← Κύπρος

Μαρίας Φωτσίου κ.α. ν. Ταμείο Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ», Συνενωμένες Υπόθεσης: 936/2013, 937/2013,

Μαρίας Φωτσίου κ.α. ν. Ταμείο Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ», Συνενωμένες Υπόθεσης: 936/2013, 937/2013, 938/2013, 939/2013., 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:16 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Χ. Αυγουστή, Μελών Συνενωμένες Υπόθεσης: 936/2013, 937/2013, 938/2013, 939/2013. Μεταξύ: Μαρίας Φωτσίου Έλενας Θεοδώρου Πασχάλη Πάντη Γιώργου Κανικλίδη Αιτητών -και- Ταμείο Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Νικόλα Φασιουλιώτη, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Φωτεινή Φασουλιώτου - Μινακάκη, υπό την ιδιότητα της ως Ταμία της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Ιωάννα Ονουφρίου, υπό την ιδιότητα της ως Γραμματέας της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Χριστάκη Κόκκινου, υπό την ιδιότητα του ως Μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Άννα - Μαρίας Κουλούρη, υπό την ιδιότητα της ως Μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας «Ν. Φασουλιωτης & Υιοί Λτδ» Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 9η Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ασπασία Κ. Ευσταθίου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Θανάσης Κορφίωτης ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση των Αιτητών όπως αυτή προσδιορίζεται στους πανομοιότυπους γενικούς λόγους των υπό κρίση Αιτήσεων, ότι από την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης τους και μέχρι σήμερα, οι Καθ' ων η αίτηση 1 αρνούνται να τους καταβάλουν το ποσό που δικαιούνται από το Ταμείο Προνοίας τους. Στη βάση αυτή αξιώνουν υπόλοιπο / οφειλόμενο ποσό από την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης τους, κάθε ωφέλημα ή ποσό που δικαιούνται δυνάμει Νόμου, οποιαδήποτε άλλη διαταγή και ή περαιτέρω θεραπεία, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή προσδιορίζεται στους πανομοιό-τυπους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 6 υπήρξαν μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του Ταμείου Προνοίας από τις 2.5.2013 και δη σε μεταγενέστερο χρόνο από της απολύσεως των Αιτητών. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό τους ότι: (α) Οι Καθ' ων η αίτηση 1 υπολόγιζαν και ή κατέβαλλαν τα ωφελήματα των μελών που αποχωρούσαν εντός ευλόγου χρόνου και ή ανάλογα με τη λήξη προθεσμιακών καταθέσεων που αυτοί διατηρούσαν με τραπεζικούς οργανισμούς από καιρό εις καιρό. Η πρακτική αυτή ήταν πολύ γνωστή και ή διαχρονικά αποδεκτή από όλα τα μέλη τους. (β) Σε σχέση με τις επίδικες περιπτώσεις, οι Καθ' ων η αίτηση 1 απευθύνθηκαν εντός ευλόγου χρόνου προς την Τράπεζα Κύπρου προκειμένου να αποδεσμευτεί από κατάθεση προθεσμίας ποσό χρημάτων που ήταν απαραίτητο για την πληρωμή πέντε μελών που αποχώρησαν από το Ταμείο, περιλαμβανομένων των Αιτητών. (γ) Πριν την πάροδο του προνοούμενου χρόνου προειδοποίησης της Τράπεζας Κύπρου προέκυψε κατά ή περί τον Μάρτιο 2013 η απομείωση των καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου, με αποτέλεσμα το ενεργητικό των Καθ' ων η αίτηση 1 να υποστεί τη σχετική ζημιά. Είναι η θέση τους ότι την εν λόγω ζημιά επιμερίζονται και οι Αιτητές, με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται κανένα ποσό πέραν αυτού που τους έχει καταβληθεί, πλέον την αναλογία που δικαιούνται στις μετοχές που παραχωρή-θηκαν στο Ταμείο από την Τράπεζα Κύπρου ως αποτέλεσμα της απομείωσης των καταθέσεων και ή την αξία τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές κωλύονται να απαιτούν περαιτέρω ποσά απ' αυτά που τους έχουν καταβληθεί καθότι ρητά και ή εξυπακου-όμενα αποδέχθηκαν να υποστεί το μερίδιο που είχαν λαμβάνει από το Ταμείο τη ζημιά της απομείωσης των καταθέσεων και ή όπως αυτό συνδεθεί με τα μέτρα της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με τις καταθέσεις και ή τις καταθέσεις των ταμείων προνοίας. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα και ή οι σχετικοί νόμοι και ή κανονισμοί και ή οδηγίες που προέκυψαν μετά τον Μάρτιο 2013 και ή το Eurogroup τον Μάρτιο 2013 συνιστούν δραστική μεταβολή των συνθηκών τόσο απρόβλεπτη που οδηγεί στο αποτέλεσμα να είναι δίκαιο να υποστούν οι Αιτητές την ανάλογη ζημιά που προέκυψε. Μαρτυρία για τους Αιτητές, εκτός από τους ίδιους έδωσε η κα Μελίνα Κυπριανού, πρώην εργοδοτούμενη της εταιρείας Ν. Φασουλιώτης και Υιοί Λτδ (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν η Καθ' ης η αίτηση 3, Φωτεινή Φασουλιώτη - Μινακάκη και ο Καθ' ου η αίτηση 5, Χριστάκης Κόκκινος. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, επί των οποίων θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο να καταγράψουμε τα γεγονότα που συνθέτουν τις υπό κρίση Αιτήσεις, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είναι παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Τα γεγονότα αυτά παρα-τίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Οι Καθ' ων η αίτηση 1 είναι το Ταμείο Προνοίας του Διοικητικού Προσωπικού της εταιρείας Ν. Φασουλιώτης και Υιοί Λτδ. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 έως 6 αποτελούν τη Διαχειριστική Επιτροπή των Καθ' ων η αίτηση 1. Όλοι οι Αιτητές υπήρξαν εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας και ταυτόχρονα μέλη των Καθ' ων η αίτηση 1. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 936/2013 Μαρία Φωτσίου, εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως υπάλληλος στο Τμήμα Πωλήσεων, από τον Οκτώβριο 1985 μέχρι τις 30.11.2012 που η απασχόληση της τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού, με σχετική επιστολή που της δόθηκε στις 27.9.2012. Οι ακαθάριστες απολαβές της ανέρχονταν στον ποσό των €1407.- μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Από το Ταμείο Προνοίας έλαβε το συνολικό ποσό των €11.287-. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 937/2013 Έλενα Θεοδώρου, εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από τον Ιούλιο 1984 μέχρι τις 30.11.2012 που η απασχόληση της τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού, με σχετική επιστολή που της δόθηκε στις 27.9.2012. Οι ακαθάριστες απολαβές της ανέρχονταν στον ποσό των €1427.- μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Από το Ταμείο Προνοίας έλαβε το συνολικό ποσό των €11.246-. Ο Αιτητής στην Αίτηση 938/2013 Πασχάλης Πάντης, εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από το 1992 μέχρι τις 7.12.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του για λόγους πλεονασμού, με σχετική επιστολή που του δόθηκε στις 8.10.2012. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στον ποσό των €1920.- μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Από το Ταμείο Προνοίας έλαβε το συνολικό ποσό των €10.921-. Ο Αιτητής στην Αίτηση 939/2013 Γιώργος Κανικλίδης, εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από τον Νοέμβριο 2005 μέχρι τις 30.11.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του. Μέχρι σήμερα έλαβε από το Ταμείο Προνοίας το συνολικό ποσό των €4.444-. Όλα σχεδόν τα χρήματα του Ταμείου Προνοίας, οι Καθ' ων η αίτηση 1 τα είχαν κατατεθειμένα σε ένα λογαριασμό προθεσμίας στην Τράπεζα Κύπρου, προειδο-ποίησης 90 ημερών. Στις 17.1.2013, οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους προς την Τράπεζα Κύπρου ζήτησαν όπως μεταφερθεί σε λογαριασμό όψεως, που επίσης διατηρούσαν στον εν λόγω Οργανισμό, ποσό €320.000 με σκοπό την καταβολή του Ταμείου Προνοίας στα αποχωρήσαντα μέλη, που ήταν οι Αιτητές και ένας ακόμη εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας. Από της κοινοποιήσεως της πιο πάνω επιστολής και πριν την πάροδο της προειδο-ποιητικής προθεσμίας των 90 ημερών, ανέκυψε κατά τον Μάρτιο 2013 η απομείωση των καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου με αποτέλεσμα το ενεργειακό των Καθ' ων η αίτηση 1 να υποστεί ζημιά. Συγκεκριμένα, με την απομείωση των καταθέσεων, ποσοστό 47,5% του Ταμείου Προνοίας μετατράπηκε σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και το υπόλοιπο 52,5% που παρέμεινε σε καταθέσεις, αποδεσμεύτηκε σταδιακά. Στις 17.5.2013 οι Καθ' ων η αίτηση 1 κατέβαλαν στην Αιτήτρια στην Αίτηση 936/2013 το ποσό των €2043, στην Αιτήτρια στην Αίτηση 937/2013 το ποσό των €2037, στον Αιτητή στην Αίτηση 938/2013 το ποσό των €2020 και στον Αιτητή στην Αίτηση 939/2013 το ποσό των €825. Για την παραλαβή των καταβληθέντων ποσών ο κάθε Αιτητής υπέγραψε σχετική «απόδειξη είσπραξης» επί της οποίας αναγράφετο ότι έλαβε το ποσό «έναντι λογαριασμού στο αποχωρών μέλος για το "A" και "B" μέχρι τελικής απόφασης που θα αφορά τα Ταμεία Προνοίας από την Κεντρική Τράπεζα». Ακολούθησαν και άλλες πληρωμές στις 16.4.2014, 27.5.2014, 1.8.2014, 4.11.2014 και 7.2.2015 με την υπογραφή σχετικών «αποδείξεων είσπραξης» επί των οποίων αναγράφετο ότι έλαβαν τα ποσά «έναντι». Στις 7.10.2013 και δη σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης των υπό κρίση Αιτήσεων, οι Αιτητές μέσω του δικηγόρου τους απαίτησαν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 την καταβολή του Ταμείου Προνοίας που τους αναλογούσε κατά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης τους και το οποίο, βάσει δικών τους υπολογισμών, ανήρχετο για τους τρεις πρώτους στις €22.000 και για τον τέταρτο στις €9.000. Στην εν λόγω επιστολή οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 15.11.2013, εκφράζοντας την άποψη ότι τη ζημιά που προέκυψε από την απομείωση των καταθέσεων θα επωμίζονταν και οι Αιτητές και ότι ο ισχυρισμός τους για επιπλέον ωφελήματα είναι αβάσιμος. Μαρτυρία Όλοι οι Αιτητές με τη γραπτή δήλωση τους ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους, οι Εργοδότες τους όφειλαν να μεριμνήσουν όπως τους καταβληθεί ολόκληρο το σε πίστη τους κατατιθέμενο στο Ταμείο Προνοίας ποσό, ως οι πρόνοιες του καταστατικού. Ότι έλαβαν ενημέρωση από την Εργοδότρια Εταιρεία και γνώριζαν από τα χρόνια που εργάζονταν ότι η τακτική ήταν όπως η επιστολή προς την Τράπεζα συντασσόταν 2-3 μέρες μετά τον τερματισμό της απασχόλησης. Στη δική τους ωστόσο περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία τους ενημέρωσε ότι η σχετική επιστολή συντάθηκε στις 17.1.2013, λόγω φόρτου εργασίας. Αφού αναφέρθηκαν στο ποσό που τους έχει ήδη καταβληθεί, και στην επιστολή που κοινοποίησαν μέσω του δικηγόρου τους προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 στις 7.10.2013, ισχυρίστηκαν ότι μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται να τους καταβάλουν το υπόλοιπο σε πίστη τους ποσό. Στο στάδιο της αντεξέτασης, αφού υπεβλήθη σε όλους τους Αιτητές ότι μέχρι τις 17.1.2013 που οι Καθ' ων η αίτηση 1 κοινοποίησαν προς την Τράπεζα Κύπρου την επιστολή αποδέσμευσης ποσού €320.000 από τον λογαριασμό τους (Τεκ.1), οι ίδιοι δεν εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο, ο κ. Κανικλίδης θεώρησε ότι ήταν θέμα εμπιστοσύνης η καταβολή του οφειλόμενου ποσού, ισχυριζόμενος ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις η επιστολή προς την Τράπεζα αποστέλλετο 2 ή 3 μέρες μετά τον τερματισμό της απασχόλησης και εγένετο πληρωμή τρεις μήνες μετά. Οι υπόλοιποι Αιτητές αφού εξέφρασαν την ίδια θέση σε σχέση με την τακτική που οι Καθ' ων η αίτηση 1 ακολούθησαν στο παρελθόν, παραδέχθηκαν ότι δεν κοινοποίησαν οποια-δήποτε επιστολή ισχυριζόμενοι ωστόσο ότι προφορικά επανειλημμένα ζήτησαν εξηγήσεις πότε θα έπαιρναν το σε πίστη τους Ταμείο Προνοίας. Περαιτέρω αφού τους υποδείχθηκαν οι αποδείξεις είσπραξης ημερ. 17.5.2013, και τους υποβλήθηκε ότι με την υπογραφή των εν λόγω αποδείξεων αποδέχθηκαν τη σύνδεση του τελικού ωφελήματος τους με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας για τα ταμεία προνοίας, δηλαδή για το «κούρεμα», οι Αιτητές διαφώνησαν σημειώνοντας ότι υπέγραψαν τις εν λόγω αποδείξεις για ένα ποσό που θα τους καταβαλλόταν έναντι του λογαριασμού τους και ότι ανέμεναν την καταβολή του υπόλοιπου ποσού, καθώς κατά το εν λόγω διάστημα το ποσό που έδιδαν οι Τράπεζες ήταν €300 σε κάθε άτομο και ότι ανέμεναν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 να εξασφαλίσουν τα λεφτά για την πληρωμή τους. Η κα Μελίνα Κυπριανού καταθέτοντας για τους Αιτητές αναφέρθηκε στον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα τερματισμό της απασχόλησης της μέχρι της καταβολής του Ταμείο Προνοίας που της αναλογούσε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η απασχό-ληση της τερματίστηκε στις 31.8.2012 με επιστολή ημερ. 21.6.2012 και ότι το Ταμείο Προνοίας της κατεβλήθη στις 13.12.2012. Ο κ. Χρ. Κόκκινος με τη γραπτή δήλωση του επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα διατυπώνονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλλαν πάντοτε τα ωφελήματα των αποχωρούντων μελών τους, εντός ευλόγου χρόνου, ανάλογα με τη λήξη των προθεσμιακών καταθέσεων που διατηρούσαν στην Τράπεζα, τακτική την οποία γνώριζαν πολύ καλά και οι Αιτητές. Επίσης ότι το ίδιο έπραξαν και στην προκείμενη περίπτωση, ωστόσο πριν την πάροδο της προθεσμίας των 90 ημερών που απαιτείτο για την λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης, ανέκυψε η απομείωση των καταθέσεων και η ανάλογη ζημιά την οποία, καθώς ανέφερε, θα πρέπει να επιμεριστούν και οι Αιτητές. Αφού αναφέρθηκε στον χρόνο απόλυσης των αποχωρούντων μελών και στο γεγονός ότι η Εταιρεία παρέμεινε κλειστή το πρώτο δεκαήμερο του 2013 για σκοπούς κατάμέτρησης του στοκ, ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν επέδειξαν καμία αργοπορία στην κοινοποίηση της σχετικής επιστολής προς την Τράπεζα για αποδέσμευση χρημάτων από την εμπρόθεσμη κατάθεση. Απορρίπτοντας εισέτι τις θέσεις των Αιτητών ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε καμία διαφορετική διαχείριση από άλλες περιπτώσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι μέλος της διαχειριστικής επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση 1 από το 1990 και ότι το 2012 υπήρξε μία συνεδρίαση της επιτροπής για να υπογράψουν την αποδέσμευση κεφαλαίου από την Τράπεζα για την πληρωμή υπαλλήλων που απολύθηκαν κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του ιδίου χρό-νου. Για τις απολύσεις των Αιτητών συνεδρίασαν στις 15.1.2013 για τη σύνταξη της σχετικής επιστολής αποδέσμευσης που απεστάλη στην Τράπεζα στις 17.1.2013. Επιμένοντας στη θέση του ότι δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση στην αποστολή της εν λόγω επιστολής συνέδεσε το γεγονός με την απογραφή του στοκ της Εταιρείας που έγινε κατά το πρώτο δεκαήμερο του χρόνου και την οικειοθελή αποχώρηση ενός ακόμη υπαλλήλου στις 31.12.2012 λέγοντας ότι η επιστολή αφορούσε τόσο τους Αιτητές όσο και τον εν λόγω υπάλληλο. Η κα Φ. Φασουλίωτη αναφέρθηκε στην καταβολή των ποσών που δόθηκαν στους Αιτητές, σημειώνοντας ότι κάθε φορά που μετά από εντολή της Κεντρικής Τράπεζας αποδεσμευόταν ένα ποσό, καλούσαν τους Αιτητές και τους κατέβαλλαν το ποσό που τους αναλογούσε με βάση το ποσό που αποδεσμευόταν, αρχής γενομένης της 17.5.2013 όπου όλοι πήγαν στο γραφεία των Καθ' ων η αίτηση 1 και παράλαβαν τις επιταγές τους αφού προηγουμένως συμφώνησαν με το περιεχόμενο της απόδειξης είσπραξης την οποία υπέγραψαν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι σ' εκείνο το στάδιο όλοι οι Αιτητές συμφώνησαν όπως επιμεριστούν τις συνέπειες του κουρέματος, γι' αυτό και αποδέχθηκαν να υπογράψουν απόδειξη που συνέδεε την πληρωμή με τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας. Για την τελευταία απόδειξη ισχυρίστηκε ότι αναγράφεται η λέξη «έναντι», καθώς οι Αιτητές δικαιούνται τόκους επί του ποσού που αναλογεί στο 52,5% των καταθέσεων, που για να πληρωθούν θα πρέπει να έχουν την απόφαση του Δικαστηρίου για το τελικό ποσό που δικαιούνται. Σημείωσε τέλος ότι δικαιούνται μερίδιο στις μετοχές της Τράπεζας που προέκυψε από το «κούρεμα», η μεταβίβαση των οποίων δεν έγινε γιατί οι Αιτητές αρνήθηκαν να πάρουν μετοχές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είναι μέλος της διαχειριστικής επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση 1 πάνω από δεκαπέντε χρόνια και ότι η επιτροπή δεν συνεδριάζει συχνά. Για το 2012 δεν θυμόταν πότε υπήρξε συνεδρία της επιτροπής λέγοντας ότι όλα τα θέματα τα μιλούσαν μέσα στην Εταιρεία και δεν παρίστατο ανάγκη για συνεδρία καθώς υπήρχε συνεχής επαφή μεταξύ τους και τα γνώριζαν όλα. Αφού επιβεβαίωσε τη θέση του κ. Κόκκινου, ότι αρχές Ιανουαρίου 2013 υπήρξε συνεδρία για να υπογράψουν την επιστολή που θα αποστέλλετο στην Τράπεζα, ερωτηθείσα ποιος αποφάσισε για το πότε θα γινόταν αυτή η επιστολή, ισχυρίστηκε ότι ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη πρακτική / πολιτική στην Εταιρεία, βάσει της οποίας κάθε φορά που υπήρχαν κοντινές μεταξύ τους απολύσεις ανέμεναν και την τελευταία αποχώ-ρηση και μετά απόστελλαν την επιστολή αποδέσμευσης. Ομολόγησε ότι οι μόνες απολύσεις που έγιναν και που ακολούθησαν την ίδια τακτική ήταν το καλοκαίρι του 2012. Για το πέμπτο μέλος του Ταμείου Προνοίας ανέφερε ότι τους ενημέρωσε γραπτώς στις 3.12.2012 ότι επιθυμούσε να αποχωρήσει από μέλος του Ταμείου στις 31.12.2012. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια των παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κινήθηκε και η γραμμή των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, θέτοντας ως μοναδικό επίδικο θέμα το κατά πόσο θα υποστούν και οι Αιτητές τα αρνητικά αποτελέσματα του κουρέματος, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 ενήργησαν μέσα σε εύλογα πλαίσια και ότι η ζημιά που υπέστη το Ταμείο προέκυψε από ένα πρωτο-φανές γεγονός που ήταν αδύνατο να προβλεφθεί. Ότι ουδεμία πρόθεση υπήρξε από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση 1 για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς τους Αιτητές, αλλά ούτε και οι Αιτητές εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο είτε γραπτώς είτε προφορικώς που θα έθετε θέμα καθυστέρησης στη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για αποδέσμευση των ποσών, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι σ' εκείνο το στάδιο υπήρξε μία σιωπηρή, εξυπακουόμενη αποδοχή της όποιας καθυστέρησης. Μια τέτοια αποδοχή οδηγεί, κατά την εισήγηση τους, και σε αποδοχή εκ μέρους των Αιτητών των όποιων συνεπειών, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν το «κούρεμα» των καταθέσεων του Ταμείου. Θέτοντας εισέτι τους Καθ' ων η αίτηση ως καταπιστευματοδόχους των χρημάτων των Αιτητών, κατέληξε ότι η περίπτωση του «κουρέματος» των καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου αποτελεί, κατά την άποψη τους, το κλασσικότερο παράδειγμα απώλειας για την οποία ένας καταπιστευματοδόχος δεν θα είχε ευθύνη ενόψει ενός πρωτοφανούς για ολόκληρη την Ευρώπη γεγονότος που δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι οι Αιτητές με την αποδοχή των όσων αναγράφονταν στις αποδείξεις παραλαβής ημερ. 17.5.2013, κωλύονται να απαιτούν ως οι Αιτήσεις τους, καθώς επρόκειτο για κλασσική περίπτωση κωλύματος λόγω δηλώσεως σε έγγραφο. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών θέτοντας ως καθοριστικό παράγοντα για την κρίση του Δικαστηρίου τον Νόμο 208(Ι)/2012 και το Καταστατικό των Καθ' ων η αίτηση 1, κάλεσε το Δικαστήριο να μη συνδέσει τις αξιώσεις των Αιτητών με τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 και την επίδραση τους στην Κυπριακή κοινωνία και οικονομία. Επισήμανε ότι η υπόθεση των Αιτητών δεν συνδέεται χρονικώς αλλά ούτε και νομικώς με την απομείωση των καταθέσεων του Μαρτίου 2013 και ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασχοληθεί με το εν λόγω γεγονός. Θέτοντας ως νομικά σημαντικό για τους Αιτητές το χρονικό σημείο τερματισμού της απασχόλησης τους, σημείωσε ότι οι καθυστερήσεις ή αδικαιολόγητες καθυστερήσεις των Καθ' ων η αίτηση ως προς τη δράση τους δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γεννήσουν δικαιώματα και ή δικαιολογίες για τους Καθ' ων η αίτηση τα οποία θα δράσουν εις βάρος των Αιτητών κατά τρόπο παράνομο και αντικανονικό. Αναφερόμενη στις απόδείξεις είσπραξης ημερ. 17.5.2013, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι ουδεμία συγκατάθεση και ή αποδοχή οποιασδήποτε ευθύνης έγινε μέσω των συγκεκριμέ-νων εγγράφων από τους Αιτητές. Ανάλυση Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης που θα οδηγήσουν το Δικαστήριο στην τελική του κρίση δεν φαίνεται να αμφισβητούνται. Αντίθετα από τις εκατέρωθεν μαρτυρίες φαίνεται να είναι σε μεγάλη έκταση παραδεκτά και να υποστηρίζονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφο που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Στηριζόμενο λοιπόν το Δικαστήριο επί των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης και επί της ενώπιον του πραγματικής μαρτυρίας θα προχωρήσει στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα. (
  2. i)Πότε ανέκυψε το δικαίωμα των Αιτητών για πληρωμή από το Ταμείο και κατά πόσο επηρεάζεται από την απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 208(Ι)/2012 (Νόμος που αναφέρεται ως «Ο περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012»): «Ταμείο Προνοίας» σημαίνει Ταμείο το οποίο παρέχει συνταξιοδοτικές παροχές οι οποίες καταβάλλονται υπό μορφή εφάπαξ πληρωμών·» Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ιδίου Νόμου: «9.-

(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, κάθε Ταμείο διέπεται από τους κανόνες λειτουργίας του.
(2)Οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου καθορίζουν τουλάχιστον- (α) την επωνυμία και την έδρα του Ταμείου, (β) τους όρους εισδοχής των μελών και τις συνθήκες υπό τις οποίες παύουν να είναι μέλη, (γ) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών, (δ) τη σύνθεση της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου και τους όρους της εκλογής ή του διορισμού ή της παύσης των μελών της, τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά της, καθώς και τους όρους λειτουργίας της, (ε) τους όρους υπό τους οποίους δύναται να συγκαλείται, να συνεδριάζει και να αποφασίζει η συνέλευση των μελών, (στ) τους όρους, υπό τους οποίους δύνανται να τροποποιούνται οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου, (ζ) το ποσό ή το ποσοστό εισφορών των μελών ή/και της χρηματοδοτούσας επιχείρησης (η) την τήρηση και τον έλεγχο των λογαριασμών του Ταμείου, και (θ) τις συνθήκες και τους όρους διάλυσης του Ταμείου.» Σύμφωνα με άρθρο 29 του Νόμου: «29.-
(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι παροχές που καταβάλλονται από κάθε Ταμείο καθορίζονται από τους κανόνες λειτουργίας του.
(2)Παροχές από Ταμείο δύνανται να καταβάλλονται μόνο σε μέλος του και τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους- (α) σε περίπτωση αφυπηρέτησης, που λαμβάνει χώρα όταν το μέλος υπερβεί την καθοριζόμενη από τους κανόνες λειτουργίας ηλικία, (β) σε περίπτωση κατά την οποία το μέλος καθίσταται μόνιμα ανίκανο για την εργασία που εκτελεί, (γ) σε περίπτωση θανάτου του μέλους, (δ) σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του μέλους, ή (ε) σε περίπτωση διάλυσης του Ταμείου: Νοείται ότι, όταν πρόκειται για μέλος Ταμείου, το οποίο λειτουργεί για μισθωτούς περισσοτέρων της μιας χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων, είτε της ίδιας είτε διαφορετικής οικονομικής δραστηριότητας, ο τερματισμός της απασχολήσεως του μέλους αυτού δεν θεμελιώνει δικαίωμα για παροχή δυνάμει της παραγράφου (δ), πριν την εκπνοή έξι
(6)μηνών από τον τερματισμό της απασχόλησης του μέλους και εφόσον το μέλος δεν έχει στο μεταξύ απασχοληθεί σε άλλη από τις εν λόγω επιχειρήσεις.
(3)Καμιά μείωση συσσωρευμένων δικαιωμάτων από Ταμείο δεν επιτρέπεται, εκτός στην περίπτωση οικειοθελούς τερματισμού της απασχόλησης του μέλους πριν από τη συμπλήρωση τεσσάρων
(4)ετών συνεχούς απασχόλησης με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση׃ Νοείται ότι, προκειμένου περί Ταμείου Προνοίας, απαγορεύεται η μείωση των συσσωρευμένων δικαιωμάτων τα οποία προκύπτουν από τις προσωπικές εισφορές του μέλους.
(4)Η μέθοδος υπολογισμού του ποσού της παροχής, η οποία καταβάλλεται από Ταμείο Προνοίας σε μέλος ή στους νόμιμους κληρονόμους του καθορίζεται με Κανονισμούς.» Στην προκείμενη περίπτωση οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του Ταμείου είναι το Καταστατικό των Καθ' ων η αίτηση 1 (Τεκ.7). Σύμφωνα με το άρθρο 4(γ) του Καταστατικού: «(γ) Μέλος παύει να είναι μέλος του Ταμείου από την ημέρα που τερματίζονται οι υπηρεσίες του είτε κατόπιν απολύσεως του είτε κατόπιν οικειοθελούς παραιτήσεως του.» Σύμφωνα με το άρθρο 12(β) και (θ) του Καταστατικού: «(β) οποιονδήποτε μέλος του Ταμείου που επαύθη λόγω καταργήσεως της θέσεως του ή λόγω ελλείψεως εργασίας ή δια λόγους οικονομίας θα του πληρωθούν εις το ακέραιο όλα τα ποσά που βρίσκονται εις πίστιν και των δύο λογαριασμών "A" και "B" ... (θ) Τα αναλογούντα εις τους λογαριασμούς "A" και "B" ποσά οιουδήποτε αποχωρούντος μέλους, δια το τελευταίο έτος της προς της αποχωρήσεως, εκ του λογαριασμού "Γ" θα καταβάλλονται εις αυτό εντός περιόδου τριών μηνών από της ετοιμασίας και ελέγχου των λογαριασμών» Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι οι Αιτητές έπαυσαν να είναι μέλη του Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η αίτηση 1 από την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης τους που ήταν η 30.11.2012 και για τον Αιτητή στην Αίτηση 938/2013 η 8.12.2012. Επίσης δεν προκύπτει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο λόγος που οδήγησε την Εργοδότρια Εταιρεία στην απόλυση των Αιτητών, δικαιολογεί την πληρωμή εις το ακέραιο όλων των ποσών που βρίσκονταν σε πίστη τους στους λογαριασμούς "A" και "B". Περαιτέρω ούτε ο Νόμος αλλά ούτε και το Καταστατικό των Καθ' ων η αίτηση 1 θέτουν οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό ως προς τη δυνατότητα καταβολής των σε πίστη των μελών κατατιθέμενων ποσών. Από το γράμμα του Νόμου καθίσταται φανερό ότι μια τέτοια δυνατότητα παρέχεται από τη στιγμή που συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων που ρητά απαριθμούνται στο άρθρο 29
(2)του Νόμου. Επίσης από τη γλωσσική αποτύπωση των διατάξεων του Καταστατικού εξάγεται η πρόθεση των μερών να μην θέσουν οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό στην καταβολή των εις πίστη των αποχωρησάντων μελών κατατιθέμενων ποσών, από τη στιγμή που έπαυσαν να είναι μέλη του Ταμείου, με εξαίρεση τα ποσά που τους αναλογούν από τους λογαριασμούς "A" και "B", για το τελευταίο έτος πριν την αποχώρηση τους, για τον υπολογισμό των οποίων έκριναν αναγκαία την ετοιμασία και έλεγχο των λογαριασμών, καθορίζοντας συγκεκριμένη προθεσμία για την καταβολή τους. Συνεπώς από τη στιγμή που οι Αιτητές έπαυσαν να είναι μέλη του Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η αίτηση 1, λόγω τερματισμού της απασχόλησης τους, είχαν κάθε δικαίωμα να απαιτήσουν την άμεση καταβολή των σε πιστή τους κατατιθέμενων ποσών στους λογαριασμού "A" και "B" και οι Καθ' ων η αίτηση 1 την αντίστοιχη υποχρέωση για άμεση καταβολή τους, εξαιρουμένου του περιορισμού που τίθεται με το άρθρο 12(θ) του Καταστατικού, για ένα μέρος του ποσού που δικαιούται κατ' αναλογία να λάβει το αποχωρούν μέλος, το οποίο ποσό δεν θα καταβάλλεται πριν την ετοιμασία και τον έλεγχο των λογαριασμών. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω κατάληξης μας, ως προς την υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση 1 να καταβάλουν άμεσα τα εις πίστη των Αιτητών κατατιθέμενα ποσά, θα διαφωνήσουμε με τη θέση τους ότι ενήργησαν εντός ευλόγου χρόνου για την εξασφάλιση των χρημάτων που ήταν απαραίτητα για την πληρωμή των Αιτητών. Είναι αρκετό, επί τούτου, να επισημάνουμε ότι οι Αιτητές ενημερώθηκαν για τον τερματισμό της απασχόλησης τους προς τα τέλη Σεπτεμβρίου 2012 και ότι η επιστολή προς την Τράπεζα κοινοποιήθηκε στις 17.1.2013. Δεν προκύπτει η παραμικρή αμφιβολία ότι για την απόλυση των Αιτητών ενήμεροι ήταν και οι Καθ' ων η αίτηση, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της κας Φασουλιώτη, η οποία επισήμανε κατά την αντεξέταση της ότι όλα τα θέματα τα μιλούσαν μέσα στην Εταιρεία και δεν παρίστατο ανάγκη για συνεδρία (της Διαχειριστικής Επιτροπής), καθώς υπήρχε συνεχής επαφή μεταξύ τους και τα γνώριζαν όλα. Και ενώ από της λήψεως της απόφασης και μέχρι την ημέρα αποχώρησης των Αιτητών από την εργασία τους, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν όλο τον χρόνο να προβούν στις δέουσες ενέργειες για αποδέσμευση των αναγκαίων για την πληρωμή χρημάτων, ώστε να καταβληθούν άμεσα στους Αιτητές τα εις πίστη τους ποσά από τον λογαριασμό "A" και "B", εν τούτοις την επιστολή αποδέσμευσης κοινοποίησαν στην Τράπεζα Κύπρου 40 και πλέον μέρες μετά την αποχώρηση των Αιτητών, προφασιζόμενοι διάφορα γεγονότα, ως και την πρακτική που ακολούθησαν σε απολύσεις που έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 2012, η οποία προφανώς δεν μπορεί να υπερισχύσει της υποχρέωσης για άμεση πληρωμή όπως προκύπτει από τον Νόμο και το Καταστατικό. Από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι προφανές ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν ενήργησαν κακόπιστα. Η πρόθεση τους για καταβολή προς τους Αιτητές του κατατιθέμενου εις πίστη τους ποσού ήταν δεδομένη εξ ου και η επιστολή που κοινοποίησαν στην Τράπεζα Κύπρου για αποδέσμευση χρημάτων από προθεσμιακή κατάθεση για πληρωμή των Αιτητών και ενός ακόμη μέλους. Από της κοινοποιήσεως ωστόσο της εν λόγω επιστολής και μέχρι το πέρας της προθεσμίας που απαιτείτο για την αποδέσμευση το λεφτών, ανέκυψε κατά τα τέλη Μαρτίου 2013 η απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων. Επρόκειτο όντως για ένα αναπάντεχο γεγονός το οποίο ωστόσο ανέκυψε τέσσερεις σχεδόν μήνες μετά που οι Αιτητές έπαυσαν να είναι μέλη του Ταμείου και που οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να τους καταβάλουν τα εις πίστη τους κατατιθέμενα ποσά. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνουμε ότι τα δικαιολογημένα συμφέροντα και οι δικαιολογημένες προσδοκίες των Αιτητών δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να αποδεχθούμε τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι τα δικαιώματα των Αιτητών από το Ταμείο Προνοίας επηρεάστηκαν από ένα μελλοντικό γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με την αξίωση τους που ανάκυψε με τον τερματισμό της απασχόλησης τους και δη τέσσερεις ολόκληρους μήνες πριν την απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων. (i) Κατά πόσο υπήρξε γραπτή αποδοχή των συνεπειών της απομείωσης από τους Αιτητές Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, όλοι οι Αιτητές, παραλαμβάνοντας την πρώτη δόση από τις πληρωμές που τους είχαν γίνει, υπέγραψαν «απόδειξη είσπραξης» (Τεκ. 2 - 5) επί της οποίας αναγράφετο ότι έλαβαν το καταβληθέν ποσό «έναντι λογαριασμού στο αποχωρών μέλος για το "A" και "B" μέχρι τελικής απόφασης που θα αφορά τα Ταμεία Προνοίας από την Κεντρική Τράπεζα». Εν όψει της πιο πάνω αναφοράς, οι Καθ' ων η αίτηση θέτουν τη νομική υπεράσπιση του κωλύματος και εισηγούνται ότι πρόκειται για κλασσική περίπτωση κωλύματος λόγω δηλώσεως σε έγγραφο. Όπως αναφέρθηκε την υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπρ. Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ., «Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει. .... Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με ην αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του , ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής ..». Αναφορικά με την απεμπόληση δικαιώματος στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου μόνο εφόσον αυτή υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος.» Έχουμε μελετήσει το περιεχόμενο του υπό εξέταση εγγράφου και δεν βρίσκουμε να εμπεριέχει οποιαδήποτε σαφή δήλωση που θα οδηγούσε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές με την υπογραφή του αποδέχθηκαν τις οποιεσδήποτε συνέπειες της απομείωσης των καταθέσεων που οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Αντίθετα, αυτό που κατά την ταπεινή μας άποψη προκύπτει μέσα από τη συγκεκριμένη δήλωση είναι ότι οι Αιτητές αποδέχθηκαν το ληφθέν ποσό έναντι του εις πίστη τους κατατιθέμενου ποσού στους λογαριασμούς "A" και "B", γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των υπόλοιπων αποδεί-ξεων για πληρωμές που ακολούθησαν, όπου αναφέρεται ότι λάμβαναν τα χρήματα «έναντι». Αυτό αναφέρεται και στην τελευταία πληρωμή όπου οι Καθ' ων η αίτηση, παρά τον ισχυρισμό τους, δεν έθεσαν θέμα εξόφλησης. Ο ισχυρισμός της κας Φασουλιώτη ότι οι Αιτητές δικαιούνται τόκους επί του ποσού που τους καταβλήθηκε και αυτός είναι ο λόγος που δεν τέθηκε θέμα εξόφλησης, δεν μας βρίσκει σύμφω-νους καθώς μια τέτοια εκδοχή δεν υποστηρίζεται από τους γενικούς λόγους εμφάνισης αλλά ούτε και διευκρινίζεται στην εν λόγω απόδειξη. Πιο λογική μας φαίνεται η θέση των Αιτητών ότι τόσο η αναφορά στην αρχική απόδειξη όσο και η «έναντι» αναφορά στις αποδείξεις που ακολούθησαν, οφείλοντο στη σταδιακή αποδέσμευση των κατατιθέμενων λεφτών ως επακόλουθο των μέτρων εξυγίανσης που έλαβαν χώρα κατά τον Μάρτιο
  1. Για τους πιο πάνω λόγους η νομική υπεράσπιση του κωλύματος δεν βρίσκουμε να ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατάληξη Καταληκτικά οι Αιτητές δικαιούνται στην καταβολή του ποσού που τους έχει αποκοπεί ως αποτέλεσμα της απομείωσης που δέχθηκαν οι καταθέσεις των Καθ' ων η αίτηση 1 στην Τράπεζα Κύπρου. Όπως έχομε αναφέρει ανωτέρω, στους Αιτητές καταβλήθηκε το 52,5% του κατατιθέμενου σε πιστή τους ποσού στους λογαριασμού "A" και "B" και συνεπώς δικαιούνται απόφαση για το υπόλοιπο 47,5%. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των Αιτήσεων και σε κάθε Αίτηση εκδίδεται απόφαση ως ακολούθως: (α) Υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση 936/2013 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €10.212 με νόμιμο τόκο από 28.11.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. (β) Υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση 937/2013 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €10.233 με νόμιμο τόκο από 28.11.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. (γ) Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 938/2013 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €9.880 με νόμιμο τόκο από 28.11.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. (δ) Υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 939/2013 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €4.020 με νόμιμο τόκο από 28.11.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση
  2. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 έως 6 δεν βρίσκουμε να υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης και συνεπώς οι εναντίον τους αξιώσεις απορρίπτονται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)................ Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Χ. Αυγουστή, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.