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων η Αιτήτρια, η οποία υπέβαλε παράπονο εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια ανέφερε ότι στις 29/11/2009 ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση ότι θα έπαιρνε κάποιες μέρες ετήσιας άδειας για να μεταβεί στο εξωτερικό λόγω προβλήματος υγείας του συζύγου της και ότι θα επέστρεφε στην εργασία της στις 03/12/2009. Ότι στις 02/12/2009 ενημέρωσε τηλεφωνικώς την Καθ' ης η Αίτηση ότι θα επέστρεφε στην εργασία της με μία εβδομάδα καθυστέρηση, λόγω του ότι ο άντρας της υποβλήθηκε σε εγχείρηση και δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η Καθ' ης η Αίτηση την ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι τερματίζονται οι υπηρεσίες της. Το παράπονο της Αιτήτριας καταγράφηκε στο σχετικό έντυπο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (Τεκμήριο 4) και το χειρίστηκε αυτή. Στις 28/01/2010 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Καθ' ης η Αίτηση, η οποία της ανέφερε ότι στάλθηκε στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσης μέσω της δικηγόρου της και ότι στις 11/12/2009 η Αιτήτρια επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της για να μάθει τι γίνεται στο κατάστημα και τότε η Καθ' ης η Αίτηση την ενημέρωσε ότι τερματίζονται οι υπηρεσίες της. Μετά που μίλησε με την Καθ' ης η Αίτηση επικοινώνησε με την Αιτήτρια, η οποία την πληροφόρησε ότι την υπόθεσή της την ανέλαβε δικηγόρος και ότι δεν επιθυμεί να συνεχιστεί η διαδικασία από το Γραφείο Εργασίας. Ως εκ τούτου, το παράπονο της Αιτήτριας θεωρήθηκε ως «λήξαν» και ετοίμασε σχετικό σημείωμα για τα πιο πάνω (Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε ότι αυτή συμβούλευσε την Καθ' ης η Αίτηση να απολύσει την Αιτήτρια και είπε ότι αυτή απλώς τη συμβούλευσε να μιλήσει με δικηγόρο. Η κα Γ. Μαργαρίτη κατέθεσε ότι γνωρίζει την Καθ' ης η Αίτηση από το σχολείο και ότι έχουν πολύ στενές φιλικές σχέσεις καθότι βάφτισε το τρίτο παιδί της Καθ' ης η Αίτηση. Τον τελευταίο καιρό πριν την απόλυση της Αιτήτριας, η Καθ' ης η Αίτηση ήταν αγχωμένη και πιεσμένη διότι πολλές φορές έμενε μόνη της στο κατάστημα και δεν μπορούσε να συμβιβάσει τις επαγγελματικές και οικογενειακές της υποχρεώσεις καθότι η Αιτήτρια απουσίαζε συχνά από την εργασία της για διάφορους προσωπικούς της λόγους. Στις 11/12/2009, ενώ ήταν στο κατάστημα της Καθ' ης η Αίτηση, κτύπησε το τηλέφωνο και άκουσε την Καθ' ης η Αίτηση να λέει στην Αιτήτρια ότι (α) μετά από τόσα τηλέφωνα που της έκανε, δεν της απάντησε και την παίρνει τώρα που είναι στην Πάφο και (β) αναγκάστηκε να την απολύσει. Η κα Γ. Δημοσθένους κατέθεσε ότι σύμφωνα με τα αρχεία του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Αιτήτρια έλαβε επίδομα ασθενείας από τις 12/03/2009 μέχρι τις 20/03/2009 και από τις 24/09/2009 μέχρι τις 22/11/2009 (Τεκμήριο 6). Επίσης, σύμφωνα με το ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Καθ' ης η Αίτηση δήλωσε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά (Τεκμήριο 7). Επίσης, στο ηλεκτρονικό σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταγράφεται ότι η Αιτήτρια τους ανέφερε ότι απολύθηκε μετά που απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας και άδεια απουσίας για λόγους υγείας του συζύγου της (Τεκμήριο 8). Οι εν λόγω πληροφορίες καταχωρήθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά την εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας για πληρωμή επιδόματος ανεργίας μετά την απόλυσή της από την Καθ' ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για επίδομα ανεργίας στις 23/12/2009 και πληρώθηκε επίδομα ανεργίας για την περίοδο 06/02/2010 μέχρι 06/08/2010. Η Αιτήτρια δεν πληρώθηκε επίδομα ανεργίας για τις πρώτες έξι εβδομάδες μετά την απόλυσή της γιατί σύμφωνα με τη νομοθεσία αν ο εργοδοτούμενος χάσει την εργασία του λόγω δικής του υπαιτιότητας δεν δικαιούται αμέσως ανεργιακό επίδομα. Στη συνέχεια επειδή η Αιτήτρια συνέχισε να υπογράφει ως άνεργη της καταβλήθηκε επίδομα ανεργίας για τους έξι μήνες που δικαιούται. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι ως Τμήμα δεν έχουν ελέγξει ποια από τις δύο εκδοχές των διαδίκων ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι ως Τμήμα που εξετάζει τις αιτήσεις για επίδομα ανεργίας απλώς καταγράφουν τις δηλώσεις των μερών και δέχονται αυτά που τους αναφέρει ο εργοδότης αναφορικά με το ποιος ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Η κα Λ. Αβρααμίδου κατέθεσε ότι σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Αιτήτρια μετά τις 04/12/2009 εργάστηκε σε μια εταιρεία από τις 02/04/2011 μέχρι τις 29/03/2013. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 διάφορα έγγραφα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων στα οποία φαίνονται (α) οι απολαβές της Αιτήτριας κατά την περίοδο από 02/04/2011 μέχρι 29/03/2013 και (β) ότι η Αιτήτρια από 09/03/2009 μέχρι 20/03/2009 και από 21/09/2009 μέχρι 21/11/2009 απουσίαζε με άδεια ασθενείας από την εργασία της. Η Αιτήτρια καταθέτοντας απέρριψε τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση ότι απουσίαζε από την εργασία της χωρίς προηγουμένως (α) να την ενημερώσει και (β) να εξασφαλίσει την έγκρισή της. Ήταν η θέση της ότι πάντα την ενημέρωνε προηγουμένως και συμφωνούσαν μεταξύ τους εάν και πότε θα πήγαινε με άδεια. Υποστήριξε ότι τον Μάρτιο του 2009 η Καθ' ης η Αίτηση, μετά που της ζήτησε άδεια, της παραχώρησε άδεια να προσέχει την εγγονή της από τις 03/03/2009 μέχρι τις 07/03/2009. Ότι είχε ζητήσει τη σχετική άδεια τουλάχιστον 20 μέρες πριν από τις 03/03/2009. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έφευγε από την εργασία της χωρίς άδεια για ιατρικές εξετάσεις. Αναφορικά με τα έντυπα που συμπλήρωνε για τις επί πιστώσει πωλήσεις, ανέφερε ότι ο τρόπος συμπλήρωσης των εντύπων ήταν ο ίδιος για τα τελευταία 8 χρόνια και ουδέποτε η Καθ' ης η Αίτηση της έδωσε οδηγίες ή της ανέφερε ότι έπρεπε να συμπληρώνει με άλλο τρόπο τα εν λόγω έντυπα. Τόνισε ότι πωλήσεις επί πιστώσει γίνονταν μόνο σε πελάτες που τους ενέκρινε προηγουμένως η Καθ' ης η Αίτηση. Ήταν η θέση της ότι ουδέποτε, ενώ πήγε για κατάθεση στην Τράπεζα, καθυστέρησε να επιστρέψει στην εργασία της γιατί δοκίμαζε παπούτσια ή ρούχα. Μόνο μια φορά την πήρε τηλέφωνο η Καθ' ης η Αίτηση όταν πήγε στην Τράπεζα και την ρώτησε γιατί άργησε και της ανέφερε ότι καθυστέρησε γιατί δεν λειτουργούσαν τα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι κατά τα 20 χρόνια που εργάστηκε στην Καθ' ης η Αίτηση πήγε μόνο δύο φορές ταξίδι στο εξωτερικό μετά από έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση. Απέρριψε τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση ότι φιλονικούσαν πολλές φορές γιατί την παρατηρούσε για τη συμπεριφορά της. Οι σχέσεις τους ήταν πολύ καλές, ποτέ δεν της είχε γίνει οποιαδήποτε παρατήρηση και τα όποια θέματα επιλύονταν με φιλικό και ήρεμο τρόπο. Για την περίοδο 09/03/2009 μέχρι 20/03/2009 απουσίαζε με πρόβλημα υγείας, το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε πολύ καλά και την προέτρεπε να επιληφθεί του θέματος όσο γρηγορότερα γίνεται για να μην επιδεινωθεί η υγεία της. Στις 08/03/2009, όταν επέστρεψε από την άδειά της, δεν ήταν καλά στην υγεία της και η Καθ' ης η Αίτηση την προέτρεψε να πάει στον γιατρό της να της δώσει άδεια, αφού το κατάστημα δεν είχε και πολύ δουλειά. Επισκέφθηκε τον γιατρό της, ο οποίος της έγραψε άδεια ασθενείας από 09/03/2009 μέχρι 20/03/2009 και ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση σχετικά. Τον Σεπτέμβριο του 2009, μετά από επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση ότι θα υποβαλλόταν σε χειρουργική επέμβαση και ότι επειδή δεν ήξερε για πόσο καιρό θα διαρκούσε η ανάρρωσή της, δεν μπορούσε να της πει πότε θα επιστρέψει. Της παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 22/11/2009. Περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2009 και αφού ένιωθε καλύτερα, αποφάσισε να πηγαίνει στο κατάστημα για να βοηθήσει όσο μπορεί την Καθ' ης η Αίτηση. Πήγε στο κατάστημα και πήρε μαζί της και μία καρέκλα για να κάθεται, γιατί ακόμα δεν είχε τη δύναμη να στέκεται πολύ ώρα. Ήταν η θέση της ότι πριν τις 28/11/2009 ο σύζυγός της πήγε στη Θεσσαλονίκη για να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις. Οι γιατροί του είπαν ότι είναι απαραίτητο αμέσως να υποβληθεί σε εγχείρηση και της τηλεφώνησε στις 28/11/2009 και την ενημέρωσε για τα πιο πάνω. Αυτή έκρινε ότι θα έπρεπε να βρισκόταν στο πλευρό του συζύγου της. Τηλεφώνησε σε μια γνωστή της, ταξιδιωτική πράκτορα, για να της εξασφαλίσει θέση αεροπορικώς για τη Θεσσαλονίκη και σε λίγο ήρθε στο κατάστημα και της παρέδωσε το εισιτήριο. Της είπε ότι δεν έχει χρήματα για να την πληρώσει και αυτή της ανέφερε ότι μπορεί να της τα δώσει όποτε μπορέσει. Αμέσως τηλεφώνησε στην Καθ' ης η Αίτηση, της εξήγησε τι έγινε και της ζήτησε να της δώσει χρήματα για να πληρώσει το εισιτήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση της είπε να πάρει χρήματα από το ταμείο του καταστήματος αλλά αυτή αρνήθηκε, λέγοντάς της ότι είναι προτιμότερο να έρθει η ίδια στο κατάστημα για να της τα δώσει. Σε λίγο η Καθ' ης η Αίτηση πήγε στο κατάστημα και της έδωσε €200- από τον μισθό της. Το εισιτήριο το παρέλαβε χωρίς να το πληρώσει και γι' αυτό το είχε πάνω στην τσάντα της. Ο λόγος που δεν ενημέρωσε προηγουμένως την Καθ' ης η Αίτηση ότι θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη είναι ότι αμέσως μετά το τηλεφώνημα του συζύγου της, η πρώτη της κίνηση, ήταν να εξασφαλίσει θέση για να πάει κοντά του. Αμέσως μετά ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση και ζήτησε την άδειά της για να απουσιάσει, ζητώντας της και χρήματα για το εισιτήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση συγκατατέθηκε. Ουδέποτε ζήτησε από την Αιτήτρια άλλα χρήματα και υποστήριξε ότι στις 28/11/2009 συζήτησαν φυσιολογικά σε ήπιους τόνους. Αρνήθηκε ότι είπε στην Καθ' ης Αίτηση ότι θα επέστρεφε στις 03/12/2009, καθότι όπως υποστήριξε, δεν γνώριζε πότε ο σύζυγός της θα υποβαλλόταν στην εγχείρηση. Αυτό που της είπε είναι ότι θα επιστρέψει μόλις υποβληθεί ο σύζυγός της σε επέμβαση. Η Καθ' ης η Αίτηση την πήρε μόνο μία φορά τηλέφωνο. Δεν της απάντησε γιατί ήταν στο νοσοκομείο και είχε ξεχάσει το κινητό της στο σπίτι που διέμενε. Όταν είδε την αναπάντητη κλήση, υπέθεσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση την πήρε για να μάθει για την υγεία του συζύγου της και δεν θεώρησε ότι έπρεπε να την πάρει πίσω αμέσως. Μετά από δύο μέρες της έστειλε μήνυμα, στο οποίο της έλεγε ότι αν επιθυμούσε να την αντικαταστήσει για όσο καιρό θα έλειπε, να κάνει αυτό που νομίζει καλύτερο για τη δουλειά της. Ο σύζυγός της υποβλήθηκε τελικά σε επέμβαση στις 09/12/2009. Στις 11/12/2009, ενώ βρισκόταν ακόμα στη Θεσσαλονίκη, τηλεφώνησε στην Καθ' ης η Αίτηση για να της πει ότι θα επέστρεφε στην Κύπρο και ότι θα πήγαινε κανονικά στην εργασία της. Με απότομο και ψυχρό ύφος της είπε ότι την είχε αντικαταστήσει και ότι δεν την χρειαζόταν πλέον στο κατάστημα. Στις 13/12/2009 πήγε με την κόρη της στο σπίτι της Καθ' ης η Αίτηση για να της παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος. Δεν απείλησε την Καθ' ης η Αίτηση, αλλά η Καθ' ης η Αίτηση θύμωσε όταν της ζήτησε να της επιστρέψει τα χρήματα που της δάνεισε για να αγοράσει μετοχές. Στις 14/12/2009 την επισκέφθηκε στο σπίτι της ιδιώτης επιδότης για να της δώσει επιστολή που προερχόταν από την Καθ' ης η Αίτηση. Όταν κατάλαβε ότι ήταν επιστολή απόλυσης, δεν την παρέλαβε, λέγοντας στον επιδότη ότι το θεωρούσε σωστό να της την παραδώσει η ίδια και να της εξηγήσει πρόσωπο με πρόσωπο τους λόγους για τους οποίους την απολύει. Μόλις έφυγε ο επιδότης πήρε τηλέφωνο την Καθ' ης η Αίτηση για να της εκφράσει το παράπονο και την πικρία της και να ζητήσει τον λόγο για τον οποίο την απέλυσε. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήθελε να της μιλήσει και της είπε να μην την ενοχλεί. Δεν απείλησε την Καθ' ης η Αίτηση και ούτε της είπε ότι θα την «γκρεμμοτσακίσει». Ανάλυση μαρτυρίας - Εφαρμογή νομικής πτυχής Α. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση σημειώνουμε τ' ακόλουθα: (α) (
  1. i)Δεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της κας Γ. Δημοσθένους και της κας Λ. Αμβρααμίδου. Και οι δύο μάρτυρες απαντούσαν άμεσα σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και έδωσαν όλες τις επεξηγήσεις που τους ζητήθηκαν. Οι βασικές θέσεις τους ενισχύονται και από τα γραπτά τεκμήρια που κατέθεσαν (Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9). Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η κα Αμβρααμίδου δεν αντεξετάστηκε και ότι το αξιόπιστο της μαρτυρίας της κας Δημοσθένους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της. Της ζητήθηκε απλώς να διευκρινίσει τις θέσεις που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και βρίσκουμε ότι οι αναφορές τους για τα γεγονότα που κατέθεσαν αποτελούν γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της κας Δημοσθένους δεν αποδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση καθότι όπως ανέφερε η εν λόγω μάρτυρας το Τμήμα που εξετάζει τις αιτήσεις για καταβολή επιδόματος ανεργίας δέχεται τους θέσεις που προβάλλει ο εργοδότης χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα. (
  2. ii)Η κα Ε. Ιακώβου απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Εξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Τμήμα που εργάζεται, το πώς υπέβαλαν η Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση τα παράπονα τους στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω παραπόνων. Διευκρίνισε ποια ήταν η δική της εμπλοκή σε σχέση με τα παράπονα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση. Σημείωσε ότι ήταν αυτή που μίλησε τόσο με την Αιτήτρια όσο και με την Καθ' ης η Αίτηση όταν προσήλθαν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για την υποβολή των παραπόνων τους και ότι ήταν αυτή που στην ουσία χειρίστηκε τα εν λόγω παράπονα. Συνακόλουθα η κα Ιακώβου είχε άμεση και προσωπική γνώση αναφορικά με το περιεχόμενο των παραπόνων που υπέβαλαν η Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Οι θέσεις που προέβαλε κατά την ένορκη κατάθεση της επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των εγγραφών που κατέθεσε ενώπιόν μας ως Τεκμήρια 3, 4 και 5. Κατά την αντεξέτασή της δεν αμφισβητήθηκε το αξιόπιστο των αναφορών της σχετικά με το τι ανέφεραν σε αυτήν τα διάδικα μέρη και την καταγραφή των εν λόγω αναφορών στο Τεκμήριο 5. Κρίνεται πως πρόκειται για μάρτυρα η οποία δεν είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση της εξ' αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημά μας ότι οι αναφορές της σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν η Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων κατά την υποβολή και τον χειρισμό των παραπόνων τους αποτελούν πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. (β) Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι απόλυσης της Αιτήτριας περιέχονται στο Τεκμήριο 1. Κατά την αντεξέτασή της η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε επανειλημμένως ότι το γεγονός που την οδήγησε στο να πάρει την απόφαση τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας στις 4/12/2009 ήταν η μη επιστροφή της στην εργασία στις 3/12/2009 σε συνδυασμό με τη μη ενημέρωσή της από την Αιτήτρια για τους λόγους που δεν επέστρεψε στην εργασία της κατά την εν λόγω ημερομηνία και το ότι η Αιτήτρια δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά της. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση θα αναλυθεί υπό το πρίσμα των πιο πάνω αναφορών της. (
  3. i)Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση αναφορικά με τη συμπεριφορά της Αιτήτριας στις 13, 14 και 15/12/2009 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του επίδικου θέματος της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας καθότι αφορούν κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τη λήψη της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας και δεν λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσής της. (
  4. ii)Στο Τεκμήριο 1 ενώ γίνεται αναφορά στο ότι η Αιτήτρια μετά από άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση να της παραχωρήσει την αύξηση στις απολαβές που αιτήθηκε την πληροφόρησε ότι θα αποχωρήσει από την εργασία της την εβδομάδα των γιορτών, η Καθ' ης η Αίτηση ενώπιόν μας δεν κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό με την πιο πάνω θέση ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Συνακόλουθα η εν λόγω θέση παρέμεινε μετέωρη και αναπόδεικτη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. (iii) Περαιτέρω, ενώ στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι η Αιτήτρια ενώ όπως είπε ήταν με άδεια ασθενείας από 21/09/2009 μέχρι 22/11/2009 δεν ζήτησε να πληρωθεί από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Καθ' ης η Αίτηση σε διάσταση με τα πιο πάνω κατέθεσε ότι η Αιτήτρια της παρουσίασε ιατρικό πιστοποιητικό μόνο για τον πρώτο μήνα. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν κατέθεσε ότι η απουσία της Αιτήτριας κατά την εν λόγω περίοδο θεωρήθηκε από αυτήν ως αδικαιολόγητη λόγω μη προσκόμισης σχετικών δικαιολογητικών. Ούτε ανέφερε ότι έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση στην Αιτήτρια για αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία της κατά την εν λόγω περίοδο. Σημειώνουμε ότι με βάση τη μαρτυρία της κας Δημοσθένους και της κας Αμβρααμίδου (την οποία μαρτυρία προσκόμισε η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση) η Αιτήτρια απουσίαζε με άδεια ασθενείας από 21/09/2009 μέχρι 22/11/2009 και έλαβε το επίδομα ασθενείας που προβλέπεται από τη νομοθεσία για την εν λόγω περίοδο. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση κρίνουμε ότι δε μπορούμε να στηριχτούμε σε αυτή για εξαγωγή ευρήματος ότι η Αιτήτρια απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία της κατά την περίοδο από 21/09/2009 μέχρι 22/11/2009. (
  5. iv)Η Καθ' ης η Αίτηση κατά την ένορκη κατάθεσή της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2009 εν αγνοία της η Αιτήτρια χρησιμοποίησε το κλειδί της και μπήκε στο κατάστημα και τοποθέτησε μια καρέκλα του σκηνοθέτη και ερχόταν όποτε ήθελε στο κατάστημα και καθόταν εκεί για να βλέπει κόσμο. Εκτός του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική αναφορά για το εν λόγω θέμα στο Τεκμήριο 1 γεγονός που μας ξενίζει, παρατηρούμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανέφερε ότι (α) ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι η εν λόγω συμπεριφορά της δεν είναι επιτρεπτή και αποδεχτή και (β) παρατήρησε την Αιτήτρια να μην συνεχίσει να επιδεικνύει την εν λόγω συμπεριφορά. Τα πιο πάνω είναι προαπαιτούμενα ώστε να θεωρηθεί η πιο πάνω κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά της Αιτήτριας ως εργασιακό παράπτωμα και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε αρνητική εργασιακή συμπεριφορά στην Αιτήτρια. (
  6. v)Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια έπαιρνε άδεια όποτε ήθελε για λόγους που δεν αφορούν ασθένεια χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση παρατηρούμε ότι εκτός από τις περιπτώσεις που η Αιτήτρια πήρε άδεια (α) τον Μάρτιο του 2009 για να προσέχει την εγγονή της και (β) τον Νοέμβριο του 2009 για να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη για λόγους υγείας του συζύγου της η σχετική μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση ήταν ασαφής, αόριστη και γενικόλογη. Ούτε στο Τεκμήριο 1 περιέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ούτε η Καθ' ης η Αίτηση έδωσε με τη μαρτυρία της οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες όπως π.χ. πότε η Αιτήτρια προέβηκε σε αυτές τις ενέργειες, πόσες μέρες απουσίαζε κ.λ.π.. Οι γενικές και αόριστες αναφορές της Καθ' ης η Αίτηση κατά την αντεξέτασή της (α) ότι η Αιτήτρια έπαιρνε άδεια για να προσέχει την εγγονή της, για να πάει στην κόρη της στη Λευκωσία, για να πάει κομμωτήριο ή γιατρό, για να πάει ταξίδι στο εξωτερικό κ.λ.π. και (β) ότι επανειλημμένως παρατηρούσε την Αιτήτρια για αυτή τη συμπεριφορά της και ότι την προειδοποιούσε ότι δεν μπορεί «να την εγκαταλείπει» όποτε θέλει, χωρίς οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με τις περιβάλλουσες συνθήκες της κάθε περίπτωσης, εκτός του ότι μας δημιουργούν αμφιβολίες σε σχέση με το αξιόπιστο των ισχυρισμών της Καθ' ης η Αίτηση, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο καθότι λείπουν τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσον οι εν λόγω αναφορές και ισχυρισμοί (α) ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα και (β) μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για απόδοση αρνητικής εργασιακής διαγωγής στην Αιτήτρια. Σημειώνουμε ότι η κα Μαργαρίτη στη μαρτυρία της σε αντίθεση με την Καθ' ης η Αίτηση (η Καθ' ης η Αίτηση είπε ότι δεν την ενοχλούσαν οι απουσίες της Αιτήτριας αλλά η μη έγκαιρη προειδοποίησή της για την απουσία της) ανέφερε ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Καθ' ης η Αίτηση με την Αιτήτρια ήταν οι συχνές απουσίες της από την εργασία της για διάφορους λόγους. Η κα Μαργαρίτη σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της χωρίς να δίνει έγκαιρη προειδοποίηση στην Καθ' ης η Αίτηση γεγονός που κατά την άποψή μας ενισχύει το συμπέρασμά μας για το ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Καθ' ης η Αίτηση σχετικά με το πιο πάνω θέμα (η δική της και της κας Μαργαρίτη) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. (
  7. vi)Η μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση σχετικά με το ότι η Αιτήτρια όταν πήγαινε στην Τράπεζα για κατάθεση αργούσε να επιστρέψει στο κατάστημα γιατί δοκίμαζε ρούχα ή παπούτσια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως βάση για εξαγωγή ευρήματος ότι η Αιτήτρια επέδειξε την πιο πάνω αναφερόμενη διαγωγή λόγω της γενικότητας και της αοριστίας της. (vii) Για την απουσία της Αιτήτριας από 09/03/09 μέχρι 20/03/09 η Καθ' ης η Αίτηση κατέθεσε ότι στις 08/03/09 την πληροφόρησε ότι θα πήγαινε στον γιατρό για να επιληφθεί ενός θέματος υγείας που αντιμετώπιζε και ότι θα απουσίαζε για όσο χρειαστεί. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και τις απαντήσεις της Καθ' ης η Αίτηση κατά την αντεξέτασή της διαφαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση συνδέει την απουσία της Αιτήτριας από 09/03/09 μέχρι 20/03/09 με την προηγούμενη απουσία της για να προσέχει την εγγονή της και με το ότι οι εν λόγω απουσίες της Αιτήτριας ήταν σχεδόν συνεχόμενες. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανέφερε ότι αμφισβήτησε τους λόγους απουσίας της Αιτήτριας για εκείνη την περίοδο είτε στις 08/03/2009 είτε μετά την επιστροφή της στην εργασία. Ούτε κατέθεσε θετικά ότι η Αιτήτρια δεν την πληροφόρησε μετά που επισκέφθηκε τον γιατρό της για τους λόγους της απουσίας της ή ότι η περίοδος της απουσίας της Αιτήτριας από την εργασία της δεν καλυπτόταν με οποιοδήποτε δικαιολογητικό. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των κ.κ. Δημοσθένους και Αμβρααμίδου, η Αιτήτρια κατά την εν λόγω περίοδο απουσίαζε από την εργασία της για λόγους ασθενείας και της καταβλήθηκε το σχετικό επίδομα από το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Συνακόλουθα η απουσία της Αιτήτριας κατά την εν λόγω περίοδο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδικαιολόγητη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να κριθεί ότι η Αιτήτρια διέπραξε οποιοδήποτε εργασιακό παράπτωμα με την απουσία της από την εργασία της από τις 09/03/09 μέχρι τις 20/03/09. (viii) Παρατηρούμε ότι σε σχέση με την απουσία της Αιτήτριας την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου 2009 η Καθ' ης η Αίτηση παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι διαμαρτυρήθηκε και παρατήρησε την Αιτήτρια για την ενέργειά της να την ενημερώσει τελευταία στιγμή για το ότι θα έπαιρνε άδεια για να προσέχει την εγγονή της, κατά την αντεξέτασή της παραδέχτηκε ότι στο τέλος δεν είπε στην Αιτήτρια να μην πάρει την εν λόγω άδεια απουσίας. Από τα πιο πάνω όσο και από την αναφορά στην παράγραφο β του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας για άδεια απουσίας από την εργασία της ως το δικαίωμα που είχε ως εργοδότης. Με βάση τα πιο πάνω η Καθ' ης η Αίτηση δεν έδωσε εντολή στην Αιτήτρια να μην απουσιάσει από την εργασία της και συνακόλουθα η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια διέπραξε οποιοδήποτε εργασιακό παράπτωμα. (
  8. ix)Η Καθ' ης η Αίτηση ενώ ανέφερε ότι η Αιτήτρια στις 28/11/2009 ζητώντας της να της δώσει χρήματα συμπεριφέρθηκε αναιδώς, κατά την αντεξέτασή της δεν μπόρεσε να στοιχειοθέτησει την εν λόγω θέση της αφού το μόνο που ανέφερε ήταν ότι η Αιτήτρια της ζητούσε €700,- χωρίς να τα δικαιούται και την «εξανάγκασε» να της δώσει €450- με τα παρακάλια και λέγοντάς της ότι τα έχει ανάγκη. Αναφορικά με τη θέση ότι η Αιτήτρια πήρε €250- από το ταμείο του καταστήματος χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την έγκρισή της, η μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση ήταν σταθερή και χωρίς αντιφάσεις και είναι σε συμφωνία με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 5. Δεχόμαστε την εν λόγω μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση και προβαίνουμε στο ανάλογο εύρημα. Όμως με βάση τη μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση, η Καθ' ης η Αίτηση μετά που έλαβε γνώση για την πιο πάνω πράξη της Αιτήτριας, παρά τις διαμαρτυρίες της, της έδωσε και επιπλέον €450- και της είπε ότι την ανέμενε πίσω στην εργασία της στις 3/12/2009. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η Καθ' ης η Αίτηση (α) εμμέσως με τη συμπεριφορά της αποδέχτηκε την πιο πάνω πράξη της Αιτήτριας και (β) κατά τον εν λόγω χρόνο δεν ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι η εν λόγω πράξη της θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόλυσή της. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το εν λόγω γεγονός παρά το ότι μπορεί να θεωρηθεί ως μια κακή εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για απόλυση της Αιτήτριας στις 4/12/2009. (
  9. x)Ο ισχυρισμός της ότι η Αιτήτρια την ενημέρωσε στις 28/11/2009 το μεσημέρι ότι θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός.Παρατηρούμε όμως ότι η Καθ' ης η Αίτηση στις 28/11/2009 παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες της δεν απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας για άδεια απουσίας και ως τούτου δεν μπορούμε να κρίνουμε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της χωρίς την έγκριση και την άδεια του εργοδότη της. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω ο εργοδότης εντός του πλαισίου του διευθυντικού του δικαιώματος μπορεί να αρνηθεί την παροχή άδειας απουσίας από την εργασία σε ένα εργοδοτούμενο του για λόγους που αφορούν τη λειτουργία της επιχείρησής του. Από τη στιγμή που όμως δεν απορρίπτει το αίτημα του εργοδοτούμενου και το αποδέχεται με τη συμπεριφορά του δεν μπορεί να αποδίδει οποιαδήποτε αρνητική εργασιακή συμπεριφορά στον εργοδοτούμενο. Σε σχέση με την ημερομηνία που έληγε η άδεια απουσίας της Αιτήτριας και αυτή έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία της παρατηρούμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση επέμενε και ήταν σταθερή ότι η Αιτήτρια έπρεπε να επιστρέψει στις 03/12/2009. Παρά το ότι μας δημιουργούνται απορίες για ποιο λόγο η Καθ' ης η Αίτηση τηλεφώνησε 22 φορές, όπως είπε, στην Αιτήτρια μεταξύ 30/11/2009 και 2/12/2009 και στις 2/12/2009 όταν πήγε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για να υποβάλει παράπονο για τη διαγωγή της Αιτήτριας ανέφερε ότι τη δεδομένη στιγμή δεν γνώριζε πότε θα επιστρέψει η Αιτήτρια, αφού η Αιτήτρια της είπε ότι θα επέστρεφε στις 03/12/2009, κρίνουμε ότι ενόψει της αναφοράς της Αιτήτριας στην κα Ιακώβου (της οποίας τη μαρτυρία αποδεχτήκαμε ως αξιόπιστη) ότι θα επέστρεφε στην εργασία της στις 03/12/2009 την οποία θεωρούμε ως παραδοχή της Αιτήτριας σε τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο σε ανύποπτο χρόνο δεχόμαστε τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση και προβαίνουμε σε σχετικό εύρημα. Αναντίλεκτα είναι τα γεγονότα ότι (α) η Αιτήτρια δεν επέστρεψε στην εργασία της στις 3/12/2009, (β) η Καθ' ης η Αίτηση πριν τις 4/12/2009 τηλεφώνησε μια φορά στην Αιτήτρια αλλά η Αιτήτρια δεν της απάντησε το τηλέφωνο και (γ) η Αιτήτρια επικοινώνησε με την Καθ' ης η Αίτηση στις 11/12/2009. (
  10. xi)Σε σχέση με τη μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση αναφορικά με τις επί πιστώσει πωλήσεις που διενεργούσε η Αιτήτρια παρατηρούμε ότι αυτή ήταν γενική και αόριστη. Η Καθ' ης η Αίτηση κατέθεσε κάποια έγγραφα ως μέρος του Τεκμηρίου 2 και προέβηκε σε πολύ γενικές αναφορές σε ότι αφορούσε τη συμπεριφορά της Αιτήτριας και τις παραλείψεις της. Σημειώνουμε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε ως μέρος του Τεκμηρίου 2 δεν μπορούν από μόνα τους χωρίς λεπτομέρειες, όπως πότε αυτά εκδόθηκαν, πότε έλαβε γνώση η Καθ' ης η Αίτηση για την προβληματική ή ελλιπή συμπλήρωσή τους από την Αιτήτρια, πότε έγινε παρατήρηση στην Αιτήτρια για αυτό το θέμα και κατά πόσον αυτά τα έγγραφα συμπληρώθηκαν μετά τις σχετικές παρατηρήσεις και υποδείξεις που της έγιναν, να στηρίξουν εύρημα ότι η Αιτήτρια συμπληρώνοντας τα εν λόγω έγγραφα διέπραξε εργασιακό παράπτωμα το οποίο ήταν τόσο σοβαρό καθότι συνιστούσε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά μετά από σχετικές παρατηρήσεις. Συνακόλουθα η πιο πάνω μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι επαρκής για να αποδείξει κακή εργασιακή διαγωγή της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι το μέρος της μαρτυρίας της Καθ' ης η Αίτηση που αφορούσε τη μη κανονική συμπλήρωση από την Αιτήτρια τιμολογίων για επιστροφές εμπορευμάτων είναι εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της που περιέχονται στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της. Ούτε υπάρχει σχετική αναφορά στο Τεκμήριο 1 γεγονός που μας δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο τα εν λόγω τιμολόγια ήταν στη γνώση της Καθ' ης η Αίτηση κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή. Β. Σε σχέση με τη μαρτυρία της Αιτήτριας παρατηρούμε τα εξής: (α) Η εκδοχή που προέβαλε ενώπιόν μας ότι στις 28/11/2009 δεν είπε στην Καθ' ης η Αίτηση ότι θα επιστρέψει στην εργασία της στις 3/12/2009 επειδή δεν γνώριζε πότε θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ο σύζυγός της και ότι στις 11/12/2009 τηλεφώνησε στην Καθ' ης η Αίτηση για να της πει ότι θα επιστρέψει στην Κύπρο και στην εργασία της κανονικά είναι σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που ανέφερε υποβάλλοντας παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 14/12/2009 αναφορικά με την απόλυσή της από την Καθ' ης η Αίτηση και σε διάσταση με τις υποβολές του δικηγόρου της στην Καθ' ης η Αίτηση (ο δικηγόρος της υπέβαλε στην Καθ' ης η Αίτηση κατά την αντεξέτασή της ότι η Αιτήτρια της τηλεφώνησε στις 11/12/2009 για να της ανακοινώσει ότι θα επέστρεφε στην Κύπρο στις 14/12/2009 και ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε στη δουλειά της). Σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέτασή της κας Ιακώβου δεν υποβλήθηκε στην κα Ιακώβου ότι οι αναφορές της σχετικά με το τι της είπε η Αιτήτρια στις 14/12/2009 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (β) Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η Καθ' ης η Αίτηση της τηλεφώνησε ενόσω αυτή ήταν στη Θεσσαλονίκη αλλά δεν της απάντησε επειδή όταν της τηλεφώνησε δεν είχε μαζί της το κινητό τηλέφωνό της. Ότι δεν την πήρε πίσω και ότι μετά από δύο μέρες της έστειλε γραπτό μήνυμα στο οποίο της έγραφε ότι αν επιθυμούσε να την αντικαταστήσει στη δουλειά της για όσο καιρό θα έλειπε να κάνει ότι νομίζει καλύτερο για τη δουλειά της. Διερωτόμαστε για ποιο λόγο έστειλε αυτό το μήνυμα αφού όπως κατέθεσε (α) είχε πει στην Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν ήξερε πότε θα επέστρεφε και (β) δεν υπήρχε λόγος να επικοινωνήσει μαζί με την Καθ' ης η Αίτηση αφού στις 28/11/2009 της είπε ότι όταν θα είναι έτοιμη να επιστρέψει στην εργασία της θα την ενημερώσει. Περαιτέρω υπό το φως των ισχυρισμών της Αιτήτριας ότι είχε φιλικές σχέσεις με την Καθ' ης η Αίτηση και στις 28/11/2009 δεν υπήρξε οποιαδήποτε φιλονικία μεταξύ αυτής και της Καθ' ης η Αίτηση δεν μας φαίνεται λογικό να στείλει ένα τέτοιο απλό μήνυμα χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά όπως π.