← Κύπρος

ΓΡΗΓΟΡΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AIRTRANS GROUP LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 926/2013, 27/7/2017

ΓΡΗΓΟΡΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AIRTRANS GROUP LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 926/2013, 27/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Π. Παναγιώτου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 926/2013 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Αιτητής -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AIRTRANS GROUP LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Γ. Χαραλάμπους και κα Ειρ. Κυπριανού Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Βάκης μαζί με τον κ. Σ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: (α) €7.952,22 ως παράβαση εμπιστεύματος και ή για παράβαση σύμβασης και ή των κανονισμών των Καθ' ων η αίτηση και ή ποσού πληρωθέντος για λογαριασμό του Αιτητή (Money Had and Received) και ή ως παράνομη οικειοποίηση (Conversion), (β) Το ίδιο ποσό ως αποζημίωση για την αμελή διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή, (γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (δ) Νόμιμο τόκο (στ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι κατέβαλαν στον Αιτητή όλα τα ποσά που δικαιούταν από τους λογαριασμούς Α και Β του Ταμείου Προνοίας και ότι κανένα άλλο ποσό δεν του οφείλουν. Περαιτέρω αφού αναφέρονται στην απομείωση των καταθέσεων που επισυνέβη τον Μάρτιο του 2013 και σε επενδυτική ζημία που υπέστησαν ισχυρίζονται ότι ενήργησαν ορθά, νομότυπα και εντός των προνοιών του Νόμου και του Καταστατικού τους και ότι ουδεμία ευθύνη υπέχουν έναντι του Αιτητή. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής, ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση ο κ. Ανδρέας Παπαδόπουλος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, επί των οποίων θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο να καταγράψουμε τα γεγονότα που συνθέτουν την υπό κρίση Αίτηση, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είναι παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Τα γεγονότα αυτά παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι το Ταμείο Προνοίας του προσωπικού διαφόρων εταιρειών που ανήκουν στον Όμιλο Airtrans, μια εκ των οποίων είναι και η εταιρεία Danzas Logistics Ltd (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»), στην οποία ο Αιτητής εργάστηκε ως οδηγός - διανομέας από την 1.1.

  1. Στις 14.2.2013 η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε τον Αιτητή για τον τερματισμό της απασχόληση του λόγω πλεονασμού, καταβάλλοντας του πληρωμή αντί προειδοποίησης οκτώ βδομάδων. Η απασχόληση του τερματίστηκε στις 11.4.
  2. Από της προσλήψεως και μέχρι της απολύσεως του διετέλεσε και μέλος των Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση με βάση το Καταστατικό τους (Τεκ.1) διατηρούν δύο λογαριασμούς (τον λογαριασμό «Α» και λογαριασμό «Β») στους οποίους κατατίθενται αντίστοιχα οι εισφορές του εργοδοτούμενου και του εργοδότη. Στους λογαριασμούς ημερ. 31.12.2012, τα σε πίστη του Αιτητή κατατιθέμενα ποσά ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €12.217,
  3. Ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση τρία συνολικά δάνεια τα οποία αποπλήρωνε με την αποκοπή συγκεκριμένου ποσού από τις μηνιαίες απολαβές του. Με την αποχώρηση του το ποσό του δανείου ανερχόταν στα €5.513,24 (Τεκ.3). Ο Αιτητής, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 29.5.2013, ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση την άμεση καταβολή του ποσού των €6.704,23 που αντιπροσώπευε το υπόλοιπο ποσό που του οφείλετο μετά την αφαίρεση του ποσού του δανείου. Σε απαντητική επιστολή ημερ. 12.6.2013, οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρθηκαν στο χρόνο απόλυσης του Αιτητή και στα γεγονότα που προηγήθηκαν με την απομείωση των λογαριασμών και το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών, σημειώνοντας ότι λόγω των γεγονότων το υπόλοιπο ποσό που αντιστοιχούσε στον Αιτητή δεν μπορούσε να υπολογιστεί σ' εκείνο το στάδιο (Τεκ.4). Ακολούθως, στις 30.6.2013, αφού έλαβαν υπόψη την απομείωση των Τραπεζικών λογαριασμών τους ως και τις επενδυτικές ζημίες που υπέστησαν λόγω των γεγονότων που ανέκυψαν τον Μάρτιο 2013, προέβηκαν σε αναπροσαρμογή των ποσών που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί του Αιτητή στις 31.12.2012, μειώνοντας τον λογαριασμό «Α» κατά €3.368,67 και τον λογαριασμό «Β» κατά €1.869,99, ήτοι σύνολο €5.238,66, πλέον τις εισφορές και πιστώσεις που έγιναν προς όφελος του Αιτητή μετά τις 31.12.
  4. Ποσό €1.501,20 αφορούσε απώλειες από μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και το υπόλοιπο ποσό των €3.737,46 απώλειες από την απομείωση των Τραπεζικών λογαριασμών τους. Με νέα επιστολή ημερ. 4.9.2013 (Τεκ.5) οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι το ποσό που του οφείλετο είχε ξεκαθαρίσει. Επειδή όμως η κατάσταση με τις καταθέσεις των Ταμείων Προνοίας δεν είχε οριστικοποιηθεί, αποφάσισαν όπως καταβάλουν στα μέλη που είχαν αποχωρήσει το 80% των δικαιωμάτων τους, με την υπόσχεση ότι με την οριστικοποίηση της κατάστασης θα τους καταβαλλόταν το συντομότερο και κάθε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Υπολογίζοντας ότι με τις αναθεωρημένες καταστάσεις των λογαριασμών ο Αιτητής δικαιούταν στο συνολικό ποσό των €7.187, κατέληξαν ότι το 80% του εν λόγω ποσού ανερχόταν στα €5.
  5. Αφαιρουμένου δε του ποσού του δανείου (€5.513.24) του κατέβαλαν το εναπομείναν ποσό των €347,
  6. Περί τον Μάρτιο 2014, με τη διαφοροποίηση κάποιων δεδομένων όπως η μείωση του ποσοστού του κουρέματος των καταθέσεων και η Κυβερνητική αποζημίωση που εξασφάλισαν οι Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τις καταθέσεις που είχαν στην Λαϊκή Τράπεζα, κατέβαλαν στον Αιτητή το επιπλέον ποσό των €3.359,
  7. Το συνολικό ποσό που ο Αιτητής έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση αφαιρουμένου του δανείου ανήλθε τελικά στα €3.707,
  8. Για ολοκλήρωση του παραδεχτού και ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης σημειώνουμε ότι στις 30.9.2012 οι Καθ' ων η αίτηση χρέωσαν τον λογαριασμό του Αιτητή με το ποσό των €1.595,84 για ζημιές που υπέστησαν από επενδύσεις σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας. Ο Αιτητής, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων, στους Κανονισμούς λειτουργίας των Καθ' ων η αίτηση σημειώνοντας ότι από τη στιγμή που απολύθηκε για λόγους πλεονασμού δικαιούται σε πλήρη ανάληψη όλου του υπολοίπου ποσού που ευρίσκεται σε πίστη του στους λογαριασμούς «Α» και «Β» και ότι οι Καθ' ων η αίτηση κανένα δικαίωμα δεν είχαν να προβούν σε οποιεσδήποτε αποκοπές λόγω απωλειών. Για τα αποκοπέντα ποσά που αναφέρονται ως απώλειες από επενδύσεις σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ισχυρίστηκε ότι έγιναν κατά παράβαση των Κανονισμών των Καθ' ων η αίτηση και χωρίς εξουσιοδότηση καθώς για τις εν λόγω επενδύσεις χρειαζόταν πλειοψηφική απόφαση των ¾ των μελών της διαχειριστικής επιτροπής και έγκριση από την πλειοψηφία των μελών του Ταμείου, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Ανέφερε δε, ότι οι εν λόγω επενδύσεις αποδείχθηκαν ζημιογόνες και ότι με τη διανομή της ζημίας στα μέλη, υπήρξε παράνομη, αυθαίρετη και αντικανονική χρέωση των λογαριασμό του. Υπολογίζοντας τα ποσά που του καταβλήθηκαν σε συνάρτηση με αυτά που του αποκόπηκαν ισχυρίζεται ότι το εναπομείναν ποσό που του οφείλουν σήμερα οι Καθ' ων η αίτηση ανέρχεται στα €4.592,
  9. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ποτέ δεν παρέστη σε γενική συνέλευση των μελών των Καθ' ων η αίτηση και ότι δεν γνώριζε τι ελέγετο στις εν λόγω συνελεύσεις. Σε υποβολή που δέχθηκε ότι η αγορά των αξιογράφων και μετοχών των Τραπεζών είχε συζητηθεί και είχε εγκριθεί από την πλειοψηφία των μελών των Καθ' ων η αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι για την αγορά των αξιογράφων που έγινε το 2010, πληροφορήθηκε τον Ιούλιο 2012 με σχετική εγκύκλιο (Τεκ.6.2). Ερωτηθείς εάν στις γενικές συνελεύσεις διόριζε κάποιο αντιπρόσωπο, ανέφερε ότι σε μια συγκεκριμένη συνεδρία που έγινε τον Απρίλιο του 2012, διόρισε τον μάρτυρα κ. Παπαδόπουλο. Επανεξεταζόμενος εάν γνώριζε πως συγκλήθηκε η γενική συνέλευση όπου συζητήθηκε το ζήτημα της εξαγοράς των αξιογράφων και μετοχών, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία ενημέρωση για της σύγκληση τέτοιας συνέλευσης. Σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, η διαχειριστική επιτροπή των Καθ' ων η αίτηση εκλεγόταν κάθε δύο χρόνια από τη γενική συνέλευση των μελών και στις γενικές συνελεύσεις γινόταν πάντοτε πλήρης αναφορά στα οικονομικά των Καθ' ων η αίτηση. Για τις επενδύσεις δε, υπήρχε ειδική αναφορά στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες πάντοτε δίνονταν στα μέλη. Αναφορά γίνεται επίσης και στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης των μελών ημερομηνίας 5.4.2012, όπου ο Αιτητής εξουσιοδότησε τον ίδιο να παραστεί ως αντιπρόσωπο του, κάτι που έπραξε και για τη γενική συνέλευση που έλαβε χώρα την 8.12.2009 (Τεκ.8 και 9). Σημείωσε περαιτέρω ότι όλες οι αποφάσεις της διαχειριστικής επιτροπής που αφορούσαν τη διαχείριση των Καθ' ων η αίτηση εγκρίνονταν από τη γενική συνέλευση των μελών, κάτι που έγινε και με την απόφαση επένδυσης σε αξιόγραφα και ομόλογα των Τραπεζών. Παρόλο που δεν τηρήθηκαν λεπτομερή πρακτικά, ισχυρίστηκε ότι όλα τα μέλη ήταν ενήμερα για τα οικονομικά των Καθ' ων η αίτηση μη εξαιρουμένων των επενδύσεων, καθώς σε κάθε συνέλευση γινόταν ειδική αναφορά με την παρουσίαση των τελευταίων οικονομικών καταστάσεων. Ισχυρίστηκε ότι όλα τα μέλη, περιλαμβανομένου και του Αιτητή έλαβαν όφελος από τις επενδύσεις καθώς προέκυψαν κέρδη τα οποία διανεμήθηκαν κατ' αναλογία σε κάθε μέλος. Σημείωσε επίσης ότι ούτε ο Αιτητής, πριν την απόλυση του, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο μέλος ήγειρε οποτεδήποτε θέμα ότι οι επενδύσεις έγιναν παράτυπα και χωρίς εξουσιοδότηση. Περαιτέρω αφού αναφέρθηκε στο ύψος του ποσού που ήταν κατατεθειμένο σε πίστη του Αιτητή στους λογαριασμούς «Α» και «Β», στα ποσά που αποκόπηκαν από τους εν λόγω λογαριασμούς του Αιτητή ως και στο ποσό που εν τέλει του κατεβλήθη, ισχυρίστηκε ότι στον Αιτητή πληρώθηκε κάθε ποσό που οι Καθ' ων η αίτηση έπρεπε να του πληρώσουν. Αναφερόμενος κατά την αντεξέταση του στο τρόπο ενημέρωσης των μελών για τις γενικές συνέλευσης, ανέφερε ότι τους αποστελλόταν σχετική επιστολή και σε περίπτωση μη ανταπόκρισης υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία για επιβεβαίωση του ενδιαφέροντος τους εάν θα παρίσταντο ή όχι στη συνέλευση. Σε υποβολή ότι δεν ενεργούσαν με βάση το Καταστατικό και ότι δεν ενημέρωναν τα μέλη τους για τις γενικές συνελεύσεις, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι καταστατικά απαιτείτο η παρουσία του 60% των μελών και χωρίς αυτή δεν μπορούσε να συγκληθεί γενική συνέλευση. Επίσης ποτέ δεν δέχθηκαν οποιοδήποτε παράπονο από μέλη ότι δεν κλήθηκαν σε γενική συνέλευση. Για τη γενική συνέλευση όπου λήφθηκε και η απόφαση αγοράς των αξιογράφων και μετοχών, ενώ επέμενε ότι με βάση τη διαδικασία που ακολουθείτο ο Αιτητής ήταν ενήμερος, εν τούτοις δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον χρόνο που έλαβε χώρα η εν λόγω γενική συνέλευση. Ερωτηθείς για το όφελος και τα κέρδη που έλαβαν τα μέλη από τις επενδύσεις ο μάρτυρας αναφέρθηκε ειδικά στις καταστάσεις του Ταμείου Προνοίας που αφορούσαν τον Αιτητή, σημειώνοντας ότι σε κάθε γενική συνέλευση τα παριστάμενα μέλη εφοδιάζονταν με καταστάσεις λογαριασμών και σε όσα μέλη δεν προσέρχονταν αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στην αναγραφείσα διεύθυνση. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν οι δύο πλευρές, Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων τους που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δύο συνήγοροι. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου για τους Καθ' ων η αίτηση ότι με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τα ποσά που εμφαίνεται στους λογαριασμούς ημερ. 31.12.2012 αναπροσαρμόστηκαν στα δεδομένα που επέφερε η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος των δύο μεγάλων Τραπεζών με επακόλουθο ο Αιτητής να μη δικαιούται άλλο ποσό πέραν αυτού που του έχει καταβληθεί. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι από την τεθείσα μαρτυρία συνάγεται αβίαστα ότι οι επενδύσεις σε αξιόγραφα και μετοχές έγιναν με την έγκριση της πλειοψηφίας των μελών του Ταμείου, το δε παράπονο του Αιτητή ότι δεν λάμβανε ειδοποιήσεις για τις γενικές συνελεύσεις απορρίπτεται από τα Τεκ. 7 και 8, βάσει των οποίων ο Αιτητής καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσω-πο του για τις εν λόγω συνελεύσεις τον μάρτυρα κ. Παπαδόπουλο. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση της, η συνήγορος για τον Αιτητή, αναφέρθηκε κατ' αρχάς στις επενδύσεις που προέβη το Ταμείο, σημειώνοντας ότι η οποιαδήποτε επένδυση έγινε κατά παράβαση των Κανονισμών 10 του Καταστατικού, όπου αναφέρεται ρητά ότι τέτοιες αποφάσεις «εγκρίνονται υπό της πλειοψηφίας των μελών του Ταμείου» και 8(γ) του Καταστατικού όπου αναφέρεται ο τρόπος πρόσκλησης των μελών σε γενική συνέλευση. Σε σχέση με τα εις πίστιν του Αιτητή ποσά στους λογαριασμούς «Α» και «Β» είναι η εισήγηση της ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του Κανο-νισμού 12(ε) του Καταστατικού, καθώς ο Αιτητής με τον τερματισμό της απασχόλησης του, δικαιούτο εις «.πλήρη ανάληψη παντός υπολοίπου ευρισκόμενου εις πίστιν του λογαριασμού Α και Β». Συνυπολογίζοντας τα εις πίστιν του Αιτητή ποσά σε συνάρτηση με τα ποσά που του καταβλήθηκαν και αυτά που του αποκόπηκαν λόγω της απομείωσης των καταθέσεων και του ποσού που χρεώθηκε ο λογαριασμός του από επενδυτικές ζημίες σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας, καλεί το Δικαστήριο όπως επιδικάσει στον Αιτητή το ποσό των €4.592,
  10. Ανάλυση - Συμπεράσματα Εξετάζοντας τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, καταλήγουμε, ότι επί των βασικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπόθεση δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Η μόνη πτυχή της μαρτυρίας που χρήζει αξιολόγησης είναι κατά πόσο η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, να επενδύσουν σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας, λήφθηκε κατά παράβαση του Κανονισμού 10 του Καταστατικού όπου ρητά απαιτείται όπως η απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής εγκρίνεται από την πλειοψηφία των μελών του Ταμείου. Θέση που προβάλλεται από τον Αιτητή ως προϋπόθεση για τη διεκδίκηση των ποσών που χρεώθηκε ο λογαριασμός του για επενδυτικές ζημιές που υπέστη το Ταμείο από εξαγορά αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας και μετοχών της Τράπεζας Κύπρου. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν τον ενημέρωναν για τις γενικές συνέλευσης των μελών ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την πραγματική μαρτυρία και δη τα πληρεξούσια έγγραφα που παρουσίασε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 8.12.2009 και 5.4.2012 (Τεκ.8 και 9) με τα οποία ο Αιτητής εξουσιοδότησε τον μάρτυρα κ. Παπαδόπουλο να παραστεί ως αντιπρόσωπος του σε αντίστοιχες γενικές συνελεύσεις. Περαιτέρω ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι επενδύσεις από τους Καθ' ων η αίτηση έγιναν το 2010 και ότι ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά με την εγκύκλιο ημερ. 27.7.2012 (Τεκ.6.2), εν τούτοις από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία (Τεκ.6.1) προκύπτει ότι στη γενική συνέλευση ημερ. 5.4.2012, όπου ο ίδιος παρέστη δι' αντιπροσώπου, έγινε περιληπτική αναφορά επί των επενδύσεων, γεγονός που συνάδει με τη θέση του κ. Παπαδόπουλου ότι σε κάθε γενική συνέλευση υπήρχε ειδική αναφορά με την παρουσίαση των τελευταίων οικονομικών καταστάσεων. Και ενώ κατά την εν λόγω γενική συνέλευση φαίνεται να είχαν παραστεί 66 από τα 80 μέλη ωστόσο ούτε ο Αιτητής ούτε οποιοδήποτε άλλο μέλος ήγειραν ποτέ θέμα ότι οι εν λόγω επενδύσεις έγιναν παράτυπα και χωρίς εξουσιοδότηση. Αντίθετα, καθώς υποστήριξε ο κ. Παπαδόπουλος, από τις εν λόγω επενδύσεις προέκυψε κατά καιρούς κέρδος που διανεμήθηκε κατ' αναλογία σε κάθε μέλος, γεγονός που κατ' υπόδειξη του προκύπτει και από τις καταστάσεις του Ταμείου Προνοίας που αφορούσαν τον ίδιο τον Αιτητή (Τεκ.10). Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του Αιτητή κρίνεται αναξιόπιστη ενώ η μαρτυρία του κ. Παπαδόπουλου αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε, επομένως, ότι η μαρτυρία του κ. Παπαδόπουλου αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω κρίνουμε ανεδαφική τη θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του Κανονισμού 10 του Καταστατικού επενδύοντας σε αξιόγραφα και μετοχές χωρίς την έγκριση της πλειοψηφίας των μελών του Ταμείου. Επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας είναι και η απόρριψη της αντίστοιχης αξίωσης του Αιτητή για επιστροφή του ποσού με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός του λόγω απωλειών από τις εν λόγω επενδύσεις. Τα γεγονότα που οδήγησαν στα γνωστά μέτρα για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος των δύο μεγάλων τραπεζών της Κύπρου (Λαϊκής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου), περιέχονται περιεκτικά στην απόφαση του Δικαστή Γ. Ερωτοκρίτου στη θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α.

(2013)3 Α.Α.Δ. 427, μέρος των οποίων παραθέτουμε: «..... Στις 15.3.2013, συγκλήθηκε συνάντηση των χωρών της Ευρωζώνης (Eurogroup) για συζήτηση της σοβαρής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Τις πρωινές ώρες της 16.3.2013 λήφθηκε απόφαση από το Eurogroup για διάσωση της κυπριακής οικονομίας με την παροχή βοήθειας ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η βοήθεια συνδέθηκε με τη λήψη μέτρων για διάρθρωση της οικονομίας στη βάση αποδοχής μνημονιακής σύμβασης. Τέθηκε επίσης όρος ότι το ποσό των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν θα χρησιμοποιείτο για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Ως εκ τούτου ζητήθηκε από την Κύπρο όπως εξασφαλίσει με δικά της μέσα πρόσθετο ποσό ύψους περίπου 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης από όλους τους καταθέτες (6,75% για καταθέσεις κάτω των €100.000 και 9,9% για καταθέσεις άνω των €100.000), καθώς και άλλων μέτρων για αναδιάρθρωση της οικονομίας και ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Στις 19.3.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί για έγκριση της Συμφωνίας που είχε επιτευχθεί με το Eurogroup. Tην 21.3.2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να διατηρήσει το μέχρι τότε επίπεδο ρευστότητας, που σήμαινε ότι δεν θα παραχωρείτο περαιτέρω ρευστότητα (ELA), εκτός εάν η Κύπρος δεχόταν το πρόγραμμα διάσωσης που προτείνετο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ και το οποίο θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των κυπριακών τραπεζών και δημόσιου τομέα. Στις 22.3.2013 η εικόνα που προέκυπτε από τα αποθέματα ρευστών διαθέσιμων των δύο τραπεζών, ήταν ότι αυτές δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους, αν δεν τους παραχωρείτο έκτακτη ρευστότητα. Σύμφωνα με τους όρους παροχής έκτακτης ρευστότητας από την ΚΤΚ προς τις τράπεζες, σε περίπτωση διακοπής της παροχής έκτακτης ρευστότητας προς τις τράπεζες, τα ποσά που είχαν παραχωρηθεί μέχρι τότε ως έκτακτη ρευστότητα, καθίσταντο αμέσως πληρωτέα προς την ΚΤΚ. Να σημειωθεί ότι η κυπριακή κυβέρνηση παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα κυβερνητική εγγύηση ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ με αποτέλεσμα με την ενδεχόμενη κατάρρευση της Λαϊκής να δημιουργείται άμεσος κίνδυνος πτώχευσης του κράτους, εφόσον οι κυβερνητικές εγγυήσεις καθίσταντο αμέσως πληρωτέες στους κατόχους τους. Η ενδεχόμενη αδυναμία του κράτους να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, θα είχε αλυσιδωτές επιδράσεις στις υποχρεώσεις του κράτους, έναντι των κατόχων κρατικών ομολόγων. Λόγω του όρου που έθεσε η ΕΚΤ, η επίτευξη συμφωνίας με το Eurogroup ήταν επιτακτική, καθότι ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας του κράτους ήταν πλέον ορατός, εφόσον δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ούτε τα περίπου 35 δισεκατομμύρια καταθέσεων κάτω των €100.000 τα οποία υποτίθεται ότι ήταν εξασφαλισμένα. Σύμφωνα με τη θέση της Δημοκρατίας, η μόνη άλλη διέξοδος θα ήταν η αποχώρηση από το ευρώ και η έκδοση νέου νομίσματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Μπροστά σ' αυτά τα διλήμματα, η Βουλή ψήφισε στις 22.3.2013, μεταξύ άλλων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), στο εξής «ο Νόμος». Στις 25.3.2013 συνήλθε εκ νέου το Eurogroup και επιτεύχθηκε νέα συμφωνία με την κυπριακή κυβέρνηση για εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι το Eurogroup θα παρείχε βοήθεια 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Δημοκρατία θα λάμβανε μέτρα για την εξεύρεση πρόσθετου ποσού 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξυγίανση των δύο μεγάλων τραπεζών με ίδια μέσα («bail-in») στη βάση του Νόμου 17(Ι)/
  1. Στις 25.3.2013 η ΕΚΤ χαιρέτησε την επίτευξη συμφωνίας και ανακοίνωσε ότι δεν είχε πλέον ένσταση στην παραχώρηση περαιτέρω έκτακτης ρευστότητας. Ενόψει της απόφασης που επιτεύχθηκε με το Eurogroup, η οποία απέκλειε την ανακεφαλαιο-ποίηση των δύο τραπεζών από το πρόγραμμα χρηματοδότησης που θα λαμβάνετο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και προ του κινδύνου αποσταθερο-ποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών, άσκησε τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 17(Ι)/2013 και έλαβε το πρώτο μέτρο εξυγίανσης των δύο μεγάλων τραπεζών. Μεταξύ άλλων εξέδωσε και τα πιο κάτω Διατάγματα:- ΚΔΠ 94/2013, ημερ. 25.3.2013 (Πώληση Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 97/2013, ημερ. 26.3.2013 (Πώληση των εν Ελλάδι Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 103/2013, ημερ. 29.3.2013 (Διάσωση με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου), ΚΔΠ 104/2013, ημερ. 29.3.2013 (Πώληση ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 105/2013, ημερ. 1.4.2013 (Πώληση Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 107/13, ημερ. 3.4.2013 (Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης, Τέταρτο Διάταγμα του 2013) και ΑΔΠ 197/13, ημερ. 26.3.2013 (Διορισμός Ειδικού Διαχειριστή για τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του άρθρου 14 .....» Στο Διάταγμα ΚΔΠ 103/2013 που αφορούσε την Τράπεζα Κύπρου, γίνονταν πρόνοιες για μετατροπή ενός ποσοστού των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές. Με βάση αυτό το Διάταγμα ποσοστό 47.5% των καταθέσεων που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στην Τράπεζα Κύπρου μετατράπηκε τελικά σε μετοχές. Το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 που αφορούσε τη Λαϊκή Τράπεζα απέβλεπε στην πώληση ορισμένων εργασιών της εν λόγω Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου και διελάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου. Μεταβιβάζονταν επίσης και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων που υπερέβαιναν το ποσό των €100.
  2. Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 6:10 της 29.3.
  3. Οι Καθ' ων η αίτηση, όπως φαίνεται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης των μελών ημερ. 5.4.2012 (Τεκ.6.2) διατηρούσαν λογαριασμούς τόσο στην Λαϊκή όσο και στην Τράπεζα Κύπρου. Επίσης, από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι τα μέτρα εξυγίανσης και τα εκδοθέντα Διατάγματα που οδήγησαν στο κούρεμα των καταθέσεων στις δύο Τράπεζες, προηγήθηκαν του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή που έλαβε χώρα στις 11.4.
  4. Λογικό επακόλουθο των μέτρων εξυγίανσης και των εκδοθέντων διαταγμάτων ήταν και η απομείωση των λογαριασμών που οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν στις δύο Τράπεζες. Είναι επομένως χρήσιμο οι αξιώσεις του Αιτητή να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην πιο πάνω θεμελιακή απόφαση Χριστοδούλου (απόφαση πλειοψηφίας υπό του Προέδρου Δ. Χατζηχαμπή). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, τα εκδοθέντα διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις που υπόκεινται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά Κυβερνητικές Πράξεις. Μέσω των εν λόγω πράξεων υπήρξε παρέμβαση της Πολιτείας στην σχέση των δύο Τραπεζών με τους καταθέτες τους. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν ανέφικτο για τις δύο Τράπεζες να αποπληρώσουν τα χρήματα των καταθετών τους. Η αποτυχία των Τραπεζών να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των καταθετών τους λόγω της συμμόρφωσης τους με τα εκδοθέντα διατάγματα, παρέχει ενδεχομένως το δικαίωμα στους καταθέτες να στραφούν σε αστική διαδικασία πρωτίστως εναντίον των Τραπεζών, ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις για αποπληρωμή των καταθέσεων και ενδεχομένως εναντίον της Δημοκρατίας ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια των διαταγμάτων. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται επίσης αναφορά στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου (Ν.17(Ι)/2013) και στη γενική θέση ότι κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος δεν θα πρέπει να βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Σημειώνεται ότι, «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα ζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Η διαφορά επομένως ανάμεσα στους δύο αυτούς παράγοντες καθορίζει τη ζημιά του κάθε καταθέτη από τα μέτρα εξυγίανσης, με το βάρος στους ώμους του καταθέτη να αποδείξει ότι θα ήταν σε καλύτερη θέση εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης. Σημειώνεται περαιτέρω στην ως λόγω απόφαση ότι: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» Με την απομείωση που δέχθηκαν οι λογαριασμοί των Καθ' ων η αίτηση στα υπό αναφορά τραπεζικά ιδρύματα, επήλθε και ανάλογη απομείωση στις αντίστοιχες μερίδες των μελών. Υπό αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και την αξίωση του Αιτητή, διότι υπό κανονικές συνθήκες το πιθανόν δικαίωμα του να απαιτήσει τα εις πίστη του αποκοπέντα ποσά δεν μπορεί να διαφοροποι-ηθεί από το αντίστοιχο δικαίωμα που ενδεχομένως θα παρεχόταν στους Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν σε αστική διαδικασία εναντίον των Τραπεζών ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή των καταθέσεων. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 208(Ι)/2012 (Νόμος που αναφέρεται ως «Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012»): «Ταμείο Προνοίας» σημαίνει Ταμείο το οποίο παρέχει συνταξιοδοτικές παροχές οι οποίες καταβάλλονται υπό μορφή εφάπαξ πληρωμών·» Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Νόμου: 29.
(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι παροχές που καταβάλλονται από κάθε Ταμείο καθορίζονται από τους κανόνες λειτουργίας του.
(2)Παροχές από Ταμείο δύνανται να καταβάλλονται μόνο σε μέλος του και τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους- (α) σε περίπτωση αφυπηρέτησης, που λαμβάνει χώρα όταν το μέλος υπερβεί την καθοριζόμενη από τους κανόνες λειτουργίας ηλικία, (β) σε περίπτωση κατά την οποία το μέλος καθίσταται μόνιμα ανίκανο για την εργασία που εκτελεί, (γ) σε περίπτωση θανάτου του μέλους, (δ) σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του μέλους, ή (ε) σε περίπτωση διάλυσης του Ταμείου: .................
(3)Καμιά μείωση συσσωρευμένων δικαιωμάτων από Ταμείο δεν επιτρέπεται, εκτός στην περίπτωση οικειοθελούς τερματισμού της απασχόλησης του μέλους πριν από τη συμπλήρωση τεσσάρων
(4)ετών συνεχούς απασχόλησης με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση׃ Νοείται ότι, προκειμένου περί Ταμείου Προνοίας, απαγορεύεται η μείωση των συσσωρευμένων δικαιωμάτων τα οποία προκύπτουν από τις προσωπικές εισφορές του μέλους.
(4)Η μέθοδος υπολογισμού του ποσού της παροχής, η οποία καταβάλλεται από Ταμείο Προνοίας σε μέλος ή στους νόμιμους κληρονόμους του καθορίζεται με Κανονισμούς» Οι παροχές που ένα μέλος δικαιούται να λάβει με τον τερματισμό της απασχόλησης του ή σε κάθε άλλη προβλεπόμενη περίπτωση, καθορίζονται από τους κανόνες λειτουργία του, που στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι άλλοι από το Καταστατικό των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.1). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω Καταστατικού: «
  1. ΜΕΤΟΧΟΙ (α) ............................. (β) Ουδέν μέλος δικαιούται να παραιτηθή του Ταμείου εφ' όσον ευρίσκεται εις την υπηρεσίαν της Εταιρείας και δεν έχει συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του. (γ) Τα δικαιώματα παντός μέλους παύουν αφ' ης ημέρας τούτο ήθελε απομακρυνθή δι' οιονδήποτε λόγον, είτε κατόπιν παύσεως ή οικειοθελούς παραιτήσεως του υπαλλήλου.
  2. ΑΠΟΛΑΒΑΙ - ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ (α) .............................. (β) .............................. (γ) .............................. (δ) .............................. (ε) Μέτοχος του Ταμείου απολυόμενος της υπηρεσίας των Εταιρειών λόγω καταργήσεως θέσεως ή λόγω οικονομιών θα δικαιούται εις πλήρη ανάληψιν παντός υπολοίπου ευρισκομένου εις πίστιν του λογαριασμού «Α» και «Β». (στ) ............................ (ζ) ............................ (η) .............................» Είναι σαφές από τις παραπάνω διατάξεις ότι ο χρόνος αποχώρησης του μέλους από το Ταμείο Προνοίας είναι ο χρόνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό του ποσού που δικαιούται το αποχωρούν μέλος. Στην προκείμενη περίπτωση ο χρόνος καθορισμού των δικαιωμάτων του Αιτητή ήταν η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του οπόταν έπαυσε να είναι μέλος των Καθ' ων η αίτηση. Του τερματισμού της απασχόλησης του, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, προηγήθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης και τα εκδοθέντα διατάγματα που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων που οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν στις δύο Τράπεζες. Με αυτά τα δεδομένα, οι Καθ' ων η αίτηση, αφού έλαβαν υπόψη την απομείωση της πραγματικής αξίας του ενεργητικού τους και τα ελλείμματα που προέκυψαν από την εξυγίανση κατέβαλαν στον Αιτητή κάθε υπόλοιπο ποσό, το οποίο κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, βρισκόταν σε πίστη του στους λογαρια-σμούς Α και Β. Μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε υπαίτια ή αμελής ενέργεια προερχομένη από τους Καθ' ων η αίτηση για την απομείωση που δέχθηκαν τα προς όφελος του Αιτητή και των υπολοίπων μελών κατατιθέμενα ποσά. Τα μέτρα εξυγίανσης και τα επακόλουθα τους αποτέλεσαν ένα αναπάντεχο γεγονός που δεν ήταν προβλεπτό ούτε και στους Καθ' ων η αίτηση. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδεμία ευθύνη υπέχουν έναντι του Αιτητή για τη μεταβολή που δέχθηκε το σε πίστη του ποσό στο Ταμείο Προνοίας. Η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (υπ).................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Π. Παναγιώτου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.