ΜΥΡΩΝΑ ΠΟΥΝΝΑ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 51/2013, 21/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Παναγιώτου και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 51/2013 Μεταξύ: ΜΥΡΩΝΑ ΠΟΥΝΝΑ Αιτητής -και- 1. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 2. ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20.3.2015 Μεταξύ: ΜΥΡΩΝΑ ΠΟΥΝΝΑ Αιτητής -και- 1. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 2. ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ υπό εκκαθαριστή από τους εκκαθαριστές αυτής κ. Αυγουστίνο Παπαθωμά και κ. David Dunckley Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Κ. Κωνσταντινίδης Για Καθ' ων η αίτηση 1: κα Τ. Σκούρου Για τους Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Γ. Μίτλεττον με κα Χρ. Πεκρή. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 2, ως ανώτερος γραφέας, μέχρι τις 10.5.2011 που η απασχόληση του τερματίστηκε λόγω πλεο-νασμού. Μετά από αίτηση που υπέβαλε στο Καθ' ου η αίτηση 1 ομώνυμο Ταμείο (στο εξής «το Ταμείο»), του κατεβλήθη το ποσό των €46.308,68 που αντιστοι-χεί στην τελευταία συνεχή περίοδο απασχόλησης του από 27.8.1983 - 10.5.2011 και σε εβδομαδιαίες αποδοχές €613,36. Είναι η θέση του Αιτητή ότι το Ταμείο λανθασμένα υπολόγισε το ποσό του πλεονασμού επί τη βάσει του τελευταίου του μισθού μειωμένου κατά 9%, καθώς με αυτό τον τρόπο το ποσό που του κατεβλήθη ήταν ανάλογα μειωμένο. Έτσι, με την Αίτηση του αξιώνει τις ακό-λουθες θεραπείες: Α. Απόφαση του Δικαστηρίου ή και δήλωση ή και διάταγμα του Δικαστηρίου όπως το Ταμείο υπολογίσει το ποσό του πλεονασμού του Αιτητή με βάση τον τελευταίο του μισθό, ήτοι να λάβει υπ' όψιν ως τελευταίο μισθό, ποσό αυξημένο κατά 9% από αυτό που έλαβε, ήτοι σε €50.887,75 αντί σε €46.308,68. Β. Διαζευκτικά, απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 για αποζημιώσεις για τις ζημίες που υπέστη λόγω της αυθαίρετης μείωσης του μισθού του κατά 9% ή και για ποσό €4.579,07. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει πρέπουσα. Καταβολή σε αυτόν όλων των δικαιωμάτων του συμπεριλαμβανομένων μισθών, ωφελημάτων και άλλων απολαβών και εισφορών για το διάστημα που παρέμεινε εκτός εργασίας. Δ. Νόμιμο Τόκο Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Είναι η θέση του Ταμείου ότι ορθά υπολογίστηκε η πληρωμή την οποία εδικαι-ούτο ο Αιτητής και ότι δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή λόγω πλεονασμού. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Ταμείου, ο Αιτη-τής δέχθηκε μείωση των αποδοχών του σε χρόνο προγενέστερο του τερματι-σμού της απασχόλησης του. Οι Καθ' ων η αίτηση 2, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως εκτίθενται στην Αίτηση του. Χωρίς περιορισμό των θέσεων τους ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι εκπρό-θεσμη και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω ότι ο Αιτητής κωλύεται να εγείρει την παρούσα Αίτηση εναντίον τους, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους προς πλήρη αναφορά στην εργοδότηση του κατά τη δικάσιμο, με την προσκόμιση εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων και έγγραφων με τα οποία ο Αιτητής συμφώνησε να αποδεσμεύσει αυτούς από κάθε ευθύνη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ο Αιτητής. Το Ταμείο και οι Καθ' ων η αίτηση 2 δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα. Κατατέθηκε επίσης και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων επί των οποίων θα αναφερθούμε κατωτέρω. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό παραδεκτά ή μη αμφισβη-τούμενα. Παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 18.2.2011 υπεγράφη Συμφωνία μεταξύ των Κυπριακών Αερογραμμών και όλων των Συντεχνιών του προσωπικού των Κυπριακών Αερογραμμών, αναφο-ρικά με μέτρα που θα εφαρμόζονταν κατά την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2011, με σκοπό την επιβίωση των Κυπριακών Αερογραμμών (Τεκ.1). Μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε όπως «αποκόπτεται μηνιαία (12 μισθοί) ποσοστό 9% από τις απολαβές όλων των εργαζομένων». Προβλεπόταν επίσης σχέδιο για παροχή αποζημίωσης σε εργαζομένους που θα απολύονταν ως πλεονάζοντες, βάσει του επισυνημμένου στη συμφωνία «σχεδίου αποζημίωσης για τερματισμό της απασχόλησης προσωπικού των Κυπριακών Αερογραμμών λόγω πλεονασ-μού» (Παράρτημα Α). Ο Αιτητής ήταν μέλος της Συντεχνίας ΣΥΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ την οποία εξουσιο-δότησε και ή αποδέχθηκε να τον εκπροσωπεί. Θέτοντας οι Καθ' ων η αίτηση 2 σε εφαρμογή την εν λόγω Συμφωνία, από 1.1.2011 απέκοπταν από τον μηνιαίες απολαβές του Αιτητή το ανάλογο ποσό. Με επιστολή ημερ. 16.3.2011 (Τεκ.3) οι Καθ' ων η αίτηση 2 ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι οι υπηρεσίες του θα τερματίζονταν λόγω πλεονασμού με ισχύ από τις 10.5.2011. Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής προκύπτει επίσης ότι με βάση τις πρόνοιες της μεσολαβητικής Πρότασης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που υπεγράφη στις 18.2.2011, οι Καθ' ων η αίτηση 2 θα κατέβαλλαν στον Αιτητή, πάνω σε χαριστική βάση (on ex gratia basis) και χωρίς την αναγνώριση οποιασδήποτε ευθύνης, χρηματική αποζημίωση ύψους €65.717, ως προβλέπεται στην παράγραφο 3 της Συμφωνίας (Τεκ.1). Πρόσθετα θα του κατέβαλλαν το ποσό των €44.376 που αντιστοιχεί στη μείωση κατά 6% των συνεισφορών στο Ταμείο Προνοίας (λόγω εισαγωγής του Αναλογικού Ταμείου Συντάξεως). Ως επακόλουθο, στις 30.5.2011 οι Καθ' ων η αίτηση 2 κατέβαλαν στον Αιτητή το ποσό των €39.430, που αναλογεί στο 60% της χαριστικής αποζημίωσης καθώς και το ποσό των €26.626 που αναλογεί στο 60% της μείωσης κατά 6% των συνεισφορών στο Ταμείο Προνοίας. Ακολούθως στις 31.5.2012 του κατέβαλαν και το υπόλοιπο 40% των πιο πάνω οφειλών και ο Αιτητής υπέγραψε έγγραφα απαλλαγής τόσο για την χαριστική πληρωμή όσο και για τη συνεισφορά στο Ταμείο Προνοίας (Τεκ.7 έως Τεκ.11) Σημειωτέον ότι η καταβληθείσα προς τον Αιτητή αποζημίωση υπολογίστηκε στη βάση των μηνιαίων απολαβών του, χωρίς τις συμφωνηθείσες αποκοπές, που ανέρχονταν στο ποσό των €2696,07. Η κυρίως εξέταση του Αιτητή περιέχεται σε γραπτή του δήλωση (Τεκ. Α). Είναι η θέση του ότι τα εισφερθέντα ποσά σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσαν μείω-ση του μισθού του αλλά αποκοπή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το έγγραφο μισθοδοσίας του, όπου αναφέρονται ως "special deduction". Σημείωσε επίσης ότι οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη Συμφωνία ημερ. 18.2.2011 έγιναν υπό την αιγίδα και στη βάση μεσολαβητικής πρότασης του Υπουργείου Εργασί-ας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία (Συμφωνία) ενώ θα ίσχυε για ένα χρόνο, κατόπιν αιτήματος των Καθ' ων η αίτηση 2 επεκταθεί και για το 2012. Το Υπουργείο με επιστολή του ημερ. 28.3.2012 (Τεκ.4) διευκρίνισε ότι οι αποκοπές θα ήταν ομοιόμορφες και σταθερές, θα θεωρούνταν ως εισφορά όπως και με την προηγούμενη Συμφωνία και σε περίπτωση που η Εταιρεία εφάρμοζε την πρόταση από 1.1.2012, θα έπρεπε να επιστρέψει για την αντίστοιχη περίοδο την εισφορά του 9% στο προσωπικό. Δίνοντας ο Αιτητής τη δική του εκδοχή ισχυρίστηκε ότι το ίδιο θα ίσχυε και για τη Συμφωνία ημερ. 18.2.2011 (Τεκ.1). Αναφέρθηκε επίσης στην αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού καθώς και στην απάντηση του Ταμείου την οποία προσβάλλει με την υπό κρίση Αίτηση του (Τεκ.5 και Τεκ.6). Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής από τον κ. Μίτλετον, παραδέχθηκε την καταβολή των διαφόρων ποσών από τους Καθ' ων η αίτηση 2 και αναγνώρισε τα διάφορα έγγραφα παραλαβής και απαλλαγής που υπέγραψε (Τεκ. 7 έως Τεκ.11). Το αιτούμενο ποσό ανέφερε ότι το διεκδικεί από το Ταμείο και ότι συμπεριέλαβε τους Καθ' ων η αίτηση 2 ως διάδικους, γιατί με αυτούς υπέγραψε τη συμφωνία και οπωσδήποτε θα έπρεπε να αποτελέσουν μέρος αυτής της εξίσωσης, ώστε να παραδεχθούν τον πραγματικό του μισθό στη βάση του οποίου κατέβαλαν την αποζημίωση. Ο μισθός που δήλωσε στο Φόρο Εισοδήματος για το συγκεκριμένο έτος είπε ότι καλή τη πίστη, ήταν αυτός που δήλωσαν οι Κυπριακές Αερογραμ-μές. Αντεξεταζόμενος από την κα Σκούρου επί του μισθού που του δηλωνόταν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον Φεβρουάριο 2011 μέχρι και την απόλυση του, ισχυρίστηκε ότι ενάμισι χρόνο μετά, κάνοντας τον υπολογισμό του, διαπίστωσε ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές του κατέβαλλαν εισφορές επί του μειωμένου μισθού και ότι από τις καταστάσεις πληρωμών ήταν αδύνατο να αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Ακολούθως αφού του υποδείχθηκε αναλυτική κατάστα-ση των αποδοχών του για το 2011 (Τεκ.13), αρκέστηκε να πει ότι δεν υπέγραψε και ότι ενήργησε καλή τη πίστη, χωρίς να αμφισβητήσει το περιεχόμενο της ή να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. Στον Αιτητή υποδείχθηκαν δύο επιστολές ημερ. 26.1.2011 και 27.1.2011 που αντήλλαξαν τα Τμήματα Εσωτερικών Προσό-δων και Εργασιακών Σχέσεων αναφορικά με το φορολογικό εισόδημα των εργαζομένων στις Κυπριακές Αερογραμμές τις οποίες δεν αναγνώρισε. Οι εν λόγω επιστολές σε μεταγενέστερο στάδιο τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια (Τεκ.14 και Τεκ.15). Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια των παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της μαρτυρίας του Αιτητή, κινήθηκε και η γραμμή των εμπεριστατωμένων αγορεύ-σεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, που ως επίκεντρο θέτουν την ορθή ερμηνεία της Συμφωνίας ημερ. 18.2.2011 (Τεκ.1). Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι δεν υπήρξε συγκατάθεση εκ μέρους του Αιτητή, σε προσωπικό επίπεδο ή μέσω της συντε-χνίας του, για αποκοπή μισθού και ούτε υπήρξε κατάληξη μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων, παρά μόνο μετά τη μεσολαβητική πρόταση του Υπουργείου Εργασίας, βάσει της οποίας υπεγράφη η επίδικη Συμφωνία (Τεκ.1). Προβαίνοντας σε μια εκτενή αναφορά επί της νομολογίας που σχετίζεται με το κριτήριο ερμηνείας των συμβάσεων, εισηγήθηκε ότι από το περιεχόμενο της Σύμβασης (Τεκ.1) πουθενά δεν φαίνεται ότι οι αποκοπές θα αποτελούσαν μείωση μισθού ή ότι η αποζημίωση που θα λάμβαναν οι εργοδοτούμενοι θα αποτελούσε χαριστική πληρωμή. Τη θέση του υποστήριξε με αναφορά στην αποζημίωση που έλαβε ο Αιτητής με την αποχώρηση του, η οποία υπολογίστηκε επί ολόκληρου του μισθού χωρίς τις αποκοπές και εισηγήθηκε ότι με τον ίδιο τρόπο θα έπρεπε να υπολογιστεί και η πληρωμή που θα λάμβανε ο Αιτητής από το Ταμείο. Επί αυτής της βάσης εισηγήθηκε περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 λανθασμένα δήλωναν στον Φόρο Εισοδήματος και στις Κοινωνικές Ασφαλί-σεις τον μειωμένο μισθό του Αιτητή. Αφού επικαλέστηκε την επιστολή ημερ. 28.3.2012 (Τεκ.4) που απεστάλη από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς τους εκπροσώπους των εργαζομένων, επισήμανε, με βάση το περιεχόμενο της, ότι η αποκοπή του 9% αποτελούσε εισφορά και όχι μείωση μισθού, τόσο για τη Συμφωνία που αφορούσε το 2011 όσο και για την ανανέ-ωση της το 2012. Θέτοντας ο κ. Μίτλετον ως καθοριστικό στοιχείο για την κρίση του Δικαστηρίου τη Σύμβαση ημερ. 18.2.2011 (Τεκ.1), επισήμανε ότι από το περιεχόμενο της δεν προκύπτει οτιδήποτε που να υποστηρίζει τη θέση του Αιτητή ότι τα αποκο-πέντα ποσά αποτελούσαν εισφορά και όχι μείωση του μισθού. Αφού αναφέρ-θηκε στις αρχές που διέπουν το θέμα της ερμηνείας μιας σύμβασης εισηγήθηκε ότι με την υπογραφή της Σύμβασης (Τεκ.1) ο Αιτητής συμφώνησε, μέσω της συντεχνίας του, τη μείωση των απολαβών του. Ενισχύοντας τη θέση του παρέ-πεμψε σε διάφορα άλλα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του Αιτητή, όπως το επισυναπτόμενο στη δήλωση φόρου εισοδήματος πιστοποιητικό αποδοχών του Αιτητή