χ. την κατάσταση της υγείας του συζύγου της , πότε θα υποβαλλόταν ο σύζυγός της σε εγχείριση. Οι εξηγήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή της, αναφορικά με το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος και τον λόγο που το έστειλε, κατά την άποψή μας, στερούνται πειστικότητας. (γ) Κατά την αντεξέτασή της αρχικά είπε ότι μεταξύ 28/11/2009 και 13/12/2009 έστειλε δύο γραπτά μηνύματα στην Καθ' ης η Αίτηση. Με το ένα της έγραψε αυτά που αναφέρονται πιο πάνω και με το άλλο της εξηγούσε πώς έγινε η εγχείρηση. Στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται αν η δεύτερη επικοινωνία τους ήταν τηλεφώνημα ή γραπτό μήνυμα. Ακολούθως ανασκεύασε λέγοντας ότι η μόνη επικοινωνία που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση ήταν ένα γραπτό μήνυμα που της έστειλε λέγοντας της να κάνει ότι καλύτερο για τη δουλειά της και το τηλεφώνημα που της έκανε στις 11/12/2009. (δ) Αρκετές από τις θέσεις της Αιτήτριας όπως π.χ. ότι ήταν η Καθ' ης η Αίτηση που την προέτρεψε τον Μάρτιο του 2009 να πάρει άδεια ασθενείας, ότι μετά τα τέλη Οκτωβρίου 2009 πήγαινε στο κατάστημα όχι για να κάθεται και να βλέπει κόσμο αλλά για να βοηθά την Καθ' ης η Αίτηση, ότι η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε από πριν για το πρόβλημα υγείας του συζύγου της και ήξερε ότι ανά πάσα στιγμή ο σύζυγός της θα υποβαλλόταν σε εγχείριση, δεν υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση γεγονός που κατά την άποψή μας τείνει να καταδείξει ότι η Αιτήτρια προέβαλλε ενώπιόν μας ισχυρισμούς που ήταν εκ των υστέρων σκέψεις της. (ε) Η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι στις 14/12/2009 την επισκέφθηκε ο ιδιώτης επιδότης για να της παραδώσει την επιστολή απόλυσής της την οποία δεν παρέλαβε καθότι ήθελε να της πει η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση τους λόγους απόλυσής της. Υπό το φως του γεγονότος ότι στις 13/12/2009 η Αιτήτρια πήγε στο σπίτι της Καθ' ης η Αίτηση για να της παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος ο πιο πάνω ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν μας φαίνεται πειστικός και λογικός. Παρατηρούμε επίσης ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή του παραπόνου της στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ανέφερε ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν της έδωσε επιστολή τερματισμού ενώ κατά την αντεξέτασή της υποστήριξε ότι ο επιδότης την επισκέφθηκε πριν αυτή μεταβεί στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για την υποβολή του παραπόνου της. Θεωρούμε ότι τα πιο πάνω πλήττουν ουσιαστικά την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Αιτήτριας και συνακόλουθα η μαρτυρία της Αιτήτριας απορρίπτεται. Γ. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον η ενέργεια της Καθ' ης η Αίτηση να απολύσει την Αιτήτρια στις 4/12/2009 μετά την μη επιστροφή της στην εργασία της στις 3/12/2009 ως όφειλε σύμφωνα με τους όρους της άδειας απουσίας που της παραχωρήθηκε στις 28/11/2009 σε συνδυασμό με τη μη ενημέρωσή της από την Αιτήτρια για τους λόγους της μη επιστροφής της στην εργασία της στις 3/12/2009 μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των προνοιών του Νόμου και της νομολογίας. Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο βρίσκουμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως ένας λογικός εργοδότης και ότι προέβηκε στον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 5(ε) και 5 (στ) του Νόμου καθότι η ενέργεια της Αιτήτριας να μην επιστρέψει στην εργασία της στις 3/12/2009 ως όφειλε ήταν μια κακή εργασιακή διαγωγή αφού στην ουσία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με ουσιώδη κανόνα της εργασιακής σχέσης που σχετίζεται με την τάξη και την πειθαρχία στην επιχείρηση του εργοδότη της και τη σχετική οδηγία και εντολή του εργοδότη της αναφορικά με την άδεια απουσίας της. Η Αιτήτρια δεν ενημέρωσε την Καθ' ης η Αίτηση για το ότι δεν θα επέστρεφε στις 3/12/2009 στην εργασία της καθώς και για τους λόγους της μη επιστροφής της. Με αυτή της την παράλειψη δεν ζήτησε και δεν εξασφάλισε από την Καθ' ης η Αίτηση έγκριση για επέκταση της περιόδου που θα μπορούσε να απουσιάσει από την εργασία της. Σημειώνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί ενώπιόν μας οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί τη συμπεριφορά της Αιτήτριας να μην φροντίσει (α) να ενημερώσει την Καθ' ης η Αίτηση για τη μη επιστροφή της στην εργασία της στις 3/12/2009 και (β) να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Καθ' ης η Αίτηση για την επέκταση της περιόδου που δικαιούτο να απουσιάσει από την εργασία της ώστε η συμπεριφορά της Αιτήτριας να μην θεωρηθεί εσκεμμένη. Ενόψει της εν λόγω παράλειψης της Αιτήτριας το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσον η Καθ' ης η Αίτηση με το να μην παρατείνει την άδεια απουσίας της Αιτήτριας και να μην αναμένει την Αιτήτρια να επιστρέψει στην εργασία της προτού λάβει την απόφαση για το μέλλον της εργασιακής σχέσης που είχε με την Αιτήτρια ενήργησε παράλογα και κατά τρόπο που παραβίαζε το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητο να υπάρχει σε μια εργασιακή σχέση. Το δικαίωμα της Αιτήτριας να σταθεί δίπλα στον σύζυγό της που αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα υγείας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όμως από την άλλη η Αιτήτρια δεν μπορεί να περιφρονεί τις υποχρεώσεις της έναντι του εργοδότη της όσον αφορά την εξάσκηση του δικαιώματος για απουσία από την εργασία της με το να μην ενημερώσει τον εργοδότη της για το ότι δεν θα επέστρεφε στην εργασία της τη μέρα που ορίστηκε ως μέρα επιστροφής της και να ζητήσει περισσότερες μέρες άδειας απουσίας. Η Αιτήτρια υπό τις περιστάσεις με το να απέχει των καθηκόντων της στις 3/12/2009 αρνήθηκε αδικαιολόγητα να συμμορφωθεί με μια νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη της και να εκτελέσει τα εργασιακά της καθήκοντα. Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι η αυθαίρετη απουσία της Αιτήτριας από την εργασία της παρά τη μακρόχρονη υπηρεσία της συνιστά σοβαρό παράπτωμα εκ μέρους της Αιτήτριας που παρείχε στην Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα να τερματίσει άμεσα την απασχόληση της Αιτήτριας. Λαμβάνοντας καθοδήγηση από την απόφαση Κακοφέγγιτου (πιο πάνω), βρίσκουμε ότι η Καθ' ης η Αίτηση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είχε υποχρέωση να καλέσει την Αιτήτρια να την ακούσει για τον λόγο της απουσίας της από την εργασία της στις 3/12/2009 και της μη επικοινωνίας της μαζί της προτού την απολύσει καθότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόλυση της Αιτήτριας (η Αιτήτρια απουσίασε από την εργασία της αυθαίρετα και αδικαιολόγητα χωρίς να ενημερώσει την Καθ' ης η Αίτηση τη στιγμή που η Καθ' ης η Αίτηση προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να επικοινωνήσει μαζί της) ήταν αδιαμφισβήτητα και δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε περιστατικού που θα μπορούσε να αναιρέσει το συμπέρασμα της Καθ' ης η Αίτηση για τη συμπεριφορά που απέδωσε στην Αιτήτρια. Κατάληξη Καταλήγουμε λοιπόν ότι η Καθ' ης η Αίτηση με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως ένας λογικός εργοδότης αφού εύλογα κατέληξε ότι η Αιτήτρια αυθαίρετα και αδικαιολόγητα απείχε από τα εργασιακά της καθήκοντα. Κατά συνέπεια η Καθ' ης η Αίτηση απαλλάσσεται από οποιαδήποτε πληρωμή αποζημίωσης ή προειδοποίησης στην Αιτήτρια. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εις βάρος της Αιτήτριας. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.)............... (Υπ.) ................ Χ. Τσιολής, Μέλος Δ. Επιφανείου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΚ/ΕΜ Subject: Final/ Industrial Disputes Court Αναφορά: Απόλυση λόγω διάπραξης παραπτώματος [1] Σύμφωνα με τα εδάφια ,(ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α).......... (β) ....... (γ)........ (δ) ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  11. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (
  12. ii)διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» [2] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [3] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91:"The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". [4] Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας. [5] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) page 109 para.651 [6] Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση αρ. 310/2009 Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd ημερομηνίας 26/6/2013. [7] Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ.645 αναφέρονται τ' ακόλουθα:"It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.". [8] L'Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 ΑΑΔ 2117, Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 ΑΑΔ 1000.. [9] «.an employment tribunal must still determine whether the course of conduct in the aggregate is sufficient to warrant dismissal by a reasonable employer.. The particular act of misconduct which precipates the dismissal does not have to be sufficiently serious in its own right to justify dismissal as long as it confirms a pattern by, for example occurring after a final warning».) [10] Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκουλα
(2005), σελ. 455 [11] Βλέπε St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, σελ.
  1. [12] J. Bowers A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 349, Halsbury΄s Laws of England, 4th Edition, Reissue Vol. 16(1B), σελ. 111, footnote
  2. [13] Όπως τέθηκε από το Employment Appeal Tribunal στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian [1980] IRLR 357: ″There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order . and also the reason for not carrying out the order″. Βλέπε επίσης Lockton, Employment Law, Palgrave Macmillan Law Masters, 5th Edition, σελ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.