← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΥΡΑΣ κ.α. ν. ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 839/2012 και 840/2012, 21/3/2017

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΥΡΑΣ κ.α. ν. ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 839/2012 και 840/2012, 21/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:8 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Παναγιώτου και Α. Ψηλογένη, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 839/2012 και 840/2012 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΥΡΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΑΪΜΗΣ Αιτητές -και- ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Τουμάζου ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό κρίση συνενωμένες Αιτήσεις, οι Αιτητές εξαιτούνται από τους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «ο ΘΟΚ») τις πιο κάτω θεραπείες: (α) επαναπρόσληψη υπό τους όρους και προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στον Νόμο ή διαζευ-κτικά αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους, (β) αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (δ) νόμιμο τόκο, (ε) έξοδα συν ΦΠΑ. Είναι η θέση και των δύο Αιτητών, ότι η απασχόληση τους κατέστη αορίστου διαρκείας σύμφωνα με τον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμο του 2003 και ή ότι η σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων από την ημέρα της πρόσληψης μέχρι την ημέρα της απόλυσης τους θα πρέπει να θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως συμβάσεις ακαθόριστης διάρκειας και κατά συνέπεια ο ΘΟΚ δεν νομιμο-ποιείτο να τερματίσει την απασχόληση τους. Ο ΘΟΚ, με πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται τις θέσεις των Αιτητών. Αναφερόμενος στη διαδικασία πρόσληψης Ηθοποιών ισχυρίζε-ται ότι σε καμία περίπτωση η απασχόληση των Αιτητών έχει μετατραπεί σε αορίστου διαρκείας καθότι συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι λόγω της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεση εργασίας που δικαιολογούν την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»), προβλέπει ότι «Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολο-γημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στον ΘΟΚ απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τους Αιτητές. Ωστόσο και οι δύο πλευρές από κοινού συνέδεσαν την τύχη των υπό κρίση Αιτήσεων με το αποτέλεσμα στην υπόθεση Ορέστης Σοφοκλέους ν. Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (Πολιτική Έφεση αρ.512/12 ημερ. 18.1.2016). Με την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο ΘΟΚ αναγνώρισε το παράνο-μο του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών και του δικαιώματος τους σε αποζημιώσεις σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σε μεταγενέστε-ρο στάδιο, ενώ αναμένετο η διευθέτηση των υποθέσεων, ανέκυψε διαφωνία ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Αιτητές, με αποτέ-λεσμα οι Αιτήσεις να οριστούν για ακρόαση. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε καμία μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν στη δήλωση παραδεκτών γεγονότων και αγορεύσεων. Από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Οι Αιτητές εργάστηκαν στην υπηρεσία του ΘΟΚ ως ηθοποιοί. Ο Αιτητής στην Αίτηση 839/2012 («ο Πρώτος Αιτητής) προσλήφθηκε στην υπηρεσία του ΘΟΚ την 1.10.1996 και ο Αιτητής στην Αίτηση 840/2012 («ο Δεύτερος Αιτητής») την 1.10.2001. Η σύμβαση εργασίας και των δύο Αιτητών ήταν για ένα έτος και πριν από τη λήξη της ανανεωνόταν χωρίς διακοπή για ακόμη ένα έτος για όλα τα χρόνια μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης τους που έγινε τις 30.9.2012 με την αιτιολογία ότι ο ΘΟΚ απεφάσισε τη μη επιλογή τους για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης εργοδότησης τους για ακόμα ένα έτος. Για σκοπούς του Νόμου οι εβδομαδιαίες απολαβές του Πρώτου Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1094,44 και του Δεύτερου Αιτητή στο ποσό των €968,30. Αγορεύσεις Ο προσδιορισμός των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Αιτητές, λόγω του παρανόμου τερματισμού της απασχόλησης τους, επικεντρώνονται με βάση την αγόρευση του κ. Νικολάου σε δύο νομικά σημεία: (
  1. i)Την περίοδο απασχό-λησης των Αιτητών. Κατά πόσο δηλαδή η υπηρεσίας τους θα προσμετρά από την ημερομηνία πρόσληψης τους ή από 25.7.2003 που τέθηκε σε ισχύ ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος Ν.98(Ι)/2003, (
  2. ii)Κατά πόσο δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιδικάσει αυξημένες αποζημιώσεις. Αναφορικά με το πρώτο σημείο, είναι η εισήγηση του ότι η υπηρεσία των Αιτητών θα πρέπει να προσμετρά από την ημέρα πρόσληψης τους, καθώς ο Ν.98(Ι)/2003δεν εισήχθη για να καταργήσει το μέχρι τότε υφιστάμενο νομικό καθεστώς αλλά να το συμπληρώσει. Για να δικαιολογήσει τη θέση του αναφέ-ρθηκε στο άρθρο 5(δ) του Νόμου, το οποίο με την εισαγωγή του Ν.98(Ι)/2003 δέχθηκε ανάλογη τροποποίηση, προφανώς για να καθοδηγεί το Δικαστήριο επί των εξαιρέσεων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω εναρμονιστικό νόμο και όχι για να θεωρηθεί ότι η έναρξη της ακαθορίστου περιόδου σύμβασης αρχίζει από το 2003. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για τροποποίηση του Νόμου η οποία δεν προσδίδει αναδρομική ισχύ σε περιπτώσεις προ της εισαγωγής του σχετικού νόμου, και πάλι η υπηρεσία των Αιτητών θα πρέπει να προσμετρήσει από την ημερομηνία πρόσληψης τους γιατί μέχρι το 2003 ίσχυε και είχε εφαρμογή το άρθρο 5(δ) του Νόμου. Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά των υποθέσεων (ετήσια συμβόλαια που ανανεώνονταν με τη λήξη τους επί σειρά ετών) πρέπει να θεωρήσει ότι ήδη μέχρι το 2003 τα συμβόλαια των Αιτητών κατέστησαν συμβάσεις αορίστου διαρκείας, οπότε η εισαγωγή του Ν.98(Ι)/2003 ήταν άνευ αντικειμένου για τους Αιτητές καθώς δεν εργοδοτούνταν πλέον με συμβάσεις τακτής περιόδου. Εν ολίγοις είτε εισάγετο είτε όχι ο εναρμονιστικός νόμος, για τους Αιτητές καμιά σημασία δεν είχε, αφού ήδη οι συμβάσεις εργασίας τους είχαν καταστεί αορίστου διαρκείας με το άρθρο 5(δ) του Νόμου που ίσχυε προ της εισαγωγής του Ν.98(Ι)/2003. Αναφορικά με την άσκηση της διακριτι-κής ευχέρειας του Δικαστηρίου για επιδίκαση αποζημιώσεων παρέπεμψε στον Πρώτο Πίνακα του Νόμου σημειώνοντας ότι οι Αιτητές απασχολούνταν στον ΘΟΚ για αρκετά χρόνια, σε θέση καριέρας με πολύ ψηλό ημερομίσθιο. Η απασχόληση τους τερματίστηκε ουσιαστικά χωρίς λόγο και δεν είναι εύκολο υπό τις σημερινές συνθήκες να εξεύρουν παρόμοια εργασία που να τους αποφέρει τα ίδια ή παραπλήσια ωφελήματα. Υπό αυτά τα δεδομένα κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αυξημένες αποζημιώσεις. Αντίθετα η κα Τουμάζου περιορίστηκε στην περίοδο απασχόλησης των Αιτη-τών παραπέμποντας το Δικαστήριο στο άρθρο 7
(3)του Ν.98(Ι)/2003 όπου ρητά αναφέρεται ότι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, προβαίνοντας σε ανάλογη εισήγηση. Αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι οι Αιτητές εργαστήκαν στην υπηρεσία του ΘΟΚ για αρκετά χρόνια, σε θέση καριέρας με ψηλό μισθό, εντούτοις εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να τους επιδικαστούν αυξημένες αποζημιώσεις καθώς η εμπειρία και αναγνώριση τους δεν ήταν δυνατό να τους καταστήσει άνεργους ή με μειωμένες δυνατότητες εργοδότησης. Ανάλυση και Συμπεράσματα Ο ΘΟΚ είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τους περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμους του 1970 έως 2007, (Αρ. 71/70, 36/72, 68/79, 87
(1)/95, 147
(1)/99, 136
(1)/02 και 67
(1)/07). Οι Κανονισμοί που διέπουν την εργοδότηση προσωπικού είναι οι περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (Διάρθρωση και Όροι Υπηρεσίας) Κανο-νισμοί του 1974 που εκδόθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 18, (τώρα 19), του Νόμου και δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημε-ρίδα της Δημοκρατίας, Αρ.1116, ημερομηνίας 9.8.1974, Παράρτημα ΙΙΙ (Ι), σελ. 641, ΚΔΠ 229/74 ως έχουν τροποποιηθεί. (στο εξής «Οι Κανονισμοί Υπηρε-σίας του ΘΟΚ»). Η πρόσληψη των ηθοποιών πραγματοποιείται κατόπιν προκήρυξης για πλήρωση κενών θέσεων ανά θεατρική περίοδο με βάση σύμβαση καθο-ρισμένης χρονικής διάρκειας. Τα καθήκοντα, οι υποχρεώσεις και οι όροι υπηρεσίας των επί συμβάσει διοριζομένων υπαλλήλων καθορίζονται στη σχετική σύμβαση αλλά κάθε θέμα το οποίο δεν αναφέρεται στη σύμβαση ρυθμίζεται από τις διατάξεις των Κανονισμών. Σύμφωνα με το νομικό καθεστώς, που ίσχυε κατά τον χρόνο διορισμού των Αιτητών, παρά το ότι οι ηθοποιοί στο ΘΟΚ διορίζονταν επί συμβάσει ορισμέ-νης χρονικής διάρκειας, προσλαμβάνονταν σε οργανική θέση δημοσίου νομικού προσώπου προς πλήρωση οργανικών του αναγκών και κατά το χρόνο διάρκειας της σύμβασης αποτελούσαν μόνιμο προσωπικό η δε σχέση η οποία τους συνέδεε με την υπηρεσία, εκτός από τη συμφωνημένη διάρκειά της, διέπετο από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. (Βλ. και, Νίκος Σιαφκάλης ν. Θ.Ο.Κ.,
(1989)3 Α.Α.Δ. 2640 και Ανδρέας Μαραγκός κ.ά. ν. Θ.Ο.Κ.
(1990)3 Α.Α.Δ. 1481). Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, δημο-σιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.7.2003, με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμέ-νου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου: «7.
(1)Όπου: (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως· (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν: (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3)Κατά την εφαρμογή του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε να αποφασίσει το καθεστώς εργο-δότησης των εκτάκτων / συμβασιούχων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα σε συνάρτηση με τον Ν. 98(Ι)/2003. Μεταφέρουμε σχετικό απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης: «Ως πρόλογο, και για το ιστορικό της υπόθεσης, να αναφέρουμε πως η μόνιμη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την πρόσληψη ατόμων στη Δημόσια Υπηρεσία με διαδικασίες έξω από την προβλεπόμενη στο Σύνταγμα και τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 1/90, στον οποίο υιοθετούνται οι συνταγματικές αρχές για ίση μεταχείριση των πολιτών και διαφάνεια στις διαδικασίες, εκφράστηκε ρητά και καθαρά στις υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλοι v. Γιάλλουρου και Άλλης
(1995)3 Α.Α.Δ. 363, Μενελάου και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 370 και Ηλία και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884. Στην υπόθεση μάλιστα Μενελάου, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ορθό να συνοψίσει τις βασικές αρχές που διέπουν διορισμούς στο δημόσιο, όπως αυτές προκύπτουν από το Σύνταγμα και τους συνάδοντας προς αυτό Νόμους, ως εξής: «α. Μόνο αρμόδιο σώμα για τη διενέργεια προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία, σε μόνιμη ή προσωρινή θέση, είναι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. β. Καμιά θέση στη Δημόσια Υπηρεσία δεν πληρούται χωρίς να προηγηθεί η δημόσια προκήρυξη της. γ. Η κατοχή των προβλεπόμενων από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό σε δημόσια θέση.» Να προσθέσουμε μόνο πως η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως εκφράστηκε στις πιο πάνω αποφάσεις, συνάδει απόλυτα με τις γενικές αρχές δικαίου για ισοτιμία, ισονομία και την επιτακτική ανάγκη ύπαρξης διαφανών διαδικασιών, όπου λειτουργεί το δημόσιο απευθυνόμενο προς τους πολίτες, όπως έχουν υιοθετηθεί από το ΕΔΑΔ και ΔΕΚ. Να παραπέμψουμε ενδεικτικά στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-260/04, 13 Σεπτεμβρίου, 2007, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και υποστηριζόμενης από το Βασίλειο της Δανίας, όπου ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η παντελής έλλειψη διαγωνισμού προς σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών δεν συνάδει προς τα Άρθρα 43 ΕΔ και 49 ΕΔ και, ειδικότερα, παραβιάζει τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση εξασφαλίσεως προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας. Πράγματι, η ανανέωση των 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως χωρίς διαγωνισμό εμποδίζει το άνοιγμα των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως στον ανταγωνισμό και τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών αναθέσεως του αντικειμένου των συμβάσεων.» Ο Ν. 98(I)/2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο Άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως». Ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου στο Νόμο έγινε σύμφωνα με το Άρθρο 5 στη Ρήτρα 8 της Οδηγίας, όπου αναφέρεται: «Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.» Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν. Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο. Έχουμε τη γνώμη πως οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματός μας, ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127(I)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στο θέμα. Η προσφυγή απορρίπτεται» Στην υπόθεση Θ.Ο.Κ. ν. Σοφοκλέους (Πολ. Έφεση αρ.512/12 ημερ. 18.1.2016) το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνει τα ακόλουθα: Κατ' εφαρμογή της Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49 έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός της ύπαρξης σύμβασης. Ανεξάρτητα αν για σκοπούς εφαρμογής της προστασίας που παρέχει ο Ν.198/03χαρακτηρίζεται αορίστου ή καθορισμένου χρόνου. Και βεβαίως ανεξάρτητα από τη δυνατότητα που δίνει ο σχετικός Κανονισμός για διορισμούς σε θέσεις καλλιτεχνικού προσωπικού τους οποίους χαρακτηρίζει ως προσωρινές θέσεις. Είναι ακριβώς η σύμβαση που τελικά δίδει στην επίδικη σχέση τον προσωρινό της χαρακτήρα, τουλάχιστον στην αφετηρία της αλλά και την απομακρύνει από το χώρο του δημοσίου δικαίου. Άλλωστε η λέξη «οργανική» δεν σημαίνει κάτι άλλο από τη θέση που προβλέπεται από ένα καταστατικό ή εν προκειμένω από το ΘΟΚ. (βλ. Λεξικό Μπαμπινιώτης σελ.1268). Η δε λέξη «προσωρινή» παραπέμπει σ' αυτό που διαρκεί ή ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (βλ. στο ίδιο Λεξικό σελ.1501). Επίσης, μια σχέση δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού Δικαίου απλώς επειδή ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων (ο ΘΟΚ εν προκειμένω) τυγχάνει να είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου. Η φιλοσοφία της προσέγγισης στην Αβραάμ αφορά ακριβώς στο γιατί επιβάλλεται αυτή η διαφοροποίηση. Θεωρούμε δε ότι ο λόγος της ισχύει πλήρως και εν προκειμένω. ................ Θα προσθέταμε ότι το σκεπτικό αυτό εναρμονίζεται εν πολλοίς με την ελληνική νομολογία και Διοικητικό Δίκαιο αφού ακριβώς παρατηρείται διαχωρισμός μεταξύ της έννομης σχέσης σύμβασης δημοσίου δικαίου και αυτής του ιδιωτικού δικαίου εφόσον η δημόσια διοίκηση δεν μετέχει σ' αυτή με υπερέχουσα θέση απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο αλλά έχει τα χαρακτηριστικά αστικής φύσεως σύμβασης. (βλ. Τάχου Διοικητικό Δίκαιο, 9η έκδοση, σελ.756 κ.επ.). Στην Αβραάμ ν. Δημοκρατίας ως άνω, κατά πρώτον αποφασίστηκε ότι ο τερματισμός υπηρεσίας εκτάκτων συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ώστε να εκφεύγει της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η έμφαση δέον να δοθεί στη λέξη «συμβασιούχους» μάλλον παρά στο «έκτακτους» διότι είναι η σύμβαση και ο τρόπος που συντελείται, που τους διαφοροποιεί από τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι διορίζονται μέσω άλλου αυστηρού θεσμικού πλαισίου και φυσικά δια του διορισμού τους ασκείται διοικητική λειτουργία. Στη Βενιζέλος ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:C360, ΑΕ67/10, ημερ. 21.5.2015 ως άνω, περαιτέρω εκρίθη ότι ο τερματισμός εργοδότησης εκτάκτου υπαλλήλου εντάσσεται στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου με την επισήμανση ότι δεν μπορεί να διαχωρίζεται μια ενιαία εργασιακή σχέση ανάλογα με το θέμα και να χαρακτηρίζεται ως δημοσίου δικαίου επειδή αφορά τον τερματισμό αυτής με πειθαρχική διαδικασία. Ομοίως και εν προκειμένω, είτε ονομάσουμε την επίδικη σχέση εργοδότησης οργανική προσωρινή ή άλλως πως, σημασία έχει ότι η σχέση καθοριζόταν ως συμβατική και με κανένα τρόπο αυτό δεν αλλοιώνεται και δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου ανήκει. Οι αναφορές που έγιναν σε αποφάσεις μονομέλειας από την ευπαίδευτη συνήγορο των εφεσειόντων αφορούσαν κυρίως χρονική περίοδο πριν την έκδοση των Αβραάμ και Βενιζέλου και στις οποίες εν πάση περιπτώσει το θέμα δεν ετέθη προς δικαστική απόφανση. Εξάλλου από τα ίδια τα κατατεθέντα πρωτοδίκως τεκμήρια (τα οποία αφορούν τις εκάστοτε προσφορές εργοδότησης του Οργανισμού προς τον εφεσίβλητο όπως τα τεκμ.3 ή τις ανανεώσεις διορισμού με σύμβαση ως τα τεκμ.4, 5 και 6, ή και επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας υπηρεσιών ως τα τεκμ.7(α) και (β) ή ακόμη και «προειδοποίηση τερματισμού διορισμού ηθοποιού με σύμβαση ως το τεκμ.7(δ)) κραυγαλέα συνηγορούν στην ιδιωτικής φύσεως επίδικη σχέση όπου απουσιάζουν τα θεσμικά κριτήρια διορισμού και εργοδότησης στο χώρο του δημοσίου δικαίου όπως επισημαίνεται στην Αβραάμ και Βενιζέλος. Προφανώς η εργοδότηση των Αιτητών προ της εισαγωγής του Ν.98(Ι)/2003 διέπετο από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Τόσο στην Αβραάμ όσο και στην Σοφοκλέους, η εξέταση του καθεστώτος εργοδότη-σης των επί συμβάσει υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανο-μένων και των οργανισμών δημοσίου δικαίου, εγένετο σε συνάρτηση με τον Ν.98(Ι)/2003 και την Οδηγία, η οποία υπερισχύει και των προνοιών του Συντάγματος. Ο Ν.98(Ι)/2003και η Οδηγία, ως έχει αποφασισθεί, εφαρμό-ζονται σε όλους τους συμβασιούχους αόριστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Με τον Νόμο αυτό και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στον Νόμο. Και στην προκείμενη περίπτωση, τα οποιαδήποτε δικαιώματα απέκτησαν οι Αιτητές, ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησης τους, είναι δυνάμει των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 και της σχετικής Οδηγία και όχι δυνάμει οποιουδή-ποτε άλλου νομοθετήματος ως η εισήγησης του κ. Νικολάου. Όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω ο Ν.98(Ι)/2003δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.7.2003. Ο εν λόγω εναρμονιστικός Νόμος όντως δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος του, σε υφισταμένες προ της εφαρμογής του συμβάσεις. Αντιθέτως, (όπως εισηγήθηκε και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση), στο εδάφιο
(3)του άρθρου 7 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται ρητά, ότι κατά την εφαρμογή του εδαφίου
(1), αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερο-μηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δηλαδή για κάλυψη της τριαντά-μηνης περιόδου απασχόλησης ώστε η σύμβαση να καταστεί αόριστου διαρκείας. Ως ουσιαστικής λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Σύμφωνα με τις αποφάσεις Damedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφί-σταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος Κεφ.
  1. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρο-μική ισχύ σε προηγηθείσες συμβάσεις. (βλ. Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Πολιτική Έφεση 386/2012 ημερ. 15.11.2016). Είναι σαφές με βάση τα πιο πάνω ότι ο Ν.98(Ι)/2003δεν έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς η οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης των Αιτητών που έλαβε χώρα πριν την ημερομηνία που ο Νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ δεν θα ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και απόκτησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων που απορρέουν από την εφαρμογή του. Ως επακόλουθο είναι η κατάληξη μας ότι η περίοδος απασχόλησης των Αιτητών για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης που δικαιούνται λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης τους ήταν από 25.7.2003 μέχρι 30.9.
  2. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρί-ου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υπο-στηρίζει τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε με την αγόρευση του ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Αιτητές. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ένα προς ένα τους παράγοντες που τίθενται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτίθενται ανωτέρω, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης στον Πρώτο Αιτητή το ποσό των €22.436 που αντιστοιχεί με απολαβές 20.5 βδομάδων και στον Δεύτερο Αιτητή το ποσό των €19.850 για τον αντίστοιχο αριθμό βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 839/2012 και έναν-τίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €22.436 πλέον νόμιμο τόκο από 5.11.
  3. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 840/2012 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €19.850 πλέον νόμιμο τόκο από 5.11.
  4. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση €1500 δικηγορικά έξοδα για κάθε υπόθεση ήτοι το συνολικό ποσό των €3000 με νόμιμο τόκο πλέον ΦΠΑ. (υπ)................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Παναγιώτου, Μέλος Α. Ψηλογένης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.