← Κύπρος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΥΣΣΟΣ ν. Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 444/2013, 27/4/2017

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΥΣΣΟΣ ν. Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 444/2013, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Χ. Πρατσή, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 444/2013 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΥΣΣΟΣ Αιτητής -και- Χ.Α. ΠΑΠΑΕΛΛΗΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Μίτσιγκας ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση ασχολούνται με τη διαχείριση και λειτουργία υπεραγορών. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως προϊστάμενος φρουταρίας από την 1.8.2002 μέχρι τις 11.9.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του χωρίς να του καταβάλουν πληρωμή για ολόκληρη την ετήσια άδεια που του οφείλετο. Επίσης ότι δεν του κατέβαλαν πληρωμή για ολόκληρη την υπερωριακή εργασία που προσέφερε κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2012, καθώς και μέρος της πληρωμής αντί προειδοποιήσεως. Έτσι με την παρούσα Αίτηση αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: (α) υπόλοιπο πληρωμής αντί προειδοποιήσεως, ποσό €828,96 (β) πληρωμή υπερωριακής απασχόλησης 33 ωρών, ποσό €316,47 (γ) πληρωμή 109,70 ημερών άδειας, ποσό €7218,72 (δ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (ε) νόμιμο τόκο (στ) έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή του κατέβαλαν κάθε οφειλόμενο μισθό ως και οκτώ εβδομαδιαίους μισθούς αντί προειδοποιήσεως. Επίσης ότι πλήρωσαν στον Αιτητή τη μέγιστη άδεια που δικαιούτο και ή που είχαν υποχρέωση να πληρώσουν δυνάμει των προνοιών του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και ή οποιουδήποτε άλλου νόμου και ή δυνάμει των όσων προνοούσε η σύμβαση εργοδότησης του. Σε σχέση με την υπερωριακή εργασία ισχυρίζονται ότι βάσει της συμφωνίας εργοδότησης του Αιτητή και ή των κανόνων εργασίας τους, ο Αιτητής για να προσφέρει υπερωριακή εργασία θα έπρεπε να έχει την έγκριση του Διευθυντή της υπεραγοράς όπου αυτός εργαζόταν και εφόσον εκτελούσε υπερωριακή εργασία θα έπρεπε να πιστοποιηθεί γραπτώς η εκτέλεση της από τον Διευθυντή για να προωθηθεί η πληρωμή της στον λογιστήριο της Εταιρείας. Ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε μαρτυρία ο Αιτητής και ο Διευθυντής Ανθρωπίνου Δυναμικού των Καθ' ων η αίτηση κ. Μάριος Αντωνίου. Κατατέθηκαν επίσης διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Περαιτέρω προ της ενάρξεως της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Ο Αιτητής κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 73 ετών. Στο Αιτητή καταβλήθηκε πληρωμή αντί προειδοποίησης οκτώ βδομάδων, δεν του καταβλήθηκε ωστόσο το ποσό των €826,96 που αναλογούσε σε μισθούς οκτώ βδομάδων που λάμβανε υπό μορφή κουπονιών και το οποίο διεκδικεί με την παρούσα Αίτηση. Να σημειώσουμε ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στον Αιτητή με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν πληρωμή ετήσιας άδεια που αναλογούσε σε μισθούς 48 ημερών. Ως επακόλουθο με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή η απαίτηση του για πληρωμή ετήσιας άδειας περιορίζεται στις 101,70 ημέρες που υπολογίζονται στο συνολικό ποσό των (101,70Χ€61,20) €6.224. Καταθέτοντας ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση δεν λάμβανε κανονικά τις άδειες του και ότι κάθε φορά που ζητούσε άδεια ο διευθυντής της υπεραγοράς κ. Δάκης Νικολαΐδης του έλεγε ότι δεν υπήρχε αντικαταστάτης, ότι ήταν υποχρεωμένος να δουλέψει και ότι δεν θα έχανε τις ώρες ή τις μέρες που δούλευε. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του ισχυρίστηκε ότι σε αρχικό στάδιο, προς το τέλος εκάστου έτους, ο διευθυντής τον εφοδίαζε με μια ειδοποίηση που ερχόταν από τα κεντρικά γραφεία όπου αναγράφετο το υπόλοιπο της άδειας του. Περαιτέρω σημείωσε ότι η άδεια που του οφείλετο αναγράφετο και στην κατάσταση πληρωμής (pay slip) που λάμβανε κάθε μήνα και ότι στην τελευταία κατάσταση που έλαβε για τον μήνα Αύγουστο αναγράφονταν ως General Leaves 149,70 ημέρες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για τους τελευταίους μήνες της απασχόληση του οι Καθ' ων η αίτηση δεν του κατέβαλαν κανονική πληρωμή για υπερωριακή απασχόληση που προσέφερε. Για να υποστηρίξει τη θέση του παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό έντυπο που τίθεται ως «Αίτηση για Υπερωριακή Απασχόληση» όπου αναγράφεται η ημερομηνία και οι υπερωρίες για τους μήνες Απρίλιο έως Ιούλιο 2012 τις οποίες υπέβαλε στην Εταιρεία για έγκριση, καθώς και καταστάσεις πληρωμών για τους μήνες Μάιο και Ιούλιο όπου φαίνονται οι υπερωρίες που πληρώθηκε για τη συγκεκριμένη περίοδο. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε του λέχθηκε από τον διευθυντή ότι ήταν αναντικατάστατος στα καθήκοντα του γιατί κάλλιστα μπορούσε να αντικατασταθεί από τον υπεύθυνο της φρουταρίας κ. Χριστάκη Χρίστου, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι κατά την περίοδο του καλοκαιριού, φεύγοντας με άδεια για πέντε μέρες, ο διευθυντής και ο υπεύθυνος τον ανάγκασαν να πηγαίνει καθημερινά στην υπεραγορά για να βάζει τις παραγγελίες. Το πότε συνέβη αυτό δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει λέγοντας ότι δεν θυμόταν. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι είχε τις διαβεβαιώσεις του διευθυντή ότι δεν θα έχανε την άδεια του γεγονός που επιβεβαιωνόταν και από τις καταστάσεις πληρωμών που λάμβανε κάθε μήνα. Αναφορικά με την υπερωριακή εργασία παραδέχθηκε ότι το έντυπο που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου συμπληρώθηκε από τον ίδιο και ότι έφερε μόνο τη δική του υπογραφή. Ενώ επίσης παραδέχθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκρίνεται εκ των προτέρων από τον διευθυντή, εν τούτοις επισήμανε ότι στην προκείμενη περίπτωση είχε προωθήσει την αίτηση για πληρωμή και οι Καθ' ων η αίτηση του πλήρωσαν λιγότερες υπερωρίες. Σύμφωνα με τον κ. Μ. Αντωνίου ο τρόπος πληρωμής των υπερωριών καθορίζεται από το τμήμα ανθρωπίνου δυναμικού με οδηγίες που αναγράφονται στο έντυπο υπερωριακής απασχόλησης και στο εγχειρίδιο κανονισμών που δίδεται σε όλους τους εργοδοτούμενους με την πρόσληψη τους. Τα έντυπα υπερωριακής απασχόλησης θα πρέπει απαραιτήτως να φέρουν την υπογραφή του διευθυντή γιατί διαφορετικά δεν έχουν καμία αξία. Οι ημέρες αδείας που αναγράφονται στις καταστάσεις πληρωμών ισχυρίστηκε ότι δεν δεσμεύουν την Εταιρεία καθώς η οποιαδήποτε συμφωνία με εργοδοτούμενους θα πρέπει να φέρει τη σφραγίδα της Εταιρείας και την υπογραφή του γενικού διευθυντή. Επισήμανε επίσης ότι τα τελευταία 16 χρόνια που ο ίδιος εργάζεται στην Εταιρεία το μέγιστο ποσό που κατεβλήθη σε εργοδοτούμενο για συσσωρευμένη άδεια δεν υπερέβη το προβλεπόμενο από τον νόμο. Για την ειδοποίηση που ο Αιτητής ανέφερε ότι λάμβανε από τον διευθυντή στο τέλος κάθε χρόνου σε σχέση με συσσωρευμένη άδεια, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε τέτοιο έγγραφο γιατί ως εργοδοτούμενος στην Εταιρεία θα λάμβανε και ο ίδιος. Τέλος απορρίπτοντας τη θέση του Αιτητή ότι θεωρείτο αναντικατάστατος, επισήμανε ότι μια εταιρεία του μεγέθους των Καθ' ων η αίτηση είναι αδύνατο να έχει πλήρη εξάρτηση από ένα υπεύθυνο φρουταρίας. Κάλλιστα οι παραγγελίες μπορούσαν να υποβληθούν και από άλλα πρόσωπα και δη τον Χρ. Χρίστου. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο Αιτητής ζητούσε άδεια και δεν του παραχωρείτο ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια λέγοντας ότι κάτι τέτοιο αν έχει γίνει, δεν έγινε με την έγκριση της διοίκησης. Δεν διαφώνησε ότι η άδεια που αναγράφεται στο pay slip αποτελούσε συσσωρευμένη άδεια που ο Αιτητής δικαιούταν από το 2002, επαναλαμβάνοντας ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται πληρωμής πλην της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία. Για τις υπερωρίες επισήμανε ότι το έντυπο που κατέθεσε ο Αιτητής δεν φαίνεται να είναι υπογραμμένο από τον διευθυντή και ότι δεν αποτελεί επίσημο έγγραφο για την Εταιρεία. Ενώ συμφώνησε ότι με βάση το pay slip κάποιες ώρες εγκρίθηκαν και πληρώθηκαν στον Αιτητή εν τούτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Επισήμανε ωστόσο ότι το σίγουρο είναι ότι οι υπόλοιπες ώρες που δεν πληρώθηκαν δεν είχαν εγκριθεί από τον διευθυντή. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων όπως προβάλλεται μέσα από την μαρτυρία του Αιτητή και του κ. Μ. Αντωνίου ότι η ετήσια άδεια που αναγρά-φετο στην κατάσταση πληρωμής του Αιτητή για τον μήνα Αύγουστο 2012 και που ανερχόταν στις 149,70 ημέρες, αφορούσε συσσωρευμένη ετήσια άδεια που ο Αιτητής δικαιούταν να κάνει χρήση ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση και την οποία δεν χρησιμοποίησε. Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι ο Αιτητής δεν έκανε χρήση της άδεια που εδικαιούτο εν τούτοις ισχυρίζονται ότι με βάση τις πρόνοιες του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί δεν δικαιούται πληρωμής συσσωρευμένης άδειας περάν των δύο ετών, την οποία ήδη του έχουν πληρώσει με την απόλυση του. Ισχυρίζεται εισέτι ο Αιτητής ότι δεν έκανε χρήση της άδειας που δικαιούταν γιατί ο διευθυντής της υπεραγοράς κ. Δάκης Νικολαΐδης του έλεγε ότι δεν υπήρχε αντικαταστάτης, ότι ήταν υποχρεωμένος να δουλέψει και ότι δεν θα έχανε τις ώρες ή τις μέρες που δούλευε. Η θέση αυτή του Αιτητή δεν μας βρίσκει σύμφωνους και ούτε μπορεί να ευστοχήσει. Όπως επισήμανε ο κ. Αντωνίου μια επιχείρηση του μεγέθους των Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει πλήρη εξάρτηση από ένα μόνο υπάλληλο της φρουταρίας τη στιγμή που υπήρξε προϊστάμενος ο οποίος κάλλιστα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Ούτε πιστεύουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα αρνούνταν να παραχωρήσουν αδεία στον Αιτητή εάν ο ίδιος προτίθετο να κάνει χρήση. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο διευθυντής της υπεραγοράς ηρνείτο να του παραχωρήσει άδεια εν τούτοις δεν φαίνεται να προέβη πότε σε οποιαδήποτε παράσταση ή διαμαρ-τυρία προς τη γενική διεύθυνση της Εταιρείας ότι του στερείτο το συγκεκριμένο δικαίωμα. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν στέρησαν από τον Αιτητή το δικαίωμα να κάνει χρήση της άδειας του ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Συνεπώς το τιθέμενο ερώτημα που αποτέλεσε σημείο διισταμένης αναφοράς μεταξύ των συνηγόρων είναι κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται ή όχι να πληρωθεί σε σχέση με οποιαδήποτε άδεια την οποία εδικαιούτο, αλλά δεν χρησιμοποίησε. Κατά πόσο δηλαδή η μη χρησιμοποιηθείσα άδεια ενός έτους συσσωρεύεται και προστίθεται στην άδεια των επόμενων ετών. Σε σχέση με αυτό, ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, όπως ήδη έχουμε αναφέρει παρέπεμψε στο άρθρο 7

(2)του Νόμου 8/67 ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 85/79, που έχει ως ακολούθως: «..
(2)Διά συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη.» Ο συνήγορος του Αιτητή διαφωνώντας με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση αναφέρθηκε στο άρθρο 11
(1)του ιδίου Νόμου σύμφωνα με το οποίο: 11.-
(1)Ο Υπουργός έχει εξουσίαν όπως εγκρίνη, διά πιστοποιητικού εκδοθησομένου κατά την κρίσιν του, σχέδιον εργοδότου δι' αδείας γινόμενον προς υποκατάστασιν των διατάξεων του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόμου εάν κατά την γνώμην του το σχέδιον τούτο είναι κατά την εφαρμογήν του ευεργετικώτερον εις τους εργοδοτουμένους ή αι διατάξεις του ειρημένου Μέρους ΙΙ. Εισηγήθηκε μάλιστα ότι σύμφωνα με την πρόνοια αυτή, το άρθρο 7
(2)του νόμου δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει εξαίρεση από το Ταμείο Αδειών και εφαρμόζει δικό του σχέδιο αδειών, όπως στην προκείμενη περίπτωση, όπου το άρθρο 7
(2)έχει υποκατασταθεί από το σχέδιο του εργοδότη. Κάνοντας επίσης ειδική αναφορά στο άρθρο 12
(1)του ιδίου Νόμου εισηγήθηκε ότι η αξίωση του Αιτητή για συσσωρευμένη άδεια αποτελεί αυτοτελή αξίωση που προκύπτει μέσα από τη σύμβαση εργασίας του και την οποία ο Αιτητής δικαιούται. Από τη δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και την εν γένει συμπερι-φορά των Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι φαίνεται να αποδέχθηκαν ότι μεταξύ αυτών και του Αιτητή ή των εργοδοτουμένων γενικά, υπήρχε συμφωνία για συσσωρευμένη άδεια η οποία, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο που ισούται με την αδεία που ο εργοδοτούμενος δικαιούται για δύο έτη. Συνεπώς ελλείψει μια τέτοιας συμφωνίας δικαίωμα συσσωρευμένης μη χρησιμοποιηθείσας αδείας δεν μπορεί να υπάρξει σαν συμβατικός όρος αλλά ούτε και δυνάμει νόμου. Η εισήγηση του κ. Νικολάου οφείλουμε αν παρατηρήσουμε ότι στερείται πραγματικού υπόβαθρου. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τα όσα εισηγήθηκε περί υπάρξεως σχεδίου αδείας του Υπουργού που να υποκαθιστά τις διατάξεις του Μέρους ΙΙ του Νόμου. Επομένως, οι διατάξεις του Νόμου βαίνουν καταλυτικές ως προς την απαίτηση του Αιτητή καθώς δεν του παρέχουν κανένα δικαίωμα να επιδιώξει πληρωμή αδείας πέραν της νομίμως προβλεπομένης που ισούται με την άδεια που δικαιούταν για δύο χρόνια και η οποία του έχει ήδη πληρωθεί. Ως επακόλουθο η αξίωση του Αιτητή για συσσωρευμένη άδεια δεν δικαιολογείται. Σε σχέση με την αξίωση του για υπερωριακή απασχόληση οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Ο Αιτητής παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου «Αίτηση για Υπερωριακή Απασχόληση» (Τεκ.2) που κατ' ισχυρισμό του προσέφερε από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο 2012. Με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ο Αιτητής ζητούσε από τους Καθ' ων η αίτηση πληρωμή που αναλογούσε σε 72 ώρες υπερωριακής απασχόλησης. Με τη μαρτυρία του ωστόσο αυτό που ζητά είναι υπερωρίες που εργάστηκε κατά τη διάρκεια των μηνών Μαΐου 2012 και Ιουλίου 2012 που ανέρχονται συνολικά σε 48 ώρες. Παρέθεσε επίσης καταστάσεις πληρωμών (pay slip) για τους συγκεκριμένους μήνες από τις οποίες φαίνεται ότι για τον μήνα Μάιο από τις 18 ώρες που αιτήθηκε του κατεβλήθη πληρωμή για 10 ώρες ήτοι ποσό €143,90 και για τον μήνα Ιούλιο από τις 30 ώρες του κατεβλήθη πληρωμή για 16 ώρες ήτοι ποσό €230,23. Ως επακόλουθο αιτείται επί πλέον πληρωμής για 22 ώρες που αναλογούν στο ποσό των €316,47. Η θέση του Αιτητή ότι υπέβαλε την αίτηση για έγκριση και ότι οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν πληρωμή για λιγότερες ώρες σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί. Με βάση το άρθρο 12
(1)του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007) ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012, ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Στην Παράγραφο 3 του ιδίου άρθρο, προβλέπεται ότι το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Εν προκειμένω οι Καθ' ω η αίτηση έχοντες το βάρος απόδειξης δεν προσέφεραν οποιαδήποτε ουσιαστική μαρτυρία που να καταδεικνύει τους λόγους που δεν κατέβαλαν πληρωμή για όλες τις ώρες που είχε αιτηθεί ο Αιτητής. Ως επακόλουθο η μαρτυρία του Αιτητή, σε σχέση με τη συγκεκριμένη αξίωση, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και την αποδεχόμαστε. Συνακόλουθα, ο Αιτητής δικαιούται και σε ανάλογη θεραπεία. Κατάληξη Ως έχουμε αναφέρει ανωτέρω η απαίτηση του Αιτητή για υπόλοιπο πληρωμής αντί προειδοποιήσεως, ήτοι ποσό €828,96 έχει ικανοποιηθεί με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σε σχέση με την υπερωριακή εργασία εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €316,47 πλέον νόμιμο τόκο από 30.5.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή €700 ως έξοδα πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ επί των εξόδων. Η απαίτηση του Αιτητή για πληρωμή συσσωρευμένη ετήσιας άδειας, για όλα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, απορρίπτεται. (υπ)................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγής, Μέλος Χ. Πρατσής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.