← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΛΤΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 42/2011, 31/3/2017

ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΛΤΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 42/2011, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 42/2011 Μεταξύ:

  1. ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
  2. ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
  3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΥΛΑ - ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αιτητών -και- ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΛΤΑ ΛΤΔ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 31η Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χρ. Χρυσάνθου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Π. Παπαπέτρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη συγκατάθεση των Αιτητών το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του νομικού ισχυρισμού της παραγραφής. Το θέμα εγείρεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης και προωθήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση προς επίλυση ως προδικαστικό σημείο. Η εν λόγω προδικαστική ένσταση έχει ως ακολούθως: «Ο Καθ' ου η αίτηση περαιτέρω και ή διαζευκτικά αιτείται απόρριψη της Αίτησης λόγω του ότι αυτή έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Νόμο ή / και η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη ή / και το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να την εξετάσει αφού καταχωρήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία που πρόεκυψε το ισχυριζόμενο δικαίωμα των Αιτητών. Ο Καθ' ου η αίτηση επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί λεπτομερώς κατά τη δικάσιμο». Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση των Αιτητών ως αυτά εμφαίνονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης είναι τα ακόλουθα: Ο Καθ' ου η αίτηση είναι το ταμείο προνοίας του προσωπικού της Εμπορικής Εταιρείας Δέλτα Λτδ («η Εταιρεία»). Ο Αιτητής 1 εργάστηκε στην υπηρεσία της Εταιρείας από το 1967 μέχρι τις 5.11.2009 που η Εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του υπήρξε και μέλος του Καθ' ου η αίτηση. Οι Αιτήτριες 2 και 3 εργάστηκαν επίσης στην υπηρεσία της Εταιρείας και υπήρξαν μέλη του Καθ' ου η αίτηση μέχρι την αφυπηρέτηση τους από την Εταιρεία κατά τα έτη 1999 και 2000 αντίστοιχα. Όμως λόγω έλλειψης ρευστότητας του Καθ' ου η αίτηση δεν τους καταβλήθηκε κατά τον χρόνο της αποχώρησης τους το ποσό που δικαιούνταν ως μέλη και παρέμεινε η οφειλή τους η οποία θα ικανοποιείτο όταν θα εκποιείτο η κτηματική περιουσία του ταμείου. Η εν λόγω κτηματική περιουσία που αποτελείτο από ένα κτήμα στα Περιβόλια της Λάρνακας πωλήθηκε γύρω στις 28.9.2007 στην τιμή των ΛΚ300.000 και το εν λόγω ποσό κατατέθηκε σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό σε πίστη του Καθ' ου η αίτηση. Ο Αιτητής 1 κατά τον χρόνο πώλησης του κτήματος ήταν το μοναδικό μέλος του Καθ' ου η αίτηση. Δυνάμει του άρθρου 13 του καταστατικού του Καθ' ου η αίτηση το ταμείο διαλύεται σε περίπτωση διάλυσης της Εταιρείας και σε τέτοια περίπτωση τα μέλη του ταμείου λαμβάνουν τα εις πίστη τους ποσά. Ο Αιτητής 1 με επιστολή του ημερομηνίας 9.6.2010 ζήτησε από τη διαχειρι-στική επιτροπή του Καθ' ου η αίτηση όπως του καταβληθούν τα ποσά που δικαιούται από το ταμείο προνοίας. Παρόμοιο αίτημα υπέβαλαν και οι Αιτήτριες 2 και
  4. Η διαχειριστική επιτροπή του Καθ' ου η αίτηση αποφάσισε στις 9.9.2010 όπως καταβληθεί στον Αιτητή 1 το ποσό των €143,083.41, στην Αιτήτρια 2 το ποσό των €39,686.16 και στην Αιτήτρια 3 το ποσό των €23,593.36, ενημερώνοντας τους Αιτητές για την εν λόγω απόφαση της με επιστολή ημερ. 30.9.
  5. Οι Αιτητές έλαβαν τα πιο πάνω ποσά με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους αφού θεωρούσαν και θεωρούν ότι τα ποσά που δικαιούνται είναι μεγαλύτερα. Μετά τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου 2013 τα χρήματα που ήταν κατατε-θειμένα στον πιο πάνω λογαριασμό υπέστησαν απομείωση. Το συνολικό κατατεθειμένο ποσό είναι σήμερα €155.231,
  6. Είναι η θέση των Αιτητών ότι το πιο πάνω ποσό θα πρέπει να τους καταβληθεί ως ακολούθως: Α) στον Αιτητή 1 το ποσό των €107.684,05 Β) στην Αιτήτρια 2 το ποσό των €29.851,01 Γ) στην Αιτήτρια 3 το ποσό των €17.696,38 Επίσης μέρος των καταθέσεων του Καθ' ου η αίτηση λόγω των ιδίων γεγονότων μετατράπηκαν σε μετοχές και ο Καθ' ου η αίτηση κατέχει σήμερα 141.829 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι δικαιούχοι των εν λόγω μετοχών ως ακολούθως: Α) Ο Αιτητής 1 δικαιούται 69.37% των μετοχών Β) Η Αιτήτρια 2 δικαιούται το 19.23% των μετοχών Γ) Η Αιτήτρια 3 δικαιούται το 11.40% των μετοχών Ισχυρίζονται επίσης ότι ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται και/ή παραλείπει μέχρι σήμερα να τους καταβάλει τα πιο πάνω κατά παράβαση του Νόμου και του καταστατικού και ότι η εν λόγω άρνηση και/ή παράλειψη συνιστά επιπρόσθετα και δόλο και απάτη. Ο Καθ' ου η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης παραδέχεται ότι στις 28.9.2007 προέβη σε πώληση του κτήματος στην τιμή των ΛΚ300.000 και ότι η Εταιρεία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.11.
  7. Δεν αρνείται τους προβαλλόμενους όρους του καταστατικού και το γεγονός ότι με τα γεγονότα του Μάρτη 2013 τα κατατεθειμένα λεφτά υπέστησαν απομείωση. Αρνείται ωστόσο τις υπόλοι-πες θέσεις των Αιτητών και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής 1 ήταν μέλος του ταμείου προνοίας μέχρι το 2005, οπότε αποχώρησε και κατά ή περί την 7.9.2010 του καταβλήθηκε ποσό €143.083,41 προς πλήρη εξόφληση. Το ίδιο ισχυρίζεται και για τις Αιτήτριες 2 και 3 στις οποίες κατά ή περί την 9.9.2010 κατάβαλε τα ποσά των €39.686,16 και €23.593,36 αντίστοιχα. Περαιτέρω αρνείται ότι οι Αιτητές δικαιούνται να λάβουν τα αιτούμενα ποσά ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Νομικό έρεισμα για προβολή της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης αποτέλεσε το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67)όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου

(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Αγορεύσεις Προβαίνοντας η κα Παπαπέτρου σε διεξοδική ανάλυση του Νόμου και των αρχών που διέπουν το θέμα της παραγραφής και θέτοντας ως αφετηρία του δικαιώματος των Αιτητών να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής τους, εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα αυτό έχει εκλείψει καθώς έχει παρέλθει η δωδεκάμηνη προθεσμία αφότου ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα. Εισηγήθηκε επίσης ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τέθηκε θέμα δόλου και ή απάτης, και ούτε προκύπτει μέσα από τα γεγονότα, και/ή τις έγγραφες προτάσεις και/ή τις αξιώσεις των Αιτητών, ώστε να τεθεί σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας για αναστολή του χρόνου της παραγραφής. Διαμετρικά αντίθεση ήταν η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ο οποίος σε πρώτο στάδιο αναφέρθηκε σε κώλυμα του Καθ' ου η αίτηση να προωθήσει τον νομικό ισχυρισμό της παραγραφής σε αυτό το χρονικό σημείο που η υπόθεση έχει ήδη οριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες και ακρόαση. Εισηγήθηκε ωστόσο ότι σε κάθε περίπτωση το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών ανέκυψε σε χρόνο λιγότερο των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, καθώς οι Αιτητές ανάμεναν την πώληση συγκεκριμένου ακινήτου για να πάρουν το λαβείν τους από το ταμείο. Ο Καθ' ου η αίτηση σε κανένα σημείο δεν αρνή-θηκε ότι οι Αιτητές ήταν δικαιούχοι κάποιων χρηματικών ποσών. Αντίθετα στις 4.6.2010 επιβεβαίωσε ότι οι Αιτητές ήταν δικαιούχοι του προϊόντος πώλησης του ακινήτου. Αυτό που αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται είναι η έκταση του δικαιώματος των Αιτητών και το ακριβές ποσό και αριθμός μετοχών που δικαιούνται. Δεν αμφισβητείται ότι στις 9.9.2010 κατά-βλήθηκαν στους Αιτητές συγκεκριμένα ποσά. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τα ποσά αυτά είναι λανθασμένα και ότι ο καθένας τους δικαιούται μεγαλύτερο ποσό. Ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται την εν λόγω καταβολή αλλά ισχυρίζεται ότι αυτά είναι τα ποσά που δικαιούνται οι Αιτητές και τίποτε περισσότερο. Οπότε είναι η ταπεινή του εισήγηση ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών ανέκυψε στις 9.9.2010, όταν ο Καθ' ου η αίτηση τους κατέβαλε μικρότερο ποσό απ' ότι δικαιούνταν. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι ο Καθ' ου η αίτηση ενεργεί δόλια, γεγονός που θέτει σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας για αναστολή του χρόνου παραγραφής. Ανάλυση Το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής σε προχωρημένο στάδιο, όταν ήδη η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση, δεν έχει αμφισβητηθεί καθώς αυτό προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης. Το ζητούμενο ωστόσο, με βάση την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών, είναι κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση κωλύεται να προωθήσει τον νομικό αυτό ισχυρισμό σ' αυτό το χρονικό σημείο που η υπόθεση έχει ήδη οριστεί για οδηγίες και ακρόαση. Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώ-σεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου, ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιανδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικα-σίας (βλ Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2064, στην οποία μας παρέπεμψε ο δικηγόρος των Αιτητών, το υπό εξέταση ζήτημα ήταν κατά πόσο τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα να εκδικάσουν την αγωγή, η δε εξαιτούμενη θεραπεία δεν εδραζόταν σε ισχυριζόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, του γεγονός ότι το θέμα της παραγραφής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τίθεται μέσα από τον δικαιοδοτικό Νόμο 8/67 και τις καταλυτικές συνέπειες που δύναται να έχει η παραγραφή ως δικαιοδοτικό θέμα, θεωρούμε ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα που θα εμπόδιζε τον Καθ' ου η αίτηση να προωθήσει σ' αυτό το χρονικό σημείο το τιθέμενο θέμα της παραγραφής. Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας το ζητούμενο είναι το χρονικό σημείο που ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών. Ο Καθ' ου η αίτηση θέτει ως αφετηρία του δικαιώματος αυτού την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών, ενώ οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα τους ανέκυψε στις 9.9.2010 όταν ο Καθ' ου η αίτηση τους κατέβαλε μικρότερο ποσό απ' ότι δικαιούνταν. Απόλυτα σχετικός για την απόληξη του Δικαστηρίου επί του προδικαστικού αυτού σημείου είναι ο περί Ταμείων Προνοίας Νόμος του 1981 (Ν.44/81) ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του προρρηθέντος Νόμου: 8.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, παν ταμείον προνοίας διέπεται υπό του καταστατικού αυτού.
(2)Το καταστατικόν ταμείου προνοίας δέον όπως καθορίζη- (α)την επωνυμίαν και την έδραν του ταμείου προνοίας, (β) τους όρους της εισδοχής των μελών και τας συνθήκας υφ' ας ταύτα παύουν να είναι μέλη, (γ) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών, (δ) την Διαχειριστικήν Επιτροπήν του ταμείου προνοίας ως και τους όρους της εκλογής ή διορισμού και παύσεως των μελών αυτής και τας αρμοδιότητας και τους όρους λειτουργίας αυτής, (ε) τους όρους υφ' ους δύναται να συγκαλήται, συνεδριάζη και αποφασίζη η συνέλευσις των μελών, (στ) τους όρους υφ' ους δύναται να τροποποιηθή το καταστατικόν, (ζ) το ποσόν ή ποσοστόν εισφορών των μελών και του εργοδότου, (η) την τήρησιν και έλεγχον των λογαριασμών του ταμείου προνοίας, και (θ) τους όρους διαλύσεως αυτού.
(3)Ουδέν μέλος ταμείου προνοίας δύναται να έχη πέραν της μιας ψήφου δυνάμει του καταστατικού του ταμείου προνοίας. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Νόμου: 21 .-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τα ωφελήματα τα οποία καταβάλλονται εκ ταμείου προνοίας καθορίζονται διά του καταστατικού αυτού.
(2)Ωφελήματα εκ ταμείου προνοίας δύνανται να καταβάλλωνται μόνον εις μέλος τοιούτου ταμείου ή τους νομίμους κληρονόμους του μέλους- (α) εν περιπτώσει αφυπηρετήσεως, ήτοι όταν το μέλος υπερβή την καθοριζομένην διά του καταστατικού ηλικίαν, (β) εν περιπτώσει καθ' ην το μέλος ήθελε καταστή μονίμως ανίκανον προς εργασίαν, (γ) εν περιπτώσει θανάτου του μέλους, (δ) εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως του μέλους, ή (ε) εν περιπτώσει διαλύσεως του ταμείου: Νοείται ότι προκειμένου περί μέλους ταμείου προνοίας το οποίον λειτουργεί διά τους μισθωτούς πλειόνων του ενός εργοδοτών, τερματισμός της απασχολήσεως του τοιούτου μέλους δεν παρέχει δικαίωμα εις ωφέλημα δυνάμει της παραγράφου (δ), εφ' όσον εντός εξ μηνών από του τερματισμού της απασχολήσεως αυτού το μέλος ήθελεν απασχοληθή υπό τίνος των ως είρηται εργοδοτών.
(3)Κάθε εκχώρηση ή επιβάρυνση ωφελήματος στο Ταμείο Προνοίας, καθώς και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνση του, είναι άκυρη και σε περίπτωση πτώχευσης προσώπου το οποίο δικαιούται ωφέλημα, το ωφέλημα αυτό δεν περιέρχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του προσώπου που πτώχευσε.
(4)Ωφέλημα από Ταμείο Προνοίας δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο: Νοείται ότι οι διατάξεις των εδαφίων
(3)και
(4)δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που μέλος του Ταμείου Προνοίας συνάπτει δάνειο με το ίδιο το Ταμείο του οποίου είναι μέλος. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου:
  1. Κανονισμοί θέλουσι καθορίσει τας προϋποθέσεις υφ' ας η αξίωσις μέλους ταμείου προνοίας προς λήψιν του εις πίστιν του ποσού παραγράφεται, ως και τον τρόπον διαθέσεως του ποσού, το οποίον ελλείψει του παρόντος άρθρου, θα κατεβάλλετο εις το μέλος. Η θέση των Αιτητών, όπως προβάλλεται ανωτέρω δεν βρίσκουμε να συνάδει με το γράμμα του Νόμου όπου περιοριστικά απαριθμούνται οι περιπτώσεις κάτω από τις οποίες δύνανται να καταβάλλονται σε μέλος ωφελήματα από ταμείο προνοίας. Συνάδει ωστόσο απόλυτα με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι οι Αιτητές ηδύναντο να επωφεληθούν των δικαιωμά-των τους από το ταμείο προνοίας με τον τερματισμό της απασχόλησης τους για τις Αιτήτριες 2 και 3 ή με τη διάλυση του ταμείου για τον Αιτητή 1 ως προνοείται και στον άρθρο 13 του καταστατικού. Από το γράμμα λοιπόν του Νόμου είναι φανερό ότι με τον τερματισμό της απασχόλησης τους ή τη διάλυση του ταμείου για τον Αιτητή 1, οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να απαιτήσουν την καταβολή των ωφελημάτων τους από τον Καθ' ου η αίτηση και να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου προς διασφάλιση των εν λόγω ωφελημάτων τους εντός της τασσόμενης από τον Νόμο 8/67 προθεσμίας. Από τα γεγονότα ωστόσο που συνθέτουν την απαίτηση των Αιτητών αυτό που προκύπτει είναι ότι οι Αιτητές δεν προσέφυγαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους ή της διάλυσης του ταμείου ή εντός της δωδεκάμηνης προθεσμίας που τάσσει ο Νόμος 8/67 ως έχει τροποποιηθεί. Ενώ η απασχόληση του Αιτητή 1 τερματίστηκε με τη διάλυση της Εταιρείας στις 5.11.2009, και των Αιτητών 2 και 3 κατά τα έτη 1999 και 2000 αντίστοιχα, εντούτοις η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.1.
  2. Σημειωτέον ότι το επίδικο κτήμα είχε ήδη πωληθεί από το 2007 και οι Αιτητές για πρώτη φορά απαίτησαν τα εις πίστη τους κατατιθέμενα ποσά τον Ιούνιο
  3. Τότε μόνο απεφάσισαν τη λήψη δικαστικών μέτρων όταν στις 9.9.2010, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, ο Καθ' ου η αίτηση τους κατέβαλε μικρότερο ποσό απ' αυτό που δικαιούνται. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσο οι συνθήκες υπό τις οποίες καταβλήθηκαν στους Αιτητές τα ωφελήματα ή μέρος των ωφελημάτων τους δικαιολογούσαν επέκταση του χρόνο για την καταχώρηση της Αίτησης ή αναστολή του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων τους. Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθε-σμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δικαστηρίου τούτου, η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.
  4. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, vol. 16
(2), para 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: «685. Time limits for presenting complaints. ............................ .........................................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; .......................................... .......................................... n.11.......................................... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings.» Ελεύθερη μετάφραση: «Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίων Εργατικών Δικαστηρίων (ι) Χρονικά όρια 685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου............................................. .........................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση καταχώρησης μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. ..................................................................................................................Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να λάβει συμβουλή να καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση αλλά να ζητά όπως αυτή αναβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωτερική διαδικασία.» Όπως εντοπίζεται στο Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
  1. f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwithstanding that the internal disciplinary procedure provided for ´suspension without pay´ pending appeal. Brightman LJ stated that: ´If an employee is dismissed . on terms that he then ceases to have the right to work under the contract of employment and that the employer ceases likewise to be under an obligation to pay the employee, the contract is at an end´ (approved by the House of Lords in West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
  2. f)Τα δικαστήρια έχουν σε γενικές γραμμές απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της ουσιαστικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης ούτως ώστε να καλυφθούν περίοδοι κατά τις οποίες γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως ανέφερε ο Brightman LJ «εάν ένας εργοδοτούμενος απολυθεί ... με όρους ότι δεν έχει το δικαίωμα να εργαστεί με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και ο εργοδότης με τον ίδιο τρόπο παύει να έχει υποχρέωση πληρωμής του εργοδοτούμενου, η σύμβαση έχει φθάσει σε ένα τέλος. (αυτό επικυρώθηκε και από τη Βουλή των Λόρδων στη West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, παρότι σ' αυτή ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών ενόσω η έφεση του εκκρεμούσε. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντιθέτως βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Ωστόσο σε περιπτώσεις που τίθεται θέμα απάτης (fraud) το Δικαστήριο μπορεί να είναι έτοιμο να αναπτύξει και να θέσει σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας που αναφέρει ότι η απάτη αναστέλλει τον χρόνο παραγραφής καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα προκαλείτο μεγάλη αδικία σε ένα Αιτητή λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στον SNELL'S, Principles of EQUITY, 27th Edition, p.280, οποιοιδήποτε κανόνες υπόκεινται πάντα στη σημαντική εξαίρεση της αναστολής του χρόνου παραγραφής. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws Of England, 4th Edition Reissue, vol.16
(2), para 913: "Laches in cases of fraud. Where the equitable remedy is in respect of fraud, there is no laches so long as the party defrauded remains, without any fault of his own, in ignorance of the fraud; and a person who is entitled to rely on the fidelity of another is not bound to inquire as to the other's conduct until he has reason for suspicion. Fraud is not condoned unless the injured party has full knowledge of all the facts and of the equitable rights arising out of those facts. When the fraud has been discovered, however, relief must be sought promptly; even in cases of gross fraud it may not be granted after a great lapse of time against innocent persons claiming under the fraudulent person" Στην υπόθεση Grimes v. Sutton London Borough Council 1973 ICR 241, 1973 2 All ER 449 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Per curiam. In a suitable case the courts may be prepared to develop and apply the equitable doctrine that fraud postponed the running of time, to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant. (post, pp.244H-245B). There is no such corresponding provision in the Act of 1972, but the doctrine that the running of time was postponed by fraud was originated by courts of equity before the Act of 1939 came into operation: see such decisions as Gibbs v. Guild
(1882)9 Q.B.D.59 and Lynn v. Bamber [1930] 2 K.B.
  1. In a suitable case it may well be that the courts will be prepared to develop this equitable doctrine and to apply it to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant." Στην προκείμενη περίπτωση το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορούσε να καταβάλει στους Αιτητές τα ωφελήματα τους λόγω ελλείψεως ρευστότητας και ότι παρέμεινε η οφειλή τους η οποία θα ικανοποιείτο με την εκποίηση της ακινήτου περιούσιας του Καθ' ου η αίτηση, σε καμία περίπτω-ση δεν εμπόδιζε τους Αιτητές να λάβουν τα δέοντα δικαστικά μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν τα ωφελήματα τους από το ταμείο προνοίας. Ούτε το γράμμα του Νόμου 8/67 επιτρέπει την επέκταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ούτε και οι συνθήκες που επικαλούνται οι Αιτητές θα μπορούσαν να αποτελούσαν καλό λόγο που θα δικαιολογούσε την καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων ή την αναστολή του χρόνο της παραγραφής. Είμεθα της γνώμης ότι διαφορετική προσέγγιση του όλου θέματος θα οδηγούσε σε ανασφάλεια δικαίου καθώς ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας για υποβολή αίτησης θα εξαρτάτο από γεγονότα άλλα από εκείνα της γέννησης της εκάστοτε κατ' ισχυρισμό αξίωσης. Μολονότι οι Αιτητές αναφέρονται σε δόλο και απάτη εν τούτοις οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση τους δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε απατηλή ή δόλια συμπεριφοράς από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση που θα εμπόδιζε τους Αιτητές να διεκδικήσουν έγκαιρα όλα τα δικαιώματα τους για τα οποία εξ υπαρχής φαίνεται να είχαν πλήρη γνώση. Ενώ η έλλειψη ρευστότητας έπαυσε να υφίσταται με την εκποίηση του ακινήτου το 2007 εν τούτοις οι Αιτητές απαίτησαν για πρώτη φορά τα ωφελήματα τους με επιστολή που κοινοποίησαν στη διαχειριστική επιτροπή του Καθ' ου η αίτηση τον Ιούνιο
  2. Όπως ήδη έχομε αναφέρει το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας για υποβολή αίτησης στο παρόν Δικαστήριο συμπίπτει με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Και εν προκειμένω θεωρούμε ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών συνέπιπτε με τον τερματισμό της απασχό-λησης τους ή τη διάλυση του ταμείου εν όψει διάλυσης της Εταιρείας για τον Αιτητή
  3. Επομένως, τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές σε καμία περίπτωση δεν δικαιολο-γούν επέκταση του χρόνου προς υποβολή αιτήσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Με το ίδιο σκεπτικό κάθε γεγονός μεταγενέστερο του τερματι-σμού της απασχόλησης, που ήθελε επικαλεστεί ο εκάστοτε αιτητής, θα ηδύνατο να αποτελέσει λόγο επέκτασης της προθεσμίας και έτσι, σε κάθε περίπτωση, θα είχε την ευχέρεια να προσδιορίζει από μόνος του τον χρόνο γένεσης του προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος του. Εν όψει των πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η αίτηση ευσταθεί και συνεπώς το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Για όλα τα πιο πάνω η όλη διαδικασία αναστέλλεται. Υπό τις περιστάσεις, δεν επιδικάζουμε οποιαδήποτε έξοδα. (υπ)................. Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.