ΛΟΪΖΟΥ ΚΑΜΗΛΑΡΗΣ κ.α. ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 151/2015, 18/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:50 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Π. Κούμα, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 151/2015 Μεταξύ: XXXXX ΛΟΪΖΟΥ ΚΑΜΗΛΑΡΗΣ Αιτητής -και-
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση ----------------------- Αρ. Υπόθεσης: 152/2015 Μεταξύ: XXXXX Κ. ΧΕΙΡΙΠΗ Αιτητής -και-
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 18η Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Δ. Κακουλλής Για τον Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Κ. Παπασάββας ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη συγκατάθεση των Αιτητών το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του νομικού ισχυρισμού της παραγραφής. Το θέμα εγείρεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης και προωθήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση προς επίλυση ως προδικαστικό σημείο. Η εν λόγω προδικαστική ένσταση έχει ως ακολούθως: «Ο Καθ' ου η αίτηση υποβάλλει προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του γιατί είναι εκπρόθεσμη. Από την ημερομηνία της οικειοθελούς αποχώρησης των Αιτητών από την εργασία τους στις 6.2.2014 μέχρι τις 13.3.2015 που καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς παρήλθε χρόνος πέραν του ενός έτους και ως εκ τούτου η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Ο χρόνος καταχώρησης της Αίτησης δεν ανανεώνεται με την απάντηση του Ταμείου Πλεονασμού καθότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείτο να υποβάλει αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού και η αίτηση που υπέβαλε στις 11.2.2014 ήταν καταχρηστική.» Τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση των Αιτητών ως αυτά εμφαίνονται στους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους είναι τα ακόλουθα: Ο Καθ' ου η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν φυσικό πρόσωπο και ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου ελαιοχρωματιστή. Οι Αιτητές προσλήφθηκαν στην υπηρεσία του Καθ' ου η αίτηση στις 4.4.1994 ως τεχνίτες ελαιοχρωματιστές και εργάστηκαν ανελλιπώς μέχρι και τις 11.2.2014 που τερμάτισαν την απασχόληση τους, επικαλούμενοι εξαναγκασμό σε παραίτηση από τον Καθ' ου η αίτηση. Οι Αιτητές στις 11.2.2014, λόγω της παράλειψης του Καθ' ου η αίτηση να τους καταβάλει τους μισθούς και ή ολόκληρο τον μισθό και ή να τους παρέχει σταθερή εργασία και ή για άλλους λόγους που επίσης συνιστούν εξαναγκασμό σε παραίτηση, παραιτήθηκαν από την εργασία τους και αυθημερόν υπέβαλαν παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αποτέλεσμα μετά από παρέμβαση του εν λόγω τμήματος, ο Καθ' ου η αίτηση να καταβάλει σ' αυτούς τους απλήρωτους μισθούς. Κατά ή μετά την υποβολή του υπό αναφορά παραπόνου το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων συμβούλευσε τους Αιτητές να υποβάλουν αίτηση στο Τμήμα Πλεονασμού, όπως και έπραξαν. Οι αιτήσεις που υπέβαλαν στο Ταμείο Πλεονασμού απορρίφθηκαν στις 26.1.
- Ισχυριζόμενοι οι Αιτητές ότι εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση, με τις Αιτήσεις τους που καταχώρησαν στις 13.3.2015 αξιώνουν, πληρωμή προειδοποίησης, αποζημιώσεις για παράνομο και ή αυθαίρετο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης τους. Η διαζευκτική αξίωση τους για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο αποσύρθηκε την 1.7.
- Ο Καθ' ου η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, πέραν της προδικαστικής ένστασης, απορρίπτει τις θέσεις των Αιτητών και ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψαν οικειοθελώς την απασχόληση τους χωρίς να δώσουν οποιοδήποτε λόγο. Νομικό έρεισμα για προβολή της εν λόγω προδικαστικής ένστασης αποτέλεσε το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67)όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Αγορεύσεις Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Καθ' ου η αίτηση, θέτοντας ως αφετηρία του δικαιώματος των Αιτητών να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ημερομηνία εγκατάλειψης της απασχόλησης τους εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα αυτό έχει εκλείψει καθώς έχει παρέλθει η δωδεκάμηνη προθεσμία αφότου ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα. Επαναλαμβάνοντας μάλιστα τα όσα αναφέρει στην προδικαστική ένσταση του, θεωρεί καταχρηστικό το αίτημα των Αιτητών για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο καθότι δεν υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης τους αλλά οικειοθελής αποχώρηση. Διαμετρικά αντίθεση ήταν η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Αιτητές. Με υπόβαθρο τις σχετικές διατάξεις του Νόμου εισηγήθηκε ότι η νομοθεσία δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό για την υποβολή αίτησης στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και ότι το εν λόγω Ταμείο δεν εξετάζει τις υποβαλλόμενες αιτήσεις για τη νομιμότητα τους ή κατά πόσο υποβλήθηκαν καταχρηστικά, αλλά με αποκλειστικό και μοναδικό κριτήριο κατά πόσο η απόλυση οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι δεν μπορεί στα πλαίσια της εκδίκασης των Αιτήσεων, να εξεταστεί το θέμα του κατά πόσο οι αιτήσεις που υπόβαλαν οι Αιτητές στο Ταμείο ήταν «καταχρηστικές» και συνεπώς δεν νομιμοποιούνταν να τις υποβάλουν. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, θεωρεί ότι θα ήταν παράλογο, εάν για οποιοδήποτε λόγο, μετά την απόρριψη από το Ταμείο αιτήματος εργοδοτούμενου για πληρωμή λόγω Πλεονασμού, να απωλέσει το δικαίωμα του να στραφεί εναντίον του εργοδότη του. Επίσης όταν ο εργοδοτούμενος διαπιστώσει ότι η αίτηση εναντίον το Ταμείου είναι αβάσιμη, να είναι υποχρεωμένος να «σέρνει» το Ταμείο σε μια διαδικασία η οποία δεν έχει επιτυχία. Ανάλυση Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου, ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιανδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, του γεγονός ότι το θέμα της παραγραφής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τίθεται μέσα από τον δικαιοδοτικό Νόμο 8/67 και τις καταλυτικές συνέπειες που δύναται να έχει η παραγραφή ως δικαιοδοτικό θέμα, θεωρούμε ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα που θα εμπόδιζε τον Καθ' ου η αίτηση να προωθήσει σ' αυτό το χρονικό σημείο το τιθέμενο θέμα της παραγραφής. Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας το ζητούμενο είναι το χρονικό σημείο που ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών. Ο Καθ' ου η αίτηση θέτει ως αφετηρία του δικαιώματος αυτού την ημερομηνία που οι Αιτητές εγκατέλειψαν την εργασία τους, επικαλούμενοι με βάση τους γενικούς λόγους της Αίτησης τους εξαναγκασμό σε παραίτηση, ενώ οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα τους ανέκυψε μετά την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δικαστηρίου τούτου, η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.2003. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, vol. 16
(2), para 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: «685. Time limits for presenting complaints. ............................ .........................................................................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; .......................................... .......................................... n.11.......................................... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings.» Ελεύθερη μετάφραση: «Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίων Εργατικών Δικαστηρίων (ι) Χρονικά όρια 685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου............................................. .........................................................................................
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση καταχώρησης μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. ..................................................................................................................Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να λάβει συμβουλή να καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση αλλά να ζητά όπως αυτή αναβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωτερική διαδικασία.» Όπως εντοπίζεται στο Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
- f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwithstanding that the internal disciplinary procedure provided for ´suspension without pay´ pending appeal. Brightman LJ stated that: ´If an employee is dismissed . on terms that he then ceases to have the right to work under the contract of employment and that the employer ceases likewise to be under an obligation to pay the employee, the contract is at an end´ (approved by the House of Lords in West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton {1986} IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
- f)Τα δικαστήρια έχουν σε γενικές γραμμές απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της ουσιαστικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης ούτως ώστε να καλυφθούν περίοδοι κατά τις οποίες γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως ανέφερε ο Brightman LJ «εάν ένας εργοδοτούμενος απολυθεί ... με όρους ότι δεν έχει το δικαίωμα να εργαστεί με βάση τη σύμβαση απασχόλησης και ο εργοδότης με τον ίδιο τρόπο παύει να έχει υποχρέωση πληρωμής του εργοδοτούμενου, η σύμβαση φθάνει σε ένα τέλος. (αυτό επικυρώθηκε και από τη Βουλή των Λόρδων στη West Midland Co-operative Society Ltd v Tipton [1986] IRLR 112; see also Crown Agents v Lawal [1978] IRLR 542; cf. Drage v Governing Body of Greenford High School [2000] ICR 899). Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, μολονότι ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών ενόσω η έφεση του εκκρεμούσε. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντιθέτως βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Ωστόσο σε περιπτώσεις που τίθεται θέμα απάτης (fraud) το Δικαστήριο μπορεί να είναι έτοιμο να αναπτύξει και να θέσει σε ισχύ το δόγμα της επιείκειας που αναφέρει ότι η απάτη αναστέλλει τον χρόνο παραγραφής καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα προκαλείτο μεγάλη αδικία σε ένα Αιτητή λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στον SNELL'S, Principles of EQUITY, 27th Edition, p.280, οποιοιδήποτε κανόνες υπόκεινται πάντα στη σημαντική εξαίρεση της αναστολής του χρόνου παραγραφής. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws Of England, 4th Edition Reissue, vol.16