για το 2011 (Τεκ.12), την αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το ίδιο έτος (Τεκ.13) και την αλληλογραφία που αντήλλαξαν τα Τμήματα Εσωτερικών Προσόδων και Εργασιακών Σχέσεων (Τεκ.14 και Τεκ.15) δυνάμει της οποίας «οι υπάλληλοι της Εταιρείας . θα φορολογηθούν αναφο-ρικά με το μειωμένο ποσό αποδοχών που θα τους καταβάλει η εταιρεία το 2011, όπως αυτό καθορίζεται στη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της εταιρείας και των συντεχνιών .». Αναφορικά με τους Καθ' ων η αίτηση 2 εισηγήθηκε ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη και ουδέν ποσό οφείλουν στον Αιτητή, καθώς με την αποχώρηση του έλαβε ποσό χαριστικής αποζημίωσης υπογράφοντας και σχετι-κά έγγραφα παραλαβής - απαλλαγής. Περαιτέρω ότι ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν επέμεινε και ούτε υποστήριξε μια τέτοια αξίωση εναντίον των πελατών του. Αγορεύοντας η κα Σκούρου έθεσε ως καταλυτικό παράγοντα για τον υπολο-γισμό της πληρωμής που δικαιούταν ο Αιτητής από το Ταμείο, τον Νόμο και τις συμφωνηθείσες κατά τον ουσιώδη χρόνο αποδοχές του. Ο Αιτητής, καθώς είπε, δεν προέβη σε καμία ενέργεια ή διαμαρτυρία για τη μείωση των απολαβών του ή για τις ασφαλιστέες αποδοχές που του δηλώνονταν στο αρμόδιο Τμήμα. Αντί-θετα δήλωσε το ποσό των μειωμένων αποδοχών του στον Φόρο Εισοδήματος για σκοπούς φορολόγησης. Ανάλυση - Συμπεράσματα (
- i)Η αξίωση του Αιτητή εναντίον του Ταμείου Έχουμε παρακολουθήσει με προσοχή τον Αιτητή να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την πιο πάνω διαφορά και με την ίδια προσοχή εξετά-σαμε και τη μαρτυρία του, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων. Μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα εκθέτουμε ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της επιτευχθείσας Συμφωνίας ημερ. 18.2.2011 (Τεκ. 1), τόσο ο Αιτητής όσο και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι των Καθ' ων η αίτηση 2 δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη εξ ου και η συμφωνία επετεύχθη μεταξύ της Εταιρείας και των Συντεχνιών που αντιπροσώπευαν το προσωπικό της Εταιρείας. Ο Αιτητής, όπως ο ίδιος ομολόγησε, ήταν μέλος της συντεχνίας ΣΥΔΗΚΕΚ - ΠΕΟ την οποία εξουσιοδότησε και ή αποδέχθηκε όπως τον εκπροσωπεί στις εν λόγω διαπραγματεύσεις. Στην υπόθεση Lanitis Bros Co. Ltd v. Cleopas Ioannides and Others
(1979)1CLR, 819,823, εξετάζοντας το Δικαστήριο τη νομική διάσταση του δόγματος της αντιπροσώπευσης σημείωσε ότι είναι θεμιτό να στηριχθούμε στο δόγμα αυτό όταν συντεχνιακοί αξιωματούχοι διαπραγματεύονται τη διευθέτηση διαφοράς εκ μέρους μερικών εργοδοτουμένων που καθορίζονται ονομαστικά. Και σημειώνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση οι συντεχνίες διαπραγματεύ-ονταν τη διευθέτηση διαφοράς που αφορούσε τα ίδια τα μέλη τους. Κατά συνέπεια, ο Αιτητής ως μέλος συντεχνίας που ενεργούσε για λογαριασμό του και υπό την εξουσιοδότηση του, δεσμευόταν από την επιτευχθείσα Συμφωνία ημερ. 18.2.2011 (Τεκ. 1). Θέτοντας λοιπόν την εν λόγω επιτευχθείσα Συμφωνία στο επίκεντρο της μεταξύ των μερών διαφοράς το Δικαστήριο καλείται με βάση τις νομολογιακές αρχές να προβεί σε ορθή ερμηνεία του περιεχομένου της και να αποφανθεί επί των πραγματικών αποδοχών που λάμβανε ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του, βάσει των οποίων το Ταμείο όφειλε να υπολογίσει την πληρωμή που αυτός δικαιούται ως πλεονάζον προσωπικό. Νομολογιακά, η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομέ-νων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβού-λων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ κ.α ν. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013: «Κριτήριο ερμηνείας των συμβάσεων αποτελεί η διαπίστωση της έννοιας που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι εξετάζονται όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου. Η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trad. Ltd v. KEAN Λτδ (Αρ. 2)
(1998)(Δ) ΑΑΔ 2335)». Σύμφωνα με πάγια ερμηνευτική αρχή η πρόθεση των μερών εξάγεται από την γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξάγεται συνολικά. Επίσης το ερμηνευτικό έργο του δικαστηρίου θα πρέπει να περιοριστεί στους γραπτούς όρους της συμφωνίας και τα συγκεί-μενα τους. Δεν μπορεί να επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630). Επομένως με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές το δικαστήριο θα πρέπει να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρξε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Από το λεκτικό της παραγράφου 1(α) της Συμφωνίας (Τεκ.1) είναι φανερό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν όπως «αποκόπτεται μηνιαία (12 μισθοί) ποσοστό 9% από τις απολαβές όλων των εργαζομένων». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, το ρήμα «αποκόπτω» σημαίνει «αφαιρώ κόβοντας, κόβω (από το σώμα στο οποίο ανήκει)». Εξετάζοντας τον επίμαχο αυτό όρο εντός των πλαισίων της Συμφωνίας ως συνόλου, δεν βρίσκουμε να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας του ή να προκύπτει οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν αυτής που αποδίδεται μέσα από τη συνήθη λεξικολογική σημασία του, δηλαδή τη σημασία την οποία αυτός φέρει όταν χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη. Η θέση του Αιτητή ότι τα επί μηνιαίας βάσεως αποκοπέντα ποσά αποτελούσαν «εισφορά» των εργαζομένων προς την Εταιρεία δεν φαίνεται να προκύπτει από το γράμμα της Συμφωνίας. Η επιστολή ημερ. 28.3.2012 (Τεκ.4), που επικαλεί-ται ο Αιτητής προς εδραίωση της θέσεως του, είναι φανερό ότι αναφέρεται σε υποβληθείσα μεσολαβητική πρόταση για το 2012, βάσει της οποίας εάν η Εταιρεία έθετε σε εφαρμογή την πρόταση από 1.1.2012, όφειλε να επιστρέψει για την αντίστοιχη περίοδο την εισφορά του 9% στο προσωπικό. Για το 2011 δεν φαίνεται να υπήρξε μια τέτοια πρόταση ούτε και συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο εξ ου κι δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα της Συμφωνίας (Τεκ.1). Η θέση αυτή του Αιτητή φαίνεται να μην συνάδει ούτε με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 26.1.2011 (Τεκ.15) όπου για την επίδικη περίοδο του 2011 το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αναφέρεται σε μείωση μισθού που προέκυψε από την αποκοπή στις μηνιαίες απολαβές των εργαζομένων και όχι σε εισφορά. Εν ολίγοις το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τη μεσολαβη-τική πρόταση του σε καμία περίπτωση δεν έθεσε ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της Συμφωνίας (Τεκ.1) την επιστροφή για το 2011 του 9% των αποκοπών στο προσωπικό και ούτε έθεσε σε αμφισβήτηση ότι οι δηλωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές του Αιτητή για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν ανταπο-κρίνονταν στις πραγματικές αποδοχές του. Περαιτέρω από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και τις παραδοχές του Αιτητή, ως έχουν προκύψει κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, είναι φανερό ότι πολύ πριν γίνει δεκτό το αίτημα του για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο, είχε ήδη λάβει γνώση του ύψους των ασφαλιστέων αποδοχών που οι Καθ' ων η αίτηση 2 του δήλωναν στον Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τόσο από την αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου (Τεκ.13) που του είχε κοινοποιηθεί, όσο και από το πιστοποιητικό αποδοχών του (Τεκ.12), βάσει του οποίου υπέβαλε τη δήλωση εισοδημάτων του στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Η διαφορά αυτή εμφαίνεται επίσης και στις αποδείξεις πληρωμών που οι Καθ' ων η αίτηση 2 εφοδίαζαν τον Αιτητή στο τέλος εκάστου μήνα. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ενάμισι χρόνο μετά κάνοντας τον υπολογισμό του, διαπίστωσε ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές του κατέβαλλαν εισφορές επί του μειωμένου μισθού και ότι από τις καταστάσεις πληρωμών ήταν αδύνατο να αντιληφθεί κάτι τέτοιο, δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη, έστω και αμυδρά, να προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις αναφορικά με το δηλωθέν ύψος των αποδοχών του. Αντίθετα απ' ότι και ο ίδιος παραδέχθηκε στο φόρο εισοδήματος δήλωσε μισθό μειωμένο κατά 9% ως η Συμφωνία και όχι αυτό που ο ίδιος διατείνεται. Θα συμφωνήσουμε λοιπόν με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής προβαίνοντας σε επίσημες φορολογικές δηλώσεις στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων εξασφάλισε όφελος που δεν του επιτρέπει να αναιρεί τις ίδιες του τις δηλώσεις και να ισχυρίζεται εκ των υστέρων ότι αυτά που δήλωσε δεν αντα-ποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Εν ολίγοις κωλύεται με τις φορολογικές του δηλώσεις να ισχυρίζεται ότι τα αποκοπέντα από τον μισθό του ποσά δίνονταν υπό μορφή εισφοράς. Σχετική επί του θέματος είναι και η νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση 2 την οποία παραθέτουμε. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Δέσποινα Προκοπίου ν. Ανδρέα Λάμπρου Λτδ
(2004)1 Α ΑΑΔ, 310 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Επίσης είναι αβάσιμη, όπως τελικά αναγνωρίστηκε και ενώπιον μας, η άποψη σε σχέση με το μηνιαίο μισθό του. Ο ίδιος δήλωνε για τους σκοπούς των κοινωνικών ασφαλίσεων, όπως κατέθεσε και αρμόδιος λειτουργός, ως μηνιαίο μισθό του το ποσό των £510 πράγμα που ανέτρεπε τον ισχυρισμό του ενώπιον του δικαστηρίου πως ο μισθός του ανερχόταν σε £300 αλλά, πολύ περισσότερο, την αρχική του θέση πως δεν είχε οποιοδήποτε εισόδημα. Οπότε ευλόγως το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε στις Νικολάου Σοφία Βασιλείου ν. Μάριος Μακρίδης, Πολ. Έφεση 11066, ημερομηνίας 19.6.02 και, κατ' αναλογίαν, στη Νίκη Ανδρέα Ορφανίδου ν. Ανδρέα Στέλιου Ορφανίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1889, σε σχέση με τη δυνατότητα αναίρεσης, προς αποκόμιση πλεονεκτήματος στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, επίσημων δηλώσεων δυνάμει των οποίων εξασφαλίστηκαν άλλα οφέλη. Υπό το φως των δεδομένων και χωρίς επιχει-ρήματα αναφορικά με το παράλληλο υπόβαθρο της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με το ποσό που θα έπρεπε να συνυπολογιστεί ως απαραίτητο για τις δικές του ανάγκες, η έφεσή του πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνουμε πως ενώ ο ίδιος είχε αναφερθεί σε £50, το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη ποσό ύψους £
- Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα.» Σχετική είναι και η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση Νίκη Ανδρέα Ορφανίδου ν. Ανδρέα Στέλιου Ορφανίδη (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκαν μετα-ξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο υπέδειξε ότι η εφεσείουσα «εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται αντίθετα με τη φορολογική δήλωση της». Αυτό που εννοούσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι η εφεσείουσα «εμποδίζεται» λόγω της προη-γούμενης συμπεριφοράς της με την οποία είχε από τη μια αποκομίσει όφελος και από την άλλη είχε καταδολιεύσει τις δημόσιες προσόδους. Αυτό λοιπόν που προκύπτει για εξέταση είναι κατά πόσο πρόσωπο το οποίο, με σκοπό την από-κόμιση ιδίου οφέλους, υποβάλλει ψευδή φορολογική δήλωση με αποτέλεσμα την καταδολίευση των δημοσίων προσόδων μπορεί σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία να προβάλει ισχυρισμούς αντίθετους προς τη φορολογική του δήλωση με σκοπό - πάλι - την αποκόμιση οφέλους. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Το επίδικο θέμα σχετίζεται με θέμα δημόσιας πολιτικής και δημοσίου συμφέ-ροντος. Πρόκειται για παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων. Αποτελεί νομίζουμε θέμα ύψιστης δημόσιας πολιτικής όπως όλοι οι πολίτες συμμορφώνονται πλήρως με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Καταδολίευση των δημόσιων προσόδων όχι μόνο αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική αλλά είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον Τα δικαστήρια έχουν καθήκον να διασφαλίσουν την δημόσια πολιτική. Η χρησιμοποίηση της επίδικης μαρτυρίας θα ισοδυναμούσε με χορήγηση ασυλίας στην παρανομία πορεία που αντιστρα-τεύεται τη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου. Θα ισοδυναμούσε, επίσης, με ενθάρρυνση της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων και θα επέτρεπε στους παρανομούντες να επωφεληθούν από την παρανομία τους. Κρίνουμε επομένως ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει ενεργήσει επί της επίδικης μαρτυρίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.» Περαιτέρω ούτε και το απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή όπου οι αποκοπές αναφέρονται ως "special deduction" θα μπορούσε να έχει την ίδια ισχύ με τους όρους της Συμφωνία (Τεκ.1) ή να θέσει υπό δοκιμασία τη ρητή πρόθεση των μερών όπως προκύπτει μέσα από το γράμμα της εν λόγω Συμφωνίας, αναμορ-φώνοντας για το συμφέρον του Αιτητή τους όρους της. Το ίδιο θα λέγαμε και για την αποζημίωση που δόθηκε στον Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση 2, το ύψος του οποίου και η βάσης υπολογισμού του επίσης δεν πιστεύουμε να επηρεάσει το σαφές γράμμα της Συμφωνίας. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι από το λεκτικό του επίμαχου αυτού όρου της Συμφωνίας, η μονή ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί είναι ότι οι αποκοπές δεν αποτελούσαν εισφορά ως ο Αιτητής διατείνεται αλλά μείωση των μισθολογικών του απολαβών. Ως επακόλουθο η αξίωση του Αιτητή για επιπρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο δεν βρίσκουμε να δικαιολογείται. (ii) Η αξίωση του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 Όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, με την απόλυση του Αιτητή, του κατεβλήθη σε καθαρά χαριστική βάση το ποσό των €65717 το οποίο αποδέχθηκε υπογρά-φοντας σχετικό έγγραφο απαλλαγής (Τεκ.11). Οι Καθ' ων η αίτηση 2 θέτουν τη νομική υπεράσπιση του κωλύματος εν όψει της αποδοχής του πιο πάνω ποσού και της υπογραφής του εγγράφου απαλλα-γής από τον Αιτητή. Σκόπιμο είναι να παραθέσουμε όλο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. «ΕΠΕΙΔΗ ο κ. Μύρων Πούννας («Υπάλληλος») είχε εργοδοτηθεί από τις Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ («η Εταιρεία)». ΕΠΕΙΔΗ η εργοδότηση και/ ή οι υπηρεσίες του Υπαλλήλου τερματίστηκαν λόγω πλεονασμού με ισχύ από 10 Μαΐου
- ΕΠΕΙΔΗ η Εταιρεία προσέφερε πάνω σε καθαρά χαριστική βάση (on a purely ex gratia basis) στον Υπάλληλο και ο Υπάλληλος έχει αποδεχτεί το ποσό των €65717 ως αποζημίωση αναφορικά με τον τερματισμό των υπηρεσιών του (η «Χαριστική Αποζημίω-ση») ΕΠΕΙΔΗ η Εταιρεία έχει ήδη καταβάλει στον Υπάλληλο το ποσό των €39430 που αντιπροσωπεύει το 60% της Χαριστικής Αποζημίωσης, και ΕΠΕΙΔΗ η Εταιρεία καταβάλλει σήμερα 31.5.2012 στον Υπάλληλο το υπόλοιπο 40% της Χαριστικής Αποζημίωσης Το ΠΑΡΟΝ μαρτυρεί τα ακόλουθα: (α) Σε αντάλλαγμα και για αντιπαροχή του ποσού των €26287 τη λήψη του οποίου ο Υπάλληλος αναγνωρίζει και το οποίο αντιπροσωπεύει το 40% του συνόλου της Χαριστι-κής Αποζημίωσης, ο Υπάλληλος δηλώνει ότι όλες οι διεκδικήσεις και ή απαιτήσεις και ή δικαιώματα του, παρελθόντα, παρόντα ή μελλοντικά, που είχε, έχει ή δυνατό να είχε, είτε αναφορικά, με τη σύμβαση εργασίας που έχει τερματιστεί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είτε λόγω αυτού τούτου του τερματισμού των υπηρεσιών του, έχουν τελεσίδικα διευθετηθεί και ικανοποιηθεί. (β) Σε αντάλλαγμα και για αντιπαροχή της πληρωμής του πιο πάνω ποσού των €26287 ο Υπάλληλος με το παρόν δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε εκκρεμούσα διεκδίκηση και /ή απαίτηση εναντίον της Εταιρείας που απορρέει άμεσα ή έμμεσα από την υπηρεσία του στην Εταιρεία και/ή από τον τερματισμό αυτής και/ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο ή αιτία. (γ) Επιπρόσθετα ο Υπάλληλος δηλώνει ότι μετά την από την πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή του ποσού των €26287 η Εταιρεία αποδεσμεύεται και απαλλάσσεται τελεσίδικα από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά, και/ή αγωγές, και/ή δικαστικές και/ή άλλες διαδικα-σίες και/ή διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής που ο Υπάλληλος είχε, τώρα έχει ή δυνατό να είχε κατά οποιοδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της Εταιρείας για και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος.» Στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989, ετέθη παρόμοιο θέμα για την ισχύ τέτοιων εγγράφων απαλλαγής. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι «τέτοια έγγραφα απαλλαγής συνι-στούσαν εμπόδιο ή λόγο κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed)». Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώ-νεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τη σελ.993: «Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.
- Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του». Την ίδια θέση υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Γ. Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές (ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερ. 24.5.2016), όπου μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: Περαιτέρω θα συμφωνήσουμε με τις επισημάνσεις που έγιναν από τον κ. Πολυβίου ότι αφενός δεν υπάρχει κάποια γενική διάταξη που απαγορεύει ρητώς την παραίτηση μισθω-τού από την άσκηση των δικαιωμάτων του, και αφετέρου ότι η παραίτηση του μισθωτού από τα εργασιακά δικαιώματα του είναι πλήρως έγκυρη, όταν ο συμβιβασμός είναι συνέπεια σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας είτε σε σχέση με τις νομικές είτε με τις πραγματικές προϋποθέσεις των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Ακριβώς εν προκει-μένω η υπογραφή του εγγράφου καταδεικνύει σαφή αποκρυστάλλωση δικαιωμάτων του εφεσείοντα τα οποία μάλιστα, ως υποδεικνύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξασφα-λίστηκαν πλήρως. (βλ. Σύγγραμμα Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις του Ιωάννη Ληξουριώτη, 4η έκδ. σελ.63 κ.έ.). Είναι σαφές ότι το ίδιο ισχύει και εν προκειμένω. Άλλωστε ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν επέμεινε και ούτε υποστήριξε οποιαδήποτε αξίωση του εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2, καθώς το μόνο που αρκέστηκε να πει ήταν ότι διεκδικεί το αιτούμενο ποσό από το Ταμείο και ότι συμπεριέλαβε τους Καθ' ων η αίτηση 2 ως διαδίκους, γιατί με αυτούς υπέγραψε τη συμφωνία και οπωσδήποτε θα έπρεπε να αποτελέσουν μέρος αυτής της εξίσωσης, ώστε να παραδεχθούν τον πραγματικό του μισθό στη βάση του οποίου κατέβαλαν την αποζημίωση. Ως επακόλουθο, όλων των πιο πάνω δεν βρίσκουμε να υπήρξε οποιαδήποτε αυθαίρετη μείωση του μισθού του Αιτητή και συνεπώς δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημία που να δικαιολογεί την καταβολή αποζημιώσεων από τους Καθ' ων η αίτηση
- Πέραν του κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο επί του οποίου έχομε τοποθετηθεί, το ύψος του ποσού που καταβλήθηκε στον Αιτητή υπό μορφή χαριστικής αποζημίωσης αποτελεί ακόμη ένα λόγο απόρριψης της εναντίον τους αξίωσης καθώς το ποσό αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο του ποσού που θα δικαιούταν σε κάθε περίπτωση να λάβει. Ως επακόλουθο των πιο πάνω η αξίωση του Αιτητή δεν μπορεί να επιτύχει και ούτε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση
- Η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις δεν επιδικάζουμε οποιαδήποτε έξοδα. (υπ)....................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Παναγιώτου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο