ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΣΣΙΤΗ ν. CHRYSOPLAST TRADING LTD, Αρ. Υπόθεσης: 894/2012, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:5 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Μ. Τσιηφτέ, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 894/2012 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΣΣΙΤΗ Αιτητή -και- CHRYSOPLAST TRADING LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 28η Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Α. Πετρίδης μαζί με κα Π. Ζαχαριάδου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Χρυσάνθου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδο-ποίησης λόγω του τερματισμού της απασχόλησης του. Αξιώνει επίσης δεδουλευμένους μισθούς και άλλα δικαιώματα ως ακολούθως:
- Μισθούς Σεπτεμβρίου 2010, Νοεμβρίου 2010 και 13ο μισθό για το έτος 2010 ήτοι συνολικό ποσό €7500
- Μισθό Μαΐου 2012, περιόδου από 1.5.2012 μέχρι 14.5.2012, ποσού €1200
- Μισθό Ιουνίου 2012, περιόδου από 18.6.2012 μέχρι 30.6.2012, ποσού €1200
- Μισθό Ιουλίου 2012, περιόδου από 2.7.2012 μέχρι 10.7.2012, ποσού €830
- Αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2012, ποσού €1301,50
- Καταβολή μισθού για τις μέρες της άδειας που δικαιούταν και τις οποίες εργά-στηκε μέχρι την απόλυση του. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή, λόγω αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς και ασύγγνωστης διαγωγής που επέδειξε προς τον διευθυντή της Εταιρείας. Ισχυρίζονται επίσης ότι κανένα από τα διεκδικούμενα με την Αίτηση ποσά δεν οφείλουν στον Αιτητή. Ως προς τις απολαβές του Αιτητή, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι λάμβανε το ποσό των €2500 καθαρά, οι Καθ' ων η αίτηση περιορίζουν τον μισθό του στα €1500 μηνιαίως. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμο και δικαιολογημένο τον τερματισμό της απασχόλησης και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση o Διευθυντής και Μέτοχος τους κ. Κώστας Μεσσίτης και η Επιθεω-ρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων κα Φοίβη Γιαννάκη. Για τον Αιτητή κατέθεσε εκτός από τον ίδιο ο δικηγόρος κ. Μιχάλης Κιτρομηλίδης. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατέχει και διαχει-ρίζεται εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών ειδών στο χωριό Εργάτες της επαρχίας Λευκωσίας, καθώς, από το 2005, ανέλαβε τον κύκλο εργασιών της εταιρείας Chrysoplast Ltd, η οποία από το 1995 δραστηριοποιείτο στον ίδιο χώρο. Μέτοχοι των Καθ' ων η αίτηση είναι ο Κώστας Μεσσίτης με 9999 μετοχές, ο Αιτητής με 2000 μετοχές και η Αικατερίνη Κωνσταντίνου με 1 μετοχή. Πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση καθώς ο Αιτητής είναι γιος του Κώστα Μεσσίτη και η Αικατερίνη Κωνστα-ντίνου σύζυγος του από δεύτερο γάμο. Ο Αιτητής ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ηλικίας 41 ετών. Εργάστηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Chrysoplast Ltd από 2.1.1995 μέχρι 28.4.2004. Το 2005 μεταφέρθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση όπου συνέχισε αδιάλειπτα την εργοδότηση του μέχρι τις 10.7.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του με σχετική επιστολή το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: «Κύριο Γιώργο Μεσσίτη, Εργοδοτούμενο στην Chrysoplast Trading Ltd Η εταιρεία Chrysoplast Trading Ltd σας εργοδοτεί εδώ και αρκετά χρόνια. Το τελευταίο διάστημα η συμπεριφορά σας ήταν εντελώς απαράδεκτη και ανήθικη. Για καθαρά προσωπικούς σκοπούς προσπαθείτε για την δυσλειτουργία της εταιρείας με απώτερο σκοπό να την καταστρέψετε. Για τον λόγο αυτό η εταιρεία τερματίζει τις υπηρεσίες σας χωρίς προειδοποίηση. Οι λόγοι είναι κατάχρηση εξουσιών. 1. Στις 24/04/2012 επιτεθήκατε βίαια και απρόκλητα στον Διευθυντή της εταιρείας και πατέρα σας και στη σύζυγο του, χειροδικήσατε, απειλήσατε για κακοποίηση και τον αρπάξατε από τον λαιμό. 2. Καταστρέψατε όλα τα έγγραφα αναφορικά με το πελατολόγιο της εταιρείας. 3. Μπλοκάρατε και αλλάξατε τους κωδικούς πρόσβασης στον υπολογιστή με σκοπό να μην εκδίδονται τιμολόγια, καταστάσεις πελατών και να μην καθίσταται δυνατή η πρόσβαση στο λογισμικό πρόγραμμα της εταιρείας από τον ίδιο τον Διευθυντή και ιδιοκτήτη. 4. Οικειοποιηθήκατε παράνομα όλες τις μεταχρονολογημένες επιταγές της εταιρείας με σκοπό να παρεμποδίσετε την οικονομική λειτουργία της εταιρείας. 5. Απειλήσατε επίσης για δημοσιοποίηση απόρρητων δεδομένων της επιχείρησης. 6. Καταστρέψατε μέρος της επίπλωσης του γραφείου, κλειδώσατε το γραφείο σας και μαζί όλα τα εγχειρίδια, φιλμ. Οι λόγοι αυτοί μας οδήγησαν στον τερματισμό των υπηρεσιών σας για να μην αποταθούμε στην αστυνομία και να σας συλλάβουν.» Ο κ. Κώστας Μεσσίτης, με τη γραπτή δήλωση του, επαναλαμβάνει κατ' αρχάς τους λόγους απόλυσης του Αιτητή, όπως διατυπώνονται στην επιστολή απόλυσης και στους γενικούς λόγους εμφάνισης, επιβεβαιώνοντας εισέτι, με την προσκόμιση σχετικού εγγρά-φου, την καταγγελία του συμβάντος στην Αστυνομία. Σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς ισχυρίστηκε, ο Αιτητής τον απείλησε ότι θα έδιδε σε ανταγωνιστικές εταιρείες διάφορα δεδομένα και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες με σκοπό να καταστρέψει τους Καθ' ων η αίτηση, κάτι που συνεχίζει να πράττει μέχρι σήμερα αποστέλλοντας τέτοιου είδους μηνύματα μέσω τρίτων προσώπων. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι αμέσως μετά το συμβάν, ο Αιτητής πήγαινε όποτε ήθελε στο εργοστάσιο, κλειδωνόταν στα γραφεία και έπαιρνε διάφορα έγγραφα, όπως αποδείξεις, εγχειρίδια και άλλα έγγραφα, τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση χρησιμοποιούσαν για την εύρυθμη λειτουργία τους. Υπό αυτές τις συνθήκες και λόγω της σχέσης του με τον Αιτητή δεν ήταν σε θέση να λάβει την ορθή απόφαση εάν η Εταιρεία θα συνέχιζε ή όχι την απασχόληση του. Οι προσπάθειες του να προσεγγίσει τον Αιτητή απέβησαν άκαρπες καθώς κρατούσε κακία και εξέφραζε μίσος προς τον ίδιο και τη σύζυγο του. Ενώ από τις 15.5.2012 και για ένα μήνα απουσίασε από την εργασία του με άδεια ασθενείας, εν τούτοις με την επιστροφή του τίποτε δεν άλλαξε. Ωστόσο, παρά τη συμπεριφορά του Αιτητή, συναισθανόμενος ότι ήταν πληγωμένος και είχε ανάγκη, τόσο οικονομική όσο και συναισθηματική, προσπάθησε να έλθει σε επικοινωνία μαζί του για να βρεθεί μια λύση στο όλο πρόβλημα. Ενώ διευθέτησε συνάντηση με τον ελεγκτή της Εταιρείας για συζήτηση όλων των θεμάτων που είχαν προκύψει, εν τούτοις κατά τη συνάντηση ο Αιτητής στάθηκε αρνητικός. Λόγω της σχέσης τους και του γεγονότος ότι ο Αιτητής ήταν ένας από τους παλιούς υπαλλήλους των Καθ' ων η αίτηση, προσπάθησε να τον επαναφέρει στην εργασία του προσφέροντας του γραπτό συμβόλαιο, αντίγραφο του οποίου, καθώς ισχυρίστηκε, δόθηκε στον Αιτητή τη Δευτέρα 2.7.2012, κατά τη συνάντηση που είχαν στο γραφείο του δικηγόρου του Μ. Κιτρομηλίδη. Ο Αιτητής ωστόσο αρνήθηκε να το αποδεχτεί, συνεχίζοντας να κατακρατεί περιουσία της Εταιρεία και να εκτοξεύει απειλές. Για όλα τα πιο πάνω και μη έχοντας άλλη επιλογή προχώρησε σε τερματισμό της απασχόλησης του δίδοντας του τη σχετική επιστολή. Ως προς τις μισθολογικές αποδοχές του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι δεν υπερέβαιναν τα €1500 μηνιαίως. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του παρέθεσε διάφορα έγγραφα, όπως αντίγραφα καταστάσεων ασφαλιστέων αποδοχών και πιστώσεων του Αιτητή για τα έτη 2008 και 2009, αντίγραφα επιστολών από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς τον Αιτητή, σε σχέση με την παραχώρηση επιδόματος ασθενείας και αντίγραφα αιτήσεων του Αιτητή προς το εν λόγω τμήμα, όπου στην τελευταία αίτηση με ημερ. 15.5.2012 αναφέρεται ότι οι απολαβές του, πριν την διακοπή της εργασίας του λόγω ανικανότητας, ανέρχονταν στα €1500. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω της σχέσης τους ουδέποτε ζητήθηκε από τον Αιτητή να υπογράψει το βιβλίο αποδοχών που τηρείται από τους Καθ' ων η αίτηση και ότι ουδέποτε καταβλήθηκε στον Αιτητή το ποσό των €2500 που ο ίδιος ισχυρίζεται. Επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις που θα έπρεπε να πληρωθούν μισθοί, υπέγραφε στον Αιτητή λευκές επιταγές για να μεταβεί ακολούθως στην τράπεζα να τις εξαργυρώσει, ούτως ώστε να καταβληθούν οι μισθοί του προσωπικού σε μετρητά. Περαιτέρω θεώρη-σε ανυπόστατο τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο λόγος της απόλυσης του οφείλετο στις εξηγήσεις που ζήτησε για το ποσό που η Εταιρεία του δήλωνε ως μισθό στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, σημειώνοντας πως και ο ίδιος ο Αιτητής γνώριζε ότι δεν μπορούσε να δηλωθεί διαφορετικό ποσό απ' αυτό που λάμβανε, καθώς τα καταβαλλόμενα ποσά παρουσιάζονταν με αποδείξεις στον ελεγκτή της Εταιρείας για σκοπούς ετοιμασίας των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, τις οποίες κοινοποιούσαν στον Φόρο Εισοδήματος και στις Τράπεζες με τις οποίες συναλλάσσονται. Αναφέρθηκε περαιτέρω σε καταγγελία που υπέβαλε ο Αιτητής στον Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τον μισθό του, η οποία απερρίφθη. Αφού κατάθεσε αποδείξεις που ο Αιτητής παρουσίασε στο εν λόγω τμήμα με σκοπό να επιβεβαιώσει τη θέση του σε σχέση με τον μισθό του και στις οποίες αναγράφεται το ποσό των €2500 μηνιαίως, ισχυρίστηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και πως ούτε και η σφραγίδα που φέρουν είναι αυτή που χρησιμοποιούσε η Εταιρεία. Αναφορικά με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι παρόλο που απουσίαζε από την εργασία του με αδεία ασθενείας για ένα μήνα από 15.5.2012, εντούτοις στις 15.6.2012 του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €1000, θέτοντας ως αδικαιολόγητα τα ποσά που ο Αιτητής διεκδικεί με την Αίτηση του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμενε στην αρχική του θέση ότι οι απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1500 μηνιαίως και ότι δεν λάμβανε 13ο μισθό. Αφού του υποδείχθηκε η απόδειξη πληρωμής που ο ίδιος εξέδωσε στις 30.4.2012 και στην οποία αναφέρεται ότι πληρώθηκε στον Αιτητή το ποσό των €2500 για τον μήνα Απρίλιο, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονταν υπερωρίες και κάποια καθυστερημένα ποσά που του οφείλοντο. Ότι ο μισθός του ήταν €1500 και η απόδειξη αυτή ήταν η μόνη που συμπληρώθηκε από τον ίδιο. Περαιτέρω αφού του υποδείχθηκε τραπεζική επιταγή της Εταιρεία προς τον Αιτητή ημερ. 9.5.2008 για ποσό €2500 και αφού του υπεβλήθη ότι επρόκειτο για τον μισθό του Αιτητή για τον μήνα Μάιο, ο μάρτυρας σημείωσε ότι οι μισθοί δεν προπληρώνονταν για να καταβληθεί στον Αιτητή ο μισθός από τις αρχές του μήνα και ούτε μπορεί να πληρώθηκε μισθός τη συγκεκριμένη ημερομηνία για οποιοδήποτε μήνα. Ισχυρίστηκε ότι επιταγές εκδίδονταν κατά καιρούς προς τον Αιτητή για πληρωμή μισθών ή εξόδων της Εταιρείας και ότι μπορούν να προσκομισθούν πολλές επιταγές που εκδόθηκαν επ' ονόματι του. Τα θέματα μισθοδο-σίας, καθώς είπε, τα χειριζόταν ο Αιτητής και βάσει της πρακτικής που ακολουθείτο οι υπάλληλοι κάθε φορά που πληρώνονταν υπέγραφαν σε βιβλίο που τηρούσε η Εταιρεία. Ο μάρτυρας αμφισβήτησε επίσης τη γνησιότητα της σφραγίδας που έφεραν οι αποδείξεις πληρωμής στον Αιτητή, ισχυριζόμενος ότι η πραγματική σφραγίδα ήταν τυπωμένη με διαφορετικό χαρακτήρα γραμμάτων, επικαλούμενος εκ νέου έγγραφα που παρέθεσε ενώπιον μας. Αφού ισχυρίστηκε ότι στο γραφείο του δικηγόρου Μ. Κιτρομηλί-δη δόθηκε στον Αιτητή πρόταση για συνέχιση της απασχόλησης του, σε υποβολή ότι η συμφωνία εργοδότησης που τέθηκε στο δικαστήριο ουδέποτε δόθηκε στον Αιτητή, ο μάρτυρας διαφώνησε επιμένοντας στην αρχική του θέση, αρνούμενος εισέτι ότι η επιστολή απόλυσης δόθηκε κατά την εν λόγω συνάντηση. Για την καταγγελία στην Αστυνομία επέμενε ότι έγινε στις 25.4.2012 και 30.7.2012 μετά που ο Αιτητής συνέχισε να αποστέλλει απειλητικά μηνύματα ότι θα τον καταστρέψει. Περαιτέρω επέμενε ότι όλα τα έγγραφα που απεστάλησαν στον Αιτητή από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην οδό Δελφών 4, που είναι το οικογενειακό του σπίτι, περιήλθαν σε γνώση του, σημειώ-νοντας ότι ήταν αδύνατο για επιδόματα που λάμβανε ο Αιτητής από το 2008 να ισχυρίζεται ότι δεν λάμβανε γνώση. Τέλος σε υποβολή ότι επιπλέον λόγος για την απόλυση του Αιτητή ήταν το ηλεκτρονικό παράπονο που καταχώρησε στις 20.6.2012 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ως επακόλουθο των χαμηλών εισφορών που του καταβάλλονταν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο μάρτυρας ενέμενε ότι οι εισφο-ρές που καταβάλλονταν προς όφελος του ήταν βάσει των πραγματικών απολαβών του που ανέρχονταν στα €1500 μηνιαίως. Η κα Φοίβη Γιαννάκη κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτικές καταστάσεις με τις αποδοχές του Αιτητή για τα έτη 2010 έως 2012, οι οποίες καθώς είπε, απεστάλησαν στον Αιτητή γύρω στον Μάρτιο ή Απρίλιο του επόμενου χρόνου στη διεύθυνση που αναφέρεται στις εν λόγω καταστάσεις που είναι η Χύτρων 7, Άγιοι Ομολογητές. Ανέφερε επίσης ότι με βάση τις εν λόγω καταστάσεις οι απολαβές του Αιτητή μέχρι τον Μάρτιο 2011 ήταν €1200 και από τον Απρίλιο και μετά αυξήθηκαν στα €1500. Επίσης, οι τελευταίες εισφορές προς όφελος του Αιτητή έγιναν τον Ιούνιο 2012 με δηλωμένες απολαβές €700. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε καταγγελία που υπέβαλε ο Αιτητής εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, η οποία απερρίφθη λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων που θα αποδείκνυαν ότι οι αποδοχές του, επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές, δεν ήταν οι πραγματικές. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε με ιεραρχική προσφυγή στην αρμόδια Υπουργό, η οποία ανέβαλε τη λήψη της απόφασης εν αναμονή της έκβασης της αγωγής που ο Αιτητής καταχώρησε στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Αντεξε-ταζόμενη η μάρτυς σε σχέση με τη διεύθυνση του Αιτητή, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε αυτός υπέβαλε αίτηση για αλλαγή της διεύθυνσης του από Δελφών 4 σε Χύτρων 7. Επίσης παραδέχθηκε ότι δεν είχε καμιά εμπλοκή στην εξέταση της καταγγελίας του Αιτητή. Συμφώνησε ότι ένας εργοδότης οφείλει να δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις τον πραγματικό μισθό που έλαβε ο εργοδοτούμενος για κάθε μήνα ξεχωριστά συμπε-ριλαμβανομένης αμοιβής από υπερωρίες. Ο Αιτητής με τη γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος μηνιαίος καθαρός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €2500. Προς επιβεβαίωση της θέσης του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόδειξη πληρωμής του μισθού του για τον μήνα Απρίλιο 2012 που ο κ. Κ. Μεσσίτης αναγνώρισε ότι εξεδόθη από τον ίδιο για ποσό €2500, καθώς στην τραπεζική επιταγή ημερ. 9.5.2008 που εξεδόθη επ' ονόματι του για το ίδιο ποσό, ισχυριζόμενος ότι αφορούσε πληρωμή μισθού για τον μήνα Απρίλιο. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι λάμβανε και 13ο μισθό παρουσιάζοντας εισέτι σχετική απόδειξη πληρωμής για το 2011 (Τεκ.34). Αναφορικά με τις αυτοτελείς αξιώσεις του, ισχυρίστηκε ότι κατά το 2010 οι Καθ' ων η αίτηση αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και τότε ο κ. Κ. Μεσσίτης τον παρακάλεσε να μη λάβει τους μισθούς των μηνών Σεπτεμβρίου, Νοέμβριου και 13ο μισθό για το 2010 τους οποίους δεσμεύτηκε να του καταβάλει το αργότερο μέχρι το καλοκαίρι του επόμενου έτους, κάτι που δεν έπραξε ποτέ. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στις 10.7.2012, όταν απαίτησε, για πολλοστή φορά, την εξόφληση των δεδουλευμένων ημερομισθίων του, παρέλαβε την επιστολή απόλυσης, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για προσχεδιασμένη ενέργεια του διευθυντή της Εταιρείας, και ότι τα όσα αναφέρονται σ' αυτή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ότι κακόπιστα απολύθηκε από την εργασία του για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τον Απρίλιο 2012, μετά από δική του έρευνα, ανακάλυψε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του δηλωνόταν μισθός χαμηλότερος απ' αυτό που λάμβανε, γεγονός που τον ανάγκασε να προχωρήσει σε καταγγελία στο εν λόγω Τμήμα μετά την άρνηση των Καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν. Η επιστολή απόλυσης, καθώς ισχυρίστηκε, του παραδόθηκε σε συνάντηση που είχαν στο δικηγορικό γραφείο του τότε δικηγόρου του Μ. Κιτρομηλίδη, μετά που ζήτησε να του καταβληθούν οι οφειλόμενοι μισθοί και αρνήθηκε να αποδεχθεί τα νέα δεδομένα που ο Κ. Μεσσίτης ήθελε να του επιβάλει με τη μείωση του μισθού του στα €1500. Αφού του υποδειχτήκαν οι αιτήσεις για επίδομα ασθενείας που κατέθεσε ο Κ. Μεσσίτης αναγνώρισε τον προσωπικό γραφικό χαρακτήρα του, σημειώνοντας ότι το ποσό των €1500 που αναγράφεται στην αίτηση ημερ. 16.5.2012 συμπληρώθηκε από τον Κ. Μεσσίτη. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται με την επιστολή απόλυσης ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε επιτέθηκε στον πατέρα του ή κατέστρεψε περιουσία των Καθ' ων η αίτηση. Σημείωσε μάλιστα ότι η μεταξύ τους διαφορά προέκυψε στις 26.4.2012 όταν περιήλθε σε γνώση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση του δήλωναν χαμηλότερο μισθό απ' αυτόν που λάμβανε. Ερωτηθείς ωστόσο εάν είχε φορολογικές δηλώσεις, τις οποίες κατέθεσε στο αρμόδιο Τμήμα, για να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ενώ απάντησε αποφατικά, εν τέλει τίποτα δεν προσκόμισε. Η συνάντησε στο γραφείο του δικηγόρου Μ. Κιτρομηλίδη επέμενε ότι έγινε στις 10.7.2012, όπου του εδόθη και η επιστολή απόλυσης, απορρίπτοντας τη θέση του Κ. Μεσσίτη ότι του εδόθη στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω ενώ επέμενε ότι ουδέποτε πήρε οποιαδήποτε έγγραφα από τα γραφεία της Εταιρείας, και ότι αμέσως μετά το συμβάν έφυγε με άδεια ασθενείας για να συναντηθεί για πρώτη φορά με τον πατέρα του στο γραφείο του δικηγόρου του στις 10.7.2012, εντούτοις δεν αρνήθηκε ότι τις αποδείξεις σε σχέση με τον μισθό του, τις κοινοποίησε ο ίδιος στο Τμήμα εργασιακών Σχέσεων. Καταθέτοντας ο Μ. Κιτρομηλίδης ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο δικηγόρος του Αιτητή. Αφού ανεγνώρισε την επιστολή απόλυσης, ανέφερε περαιτέρω ότι πριν τις 10.7.2012 ως δικηγόρος του Αιτητή επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κ. Μεσσίτη για κάποιες διαφορές που ο πελάτης του είχε με τους Καθ' ων η αίτηση, όπως οφειλόμενους μισθούς και κάποιες άλλες απαιτήσεις του. Στη συνάντηση που ακολούθησε στο γραφείο του στις 10.7.2012, παρόντες εκτός από τον ίδιο ήταν ο Αιτητής, ο Κ. Μεσσίτης και ο δικηγόρος Μιχ. Πιερίδης. Συζητώντας τα διάφορα θέματα σε κάποιο σημείο προέκυψε διαφωνία ως προς τη συνέχιση της απασχόλησης του Αιτητή και τον μειωμένο μισθό που του προσέφεραν οι Καθ' ων η αίτηση. Τότε ο Κ. Μεσσίτης παρέδωσε στον Αιτητή την επιστολή απόλυσης η οποία δεν έφερε ημερομηνία και κατόπιν υποδείξεως του ιδίου υπεγράφη από τον Κ. Μεσσίτη την ίδια στιγμή. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε ουσιαστική μείωση των απολαβών του Αιτητή ισχυριζόμενος ότι από €2500 του προτάθηκε το ποσό των €1000 ή €1100, χωρίς ωστόσο να θυμάται να αντηλλάγησαν άλλα έγγραφα κατά τη συνάντηση. Αφού του υποδείχτηκε η προτεινόμενη συμφωνία που ο Κ. Μεσσίτης ισχυρίστηκε ότι δόθηκε στον Αιτητή κατά τη συνάντηση, επί λέξει ανέφερε ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του τέτοιο έγγραφο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για τον μισθό του Αιτητή ενημερώθηκε από τον ίδιο. Σε υποβολή ότι η επιστολή απόλυσης δόθηκε στον Αιτητή στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση και όχι κατά τη συνάντηση, ο μάρτυρας επέμενε στην αρχική του θέση επαναλαμβάνοντας ότι η επιστολή δεν έφερε ημερομηνία και συμπληρώθηκε εκείνη τη στιγμή από τον Κ. Μεσσίτη. Επίσης, σε υποβολή ότι κατά τη συνάντηση δόθηκαν στον Αιτητή οι προτεινόμενοι όροι για συνέχιση της απασχόλησης του, ο μάρτυρας επέμενε ότι δόθηκε μόνο η επιστολή απόλυσης. Περαιτέρω ότι ενημερώθηκε από τον Κ. Μεσσίτη ότι ο Αιτητής του επιτέθηκε βίαια και για αυτό παραιτήθηκε από δικηγόρος του. Ανάλυση - Συμπεράσματα Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των τριών πιο κάτω βασικών σημείων: (
- i)το ύψος των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή, (
- ii)οι αυτοτελείς αξιώσεις του Αιτητή, (iii) το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης του Αιτητή. Προτού εξεταστούν τα τρία πιο πάνω σημεία σε βάθος, θα πρέπει να γίνει η σχετική αξιολόγηση της μαρτυρίας ώστε να τεθεί η νομική ανάλυση σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση του Αιτητή έχει ως επίκεντρο την κατ' ισχυρισμό απρεπή και αντεργατική συμπεριφορά που επέδειξε στις 24.4.2012 ως αυτή αναφέρεται στην σχετική επιστολή απόλυσης (Τεκ.21). Από τη μαρτυρία του Κ. Μεσσίτη και την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία είναι φανερό ότι το εν λόγω γεγονός καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και καταχωρήθηκε στο σχετικό ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων του Αστυνομικού Σταθμού Στροβόλου στις 30.7.2012 (Τεκ.4). Σύμφωνα με το καταγραφέν παράπονο, στις 25.4.2012 ενώ βρίσκονταν στον χώρο του εργοστα-σίου, ο Αιτητής τον απείλησε ότι σε περίπτωση που δεν του παραχωρούσε το 52% των μετοχών της Εταιρείας θα τον κατέστρεφε οικονομικά. Σχετική καταγγελία έγινε την ημέρα του συμβάντος στον Αστυνομικό σταθμό Λακατάμιας. Ο Κ. Μεσσίτης ζήτησε όπως καταγραφεί το συμβάν για σκοπούς πληροφόρησης της Αστυνομίας και δεν επιθυμούσε να γίνουν οποιεσδήποτε συστάσεις στον γιο του. Θεώρησε φρόνιμο όπως σχετική καταχώρηση γίνει και στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου καθότι ο ίδιος διαμένει στην περιοχή του Σταθμού. Είναι επίσης κοινά παραδεκτό και από τις δύο πλευρές, ότι ο Αιτητής για την περίοδο από 15.5.2012 μέχρι και 15.6.2012 βρισκόταν εκτός υπηρεσίας με άδεια ασθενείας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σχετική αίτηση για επίδομα ασθενείας που ο Αιτητής κοινοποίησε στο αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.11). Από τη μαρτυρία του Κ. Μεσσίτη προκύπτει επίσης το αναντίλεκτο γεγονός, καθώς δεν υπήρξε σχετική αντεξέταση, ότι ενώ ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του για ένα μήνα, στις 15.6.2012 του καταβλήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €1000. Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρονται σε απρεπή και βίαιη συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής εις βάρος του διευθυντή και μετόχου τους Κ. Μεσσίτη, εν τούτοις σε χρόνο μεταγενέστερο του κατ' επίκληση συμβάντος και δη περί τα μέσα Ιουνίου 2012, ο τελευταίος, καθώς αναφέρει στην γραπτή κατάθεση του, διευθέτησε συνάντηση στον ελεγκτή της Εταιρείας με σκοπό τη συζήτηση όλων των θεμάτων που είχαν προκύψει. Μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την επιστολή ημερ. 18.6.2012 που ο Αιτητής κοινοποίησε στους διοικητικούς συμβούλους των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.19), ο Κ. Μεσσίτης του ανέφερε ότι τα καθήκοντα του ως εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση θα του δίνονταν γραπτώς από τον δικηγόρο τους με την επιστροφή του από την άδεια ασθενείας. Και ενώ ο Κ. Μεσσίτης ισχυρίστηκε ότι γραπτό συμβόλαιο εργοδότησης δόθηκε στον Αιτητή στις 2.7.2012, κατά τη συνάντηση που είχαν στο γραφείο του δικηγόρου Μ. Κιτρομηλίδη, ωστόσο ο ισχυρισμός του δεν βρίσκει έρεισμα και δεν συνάδει με τους γενι-κούς λόγους εμφάνισης όπου γίνεται αναφορά σε επιστολή απόλυσης που δόθηκε στον Αιτητή την 1.7.2012. Αντίθετα, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η συνάντηση στο γραφείο του Μ. Κιτρομηλίδη έγινε στις 10.7.2012, όπου του εδόθη και η επιστολή απόλυσης, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ. Κιτρομηλίδη, ο οποίος αμφισβητώντας την παράδοση γραπτού συμβολαίου το οποίο, καθώς είπε, έβλεπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, αναγνώρισε την επιστολή απόλυσης επί της οποίας, όπως ανέφερε, ο Κ. Μεσσίτης ενέγραψε δια χειρός την ημερομηνία παράδοσης, θέτοντας προς επιβεβαίωση και την υπογραφή του. Έχοντας λοιπόν υπόψη το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με το υπό αναφορά θέμα βρίσκουμε ότι κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση που έλαβε χώρα στο γραφείο του δικηγόρου Μ. Κιτρομηλίδη στις 10.7.2012, συζητήθηκαν οι όροι απα-σχόλησης του Αιτητή, χωρίς να του δοθεί οποιοδήποτε γραπτό συμβόλαιο, και όταν αυτός ηρνήθη να τους αποδεχθεί, ο Κ. Μεσσίτης αυτοστιγμεί του παρέδωσε την επιστο-λή απόλυσης που είχε ήδη ετοιμάσει από προηγουμένως. Δεν φάνηκε έστω και αμυδρά ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, ο Αιτητής αρνηθείς να αποδεχθεί τους όρους απασχό-λησης απείλησε ότι θα κατέστρεφε οικονομικά τον Κ. Μεσσίτη και τους Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω δεν τεθήκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε επαρκή στοιχεία αναφορικά με την περιουσία της Εταιρείας που κατ' ισχυρισμό του Κ. Μεσσίτη ο Αιτητής κατακρατούσε και απειλούσε ότι θα έδιδε σε ανταγωνιστικές εταιρείες, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα, κατά πρώτο λόγο εάν όντως κατακρατείτο τέτοια περιουσία και κατά δεύτερο λόγο πόσο σημαντική ήταν για τη λειτουργία της επιχείρησης τους ώστε να ευσταθούν τέτοιες απειλές. Δεδομένου ότι ο Κ. Μεσσίτης προέβη σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου στις 30.7.2012, παραπονούμενος ότι δέχθηκε τέτοιες απειλές από τον Αιτητή, ωστόσο μέσα από την καταγγελία του δεν επιβεβαιώνεται εάν αυτό έγινε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή ή μετά. Το ζητούμενο ωστόσο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση είναι οι λόγοι που οδήγησαν τους Καθ' ων η αίτηση στην απόλυση του Αιτητή. Μέσα από τη σχετική επιστολή οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως λόγο απόλυσης την κατ' ισχυρισμό βίαιη, απρεπή και αντεργατική συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής στις 24.4.2012. Αρχίζοντας με την εξέταση των λόγων που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται με την επιστολή απόλυσης, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι στις 24.4.2012 ο Αιτητής επιτέθηκε βίαια στο διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση Κ. Μεσσίτη και στη σύζυγο του Αικατερίνη Κωνσταντίνου. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις ενέργειες του τελευταίου να καταγγείλει τον Αιτητή στην Αστυνομία όσο και από τη μαρτυρία του Μ. Κιτρομηλίδη ότι έπαυσε από δικηγόρος του Αιτητή όταν ενημερώθηκε από τον Κ. Μεσσίτη για την εν λόγω συμπεριφορά του πελάτη του. Δεν φάνηκε έστω και αμυδρά μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε για οιονδήποτε άλλο λόγο. Ούτε πιστεύουμε ότι ο Κ. Μεσσίτης θα προέβαινε σε μια τέτοια καταγγελία εάν όντως δεν προηγείτο ένα τόσο σοβαρό γεγονός. Άλλωστε οι εκ των υστερών ενέργειες του Κ. Μεσσίτη που απέβλεπαν στην ομαλοποίηση των σχέσεων του με τον Αιτητή, τείνουν να καταδείξουν ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε να τον θέσει ψευδώς σε οποιαδήποτε δοκιμασία. Αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που καταλογίζονται στον Αιτητή οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν δόθηκαν οποιαδήποτε επαρκή στοιχεία ή διευκρινίσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε λογικά και ασφαλή συμπέρασμα αναφορικά με τη σοβαρότητα των ενεργειών και απειλών που κατ' ισχυρισμό έπραξε και ή εκστόμισε ο Αιτητής εις βάρος του Κ. Μεσσίτη και των Καθ' ων η αίτηση. Ως επακόλουθο δεν βρίσκουμε ότι με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι Καθ' ων η αίτηση κατάφεραν να αποδείξουν μια τέτοια συμπεριφορά. Ο Αιτητής με τη σειρά του, όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του, ισχυρίζεται ότι κακόπιστα απολύθηκε από την εργασία του για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τον Απρίλιο 2012, ανακάλυψε ότι ο μισθός που του δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ήταν χαμηλότερος απ' αυτόν που λάμβανε. Επίσης ότι η επιστολή απόλυσης του παρεδόθη στις 10.7.2012 μετά που απαίτησε την καταβολή των δεδουλευμένων ημερομισθίων του και αρνήθηκε να αποδεχθεί μείωση των απολαβών του από €2500 σε €1500 μηνιαίως. Αξιολογώντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τις μηνιαίες απολαβές του Αιτητή, παρατηρούμε ότι με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Γιαννάκη [Τεκ.27(α)-(γ)], αυτές ανέρχονταν μέχρι τον Μάρτιο 2011 στα €1200 μηνιαίως και από τον Απρίλιο 2011 μέχρι τον Μάιο 2012 στα €1500 χωρίς την καταβολή 13ου μισθού. Ο Αιτητής ωστόσο ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για το ποσό που του δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθότι δεν λάμβανε γνώση των εν λόγω αναλυτικών καταστάσεων οι οποίες αποστέλλονταν στη διεύθυνση της οικίας του Κ. Μεσσίτη και όχι στη δική του διεύθυνση. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του ότι ο μισθός του ανερχόταν στα €2500 και όχι στα €1500 μηνιαίως, επικαλέστηκε τα δελτία πληρωμών (Τεκ.12) που ο ίδιος εξέδωσε για το ποσό των €2500 μηνιαίως. Εξετάζοντας με προσοχή τα υπό αναφορά δελτία τείνουμε να συμφωνήσουμε με τη θέση του Κ. Μεσσίτη, ότι κάποια από τα δελτία πληρωμών που εκδόθηκαν για το έτος 2010 φέρουν μεταγενέστερη αρίθμηση από μερικά άλλα που εκδόθηκαν για το 2012, γεγονός που τείνει, κατά τη δική μας κρίση, να καταδείξει ότι δεν εκδόθηκαν κατά τον χρόνο που έγιναν οι πληρωμές αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, θέτοντας έτσι ουσιαστικές αμφιβο-λίες ως προς το αληθές του περιεχομένου τους. Ο Αιτητής για να καταδείξει τη θέση του έθεσε ενώπιον μας απόδειξη πληρωμής του μισθού του για τον μήνα Απρίλιο 2012, που εξέδωσε ο Κ. Μεσσίτης για ποσό €2500 (Τεκ.24) καθώς και επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας που εξεδόθη επ' ονόματι του για το ίδιο ποσό στις 9.5.2008 (Τεκ.25). Αναφορικά με την απόδειξη πληρωμής ο Κ. Μεσσίτης ισχυρίστηκε ότι συμπεριελάμβανε και επιπλέον ποσά όπως υπερωρίες, ενώ για την επιταγή αμφισβήτησε το γεγονός ότι επρόκειτο για πληρωμή μισθού κατά τον χρόνο έκδοσης της. Αξιολογώντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας οφείλουμε κατ' αρχάς να παρατηρήσουμε ότι ενώ ο Κ. Μεσσίτης παραδέχεται ότι καταβλήθηκε στον Αιτητή το ποσό των €2500 ωστόσο από την αναλυτική κατάσταση αποδοχών του Αιτητή για το έτος 2012 δεν φαίνεται να δηλώθηκε το συγκεκριμένο ποσό στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Πρόκειται για μια ένδειξη των απολαβών του Αιτητή για τον συγκεκριμένο μήνα χωρίς όμως να είναι επαρκής να μας οδηγήσει σε εύλογα συμπεράσματα σε σχέση με τις πραγματικές απολαβές του. Αναφορικά με την επιταγή πουθενά δεν αναφέρεται αν αφορούσε την καταβολή μισθού ή οποιαδήποτε άλλα ποσά, εν όψει και της θέσης του Κ. Μεσσίτη ότι εκδίδονταν επιταγές επ' ονόματι του Αιτητή και για άλλους σκοπούς, όπως πληρωμές προσωπικού και εξόδων, θέση που δεν αμφισβητήθηκε καθώς δεν υπήρξε ανάλογη αντεξέταση. Περαιτέρω ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για πληρωμή μισθού, εν τούτοις δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ποιο μήνα αφορούσε η πληρωμή καθώς κατά την αντεξέταση του Κ. Μεσσίτη του υπεβλήθη ότι αφορούσε πληρωμή του μηνός Μαΐου 2008, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ιδίου αναφέρθηκε σε πληρωμή του μηνός Απριλίου 2008. Στον Αιτητή υποδείχθηκαν επίσης οι Αιτήσεις για Άδεια Ασθενείας που ο ίδιος υπέγραψε και απέστειλε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπου αναφέρονται και οι μηνιαίες απολαβές του, στην πρώτη με ημερ. 6.9.2010 το ποσό των €1200 (Τεκ.10), και στη δεύτερη ημερ. 16.5.2012 (Τεκ.11) το ποσό €1500. Ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το ποσό των μηνιαίων απολαβών που αναγράφεται στα εν λόγω έντυπα συμπληρώθηκε από τους Εργοδότες του και συγκεκριμένα από τον Κ. Μεσσίτη και ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση, εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε να αμφισβήτησε το εγκριθέν ποσό του επιδόματος ασθενείας που του είχε καταβληθεί και το οποίο υπολογίστηκε με βάση της δηλωμένες ασφαλιστέες αποδοχές του. Περαιτέρω ενώ ρωτήθηκε, κατά την αντεξέταση του, εάν είχε φορολογικές δηλώσεις, τις οποίες κατέθεσε στο Αρμόδιο Τμήμα με σκοπό να καταδείξει τις πραγματικές μηνιαίες απολαβές που ο ίδιος δήλωνε για σκοπούς φορολογίας, εν τούτοις τίποτα δεν προσκό-μισε στο Δικαστήριο. Είμεθα της γνώμης ότι με την προσκόμιση των εν λόγω φορολογι-κών δηλώσεων ο Αιτητής θα ήταν σε θέση να αποδείξει τις πραγματικές του απολαβές και την κατ' ισχυρισμό άγνοια του σε σχέση με τις αποδοχές που του δηλώνονταν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα στοιχεία ωστόσο που τέθηκαν ενώπιον μας δεν στάθηκαν καθόλου πειστικά για να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν είχε γνώση των δηλωμένων αποδοχών του ή ότι αυτές διαφοροποιούνταν από τις πραγματικές μηνιαίες απολαβές του. Τέλος οι μηνιαίες απολαβές που ο Αιτητής παραδέχεται ότι λάμβανε το 2006, ως ο ίδιος ενέγραψε και υπέγραψε σε αίτηση για επίδομα ασθενείας (Τεκ.9) και ανέρχονταν στο ποσό των ΛΚ700 (€1171), δεν μας αφήνουν κανένα περιθώριο να πιστέψουμε ότι στα επόμενα χρόνια αυξήθηκαν στα €2500, λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών προβλημάτων που ο ίδιος ανέφερε ότι αντιμετώπιζαν οι Καθ' ων η αίτηση τα επόμενα χρόνια. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δεν αποδεχόμαστε τη θέση του Αιτητή ότι οι αποδοχές που του δηλώνονταν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τους Καθ' ων η αίτηση ήταν χαμηλότερες των πραγματικών απολαβών του. Είναι επομένως εύρημα μας ότι οι απολαβές του είναι αυτές που αναφέρονται στις αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του, που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση και που ανέρχονταν μέχρι τον Μάρτιο 2011 στα €1200 μηνιαίως και από τον Απρίλιο 2011 μέχρι την απόλυση του στα €1500 μηνιαίως χωρίς την καταβολή 13ου μισθού. Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας βρίσκουμε σε πρώτο στάδιο, ότι οι αξιώσεις του Αιτητή για το ποσό των €7500, για δεδουλευμένους μισθούς Σεπτεμβρίου 2010, Νοεμβρίου 2010 και 13ο μισθό 2010 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς οι απολαβές του κατά την εν λόγω περίοδο ανέρχονταν στα €1200 μηνιαίως και δεν λάμβανε 13ο μισθό. Με βάση το άρθρο 12
(3)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου [Ν.35(Ι)/2007] ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012, το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Στην προκείμενη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση τα μόνα στοιχεία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τη καταβολή ή μη του μισθού του Αιτητή είναι οι αναλυτι-κές καταστάσεις των αποδοχών του για το έτος 2010 με τα ανάλογα ποσά πραγματικών αποδοχών που του δηλώνονταν για κάθε μήνα. Για τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο 2010 που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν του κατεβλήθη μισθός, οι πραγματικές αποδοχές του όπως φαίνονται στις αναλυτικές καταστάσεις του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλί-σεων ήταν €0. Πέραν τούτου το μόνο που ανάφερε ο Κ. Μεσσίτης κατά την αντεξέταση του ήταν ότι δεν οφείλονταν ποτέ μισθοί στον Αιτητή, ούτε σε κανένα άλλο υπάλληλο της Εταιρείας, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία που να φανερώνουν το λόγο που δεν δηλώθηκαν στον Αιτητή οποιεσδήποτε εισφορές για τους συγκεκριμένους μήνες ή ότι δεν οφείλονταν οποιοιδήποτε μισθοί για τους συγκεκριμένους μήνες ή ότι του καταβλήθηκαν. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έθεσαν ενώπιον μας οποιαδήποτε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με την καταβολή των μισθών του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2010. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι για τους συγκε-κριμένους μήνες οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατέβαλαν κανένα μισθό στον Αιτητή και ούτε δικαιολόγησαν τη μη καταβολή τους. Περαιτέρω σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν αναλογία μισθού για τους μήνες Μάιο έως Ιούλιο του 2012, αυτό που ανέφερε ο Κ. Μεσσίτης και παρέμεινε αναντίλεκτο, καθώς δεν αντεξετάστηκε, είναι ότι στις 15.6.2012 κατέβαλε στον Αιτητή το ποσό των €1000. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αιτητή απουσίαζε από την εργασία του με άδεια ασθενείας από τις 15.5.2012 για περίοδο ενός μηνός και ότι οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν το ποσό των €1000, καταλήγουμε ότι για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 2012 του οφείλεται υπόλοιπο κατ' αναλογία ποσό €500. Ο Αιτητής, ως έχομε διαπιστώσει ανωτέρω, απολύθηκε στις 10.7.2012. Δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που να φανερώνουν ότι δεν του οφείλεται οποιασδή-ποτε μισθός. Ως αποτέλεσμα καταλήγουμε ότι για την περίοδο αυτή του μηνός Ιουλίου 2012 του οφείλεται κατά αναλογία ποσό €500. Αναφορικά με την άδεια που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δικαιούταν και εργάστηκε μέχρι την απόλυση του δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση του και ως εκ τούτου δεν βρίσκουμε να απέδειξε ότι δικαιούταν άδεια. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία έχομε καταλήξει θα προχωρήσουμε στην εξέταση των σημείων που τέθηκαν στην αρχή. (
- i)Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης του Αιτητή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσ-σουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιο-ριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α)........................................................................................................................ (β)........................................................................................................................ (γ)........................................................................................................................ (δ)........................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
- ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
- iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
- v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπρ. Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του από τον εργοδότη του κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του Νόμου. (βλ. Α. Κασάπη -ν- Technoplastics Ltd, 1ΑΑΔ
(1992)σελ. 919, 935). Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circum-stances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p.
- Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η εκδοση σ.185). Ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου επισημαίνουμε ότι ο λόγος απόλυσης ως και η λογικότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου κρίνεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων και ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφαση του. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων εργασίας και ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και ή επέδειξε διαγωγή ασυμβίβαστη με το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται σε μια εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει, ο Αιτητή στις 24.4.2012 επιτέθηκε εναντίον του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση και πατέρα του, Κ. Μεσσίτη, αρπάζοντας τον από τον λαιμό. Επίσης έσπρωξε τη σύζυγο του τελευταίου, Αικατερίνη Κωνσταντίνου. Θέτοντας τις ενέργειες του Αιτητή υπό το φώς των πιο πάνω αρχών, ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως επιεικώς απαράδεκτες, καθώς με την εν γένει συμπεριφορά του παραβίασε ουσιώδους όρους της εργασιακής σύμβασης που σχετίζονται με την πίστη και εμπιστοσύνη, την τάξη και πειθαρχία, την επιβαλλόμενη συνεργασία και τον σεβασμό της προσωπικότητα των συναδέλφων και ανωτέρων του. Περαιτέρω με την βίαιη συμπεριφορά του διέπραξε μια κολάσιμη πράξη που μπορούσε να επιφέρει και ποινικές επιπτώσεις εις βάρος του. (βλ. Bowers, On Employ-ment Law, Blackstone, 1991, p.204). Μη εκτιμώντας τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης και επιδεικνύοντας μια κακόπιστη συμπεριφορά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, ο Αιτητής κλόνισε την εμπιστοσύνη των Εργοδοτών στο πρόσωπο του σε τέτοιο βαθμό, που δεν αναμενόταν πλέον η συνέχιση της εργασιακής σχέσης μαζί του. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τερματίσουν άμεσα την απασχόληση του. Ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση αντί να απολύσουν τον Αιτητή αποφάσισαν όπως επικοινω-νήσουν μαζί του για να βρεθεί μια λύση στο όλο πρόβλημα. Υπήρξε συνάντηση του Κ. Μεσσίτη με τον Αιτητή στον Ελεγκτή της Εταιρείας για να συζητήσουν όλα τα θέματα που προέκυψαν. Αναφέρθηκε στον Αιτητή ότι θα του προσφερόταν γραπτό συμβόλαιο για σκοπούς συνέχισης της απασχόλησης του. Για αυτό τον σκοπό και μόνο στις 10.7.2012 υπήρξε συνάντηση στα γραφεία του τότε δικηγόρου του Αιτητή Μιχ. Κιτρομηλίδη, όπου εν τέλει μετά από συζήτηση και μη επελθούσης οποιασδήποτε λύσης στη μεταξύ τους διαφορά, ο Κ. Μεσσίτης παρέδωσε στον Αιτητή την επιστολή απόλυσης επικαλούμενος λόγους που ανέκυψαν στις 24.4.
- Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, είμεθα της γνώμης ότι τα γεγονότα που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται με την επιστολή απόλυσης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν εκ των υστέρων να αποτελέσουν νόμιμο λόγο απόλυσης του Αιτητή και τούτο λόγω της παράλειψης τους να ασκήσουν το δικαίωμα τους προς απόλυση εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος που επικαλούνται ότι τους παρείχε αυτό το δικαίωμα (βλ. επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου). Επισημαίνουμε ότι το επικαλού-μενο προς απόλυση γεγονός που οδήγησε στην επίδικη απόφαση παρουσιάστηκε στις 24.4.2012 και οι Καθ' ων η αίτηση απεφάσισαν εν τέλει να λάβουν την τελική τους απόφαση με την επιστολή ημερ. 10.7.2012 (Τεκ.26), δηλαδή δυόμιση σχεδόν μήνες μετά. Νομολογιακά, την παράλειψη του εργοδότη το ασκήσει το δικαίωμα του για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, οπωσδήποτε θα πρέπει να συνοδεύουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει με ταχύτητα ή τουλάχιστον εντός εύλογου χρόνου, τότε θα θεωρηθεί ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση. Το τι είναι «εύλογος χρόνος» εξαρτάται από τα γεγονότα της περίπτωσης αλλά σίγουρα δεν αποκλείει τη λογική διερεύνηση των συμβάντων από τον εργοδότη προτού αυτός καταλήξει σε συμπεράσματα (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1 ΑΑΔ 194). Στην L'Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος ενός σχεδόν μήνα, από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυση του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. Επίσης στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.98), ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. (βλ. επίσης Κυπριανού & Σια ν. Κωνσταντίνου Πετρίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 607). Στην προκείμενη περίπτωση δεν φαίνεται να έχρηζε οιασδήποτε διερεύνησης το όλο θέμα εν όψει της φύσης της συμπεριφοράς που επέδειξε ο Αιτητής εις βάρος του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση και της συζύγου του Α. Κωνσταντίνου. Επρόκειτο για συμπεριφορά που δικαιολογούσε άμεση απόλυση χωρίς την παροχή δικαιώματος ακρόασης. Συνεπώς η παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να ασκήσουν άμεσα το δικαίωμα τους για απόλυση του Αιτητή, αφήνοντας να διαρρεύσει διάστημα δυόμισι μηνών από την επίδειξη της απρεπούς συμπεριφοράς του, δεν βρίσκουμε να συνόδευαν οποιεσδή-ποτε ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) του Νόμου και συνεπώς απώλεσαν το δικαίωμα τους να απολύσουν τον Αιτητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος. Άλλωστε, η προστασία της εμπιστοσύνης του Αιτητή, την οποία προκάλεσαν οι Καθ' ων η αίτηση με τη συμπερι-φορά τους, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο που ενισχύει την εγκατάλειψη ενός τέτοιου δικαιώματος. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφω-να καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. (ii) Αυτοτελείς αξιώσεις του Αιτητή Όπως έχουμε καταλήξει ανωτέρω οι Καθ' ων η αίτηση με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι δεν όφειλαν ή κατέβαλαν στον Αιτητή πληρωμή μισθών για τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο
- Είναι η θέση του Αιτητή, ότι οι Καθ' ων η αίτηση η αίτηση αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και τον παρακάλεσε ο Κ. Μεσσίτης να μην λάβει μισθό για τους συγκεκριμένους μήνες με την υπόσχεση ότι θα του καταβάλλονταν το αργότερο μέχρι το καλοκαίρι του
- Ανεξάρτητα ωστόσο από το δικαίωμα του Αιτητή να διεκδικήσει τους μισθούς του για τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2011 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €2400, σ' αυτό το σημείο κρίνουμε ορθό να εξετάσουμε το θέμα της παραγραφής παρόλο που δεν έχει εγερθεί σχετική προδικαστική ένσταση από τους Καθ' ων η αίτηση. Όπως έχει επανειλημμένως νομολογηθεί το θέμα της παραγραφής άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και τέτοιο, είμεθα της γνώμης ότι μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως και από το ίδιο το Δικαστήριο. Όπως έχει αναφέρει ο Δικαστής Στ. Ναθαναήλ, σε διάλεξη του με τίτλο: «Ο νέος Νόμος περί Παραγραφής: Βήμα προς τα εμπρός ή προς τα πίσω»: «. η μη δικογράφηση δεν μπορεί να αποστερήσει το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα να εγείρει το ζήτημα, διότι όπως έχει υποστηρίξει η νομολογία, το θέμα της παραγραφής είναι καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί υπόθεσης (Χατζηστυλλη ν. Παπαδήμα
(2001)1 Α.Α.Δ. 551). Και βεβαίως δικαιοδοτικό ζήτημα εγείρεται δικαιωματικά και αυτόβουλα από το ίδιο το Δικαστήριο. Νομικό υπόβαθρο του ζητήματος της παραγραφής είναι το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67)όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Οι διατάξεις του Νόμου δεν παρέχουν καμία διακριτική ευχέρεια στο Δ.Ε.Δ. να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Το ζητούμενο, επομένως, με βάση το γράμμα του Νόμου, είναι «η ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα». Στην προκείμενη περίπτωση οι μισθοί που αξιώνει ο Αιτητής αφορούν τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο
- Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έλαβε τις διαβεβαιώσεις του Κ. Μεσσίτη ότι θα του καταβάλλονταν οι μισθοί το αργότερο μέχρι το καλοκαίρι του 2011, κάτι που δεν έπραξε ποτέ. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.11.
- Συνεπώς είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση η περίοδος που μεσολάβησε από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης ήταν πέραν των δώδεκα μηνών, με αποτέλεσμα η αξίωση του Αιτητή να παραγραφεί. Ως προς τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή για αναλογία μισθού μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2012 έχουμε ήδη αποφασίσει ότι ο Αιτητής δικαιούται στο συνολικό ποσό των €
- Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδό-της τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνε-χώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημιώσεως που θα επιδικάσει, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμε-να πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για δεκαοκτώ σχεδόν έτη και λάμβανε για σκοπούς του Νόμου €346,15 (€1500Χ12/52) εβδομαδιαίως. Καθώς ο ίδιος ανέφερε από της απολύσεως του παρέμεινε άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι που απέκτησε άδεια πιστοποι-ούντος υπαλλήλου. Αυτό τον οδήγησε να υποβάλει αίτηση για χορήγηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που ανερχόταν στα €
- Είναι 45 ετών και έχει ένα γιο που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 18 ετών, στρατιώτης. Ανεξάρτητα όμως από το αποτέλεσμα στο οποίο έχομε καταλήξει σε σχέση με το δικαιο-λογημένο ή μη της απόλυσης του Αιτητή, αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε ως καθοριστικό παράγοντα στον προσδιορισμό των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουμε προς όφελος του Αιτητή είναι και το συντρέχον πταίσμα που οδήγησε στον κλονισμό της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, δηλαδή η βίαιη και απρεπής συμπεριφορά που επέδειξε προς τον διευθυντή της Εταιρείας και την σύζυγο του. [βλ. John Bowers, Employment Law, seventh Edition, p. 405, W. Devis & Sons Ltd v. Atkins [1977] AC931 και Πατσαλίδης (ανωτέρω)]. Έχοντας επομένως υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχό-ληση του Αιτητή, τη συμπεριφορά που ο ίδιος επέδειξε καθώς και όλους τους άλλους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε, υπό μορφή δίκαιης αποζημίωσης, το ποσό των €16.788,46 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 48,5 βδομάδων. Περαιτέρω ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης με βάση του άρθρο 9(ζ) του Νόμου ήτοι ποσό €2.769,23 Δικαιούται επίσης ως αυτοτελείς αξιώσεις το ποσό των €
- Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €20.557,69 με νόμιμο τόκο από 19.11.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €2000 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο από 19.11.2012 πλέον Φ.Π.Α. υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Μ. Τσιηφτές, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο