← Κύπρος

TODORKA MILEVA ZYMARA ν. ANMATTO WHOLESALERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 627/2013, 31/5/2017

TODORKA MILEVA ZYMARA ν. ANMATTO WHOLESALERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 627/2013, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Μ. Τσιηφτέ, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 627/2013 Μεταξύ: TODORKA MILEVA ZYMARA Αιτήτρια -και-

  1. ANMATTO WHOLESALERS LTD
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.5.2014 Μεταξύ: TODORKA MILEVA ZYMARA Αιτήτρια -και-
  3. ANMATTO WHOLESALERS LTD
  4. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ
  5. ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΓΚΑΛΤΖΙΔΗ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ε. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Μ. Βιολάρης Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Τ. Σκούρου Για τον Καθ' ου η αίτηση 3: Γ. Φ. Τρίγγας ΑΠΟΦΑΣΗ Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Καθ' ου η αίτηση 3 Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») ο Καθ' ου η αίτηση 3, Αιτητής στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση 3») επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και ή να παραμερίζει (set aside) την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Η απόφαση αφορούσε τη επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 λόγω παρανόμου τερματισμού της απασχόλησης της, κατά παρά-βαση των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού Νόμου 104(Ι)/2000, «Περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστά-σεων» Η αίτηση καταγράφει ως νομικό υπόβαθρο, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.26 Θ.14, Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1-4, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 3 ο οποίος ισχυρίζεται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
  6. ............
  7. ............
  8. Εγώ όταν έλαβα την Αίτηση παρουσιάστηκα στο Δικαστήριο και αφού εξήγησα ότι δεν έχω καμία σχέση αλλά ούτε και γνωρίζω την Αιτήτρια ούτε και την εργοδότησα ποτέ τότε με διαβεβαίωσαν ότι πρόκειται για λάθος και ότι θα γινόταν τροποποίηση προκειμένου να αφαιρεθεί το όνομα μου από την αίτηση. Τότε θεώρησα ότι για μένα είχε λήξη η υπόθεση και ήμουν ήσυχος ότι δεν είχα υπόθεση εναντίον μου.
  9. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεν εμφανίστηκα με δικηγόρο στην ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Όταν ήλθε δικαστικός επιδότης για να εκτελέσει ένταλμα κινητής περιουσίας τότε αντιλήφθηκα ότι πλέον έπρεπε να διορίσω δικηγόρο για να ανατρέψω την ήδη εκδοθείσα απόφαση εναντίον μου και ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο να με ακούσει και να μου δώσει την ευκαιρία να καταχωρήσω υπεράσπιση.
  10. Στις 4.1.2012 με ιδιωτική συμφωνία μεταξύ εμού και της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρίας αγόρασα το περίπτερο με όλα τα έπιπλα και τον εξοπλισμό του χωρίς να εργοδοτήσω κανένα υπάλληλο παρά μόνο την σύζυγο μου. Μάλιστα ο προηγούμενος εργοδότης Χρυσόστομος Αλλαγιώτης ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι θα καθίστατο πλεονάζουσα με επιστολή ημερ. 1.12.2011 και ότι το περίπτερο θα έκλεινε στις 31.1.
  11. Σε μένα μεταβιβάστηκε η επιχείρηση όχι όμως το προσωπικό και το γεγονός αυτό φαίνεται και από τα λεγόμενα της Αιτήτριας αυτή έλαβε σχετική απολαβή €800 μέχρι 31.1.2012 συνεπώς και εάν υποθέσουμε ότι αυτή συνέχισε να εργάζεται στο περίπτερο θα εργαζόταν μόνο 27 μέρες και πάλι αμφισβητώ το γεγονός αυτό διότι μόνο η σύζυγος μου εργάστηκε από την πρώτη μέρα που αγόρασα το περίπτερο.
  12. Για τους πιο πάνω λόγους, αλλά και ενόψει του υπέρογκου ποσού για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, ειλικρινά πιστεύω ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδεχτεί την αίτηση μου για παραμερισμό της απόφασης διότι θα ήταν άδικο για μένα να μην μου δοθεί η ευκαιρία να προβάλω την υπεράσπιση μου.