(2), para 913: "Laches in cases of fraud. Where the equitable remedy is in respect of fraud, there is no laches so long as the party defrauded remains, without any fault of his own, in ignorance of the fraud; and a person who is entitled to rely on the fidelity of another is not bound to inquire as to the other's conduct until he has reason for suspicion. Fraud is not condoned unless the injured party has full knowledge of all the facts and of the equitable rights arising out of those facts. When the fraud has been discovered, however, relief must be sought promptly; even in cases of gross fraud it may not be granted after a great lapse of time against innocent persons claiming under the fraudulent person" Στην υπόθεση Grimes v. Sutton London Borough Council 1973 ICR 241, 1973 2 All ER 449 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Per curiam. In a suitable case the courts may be prepared to develop and apply the equitable doctrine that fraud postponed the running of time, to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant. (post, pp.244H-245B). There is no such corresponding provision in the Act of 1972, but the doctrine that the running of time was postponed by fraud was originated by courts of equity before the Act of 1939 came into operation: see such decisions as Gibbs v. Guild
(1882)9 Q.B.D.59 and Lynn v. Bamber [1930] 2 K.B.72. In a suitable case it may well be that the courts will be prepared to develop this equitable doctrine and to apply it to postpone the operation of a time limit in a statute where otherwise a plaintiff might suffer a real injustice by reason of the unconscionable behaviour of the defendant." Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν. 24/67): 16.-
(1)Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα: Προφανώς, αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ομώνυμο Ταμείο αποτελεί ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη του, για λόγους που δεν προέρχονται από την σφαίρα του εργοδοτούμενου (λόγοι που αφορούν το πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου), αλλά που ανήκουν αποκλειστικά στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και συνδέονται άμεσα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται (όπως οικονομικοί, τεχνικοί ή οργανωτικοί λόγοι) (Άρθρα 5 και 18 του Ν.24/67). Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό που προκύπτει, είναι ότι δεν υπήρξε μονομερής τερματισμός της απασχόληση των Αιτητών από τον Καθ' ου η αίτηση. Οι Αιτητές από μόνοι τους εγκατέλειψαν την απασχόληση τους επικαλούμενοι εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση - εργοδότη τους. Κάτω απ' αυτές τις προϋποθέσεις, είχε τεθεί εκ ποδών κάθε δυνατότητα εγκρίσεως του αιτήματος τους για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Τη θέση αυτή επιβεβαιώνουν οι Αιτητές με τους γενικούς λόγους της Αίτησης τους καθώς ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν την απασχόληση τους λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση που παρέλειπε να τους καταβάλει τον μισθό τους ή και ολόκληρο τον μισθό τους και ή να τους παράσχει σταθερή εργασία. Με αυτά τα δεδομένα ούτε και οι αιτούμενες θεραπείες που επιδιώκουν οι Αιτητές με την Αίτηση τους σχετίζονται με το αίτημα τους για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1903. Όπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετήσουν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)C.L.R. 448). Είμεθα της γνώμης ότι οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του άρθρου 10Α του Νόμου σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποκλίνουν από τον σκοπό που επιδιώκεται να εξυπηρετήσει. Η αναμονή της απάντησης του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό είναι ουσιαστικά και ο λόγος επέκτασης της προθεσμίας για καταχώρηση Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, καθώς σε απολυθέντα για λόγους πλεονασμού θα πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια αλλά και το δικαίωμα να προσβάλει την απορριπτική απόφαση του Ταμείου. Εξυπακούεται η παροχή δικαιώματος για καταχώρηση Αίτησης Εργατικής Διαφοράς «εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό», εάν και εφόσον ο σκοπός που εξυπηρετεί δεν είναι άλλος από τον πλεονασμό και δη την προσβολή της απορριπτικής απόφασης του Ταμείου. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, στην προκείμενη περίπτωση οι θεραπείες που εξαιτούνται οι Αιτητές δεν αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού. Επιδιώκουν την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον του Καθ' ου η αίτηση εργοδότη τους επικαλούμενοι εξαναγκασμό σε παραίτηση, δηλαδή για λόγους άσχετους με την απορριπτική απόφαση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Έχοντας, λοιπόν κατά νου το σκοπό που επιδιώκεται να εξυπηρετήσει η διάταξη του άρθρου 10Α του Νόμου, θεωρούμε ότι οι θεραπείες που επιδιώκουν οι Αιτητές με την Αίτηση τους, έχουν θέσει εκ ποδών κάθε δυνατότητα υποβολής Αίτησης Εργατικής Διαφοράς μετά το πέρας δώδεκα μηνών από την ημέρα της παραίτησης τους. Το προς υποβολή Αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών, στη βάση των αιτούμενων αξιώσεων τους, ανέκυψε από την ημέρα της παραίτησης τους και όχι από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Εν όψει των πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η αίτηση ευσταθεί και συνεπώς το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα των Αιτητών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Για όλα τα πιο πάνω η όλη διαδικασία αναστέλλεται με €550 έξοδα εναντίον κάθε Αιτητή. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Π. Κούμα, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο