← Κύπρος

ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 108/2014, 27/4/2017

ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 108/2014, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 108/2014 Μεταξύ: ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αιτητές -και- ΘΕΜΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 27η Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Κωνσταντινίδης Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Καθ' ου η αίτηση διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας (στο εξής «η Λέσχη») από 1.2.2007 μέχρι 29.2.2012 που έληξε η σύμβαση εργοδότησης του και τερματίστηκε η απασχόληση του. Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ήταν μέλος των Αιτητών. Με την αποχώρηση του έλαβε από τους Αιτητές το ποσό των €142.933,26 προς εξόφληση του ταμείου προνοίας του και στις 7.3.2013 υπέγραψε σχετική εξοφλητική απόδειξη. Είναι η θέση των Αιτητών, όπως αυτή εμφαίνεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η πιο πάνω πληρωμή έγινε με σχετική επιταγή την οποία υπέγραψε ο τότε Οικονομικός Διευθυντής της Λέσχης, Στ. Μυλωνάς, ο οποίος απέσπασε και την υπογραφή του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής των Αιτητών, αφού τον διαβεβαίωσε ψευδώς ή και λανθασμένα ότι το καταβληθέν ποσό αντιστοιχούσε με την μερίδα του Καθ' ου η αίτηση. Ότι ο εν λόγω Οικονομικός Διευθυντής προχώρησε σε πληρωμή του ποσού μολονότι είχε προειδοποιηθεί από συγκεκριμένη υπάλληλο του λογιστηρίου της Λέσχης ότι το καταβληθέν ποσό ήταν λανθασμένο καθώς οι Αιτητές είχαν επενδύσει σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να προβεί σε πληρωμή προς τον Καθ' ου η αίτηση καθώς δεν υπήρξε ενημέρωση των βιβλίων για το 2011 και ούτε ελεγκτικός έλεγχος. Επίσης ότι ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε το ποσό εν γνώσει του ότι ήταν λανθασμένο και ότι δεν υπολογίστηκε από τους ελεγκτές. Κατά την ετοιμασία των λογαριασμών του Ταμείου Προνοίας των Αιτητών για το 2012, που έγινε από τους ελεγκτές προς τα τέλη του 2013, διαπιστώθηκε αποτίμηση της μερίδας του Καθ' ου η αίτηση κατά €51.611,19 από το ποσό που είχε λάβει. Είναι η θέση των Αιτητών ότι το ποσό των €51.611 καταβλήθηκε εκ λάθους ή και κατόπιν μεθοδεύσεως του Στ. Μυλωνά ή και του Καθ' ου η αίτηση ή και αχρεωστήτως ή και καθ' υπέρβαση του ποσού που ο τελευταίος εδικαιούτο να λάβει από τους Αιτητές ή και ο Καθ' ου η αίτηση αδικαιολόγητα πλούτισε με το εν λόγω ποσό ή και το έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία. Ως εκ τούτου με την παρούσα Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 14.2.2014, αξιώνουν την επιστροφή του ποσού των €51.611,19 δια τους λόγους που παρατίθενται ανωτέρω, πλέον τόκους, έξοδα και ΦΠΑ. Ο Καθ' ου η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης αρνείται και απορρίπτει τις θέσεις των Αιτητών ισχυριζόμενος ότι με τη λήξη της σύμβασης εργοδότησης του έλαβε από το Ταμείο Προνοίας το ποσό που καθόλα νόμιμα δικαιούτο και ήταν σε πίστη του και κατατεθειμένο στη μερίδα του. Προβάλλει επίσης τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις:
  2. Ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι ο τίτλος της υπό κρίση Αίτησης είναι λανθασμένος και ή ελαττωματικός καθότι οι Αιτητές αιτούνται με λανθασμένο τρόπο και ή δεν αιτούνται ως υποχρεούνται δια μέσω του προσώπου που ορίζει ο νόμος και το καταστατικό του εν λόγω Ταμείου.
  3. Ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει δεύτερη προδικαστική ένταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη διότι οι Αιτητές δεν στράφηκαν πρώτα, ως όφειλαν κατά τον Νόμο 44/81, με αίτημα τους για εξέταση της διαφοράς τους από τον Έφορο Ταμείων Προνοίας, ως ο σχετικός νόμος ορίζει.
  4. Ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει τρίτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς είναι επιπόλαια (frivolous), ενοχλητική, καταπιεστική (vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεν περιλαμβάνει λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης όπως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί.
  5. Ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει και τέταρτη προδικαστική ένσταση ότι το όποιο αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών έχει παραγραφεί με το πέρας ενός έτους από την αφυπηρέτηση του Καθ' ου η αίτηση. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών εντάσεων το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα έθεσε προς εξέταση το θέμα της δικαιοδοσίας. Κατά πόσο δηλαδή το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (στο εξής «Δ.Ε.Δ.») καθίσταται καθ' ύλη αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης. Αγορεύσεις Αγορεύοντας ο κ. Κωνσταντινίδης εκ μέρους των Αιτητών αναφέρθηκε τόσο στο άρθρο 23

(3)του Νόμου 44/81 όσο και στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 208(Ι)/2012 για να εισηγηθεί ότι με βάση το γράμμα του Νόμου το Δ.Ε.Δ. κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί οποιαδήποτε διαφοράς που προκύπτει συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου είτε αυτή αφορά απαίτηση του ίδιου του μέλους εναντίον του ταμείου προνοίας είτε του τοιούτου ταμείου εναντίον του μέλους. Σημείωσε δε, ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως διαχωρισμός μέσα από τον Νόμο αναφορικά με την ύπαρξη διαφοράς μέλους και ταμείου προνοίας ή ταμείου προνοίας και μέλους και ούτε φυσικά νοείται σε μία συμβατική σχέση το ένα συμβαλλόμενο μέρος να μπορεί να εντάσσεται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ενώ το άλλο να μη μπορεί. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση κ. Αποστολίδης, αφού αναφέρθηκε στις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της δικαιοδοσίας και της ερμηνείας ενός νομοθετήματος εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για συμβατική διαφορά που προέκυψε μετά που ο Καθ' ου η αίτηση απώλεσε την ιδιότητα του μέλους του Ταμείου Προνοίας των Αιτητών, και ότι σε μια τέτοια περίπτωση η αρμοδιότητα ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο καθώς ο Ν.44/81 αναφέρεται σε αποκλειστική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. μόνο σε διαφορά υφιστάμενου μέλους με το Ταμείο Προνοίας. Ανάλυση Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτης Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου, ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιανδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618 που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστή-ριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί). Στο άρθρο 12 του Νόμου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του που περιορίζεται στην επίλυση εργατικών διαφορών. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., ανάμεσα σ' άλλα, τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους (α) και (β): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. Η έννοια της «εργατικής διαφοράς» καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67 ως ακολούθως: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχο-λήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Σύμφωνα με το άρθρο 23
(3)και
(4)του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου (Ν.44/81),
(3)Πάσα διαφορά εγειρομένη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους οιουδήποτε ταμείου προνοίας και του τοιούτου ταμείου υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Δικα-στηρίου Εργατικών Διαφορών.
(4)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσίας όπως επιλαμβάνεται οιασδήποτε διαφοράς δυνάμει του εδαφίου
(3)ανεξαρτήτως του εάν τα περί ταύτην γεγονότα ή περιστάσεις συνιστούν αδίκημα δυνάμει του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Νόμου 208(Ι)/2012:
(1)Με την επιφύλαξη του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάθε διαφορά εγειρομένη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους ή δικαιούχου του Ταμείου υπάγεται στην αποκλει-στική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Στην προκείμενη περίπτωση το τιθέμενο ερώτημα συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων. Κατά πόσο δηλαδή υφίσταται εργατική διαφορά μεταξύ των μερών, τέτοια που να εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου και συνακόλουθα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Είναι βασική αρχή Δικαίου ότι σκοπός της ερμηνείας των νόμων είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη μέσα από το κείμενο του Νόμου. Τα νομοθετικά κείμενα εξετάζονται και ερμηνεύονται ως σύνολο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ιωσήφ Αντωνίου κ.α.
(1993)3 Α.Α.Δ. 325). Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ματθαίον, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερομηνίας 12.7.1990 και Halsbury's Laws of England, Τετάρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863 - 873). Η τελολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη. (Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86) Το λεκτικό του άρθρου 23
(4)του Νόμου 44/81 είναι σαφές και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας πλην του ότι το Δ.Ε.Δ. κέκτηται δικαιοδοσίας να επιλαμβάνεται κάθε διαφοράς που ανακύπτει μεταξύ μέλους και ταμείου προνοίας χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει και το αντίθετο, δηλαδή κάθε αξίωση του ταμείου προνοίας εναντίον μέλους. Η κατάληξη μας αυτή δεν υποστηρίζεται απλώς από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης αλλά και από το κείμενο του πιο πάνω νομοθετήματος μέσα από το οποίο καταδεικνύεται η πρόθεση του νομοθέτη να κατοχυρώσει τη σωστή λειτουργία εκάστου ταμείου προνοίας και ταυτόχρονα να διασφαλίσει τα δικαιώματα εκάστου μέλους του ταμείου προνοίας έναντι του τοιούτου ταμείου. Τέτοιες διατάξεις που αποβλέπουν στη διασφάλιση των εν λόγω δικαιωμάτων είναι η υποχρέωση για τήρηση βιβλίων, η ετοιμασία λογαριασμών, ο έλεγχος των λογαριασμών, ο εφοδιασμός των μελών με καταστάσεις του σε πίστη τους ποσού, η υποβολή εκθέσεως στον Έφορο, η υποχρέωσης του εργοδότη για καταβολή εισφορών εντός καθορισμένης προθεσμίας και ο καθορισμός των ωφελημάτων που καταβάλλονται από ταμείο προνοίας σε μέλος του ή τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου υποστηρίζεται σαφέστερα από το λεκτικό του άρθρου 32
(1)του Ν. 208(Ι)/2012 όπου γίνεται αναφορά σε διαφορά μεταξύ μέλους ή δικαιούχου του ταμείου, που με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις σημαίνει πρόσωπο που εισπράττει συνταξιοδοτική παροχή, και προφανώς όχι σε διαφορά μεταξύ ταμείου και μέλους ή δικαιούχου του ταμείου. Από τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης παρατηρούμε επίσης ότι η απασχόληση του Αιτητή στη Λέσχη τερματίστηκε στις 29.2.2012 και ότι κατά την αποχώρηση του έλαβε από τους Αιτητές το ποσό των €142.933,26 για εξόφληση του ταμείου προνοίας του, υπογράφοντας στις 7.3.2013 σχετική εξοφλητική απόδειξη. Από το λεκτικό του ίδιου του άρθρου, όπως έχει παρατηρήσει και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση, είναι φανερό ότι στην αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. υπάγονται διαφορές μεταξύ μελών του ταμείου προνοίας και του τοιούτου ταμείου. Στην προκείμενη ωστόσο περίπτωση η κατ' ισχυρισμό αναφυομένη διαφορά, όπως φαίνεται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, είναι μεταξύ του ταμείου προνοίας και πρώην μέλους του, το οποίο απώλεσε την ιδιότητα αυτή, μετά που απεχώρησε από τη Λέσχη και έλαβε το ταμείο προνοίας του. Πρόκειται επομένως για μια συμβατική διαφορά που βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της εργατικής διαφοράς, αρμόδιο για την επίλυση της οποίας είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Δ.Ε.Δ. (βλ. Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ 1047 και Ανδρέας Αντωνίου ν. E.R.E. Electrical & Refrigeration Engineering Co Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1391). Η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, ότι ο Καθ' ου η αίτηση εξακολούθησε να διατηρεί την ιδιότητα του μέλους για σκοπούς της αναφυομένης διαφοράς και ότι το Δ.Ε.Δ. είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο για την επίλυση της, θα οδηγούσε και πάλι σε έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης λόγω παραγραφής, κατά παράβαση του άρθρου 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02, καθώς η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε δεκατρείς και πλέον μήνες μετά την αποχώρηση του Καθ' ου η αίτηση από τη Λέσχη και όχι εντός δώδεκα μηνών ως η προβλεπόμενη περίοδος. Συνεπώς, και στην περίπτωση ακόμη που το Δικαστήριο διαπίστωνε την ύπαρξη εργατικής διαφοράς και πάλι θα στερείτο δικαιοδοσίας λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Για όλα τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Με βάση το άρθρο 64Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09, «
(1)...................................
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(3)...................................
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαμβάνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που είναι το Καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. (υπ) ................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.