  13. Ως εκ των ανωτέρω πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και αιτούμαι όπως η απόφαση ημερ. 21.7.2016 παραμεριστεί. Η αντίθετη θέση προβάλλεται μέσα από τις σχετικές Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίες συνοδεύονται με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση 1 κ. Χρυσόστομου Αλλαγιώτη. Οι λόγοι ένστασης που καταγράφονται στις εν λόγω Προειδοποιήσεις μπορούν να συνοψιστούν και κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: i. Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν συμμορφώνεται με τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς με αποτέλεσμα να υπόκειται σε απόρριψη. ii. Διαζευκτικά το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγμα ως το αιτητικό της αίτηση. iii. Από την αίτηση ελλείπει μαρτυρία και/ή γεγονότα που υποστηρίζουν και/ή δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο Καθ' ου η αίτηση 3 (α) δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση (β) δεν εξειδικεύει πότε έλαβε γνώση της διαδικασίας (πότε δηλαδή εμφανίστηκε στο Δικαστήριο) για να εξακριβωθεί κατά πόσο υπήρξε εσκεμμένη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης ή (γ) ποιός τον διαβεβαίωσε ότι η διαδικασία εναντίον του «πρόκειται περί λάθους» ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει αν υπήρχε όντως σοβαρός και/ή εύλογος λόγος που δεν εμφανίστηκε για να υποστηρίξει και προωθήσει τη θέση του. Ως εκ των ανωτέρω η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιορίζετε σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. iv. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας καθότι καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την κωλυσιεργία και την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 21 Ιουλίου
  14. v. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν προβάλλει κανένα ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί με βάση τη νομοθεσία και τη νομολογία τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης. Παραλείψεις, λάθη, αμέλεια και/ή οτιδήποτε άλλο που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του καθ' ου η αίτηση 3 δεν δικαιολογεί παραμερισμό και /ή ακύρωση της απόφασης. vi. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν έδειξε την πρέπουσα επιμέλεια και/ή ενήργησε αμελώς για να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο κατά τις ημερομηνίες που ήταν ορισμένη η υπόθεση. vii. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν έχει καλή υπόθεση και η παρούσα αίτηση σκοπό έχει την καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης και την κωλυσιεργία στην πληρωμή και εν πάση περιπτώσει είχε όλο το χρόνο στη διάθεση του να εμφανιστεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του στο Δικαστήριο αν το επιθυμούσε, πράγμα που δεν έπραξε. viii. Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα ήταν αντίθετη με την φύση και το σκοπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που είναι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης με την καθιέρωση συνοπτικών και γρήγορων διαδικασιών εκδίκασης των αιτήσεων. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις των μερών ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και των εκατέρωθεν ενστάσεων, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δυνάμει του Καν.17 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ου η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί (Evans v. Bartham

(1937)2 All E.R. 646). Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α ν. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραίωση για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω..». Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι: «Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ' όλον ότι λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Ανάλυση - Συμπεράσματα Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, σε συνάρτηση με τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση ως και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων θα προχωρήσουμε στην εξαγωγή των συμπερασμάτων μας, κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της επιδόσεως της Αίτησης Εργατική Διαφοράς στον Καθ' ου η αίτηση 3 και ακολούθως από της εκδόσεως της απόφασης μέχρι την υποβολή της αίτησης Το κατά πόσο υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας του χρόνου σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης .» Στην υπόθεση Έλλη Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 1179, η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους / εφεσίβλητους δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και προέβη σε εύρημα ότι δεν υπήρξε διαγωγή των εφεσίβλητων που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Το Εφετείο επικρότησε την πρωτόδικη κρίση. Αναφορικά με το τελευταίο προσμέτρησαν στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: (α) το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν εμφάνιση αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης (β) οι εφεσίβλητοι δεν έλαβαν γνώση για την καταχώρηση αίτησης για απόφαση καθότι υπεβλήθη μονομερώς από την ενάγουσα / εφεσείουσα και (γ) η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης. Η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιήθηκε από την υπόθεση Μilouca (ανωτέρω), όπου υπήρξε καθυστέρηση εννέα μηνών για τη λήψη μέτρων εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και είχε αγνοηθεί η αίτηση για απόφαση που είχε ήδη επιδοθεί στους εναγόμενους. Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης μετά από 16 ολόκληρους μήνες αφ' ότου έλαβε γνώση της αγωγής, και τότε μόνον όταν οι εφεσείοντες προχώρησαν σε εκτέλεση της εναντίον του απόφασης με ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας. Κρίθηκε πρόδηλο ότι η αίτησή του για παραμερισμό στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίθηκε πως ο εναγόμενος είχε επιδείξει πλήρη αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλάμβανε τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Κατ' επέκταση, αν και είχε καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση λανθασμένα η απόφαση είχε με την πρωτόδικη απόφαση παραμερισθεί. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδη, καθυστέρηση δυόμισι μηνών κρίθηκε να ήταν χωρίς δικαιολογία και συνεπώς δεν μπορούσε να στηρίξει το αίτημα παραμερισμού. Επίσης στην Γεωργίου ν. Minico House
(2006)1Α.Α.Δ 550 όπου υπήρξε μία υπέρμετρη καθυστέρηση 19 μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως το Δικαστήριο σημείωσε συγκεκριμένα: «ο εφεσείων δεν αντέδρασε ούτε και μετά την επιστροφή ως ανεκτέλεστου εντάλματος κινητών, αλλά μετά από 19 περίπου μήνες από την έκδοση της απόφασης, όταν του επιδόθηκε αίτηση έρευνας». Στην Steven Bush κ.α. ν. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342 το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού (ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης) απέρριψε την έφεση, προσθέτοντας ότι ο χρόνος καταχώρησης αίτησης παραμερισμού δεν πρέπει να απέχει πολύ από την έκδοση της απόφασης. Τέλος στην Ανδρέου ν. Severis
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1694, το Εφετείο υιοθέτησε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε αίτηση παραμερισμού απόφασης που καταχωρήθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτή την καθυστέρηση. Στην προκείμενη περίπτωση η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς καταχωρήθηκε στις 5.8.
  1. Στις 7.3.2014 η Αιτήτρια με ενδιάμεση αίτηση ζήτησε την τροποποίηση του τίτλου της Αίτησης με την προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση 3 ως νέου διαδίκου. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε στις 13.3.2014 και στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση 3 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα τροποποίησης. Το εν λόγω διάταγμα εξέπνευσε χωρίς η πλευρά της Αιτήτριας να καταχωρήσει τροποποιημένη Αίτηση. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια αποτάθηκε ξανά στο Δικαστήριο με νέα αίτηση και στις 15.5.2014 εξασφάλισε νέο διάταγμα. Η τροποποιημένη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς που καταχωρήθηκε στις 16.5.2014 επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 3 στις 3.6.
  2. Έκτοτε ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν καταχώρησε εμφάνιση και ούτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση εν τη απουσία του στις 27.11.2014, 28.4.2015, 16.6.2015 και 16.11.
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, που εν τέλει εκδόθηκε στις 21.7.
  4. Στις 13.10.2016 η Αιτήτρια προχώρησε στην έκδοση εντάλματος κινητής περιουσία και στις 2.12.2016 ο Καθ' ου η αίτηση 3 καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Είναι φανερό ότι από της επιδόσεως της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης μεσολάβησε διάστημα 2½ χρόνων και από τις εκδόσεως της αποφάσεως διάστημα 5 μηνών. Και ενώ ο Καθ' ου η αίτηση 3 διατείνεται ότι κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο τον διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για λάθος και ότι θα γινόταν τροποποίηση προκειμένου να αφαιρεθεί το όνομα του από την αίτηση, εν τούτοις η αναφορά του περιορίστηκε σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμού καθότι κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να φανερώνει τον χρόνο και το πρόσωπο που του έδωσε τις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, η μοναδική φορά που φαίνεται να εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν στις 13.3.2014 σε αίτηση τροποποίησης για προσθήκη του ιδίου ως διαδίκου. Έκτοτε, ενώ εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα και του επιδόθηκε η τροποποιημένη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, εντούτοις δεν καταχώρησε εμφάνιση και ούτε εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Οι επεξηγήσεις λοιπόν που ο Καθ' ου η αίτηση 3 έδωσε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τη θέση του δεν στάθηκαν καθόλου ικανοποιητικές. Συνακόλουθα ο Καθ' ου η αίτηση 3 απέτυχε να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε πειστικό λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί και να υπερασπίσει τη θέση του. Περαιτέρω, επέδειξε μία υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης για την οποία δεν έδωσε καμία ικανοποιητική ή πειστική εξήγηση. Τότε μόνο αποφάσισε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση όταν ήδη είχε εκδοθεί ένταλμα κινητών εναντίον του και εκκρεμούσε η εκτέλεσης του. Υπό αυτές λοιπόν τις περιστάσεις κρίνουμε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3 επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση του, η οποία προσέλαβε τη μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Αιτήτριας. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Το δεύτερο σημείο που καλούμαστε να εξετάσουμε είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία για τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (βλ. Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδ.) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, υιοθετώντας το Δικαστήριο την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων που είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του, δεν κατάφερε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού δεν παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με το ποιος, πως και πότε εξόφλησε το χρέος. Ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. Η αοριστία του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης. Επίσης στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζει την εκδοχή του. Διαπίστωσε ωστόσο ότι τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείων παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, ότι για τη ζημιά που υπέστη η οικία της μητέρας του, την οποία επιδιόρθωσε ο εφεσίβλητος Δήμος και αξιούσε από την ιδιοκτήτρια αποζημίωση, οφειλόταν σε ενέργειες του ιδίου του Δήμου, οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχαν γίνει πριν μερικά χρόνια. Κατέληξε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώθηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Εκτιμούμε ότι και στην κρινόμενη υπόθεση ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που θα επέτρεπαν τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Αντίθετα με τα όσα ανέφερε στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση, υπήρξε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η αίτηση 1 ιδιωτική συμφωνία με την οποία εξασφάλισε τη λειτουργία του περιπτέρου μαζί με όλα τα έπιπλα και τον εξοπλισμό του, στοιχεία που εκ πρώτης όψεως τείνουν να καταδείξουν και να επιβεβαιώσουν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι στην προκείμενη περίπτωση έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από τους Καθ' ων η αίτηση 1 στον Καθ' ου η αίτηση 3 κατά την έννοια των διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, δεδομένου ότι ο τελευταίος ανέλαβε τη διαχείριση του περιπτέρου σε αντικατάσταση των πρώτων, χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και κατά τρόπο ώστε τα επί μέρους μεταβιβασθέντα στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης να διατηρήσουν την οργανική τους ενότητα αλλά και την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τον σκοπό της εκμετάλλευσης και υπό τον νέο φορέα, τον Καθ' ου η αίτηση 3. Πέραν τούτου κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο για εξάσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση 1 και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Μ. Τσιηφτές, Μελος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.