ΑΙΜΙΛΙΟ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ν. ERMES DEPARTMENT STORES PLC προηγούμενα ονομαζόμενη ERMES DEPARTMENT STORES PUPLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης:157/2013, 9/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Π. Κούμα, Μελών. Αρ. Υπόθεσης:157/2013 Μεταξύ: ΑΙΜΙΛΙΟ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ Αιτητής -και- ERMES DEPARTMENT STORES PLC προηγούμενα ονομαζόμενη ERMES DEPARTMENT STORES PUPLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 9η Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Ηλιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο παρόν στάδιο οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν την κατάθεση, ως τεκμηρίων, δέσμης ηλεκτρονικών μηνυμάτων με επισυνημμένα αρχεία (φωτογραφίες), καθώς και ενός ηλεκτρονικού stick/USB με αρχεία βίντεο παρόμοιου περιεχομένου που κατ' επίκληση τους, ανευρέθηκαν στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Αιτητή και για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 17 της γραπτής δήλω-σης του κ. Γιουσελλή. Επιδιώκεται επίσης η κατάθεση e-mails που κατ' ισχυρισμό ανευρέθηκαν μετά από έρευνα στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εργασίας του Αιτητή και των μηνυμάτων που υπήρχαν στους servers των Καθ' ων η Αίτηση, για τα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 18 της γραπτής δήλωσης του εν λόγω μάρτυρα. Η πλευρά του Αιτητή, με βάση την αγόρευση του κ. Παναγίδη, ενίσταται στην κατάθεση των εν λόγω εγγράφων. Όσον αφορά το USB, το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό, ανέφερε ότι είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα, καθώς με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ο υποτιθέμενος λόγος τερματισμού της απασχό-λησης του Αιτητή, στηρίχθηκε σε υποτιθέμενες παράνομες δραστηριότητές του. Επίσης, είναι η θέση του ότι τόσο το USB όσο και τα ηλεκτρονικά μηνύματα λήφθηκαν παράνομα, εν τη απουσία και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν δύναται να γίνουν αποδεκτά. Προς υποστήριξη των θέσεων του επικαλέστηκε τα άρθρα 4 και 5 του Ν.138(Ι)/2001 και το άρθρο 99 υποπαρ.5 του Ν.112(Ι)/2004. Παρέπεμψε επίσης στην απόφαση Σιάμισιης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 308 όπου γίνεται, μεταξύ άλλων και εκτενής αναφορά στα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. Αγορεύοντας ο κ. Ηλιάδης, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι τα επιδιωκόμενα προς κατάθεση στοιχεία σχετίζονται άμεσα με την απόλυση του Αιτητή, καθώς ανακα-λύφθηκαν μετά από έρευνα σε χρόνο προγενέστερο της απόλυσης του και αν είναι τυχαία ή όχι η ανακάλυψη τους αποτελεί θέμα ουσίας που το Δικαστήριο δεν θα αποφασίσει στο παρόν στάδιο. Σημειώνει ότι τα επιδιωκόμενα προς κατάθεση στοιχεία δεν ανευρέθηκαν σε τερματικό του Αιτητή, δηλαδή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ή στο τηλέφωνο του, αλλά στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρο-μείου του, που είναι στους servers της εταιρείας, δηλαδή σε εξοπλισμό που ανήκει στην εταιρεία και όχι στον ίδιο, όπου επέλεξε να αποθηκεύσει το φωτογραφικό υλικό όσον αφορά τα στοιχεία της παραγράφου
- Όσον αφορά τα στοιχεία της παραγράφου 18, είναι η εισήγηση του ότι είναι e-mails τα οποία και πάλι επέλεξε να αποστείλει χρησιμοποιώντας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο το οποίο του εδόθη από την εταιρεία να χρησιμοποιεί για σκοπούς εργασίας του και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ανάκτησης πληροφοριών από τα αντικείμενα που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της γραπτής δήλωσης ή από άλλη ηλεκτρονική συσκευή που ανήκε στον Αιτητή. Αφού αναφέρθηκε σε διάφορες αποφάσεις του Employment Appeal Tribunal και στην απόφαση του ΕΔΑΔ, Barbulescu v. Romania αρ.61496/08 της 12.1.2016, που αφορά την εποπτεία της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του εργοδο-τούμενου από τον εργοδότη, εισηγήθηκε την απόρριψη της ένστασης και την αποδοχή των εν λόγω στοιχείων ως τεκμηρίων. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη μη δέσμευση του Δικαστηρίου τούτου από αυστηρούς κανόνες απόδειξης, θέτοντας την αξιολόγηση μαρτυρικού υλικού ως θέμα του Δικαστηρίου σε μεταγενέστερο στάδιο και το δικαίωμα του για αποδεκτότητα των εν λόγω στοιχείων με βάση τον νόμο που το διέπει. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασης κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και την αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.» Η εν λόγω προστασία παρέχεται εισέτι και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΑΔ). Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) τείνει εκ πρώτης όψεως να καταδείξει μια προτίμηση στην προστασία των δικαιω-μάτων του εργοδοτούμενου. Στην απόφαση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ημερ. 3.7.2007, αποφασίστηκε ότι «η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και τη χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμα της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Μια πολύ πρόσφατη νομολογία, εξηγεί, ωστόσο, ότι αυτή η εξέλιξη δεν ταυτίζεται με μια λογική υπερπροστασίας του εργοδοτούμενου και ότι σε ορισμένες περιπτώ-σεις ο εργοδότης δύναται να τον παρακολουθεί χωρίς να παραβιάζει το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής. Στην προαναφερθείσα απόφαση Barbulescu v. Romania ο εργο-δότης παρατήρησε ότι ο εργοδοτούμενος, εν ώρα εργασίας και κατά παράβαση της γενικής πολιτικής της εταιρείας, χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρονικό λογαριασμό που ο ίδιος του είχε διαθέσει για προσωπικές επικοινωνίες ερωτικού περιεχομένου με τη σύζυγό του. Ο εργοδοτούμενος αμφισβήτησε τη διαδικασία απόλυσής του ισχυριζόμενος ότι η παρακολούθησή του ήταν παράνομη, προσφεύγοντάς σε πρώτο και δεύτερο βαθμό ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων της χώρας του, επικαλούμενος παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του, βάσει συνταγματικών διατά-ξεων και διατάξεων διεθνούς και ενωσιακού δικαίου. Τα εθνικά δικαστήρια δικαίωσαν τον εργοδότη εκτιμώντας ότι άσκησε νομότυπα και καλόπιστα το διευθυντικό δικαίωμα του, αφού η χρήση του internet από τον εργοδοτούμενο έγινε για προσωπικούς σκοπούς, κατά παράβαση του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της επιχείρησης. Ακολούθως το ΕΔΑΔ, όπου προσέφυγε ο εργοδο-τούμενος, απέρριψε την προσφυγή κατά πλειοψηφία, διαπιστώνοντάς ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στο άρθρο 8 παρ.2 της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει εξαίρεση από την γενική προστασία της ιδιωτικής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας (στην οποία περιλαμβάνεται και η προστασία της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του εργοδοτούμενου) όταν τίθενται λόγοι προστασίας δικαιωμάτων τρίτων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η παραβίαση των δικαιωμάτων του εργοδότη. Δηλα-δή, το Δικαστήριο θεώρησε, εν προκειμένω, ότι το δικαίωμα του εργοδότη για την εκ μέρους του εργαζομένου τήρηση του επαγγελματικού του καθήκοντος υπερτερεί του δικαιώματος της προστασίας της ιδιωτικής αλληλογραφίας του εργοδοτούμενου κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του. Ουσιώδες στοιχείο για την έκβαση της υπόθεσης ήταν βέβαια η ύπαρξη εσωτερικής πολιτικής της εταιρείας σε αυτό το θέμα, ο περιορισμός της παρακολούθησης στον αναγκαίο βαθμό για την επίτευξη του δικαστικού συμφέροντος και η προσωπική χρήση ενός εργαλείου προορισμένου μόνο για επαγγελματικούς σκοπούς. Ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του 2001 (Ν.138(Ι)/2001)(«ο νόμος») διαλαμβάνει τέτοιες διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία των πιο πάνω δικαιωμάτων. Η προστασία του δικαιώματος αυτού επιτυγχάνεται μέσω συγκεκριμένων περιορισμών που τίθενται αναφορικά με τη συλλογή και επεξεργασία «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Σύμφωνα με τις οδηγίες του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ένας εργοδότης μπορεί να εγκαταστήσει συστήματα παρακολούθησης των ιστοσελίδων που επισκέπτονται οι εργοδοτούμενοι και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που διεξάγουν, αφού τους ενημερώσει κατάλληλα, ώστε να διασφαλίζει ότι η χρήση του διαδικτύου πραγματοποιείται για σκοπούς εργασίας και όχι για προσωπικούς σκοπούς. Απαγορεύεται όμως, η πρόσβαση του εργοδότη στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εργοδοτούμενων αν αυτό αφορά προσωπικά μηνύματά τους. Δεδομένου ότι οι εργοδοτούμενοι πρέπει να χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό που τους παρέχει ο εργοδότης, αποκλειστικά για σκοπούς εργασίας, αυτός μπορεί, αν αυτό είναι απαραίτητο, για σκοπούς αποφυγής διαρροής πληροφοριών που αφορούν τον οργανισμό του, να ενημερώσει τους εργοδοτούμενους ότι απαγορεύεται η αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων για προσωπικούς σκοπούς από τερματικά τα οποία είναι εγκατεστημένα στον χώρο εργασίας και για τις κυρώσεις που επιδέχεται η αποστολή αυτή και να τους παράσχει όπου είναι εφικτό ανάλογα μέσα για τη διεκπεραίωση προσωπικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στον ελεύθερο τους χρόνο. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να ενημέρωσαν οι Καθ' ων η αίτηση τον Αιτητή για τον διεξαχθέντα έλεγχο και την επεξεργασία των στοιχείων που επιδιώκουν να καταθέσουν ως Τεκμήρια. Κατά τις ερμηνευτικές διατάξεις του νόμου: «συγκατάθεση» σημαίνει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.» Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του νόμου, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά κανόνα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του. Κατ' εξαίρεση του κανόνα στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου απαριθμούνται οι περιπτώσεις που επιτρέπεται επεξεργασία δεδομένων και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Σχετική με την υπόθεση μας είναι η εξαίρεση που προνοείται στην παρ. 2(ε), την οποία παραθέτουμε: 2 (ε): όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων.» Το ίδιο παρατηρείται και στο άρθρο 6
(1)του νόμου όπου προνοείται η απαγόρευση συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπου μεταξύ άλλων επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία όταν: 2 (ε): «η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου.» Από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση τηρούσαν εγχειρίδιο προσωπικού (Τεκ.11) στο οποίο μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά στην χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και Internet, που θεωρούνται σημαντικά εργαλεία στη διεκπεραίωση της καθημερινής εργασίας και επικοινωνίας εντός του επαγγελματικού κύκλου, θέτοντας υπό αυστηρή απαγόρευ-ση την αποστολή εντός και εκτός της εταιρείας μηνυμάτων με αισχρό και ανήθικο περιεχόμενο και ή την προσωπική χρήση του internet εν ώρα εργασίας. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τον νόμο και τη νομολογία θα πρέπει να σταθμίσει δυο παράγοντες. Από τη μια το δικαίωμα του εργοδότη για την εκ μέρους του εργοδοτούμενου τήρηση του επαγγελματικού του καθήκοντος και από την άλλη την προστασία της ιδιωτικής ζωής του εργοδοτούμενου (όπου περιλαμβάνεται και η προστασία της προσωπικής επικοινωνίας) κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του. Με δεδομένη ωστόσο την απαγόρευση που τίθεται μέσα από το εγχειρίδιο προσωπικού, το περιεχόμενο του οποίου υπό κανονικές συνθήκες ήταν εν γνώσει του Αιτητή, ως και του γεγονότος ότι τα ανευρεθέντα στοιχεία των οποίων επιδιώκεται η κατάθεση ευρίσκονταν αποθηκευμένα σε εξοπλισμό που ανήκε στους Καθ' ων η αίτηση και δη στους servers της Εταιρείας, κρίνουμε ότι υπό λογικές συνθήκες ο Αιτητής ήξερε ή όφειλε να ξέρει ότι τα συγκεκριμένα μέσα που του διέθεταν οι Καθ' ων η αίτηση με σκοπό τη διεκπεραίωση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, ήταν ανά πάσα στιγμή δυνητικά υπό παρακολούθηση. Από την άλλη η επεξεργασία των στοιχείων των οποίων επιδιώκεται η κατάθεση κρινόταν απαραίτητη για την ικανοποίηση και προάσπιση του έννομου συμφέροντος των Καθ' ων η αίτηση, η ύπαρξη του οποίου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Για όλα τα πιο πάνω θα συμφωνήσουμε με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση και θα επιτρέψουμε την κατάθεση των υπό αναφορά στοιχείων, ως εμφαίνονται στις παραγράφους 17 και 18 της γραπτής δήλωσης του κ. Γιουσελλή, τα οποία θα αξιολογήσουμε ανάλογα κατά την τελική μας κρίση. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Π. Κούμας, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο