ΠΕΛΕΓΚΑΡΗ κ.α. ν. THE PROVIDENT FUNT OF BRITISH AIRWAYS CYPRUS EMPLOYEES, Συνενωμένες Υπόθεσης: 259/2014, 260/2014, 261/2014, 262/2014, 18/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:51 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Χατζηγαβριήλ και Χ. Αυγουστή, Μελών Συνενωμένες Υπόθεσης: 259/2014, 260/2014, 261/2014, 262/2014 Μεταξύ: XXXXX ΠΕΛΕΓΚΑΡΗ XXXXX ΚΟΥΡΤΕΛΛΙΔΟΥ XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ XXXXX ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ Αιτητών -και- THE PROVIDENT FUNT OF BRITISH AIRWAYS CYPRUS EMPLOYEES Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 18η Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Ιωαννίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Β. Παπαγιάννη ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές αξιώνουν από τους Καθ' ων η αίτηση, υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό συνταξιοδοτικών παροχών και ή ποσό που παράνομα και ή κατά παράβαση του Καταστατικού των Καθ' ων η αίτηση αποκόπηκε και ή δεν τους αποδόθηκε, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και πρέπουσα, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι το Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Εταιρείας British Airways Pls ( «η Εταιρεία»), το οποίο ενεγράφη στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας δυνάμει των διατάξεων του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981 και συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών δυνάμει των διατάξεων του «περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012» («ο Νόμος»). Η Εταιρεία ήταν ο Εργοδότης των Αιτητών και εισφορέας στο λογαριασμό 'Β' των Καθ' ων η αίτηση, για καθένα από τους Αιτητές. Πρόκειται για αλλοδαπή δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που συστάθηκε στο Ηνωμένον Βασίλειο και ασχολείται με αερομεταφορές. Διατηρεί τόπο εργασίας στην Κύπρο και ασκεί τις εργασίες της μέσω παραρτήματος εγγεγραμμένου στο Έφορο Εταιρειών της Δημοκρατίας. Είναι επίσης χρηματοδοτούσα επιχείρηση των Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής στην Αίτηση 259/2014 προσελήφθη στην υπηρεσία της Εταιρείας στις 12.4.1978 και κατέστη μέλος των Καθ' ων η αίτηση την 1.4.
- Η Αιτήτρια στην Αίτηση 260/2014 προσελήφθη την 1.5.1979 και κατέστη μέλος στις 10.11.
- Η Αιτήτρια στην Αίτηση 261/2014 προσελήφθη την 1.5.1984 και κατέστη μέλος την 1.11.1984, ο δε Αιτητής στην Αίτηση 262/2014 προσελήφθη στις 13.7.1981 και κατέστη μέλος την 1.2.
- Στις 31.3.2013 η Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών επικαλούμενη λόγους πλεονασμού λόγω κατάργησης θέσεων, οπότε οι Αιτητές έπαυσαν να είναι μέλη και συνεισφορείς των Καθ' ων η αίτηση. Με τον τερματισμό της απασχόλησης τους, όλοι οι Αιτητές δικαιούνταν σε πλήρη λήψη των δικαιωμάτων τους (full benefits) από τους Καθ' ων η αίτηση, δυνάμει του Κανονισμού 13.2 του Καταστατικού, όπου ρητά αναφέρεται ότι κατά την αποχώρηση μέλους - συνεισφορέα, από την υπηρεσία της Εταιρείας για λόγους πλεονασμού, οι Καθ' ων η αίτηση υποχρεούνται να του καταβάλουν εφ' άπαξ πληρωμή που υπολογίζεται βάσει καθορισμένου τύπου («το Ελάχιστο Ποσό») εκτός εάν το εις πίστη του ποσό στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' υπερβαίνει το Ελάχιστο Ποσό, οπότε του καταβάλλεται το συνολικό ποσό που διατηρεί στους εν λόγω Λογαριασμούς. Από τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις φαίνεται ότι στις 31.12.2012 οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν δύο καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €511.680 και €64.356 αντίστοιχα, μια κατάθεση στην Τράπεζα Κύπρου ύψους €1.072.351 και μία κατάθεση στην Ελληνική Τράπεζα ύψους 1.072.348, ήτοι το συνολικό ποσό των €2.738.
- Διατηρούσαν επίσης μετοχές και άλλες επενδύσεις αξίας €188.225, τα οποία μαζί με τις καταθέσεις ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €2.927.
- Κατά τον Φεβρουάριο 2013, με απόφαση των Καθ' ων η αίτηση που εγκρίθηκε από την Εταιρεία, το ποσό που διατηρείτο στην Ελληνική Τράπεζα μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Οι πιο πάνω καταθέσεις παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2013 που λήφθηκαν τα γνωστά μέτρα εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος των δύο μεγάλων Τραπεζών της Κύπρου (Λαϊκής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου), για τα οποία γίνεται περιεκτική αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427 (απόφαση μειοψηφίας), μέρος των οποίων παραθέτουμε: «..... Στις 15.3.2013, συγκλήθηκε συνάντηση των χωρών της Ευρωζώνης (Eurogroup) για συζήτηση της σοβαρής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Τις πρωινές ώρες της 16.3.2013 λήφθηκε απόφαση από το Eurogroup για διάσωση της κυπριακής οικονομίας με την παροχή βοήθειας ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η βοήθεια συνδέθηκε με τη λήψη μέτρων για διάρθρωση της οικονομίας στη βάση αποδοχής μνημονιακής σύμβασης. Τέθηκε επίσης όρος ότι το ποσό των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν θα χρησιμοποιείτο για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Ως εκ τούτου ζητήθηκε από την Κύπρο όπως εξασφαλίσει με δικά της μέσα πρόσθετο ποσό ύψους περίπου 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης από όλους τους καταθέτες (6,75% για καταθέσεις κάτω των €100.000 και 9,9% για καταθέσεις άνω των €100.000), καθώς και άλλων μέτρων για αναδιάρθρωση της οικονομίας και ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Στις 19.3.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί για έγκριση της Συμφωνίας που είχε επιτευχθεί με το Eurogroup. Tην 21.3.2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να διατηρήσει το μέχρι τότε επίπεδο ρευστότητας, που σήμαινε ότι δεν θα παραχωρείτο περαιτέρω ρευστότητα (ELA), εκτός εάν η Κύπρος δεχόταν το πρόγραμμα διάσωσης που προτείνετο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ και το οποίο θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των κυπριακών τραπεζών και δημόσιου τομέα. Στις 22.3.2013 η εικόνα που προέκυπτε από τα αποθέματα ρευστών διαθέσιμων των δύο τραπεζών, ήταν ότι αυτές δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους, αν δεν τους παραχωρείτο έκτακτη ρευστότητα. Σύμφωνα με τους όρους παροχής έκτακτης ρευστότητας από την ΚΤΚ προς τις τράπεζες, σε περίπτωση διακοπής της παροχής έκτακτης ρευστότητας προς τις τράπεζες, τα ποσά που είχαν παραχωρηθεί μέχρι τότε ως έκτακτη ρευστότητα, καθίσταντο αμέσως πληρωτέα προς την ΚΤΚ. Να σημειωθεί ότι η κυπριακή κυβέρνηση παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα κυβερνητική εγγύηση ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ με αποτέλεσμα με την ενδεχόμενη κατάρρευση της Λαϊκής να δημιουργείται άμεσος κίνδυνος πτώχευσης του κράτους, εφόσον οι κυβερνητικές εγγυήσεις καθίσταντο αμέσως πληρωτέες στους κατόχους τους. Η ενδεχόμενη αδυναμία του κράτους να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, θα είχε αλυσιδωτές επιδράσεις στις υποχρεώσεις του κράτους, έναντι των κατόχων κρατικών ομολόγων. Λόγω του όρου που έθεσε η ΕΚΤ, η επίτευξη συμφωνίας με το Eurogroup ήταν επιτακτική, καθότι ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας του κράτους ήταν πλέον ορατός, εφόσον δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ούτε τα περίπου 35 δισεκατομμύρια καταθέσεων κάτω των €100.000 τα οποία υποτίθεται ότι ήταν εξασφαλισμένα. Σύμφωνα με τη θέση της Δημοκρατίας, η μόνη άλλη διέξοδος θα ήταν η αποχώρηση από το ευρώ και η έκδοση νέου νομίσματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Μπροστά σ' αυτά τα διλήμματα, η Βουλή ψήφισε στις 22.3.2013, μεταξύ άλλων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), στο εξής «ο Νόμος». Στις 25.3.2013 συνήλθε εκ νέου το Eurogroup και επιτεύχθηκε νέα συμφωνία με την κυπριακή κυβέρνηση για εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι το Eurogroup θα παρείχε βοήθεια 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Δημοκρατία θα λάμβανε μέτρα για την εξεύρεση πρόσθετου ποσού 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξυγίανση των δύο μεγάλων τραπεζών με ίδια μέσα («bail-in») στη βάση του Νόμου 17(Ι)/
- Στις 25.3.2013 η ΕΚΤ χαιρέτησε την επίτευξη συμφωνίας και ανακοίνωσε ότι δεν είχε πλέον ένσταση στην παραχώρηση περαιτέρω έκτακτης ρευστότητας. Ενόψει της απόφασης που επιτεύχθηκε με το Eurogroup, η οποία απέκλειε την ανακεφαλαιοποίηση των δύο τραπεζών από το πρόγραμμα χρηματοδότησης που θα λαμβάνετο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και προ του κινδύνου αποσταθεροποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών, άσκησε τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 17(Ι)/2013 και έλαβε το πρώτο μέτρο εξυγίανσης των δύο μεγάλων τραπεζών. Μεταξύ άλλων εξέδωσε και τα πιο κάτω Διατάγματα:- ΚΔΠ 94/2013, ημερ. 25.3.2013 (Πώληση Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 97/2013, ημερ. 26.3.2013 (Πώληση των εν Ελλάδι Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 103/2013, ημερ. 29.3.2013 (Διάσωση με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου), ΚΔΠ 104/2013, ημερ. 29.3.2013 (Πώληση ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 105/2013, ημερ. 1.4.2013 (Πώληση Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 107/13, ημερ. 3.4.2013 (Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης, Τέταρτο Διάταγμα του 2013) και ΑΔΠ 197/13, ημερ. 26.3.2013 (Διορισμός Ειδικού Διαχειριστή για τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του άρθρου 14 .....» Στο Διάταγμα ΚΔΠ 103/2013 που αφορούσε την Τράπεζα Κύπρου, γίνονταν πρόνοιες για μετατροπή ενός ποσοστού των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές. Με βάση αυτό το Διάταγμα ποσοστό 47,5% των καταθέσεων που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στην Τράπεζα Κύπρου μετατράπηκε τελικά σε μετοχές. Το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 που αφορούσε τη Λαϊκή Τράπεζα απέβλεπε στην πώληση ορισμένων εργασιών της εν λόγω Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου και διελάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου. Μεταβιβάζονταν επίσης και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων που υπερέβαιναν το ποσό των €100.
- Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 6:10 της 29.3.
- Από τα μέτρα εξυγίανσης επηρεάστηκαν και οι καταθέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου απομειώθηκαν κατά 47,5% και μετατράπηκαν σε μετοχές τάξης Α του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες τέθηκαν σε διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο αξιών Κύπρου και πωλήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση μεταξύ 19.12.2014 και 31.12.2014 στη μέση τιμή πώλησης των €0.2114 ανά μετοχή. Εισέπραξαν επίσης από τη Δημοκρατία το 52% των καταθέσεων που διατηρούσαν στη Λαϊκή Τράπεζα, δηλαδή το ποσό των €315.057,
- Τα ποσά που αφορούν τις υπό συνένωση Αιτήσεις είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ακολούθως: Α Β Γ Αιτητής 259/2014 275.512,00 150,011,00 148.558,05 Αιτητής 260/2014 357.077,00 194.444,00 192.538,36 Αιτητής 261/2014 218,281,00 118.864,00 117.698,59 Αιτητής 262/2014 328,362,00 178.808,00 117.054,98 Δ Ε ΣΤ Ζ 170.733,00 170.412,00 20.722,00 104.779,99 285.331,00 220.863,00 90.887,00 71.746,00 140.949,00 135.013,00 22.085,00 77.332,00 238.633,00 203.102,00 59.825,00 89.729,00 - Τα ποσά που ευρίσκονταν σε πίστη των Αιτητών στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' αμέσως πριν τις 15.3.2013, φαίνονται στη στήλη Α. - Τα ποσά που παρέμειναν στους εν λόγω Λογαριασμούς σε πίστη των Αιτητών, ως αποτέλεσμα της απομείωσης των τραπεζικών καταθέσεων, με βάση τις μη εξελεγμένες καταστάσεις των Καθ' ων η αίτηση, τις οποίες δεν αποδέχονται οι Αιτητές, φαίνονται στη στήλη Β. - Τα ποσά που ευρίσκονταν στους εν λόγω Λογαριασμούς, με βάση τις εξελεγμένες καταστάσεις των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 31.12.2013, τις οποίες επίσης δεν αποδέχονται οι Αιτητές, φαίνονται στη στήλη Γ. - Το 'Ελάχιστο Ποσό' που υπολογίστηκε και καταβλήθηκε στον κάθε Αιτητή με βάση τη φόρμουλα του Κανονισμού 13.2 του Καταστατικού των Καθ' ων η αίτηση, φαίνονται στη στήλη Δ. - Το ποσά που παρέμειναν στους εν λόγω Λογαριασμούς σε πίστη των Αιτητών, μετά την πώληση των μετοχών που τους αναλογούσαν, φαίνονται στη στήλη Ε. Για όλους τους Αιτητές, τα εν λόγω ποσά ήταν μικρότερα από το 'Ελάχιστο Ποσό' που τους αναλογούσε, τα οποία επίσης δεν αποδέχονται οι Αιτητές. - Τα ποσά που καταβλήθηκαν από την Εταιρεία στους Αιτητές για κάλυψη του 'Ελάχιστου Ποσού', φαίνονται στη στήλη ΣΤ. - Τα ποσά που διεκδικούν οι Αιτητές με τις υπό συνένωση Αιτήσεις, φαίνονται στη στήλη Ζ. Σημειωτέον ότι οι Αιτητές δεν έθεσαν οποιαδήποτε στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση τα πιο πάνω ποσά που δεν αποδέχονται. Είναι η θέση των Αιτητών, όπως προκύπτει από τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους των υπό κρίση συνένωση Αιτήσεων, ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού των Καθ' ων η αίτηση, η Εταιρεία εγγυήθηκε τις συνταξιοδοτικές παροχές των Αιτητών που αφορούν τόσο το 'Ελάχιστο Ποσό' όσο και τα σε πίστη τους ποσά στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β'. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι κατά την ήμερα της απόλυσης τους και δη στις 31.3.2013, τα σε πίστη τους κατατιθέμενα ποσά στους εν λόγω Λογαριασμούς, ήταν ως η στήλη Α ανωτέρω, που είναι τα ποσά που ο καθένας τους δικαιούται να λάβει και ότι η Εταιρεία βρίσκεται σε παράβαση της συμβατικής και ή θεσμοθετημένης υποχρέωσης της να χρηματοδοτεί το Ταμείο σε σχέση με τις παροχές που αυτοί δικαιούνται. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι η Εταιρεία εγγυήθηκε τις συνταξιοδοτικές παροχές των Αιτητών, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται και αναφέρουν ότι σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του Καταστατικού και συγκεκριμένα τα άρθρα 9.3 και 13.2 ως και τη μέχρι σήμερα εφαρμοσθείσα πρακτική, η Εταιρεία εγγυάτο μόνο και ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε ένα πρώην συνεισφορέα του Ταμείου, τη διαφορά μεταξύ του 'Ελάχιστου Ποσού', ως αυτό ορίζεται στο άρθρο 13.2 και του συνόλου των καταθέσεων στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β', προκειμένου η εν λόγω διαφορά να καταβληθεί στο συγκεκριμένο πρόσωπο σε περίπτωση που το 'Ελάχιστο Ποσό' υπερβαίνει σε αξία το σύνολο των καταθέσεων στους εν λόγω Λογαριασμούς. Για τα σε πίστη των Αιτητών ποσά κατά την 31.3.2013 αναφέρουν ότι οι εν λόγω Λογαριασμοί είχαν ήδη αποτελέσει, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, αντικείμενο της επιβληθείσας απομείωσης δυνάμει των σχετικών Κ.Δ.Π. και της Νομοθεσίας με αποτέλεσμα οι καταθέσεις στους εν λόγω Λογαριασμούς που αντιστοιχούσαν σε καθένα από τους Αιτητές να ανέρχονται στις 31.3.2013 στα ποσά ως η στήλη Β ανωτέρω. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ο εγκεκριμένος ελεγκτής λογιστής των Καθ' ων η αίτηση κ. XXXXX Τροκκούδης. Οι Αιτητές δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο πιο κάτω. Ο κ. Α. Τροκκούδης υπήρξε ελεγκτής των Καθ' ων η αίτηση από το
- Με βάση τη μαρτυρία του, τον οικονομικό έλεγχο του 2013 τον διεκπεραίωσε ο ίδιος προσωπικά με βάση τα διεθνή λογιστικά, ελεγκτικά πρότυπα και τον περί Ταμείων Προνοίας Νόμο του
- Θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις οικονομικές καταστάσεις του 2013 (Τεκ.26), αναφέρθηκε στα μέτρα εξυγίανσης και στον αντίκτυπο που είχαν στις τραπεζικές καταθέσεις του Ταμείου, σημειώνοντας ότι με βάση το περιεχόμενο τους, οι καταθέσεις του Ταμείου στη Λαϊκή Τράπεζα απομειώθηκαν κατά 100% και στην Τράπεζα Κύπρου κατά 47,5%. Το απομειωθέν ποσό από καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα ανερχόταν στα €601,006 και στην Τράπεζα Κύπρου στα €1.036.
- Σε μεταγενέστερο στάδιο ποσό €315.057,78 που αντιστοιχούσε στο 52% των καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα αποζημιώθηκε από τη Δημοκρατία, ενώ για το απομειωθέν ποσό από καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου δόθηκε αντίστοιχος αριθμός μετοχών ονομαστικής αξίας €1 εκάστη. Συγχρόνως υπήρχαν στην Τράπεζα Κύπρου επενδυμένα λεφτά, που διαχειρίζετο η Cisco για λογαριασμό της Εταιρείας στον Λογαριασμό 'Γ,' ποσού €155.113 επί του οποίου υπήρξε απομείωση €74.
- Το απομειωθέν ποσό των €1.321.241 που αφορούσε επενδύσεις από τους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' κατανεμήθηκε στους εν λόγω Λογαριασμούς με βάση τα υπόλοιπα που είχαν όλα τα μέλη του Ταμείου κατά την 31.3.2013, ενώ η ζημιά των €74.204 χρεώθηκε στον Λογαριασμό 'Γ' που τυγχάνει διαχείρισης από την Εταιρεία. Τον Δεκέμβριο 2014 με οδηγίες της Επιτροπής προς την cisco πωλήθηκαν 510.955 μετοχές που απέφεραν το ποσό των €107.
- Το ποσό αυτό κατανεμήθηκε στους επί μέρους Λογαριασμούς των αποχωρησάντων μελών χωρίς ωστόσο να επιφέρουν μεταβολή στο ύψος του εγγυημένου ποσού που τους αναλογούσε καθώς μετά την κατανομή της ζημίας τα ποσά που διέθεταν στους Λογαριασμός 'Α' και 'Β' παρέμειναν να είναι μικρότερα του εγγυημένου ποσού. Αφού αναφέρθηκε στην προκαθορισμένη φόρμουλα που προβλέπουν οι Κανονισμοί για τον καθορισμό του ποσού που δικαιούνται τα αποχωρούντα μέλη, επισήμανε ότι δεν υπήρξε διαφορετική αντιμετώπιση των Αιτητών από τα υπόλοιπα μέλη και ότι η ζημιά που υπέστη το Ταμείο από το 'κούρεμα' κατανεμήθηκε, με βάση τα υπόλοιπα που υπήρχαν στις 31.3.2013, κατ' αναλογία σε όλα τα μέλη του Ταμείου στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β'. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι υπάρχουν δύο είδη συνταξιοδοτικών σχεδίων και ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για σχέδιο καθορισμένων συνεισφορών όπου η υποχρέωση της χρηματοδοτούσας επιχείρησης περιορίζεται συνήθως στο μηνιαίο ποσό που συμφωνεί να καταβάλλει στο Ταμείο. Τα ποσά δε, που δικαιούται με την αποχώρηση του ένας συνεισφορέας από τέτοια σχέδια, προέρχονται από τις συνεισφορές που καταβάλλονται από τον ίδιο και την χρηματοδοτούσα επιχείρηση, τηρουμένων πάντοτε των προνοιών του Καταστατικού. Επίσης ότι στην περίπτωση τέτοιων Ταμείων υπάρχει ο επενδυτικός κίνδυνος τα περιουσιακά στοιχεία να απωλέσουν την αξία τους γεγονός που βαρύνει τα ίδια τα μέλη. Αφού αναγνώρισε την υποχρέωση της χρηματοδοτούσας επιχείρησης να συνεισφέρει ποσό μεγαλύτερο από τις μηνιαίες συνεισφορές της, στην προκείμενη περίπτωση συνέδεσε την εν λόγω υποχρέωση με το εγγυημένο ποσό, όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Καταστατικού. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό που η Εταιρεία καταβάλλει στο Ταμείο, για να αποτελέσει περιουσιακό στοιχείο του Ταμείου, θα πρέπει να εξακριβωθεί η υποχρέωση της Εταιρείας προς το Ταμείο. Επιβεβαίωσε ότι ο Λογαριασμό 'Γ' αναφέρεται στο Καταστατικό ως special account ή special unallocated account, όπου κατατίθενται ποσά από τον Λογαριασμό 'Β' μέλους που αποχώρησε και δεν τα δικαιούτο, ως και τυχόν υποχρεώσεις της Εταιρείας για κάλυψη ευθύνης προς αποχωρήσαντα μέλη. Αναφέρθηκε σε δικαίωμα της Εταιρείας να έχει λόγο για τις επενδύσεις καθώς ως χρηματοδοτούσα επιχείρηση καταβάλλει ένα σημαντικό μέρος στο Ταμείο και η επιθυμία της είναι να βεβαιώ-νεται ότι δεν υπάρχει κακοδιαχείριση. Αυτός δε είναι και ο λόγος που διορίζονται και από την Εταιρεία μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου. Για την κατανομή των απωλειών στους Λογαριασμούς των μελών, ανέφερε ότι η Εταιρεία δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει αυτό το ποσό με αποτέλεσμα να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί του Ταμείου. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η Εταιρεία δεν ήταν διατεθειμένη να καλύψει πρόσθετα ποσά πέραν της υποχρέωσης που είχε βάσει του Καταστατικού. Αγορεύσεις Με ουσιαστικό υπόβαθρο τον Νόμο και το Καταστατικό (Τεκ.3) η ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε άλλο ποσό πλην του ποσού που τους έχει καταβληθεί. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν απολύτως ορθά, νόμιμα και εύλογα υπό τις περιστάσεις, αφού συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πρόνοιες του Καταστατικού και κατέβαλαν στους Αιτητές το 'Ελάχιστο Ποσό' που ήταν το μεγαλύτερο εκ των δύο ποσών που δικαιούνταν να λάβουν κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους. Σε κάθε περίπτωση, θεωρεί ότι τυχόν καταβολή στους Αιτητές των ποσών που βρίσκονταν κατατιθέμενα σε πίστη τους στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' πριν την απομείωση τους, θα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική δυσμένεια των υπολοίπων νυν μελών του Ταμείου, αφού θα έπρεπε αναγκαστικά να μειωθούν περαιτέρω τα ποσά που τους αναλογούν από τους εν λόγω Λογαριασμούς, προκειμένου να δοθούν περισσότερα στους Αιτητές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές, στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, αναφερόμενος στο Νόμο και στο Καταστατικό (Τεκ.3), εισηγήθηκε ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε ολόκληρο το ποσό που βρισκόταν σε πίστη τους στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' καθώς με βάση το Καταστατικό η εγγύηση που παρέχει η Εταιρεία δεν περιορίζεται στο 'Ελάχιστο Ποσό' αλλά εις ολόκληρο το ποσό που βρίσκεται σε πίστη εκάστου συνεισφορέα. Ότι η Εταιρεία έχει υποχρέωση να συνεισφέρει και να καλύπτει κάθε απώλεια από επενδύσεις καθώς η απομείωση των καταθέσεων στα δυο υπό εξυγίανση Τραπεζικά ιδρύματα (Λαϊκή Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου) αποτελούσε απώλεια από επένδυση αφού οι καταθέσεις σε Τραπεζικό Ίδρυμα αποτελούν επένδυση. Διαζευκτικά εισηγείται ότι και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι οι καταθέσεις δεν αποτελούν επένδυση, τότε η ζημιά που προέκυψε από την πώληση των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, είναι ζημιά από επένδυση την οποία η Εταιρεία έχει υποχρέωση να καλύψει. Θεωρεί, ότι σε κάθε περίπτωση που οι υπό κρίση Αιτήσεις γίνουν αποδεκτές, τα υπόλοιπα μέλη του Ταμείου καμιά ζημιά δεν θα υποστούν καθώς οι συνταξιοδοτικές παροχές τους, επίσης τυγχάνουν της εγγύησης της Εταιρείας. Ανάλυση - Συμπεράσματα Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ. Τροκκούδη, καταλήγουμε ότι επί των βασικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί. Αντίθετα τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε, συνάδουν πλήρως με τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία, που είναι τα διάφορα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Σε τελική ανάλυση κρίνουμε τη μαρτυρία του θετική και αποδεχτή. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είμαστε της γνώμης ότι το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι, πρωτίστως, ερμηνευτικό. Το ερώτημα που τίθεται προς απόφανση είναι κατά πόσο η Εταιρεία, ως χρηματοδοτούσα επιχείρηση, είχε υποχρέωση να καλύψει κάθε ποσό που απωλέστηκε λόγω της απομείωσης των τραπεζικών καταθέσεων, ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται ολόκληρο το ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο σε πίστη τους στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β', προτού ληφθούν τα μέτρα εξυγίανσης που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου: «9.-
(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, κάθε Ταμείο διέπεται από τους κανόνες λειτουργίας του.
(2)Οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου καθορίζουν τουλάχιστον- [.] (γ) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών, [.] (ζ) το ποσό ή το ποσοστό εισφορών των μελών ή/και της χρηματοδοτούσας επιχείρησης [.]» Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Νόμου: 29.
(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι παροχές που καταβάλλονται από κάθε Ταμείο καθορίζονται από τους κανόνες λειτουργίας του. [.]» Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του Νόμου: «Εάν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση εγγυάται την πληρωμή συνταξιοδοτικών παροχών, δεσμεύεται να καταβάλλει τακτική χρηματοδότηση.» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, οι όροι «κανόνες λειτουργίας», «χρηματοδοτούσα επιχείρηση» και «συνταξιοδοτικές παροχές» έχουν την ακόλου-θη έννοια: «κανόνες λειτουργίας» σημαίνει νομοθεσία, σύμβαση, συμφωνία, έγγραφο καταπιστεύματος, καταστατικό ή άλλο έγγραφο, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των οποίων ιδρύεται και λειτουργεί το Ταμείο» «χρηματοδοτούσα επιχείρηση» σημαίνει οποιαδήποτε επιχείρηση ή άλλο φορέα, ανεξαρτήτως του εάν περιλαμβάνει ή απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που ενεργούν υπό την ιδιότητα εργοδότη ή ελεύθερου επαγγελματία ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών και που καταβάλλει εισφορές σε ταμείο» «συνταξιοδοτικές παροχές» σημαίνει τις παροχές που καταβάλλονται, υπό μορφή πληρωμών, είτε εφ' όρου ζωής είτε για προσωρινό χρονικό διάστημα είτε ως εφάπαξ ποσό, με γνώμονα ή αναμένοντας τη συνταξιοδότηση ή - εφόσον είναι συμπληρωματικές των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών και παρέχονται επικουρικά - υπό μορφή πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας ή τερματισμού της απασχόλησης, ή υπό μορφή καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου·» Οι κανόνες λειτουργίας των Καθ' ων η αίτηση εμπεριέχονται στο Καταστατικό τους (Τεκ.3). Ο Κανονισμός 9.3 του Καταστατικού προβλέπει την τήρηση Ειδικού Λογαριασμού που θα τιτλοφορείται ως «Ειδικός Μη Κατανεμημένος Λογαριασμός του Ταμείου Προνοίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: "Special Accounts 9.3. A Special Account shall be kept under the heading "Special Unallocated Account of the Provident Fund". This Account shall be credited with such additional annual contributions by the Company as may be required from time to time to prefund (either in whole or in part) such additional liability as may arise in accordance with the guarantee set out in Rule 13.2. Such additional contributions by the Company will be of an amount as recommended from time to time by the Company's professional advisers and subject to the approval of the Commissioner of Income Tax in Cyprus." Σε μετάφραση «Ειδικοί Λογαριασμοί 9.3. Θα τηρείται Ειδικός Λογαριασμός με τον τίτλο «Ειδικός Μη Κατανεμημένος Λογαριασμός του Ταμείου Προνοίας». Ο Λογαριασμός αυτός θα πιστώνεται με πρόσθετες ετήσιες συνεισφορές της Εταιρείας που μπορεί να απαιτούνται από καιρό σε καιρό για να προχρηματοδοτήσουν (ολικώς ή μερικώς) την πρόσθετη ευθύνη που μπορεί να προκύψει σύμφωνα με την εγγύηση που παρατίθεται στον Κανονισμό 13.2. Τέτοιες πρόσθετες συνεισφορές από την Εταιρεία θα είναι τέτοιου ποσού όπως θα προτείνεται από καιρό σε καιρό από τους επαγγελματίες συμβούλους της Εταιρείας και σύμφωνα με την έγκριση του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος στην Κύπρο». Στον Κανονισμό 13.2 του Καταστατικού προβλέπονται τα ακόλουθα αναφορικά με το ποσό που δικαιούται να λάβει ένας Συνεισφορέας με την αποχώρηση του: "13.2 On a Contributor leaving the employment of the Company and ceasing to be a Contributor either: [...] (
- d)in termination of employment due to abolition of office, the Committee shall authorise the Secretary-Treasurer, subject to the provisions of these Rules, to pay to such Contributor an amount equal to 17% of the Contributor's Final Average Gross Annual Salary for each year of membership of the Provident Fund plus actual and credited years of membership of the Pension Scheme subject to a maximum of 40 years LESS an amount as is equal to the total of six per cent (6%) of the Contributor's Annual Salary up to the Insurable Earnings Ceiling from time to time together with interest accumulated thereon for each year from 1st October, 1980 to the date of retirement. Such reduction shall be made in accordance with the Act. Provided always that: (
- i)if the amount due to the Contributor from the "A" and "B" Accounts is in excess of the amount calculated as above, then, the Contributor will receive the amount from the "A" and "B" Accounts. [...]". Σε μετάφραση: 13.2 Όταν Συνεισφορέας αποχωρεί από την εργοδότηση στην Εταιρεία και παύει να είναι Συνεισφορέας είτε: [...] (δ) με τερματισμό της απασχόλησης λόγω κατάργησης θέσης, η Επιτροπή θα εξουσιοδοτήσει τον Γραμματέα - Ταμία, τηρουμένων των προνοιών των παρόντων Κανονισμών, να καταβάλει σε τέτοιο Συνεισφορέα ποσό ίσο με το 17% του Μέσου Ετήσιου Ακαθάριστου Μισθού του Συνεισφορέα για κάθε έτος που ήταν μέλος στο Ταμείο Προνοίας πλέον τα πραγματικά και πιστωμένα έτη που ήταν μέλος στο Συνταξιοδοτικό Σχέδιο μέχρι 40 έτη το μέγιστο. ΜΕΙΟΝ ποσό ίσο με το συνολικό έξι τοις εκατό (6%) του Ετήσιου Μισθού του Συνεισφορέα μέχρι τις Μέγιστες Ασφαλιστέες Αποδοχές από καιρό σε καιρό μαζί με τόκο επί του ποσού αυτού από την 1η Οκτωβρίου 1980 μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησης. Τέτοια μείωση θα γίνεται σύμφωνα με το Νόμο. Νοείται πάντοτε ότι: (ι) αν το ποσό που οφείλεται στο Συνεισφορέα από τους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' υπερβαίνει το ποσό που υπολογίζεται ως ανωτέρω, τότε, ο Συνεισφορέας θα λάβει το ποσό από τους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β'. [...]». Ο Κανονισμός 8.3(
- b)των Κανονισμών προβλέπει τα ακόλουθα: "8.3 The total amount of contributions and deposits as above shall, at the end of each calendar month be deposited with/through a reputable organisation carrying on business in Cyprus at such rate of interest as may be agreed between the Committee and the said Bank. Such interest shall, be capitalised annually and added to the respective contributions in the appropriate columns of the individual subaccount of each contributor at the end of the Provident Fund financial year (i.e. 31st December). Provided that nothing in this Rule contained shall be construed as to exclude: (
- a)The full and direct control of the Fund by thw Commitee (
- b)The right of the Committee to invest the Fund's capital in Government Bonds or in any other way they may deem it advisable, provided that before any action is taken such proposed investment is approved by the Company in writing and by a resolution taken at a General Meeting of the Contributors." Σε μετάφραση: «8.3 Το συνολικό ποσό των συνεισφορών και καταθέσεων ως ανωτέρω, κατά το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα θα κατατίθεται με οργανισμό εγνωσμένου κύρους που δραστηριοποιείται στην Κύπρο με τέτοιο επιτόκιο ως δύναται να συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής και της εν λόγω Τράπεζας. Τέτοιο επιτόκιο θα κεφαλαιοποιείται ετησίως και θα προστίθεται στις αντίστοιχες συνεισφορές στις κατάλληλες στήλες του υπό-λογαριασμού εκάστου Συνεισφορέα κατά το τέλος εκάστου οικονομικού έτους (δηλαδή την 31η Δεκεμβρίου). Νοείται ότι ουδέν στον παρόν Κανονισμό δεν ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αποκλείει: (α) Τον άμεσο και πλήρη έλεγχο του Ταμείου από την Επιτροπή (β) Το δικαίωμα της Επιτροπής να επενδύει το κεφάλαιο του Ταμείου σε Κρατικά Αξιόγραφα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο κρίνει σκόπιμο, νοουμένου ότι πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, η προτεινόμενη επένδυση θα εγκρίνεται από την Εταιρεία εγγράφως και με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Συνεισφορέων». Για τα ποσά που βρίσκονται σε πίστη του Ειδικού Μη Κατανεμημένου Λογαριασμού, στον Κανονισμό 8.3(
- c)του Καταστατικού προβλέπονται τα ακόλουθα: "(
- c)The funds, standing to the credit of the Special Unallocated Account are invested by the Committee, as the Company directs from time to time. Any excess of Realised Gains over Realised Losses, arising from such an investment at each 31st December is distributed to the Contributors (who continue to be with the Company at that date) and to the Special Account. Any such excess will be distributed proportionately amongst the A and Β Accounts and the Special Account, based on each of these accounts' balances at the previous 31st December. Any excess of the Realised Losses over Realised Gains is charged to the Special Account. The Realised Gains and Realised Losses are determined from the actual sale transactions carried out by the Investment Company on behalf of the Fund's Special Account." Σε μετάφραση: «(γ) Τα ποσά, τα οποία βρίσκονται σε πίστη του Ειδικού Μη Κατανεμημένου Λογαριασμού, επενδύονται από την Επιτροπή, όπως η Εταιρεία εντέλλει από καιρό σε καιρό. Οποιοδήποτε πλεόνασμα μεταξύ Πραγματοποιηθέντων Κερδών επί Πραγματοποιηθέντων Ζημιών, από τέτοια επένδυση διανέμεται κάθε 31η Δεκεμβρίου στους Συνεισφορείς (οι οποίοι συνεχίζουν να βρίσκονται στην Εταιρεία κατά την ημερομηνία αυτή) και στον Ειδικό Λογαριασμό. Οποιοδήποτε κέρδος διανέμεται κατ' αναλογία μεταξύ του Λογαριασμού 'Α' και 'Β' και του Ειδικού Λογαριασμού, με βάση το υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών κατά την τελευταία 31η Δεκεμβρίου. Οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ Πραγματοποιηθέντων Ζημιών επί Πραγματοποιηθέντων Κερδών θα χρεώνεται στον Ειδικό Λογαριασμό. Τα Πραγματοποιηθέντα Κέρδη και οι Πραγματοποιηθείσες Ζημιές καθορίζονται μετά από πραγματοποιηθείσες συναλλαγές που γίνονται από Επενδυτική Εταιρεία για λογαριασμό του Ειδικού Λογαριασμού του Ταμείου.» Στον Κανονισμό 2 του Καταστατικού, οι όροι "Realised Gains", 'Realised Loss" και "Investment Company", τυγχάνουν της ακόλουθης ερμηνείας. "(
- q)"Realised Gain" means the excess of the Net Selling Price over the Average Cost Price of a specific share or unit of a specific company, resulting at the time of sale, multiplied by the number of shares or units sold. (
- r)"Realised Gain" means the excess of the Average Cost Price over the Net Selling Price of a specific share or unit of a specific company, resulting at the time of sale, multiplied by the number of shares or units sold. (
- s)"Investment Company" means any recognised Investment Company selected by British Airways Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Σημειώνουμε επίσης ότι δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες που να διέπουν την ερμηνεία Κανονισμών συνταξιοδοτικών σχεδίων, τα οποία ως προς την ερμηνεία του υπόκεινται στους συνήθεις ερμηνευτικούς μηχανισμούς που ισχύουν και για άλλα έγγραφα (Mettoy Pension Trustees Ltd v. Evans and Others [1990] WLR 1587, 1610). Όσον αφορά στο θέμα ερμηνείας μιας σύμβασης και τις διάφορες προσεγγίσεις που προκύπτουν από τη νομολογία, εκτενής αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, «Η Σύμβαση στο Κυπριακό δίκαιο, Θεωρία και Πράξη» 2017. Με αναφορά σε αποφάσεις που παρατίθενται στο εν λόγω σύγγραμμα προσεγγίζουμε και το υπό εξέταση θέμα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ κ.α ν. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013: «Κριτήριο ερμηνείας των συμβάσεων αποτελεί η διαπίστωση της έννοιας που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι εξετάζονται όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου. Η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trad. Ltd v. KEAN Λτδ (Αρ. 2)
(1998)(Δ) ΑΑΔ 2335)». Όπως επίσης αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1Α ΑΑΔ 518: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών». Σχετικά με την αναζήτηση και εξεύρεση «των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων» ή «των προθέσεων των συμβαλλομένων» χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Α. Λιάτσου στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Αγωγή 7462/02, ημερ. 30.5.2014: «Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας - εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων - καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι' αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ' αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί. Να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπε-ται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση». Επομένως με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρξε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Στον Κανονισμό 9.3 προβλέπεται η τήρηση Ειδικού μη Κατανεμημένου Λογαριασμού, τον οποίο η Εταιρεία θα πιστώνει με πρόσθετες ετήσιες συνεισφορές, με σκοπό την κάλυψη τυχόν πρόσθετης ευθύνης από την εγγύηση που οι Καθ' ων η αίτηση παρέχουν στα αποχωρούντα μέλη τους με βάση τον Κανονισμό 13.2, όπου με την εξουσιοδότηση της Επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση, ο Γραμματέας ή ο Ταμίας καταβάλλει στο αποχωρούν μέλος ένα 'Ελάχιστο Ποσό' το οποίο υπολογίζεται στη βάση μιας συγκεκριμένης μαθηματικής φόρμουλας. Στην πράξη οι παράγοντες που προσδιορίζουν το ελάχιστο αυτό ποσό, όπως έχουν αναλυθεί από τον κ. Τροκκούδη, είναι τα έτη υπηρεσίας και ο μέσος όρος των τελευταίων 36 μηνιαίων μισθών του μέλους. Το υπολογιζόμενο ποσό λαμβάνεται από το αποχωρούν μέλος σε κάθε περίπτωση που δεν υπερβαίνει το σε πίστη του ποσό στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β'. Εάν το ποσό που οφείλεται στο αποχωρούν μέλος από τους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' είναι μεγαλύτερο, τότε το μέλος θα λάβει το εν λόγω ποσό. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί η βασική διάσταση του όλου θέματος επικεντρώνεται στην έκταση που διαλαμβάνει η συγκεκριμένη εγγύηση. Είμεθα της γνώμης ότι οι δύο πιο πάνω Κανονισμοί, όπως είναι γλωσσικά διατυπωμένοι, σκοπό έχουν να διασφαλίσουν στο αποχωρούν μέλος του Ταμείου ένα 'Ελάχιστο Ποσό', ανεξάρτητα εάν το σε πίστη του ποσό στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' είναι μικρότερο από το εν λόγω υπολογιζόμενο ποσό ή κατέστη μικρότερο λόγω απομείωσης της πραγματικής αξίας του ενεργητικού των Καθ' ων η αίτηση. Συνάμα επιφυλάσσουν στο αποχωρούν μέλος το δικαίωμα να λάβει το σε πίστη του ποσό στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' σε κάθε περίπτωση που είναι μεγαλύτερο από το 'Ελάχιστο Ποσό'. Η διατύπωση των πιο πάνω Κανονισμών σε σχέση με το υπό αναφορά ζήτημα της παρεχόμενης εγγύησης, δεν περιέχει οποιαδήποτε αμφισημία ούτως ώστε να υπόκειται σε περισσότερες από μια έννοιες και να χρήζει ερμηνείας πέραν αυτής που ξεκάθαρα αποτυπώνει. Κατά την ταπεινή μας άποψη, αυτό που προκύπτει μέσα από το γράμμα των πιο πάνω Κανονισμών, είναι ότι η παρεχόμενη εγγύηση δεν επεκτείνεται πέραν του 'Ελάχιστου Ποσού'. Η προσέγγιση, επομένως, των Αιτητών - ότι δηλαδή η Εταιρεία παρείχε εγγύηση για όλο το ποσό που ήταν κατατεθειμένο σε πίστη τους στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β', δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα των Κανονισμών 9.3 και 13.2 του Καταστατικού. Οι Καθ' ων η αίτηση ως Ταμείο Καθορισμένης Συνεισφοράς (Defined Contribution Funds) διατηρούν δύο Λογαριασμούς (τον Λογαριασμό 'Α' και Λογαριασμό 'Β') στους οποίους κατατίθενται αντίστοιχα οι εισφορές του εργοδοτούμενου και του εργοδότη. Υπό αυτή τη μορφή οι Καθ' ων η αίτηση παρέχουν στα μέλη τους ωφελήματα τα οποία υπολογίζονται με βάση τις καθορισμένες εισφορές που κατατίθενται προς όφελος τους στους δυο πιο πάνω Λογαριασμούς, σε συνάρτηση με την επενδυτική απόδοση του κεφαλαίου του ίδιου του Ταμείου. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες του Κανονισμού 8.3 του Καταστατικού, όπου ρητά προβλέπεται ότι το συνολικό ποσό των εισφορών - εργοδοτούμενου και εργοδότη - κατατίθενται σε τραπεζικό οργανισμό με επιτόκιο που δύναται να συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής των Καθ' ων η αίτηση και του εν λόγω οργανισμού, μη αποκλειομένου ωστόσο του δικαιώματος της Επιτροπής να επενδύει το κεφάλαιο του Ταμείου είτε σε Κρατικά Αξιόγραφα είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Με τον Κανονισμό 8.3(c) η Επιτροπή, με την καθοδήγηση της Εταιρείας, μπορεί επίσης να επενδύει τα ποσά που βρίσκονται σε πίστη του Ειδικού μη Κατανεμημένου Λογαριασμού. Από το γράμμα του εν λόγω Κανονισμού φαίνεται ότι οποιοδήποτε πλεόνασμα μεταξύ πραγματοποιηθέντων κερδών επί πραγματοποιηθέντων ζημιών, από επενδυτικές αποδόσεις των ποσών που είναι πιστωμένα στον εν λόγω Λογαριασμό, διανέμονται κατ' αναλογία στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' και στον Ειδικό Λογαριασμό, με βάση τα υπόλοιπα των εν λόγω Λογαριασμών πριν την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επομένως, με τις επενδυτικές αποδόσεις των ποσών που βρίσκονται σε πίστη του Ειδικού μη Κατανεμημένου Λογαριασμού, η Εταιρεία συμβάλει στην ενίσχυση και επαύξηση των σε πίστη των μελών ποσών στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β', πέραν των αντίστοιχων εισφορών του εργοδοτουμένου και του εργοδότη. Συνάμα με το δικαίωμα επένδυσης των κεφαλαίων του Ταμείου, τίθενται σε κίνδυνο και τα σε πίστη των μελών κατατιθέμενα ποσά, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου δύνανται ανάλογα με τις επενδυτικές αποδόσεις ή απώλειες να επαυξηθούν ή να απομειωθούν. Σε τελική ανάλυση, οι επενδυτικές αποδόσεις του Ειδικού μη Κατανεμημένου Λογαριασμού τείνουν να εξασφαλίσουν στο αποχωρούν μέλος το 'Ελάχιστο Ποσό' που εγγυούνται οι Καθ' ων η αίτηση να του καταβάλουν με την αποχώρηση του και ταυτόχρονα να συνδράμουν στην ενίσχυση και επαύξηση των σε πίστη των μελών ποσών στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β'. Πουθενά στο γράμμα των πιο πάνω Κανονισμών ή εντός των πλαισίων του Καταστατικού ως συνόλου, γίνεται λόγος ή επιβεβαιώνεται η εισήγηση των Αιτητών ότι η Εταιρεία έχει υποχρέωση να καλύψει τη ζημιά από επενδύσεις του κεφαλαίου του Ταμείου και ειδικότερα την απομείωση των καταθέσεων των Καθ' ων η αίτηση τόσο στη Τράπεζα Κύπρου όσο και στη Λαϊκή Τράπεζα. Στην απουσία, λοιπόν, οποιασδήποτε αμφισημίας, προβάλλει ως τελική υποχρέωση του Δικαστηρίου η εφαρμογή των ξεκάθαρων προνοιών του Καταστατικού. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, τα μέτρα εξυγίανσης των δύο Τραπεζών - Λαϊκής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου -προηγήθηκαν του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών που έγινε στις 31.3.2013 και που είχαν ως αποτέλεσμα την απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων που οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούσαν στα εν λόγω Τραπεζικά Ιδρύματα. Ως επακόλουθο, η ζημία που υπέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση από τη απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων τους, κατανεμήθηκε κατ' αναλογία (pro rata) σε όλους τους συνεισφορείς μέλη του Ταμείου, με βάση τα υπόλοιπα που διατηρούσαν στους ατομικούς τους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' κατά την 31.3.2013. Αυτό άλλωστε προβλέπεται και από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (IFRS), καθώς είναι αδύνατη η καταβολή πληρωμής σε μέλος χωρίς να ληφθεί υπόψη η απομείωση της πραγματικής αξίας του ενεργητικού του Ταμείου και η κατανομή οποιουδήποτε ελλείμματος από επενδυτικές απώλειες ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Κατά τον χρόνο, λοιπόν, τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών και της αποχώρησης τους από μέλη των Καθ' ων η αίτηση, που ήταν ο χρόνος καθορισμού των δικαιωμάτων τους και δη του ποσού που δικαιούνταν να λάβουν από το Ταμείο Προνοίας τους με βάση τον Κανονισμό 13.2 του Καταστατικού, τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η αίτηση είχαν ήδη μειωθεί λόγω της απομείωσης των τραπεζικών καταθέσεων τους, με επακόλουθο το σε πίστη των Αιτητών ποσό στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' να υποστεί ανάλογη μείωση, σε βαθμό που κατέστη μικρότερο του 'Ελάχιστου Ποσού' που οι Καθ' ων η αίτηση εγγυούνται να καταβάλουν σε κάθε περίπτωση σε αποχωρούντα μέλη τους. Με αυτά τα δεδομένα οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν στους Αιτητές τα εναπομείνοντα απομειωμένα σε πίστη τους ποσά στους Λογαριασμούς 'Α' και 'Β' καθώς και τη διαφορά μεταξύ των εν λόγω Λογαριασμών και του εγγυημένου 'Ελάχιστου Ποσού' που καλύφθηκε από τις πρόσθετες συνεισφορές της Εταιρείας στον Ειδικό μη Κατανεμημένο Λογαριασμό με βάση τον Κανονισμό 9.3 του Κατά-στατικού, ούτως ώστε να δοθεί στους Αιτητές το εγγυημένο 'Ελάχιστο Ποσό' που δικαιούνταν με βάση την προβλεπόμενη μαθηματική φόρμουλα. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενες αποφάσεις μας, η σχέση μεταξύ μέλους και Ταμείου Προνοίας λειτουργεί ως σχέση εμπιστοσύνης η οποία ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λειτουργεί σε βάρος των υπόλοιπων μελών. Και στην προκείμενη περίπτωση η καταβολή στους Αιτητές οποιωνδήποτε πρόσθετων ποσών από τους Λογαριασμούς των Καθ' ων η αίτηση, οπωσδήποτε θα έθετε σε δυσμενέστερη θέση τα υφιστάμενα μέλη, καθώς θα έπρεπε αναγκαστικά να μειωθούν περαιτέρω τα ποσά που τους αναλογούσαν από τους εν λόγω Λογαριασμούς, προκειμένου να δοθούν περισσότερα στους Αιτητές. Δεν έχει υποστηριχθεί ή προταθεί εγγράφως οποιαδήποτε υπαίτια ή αμελής ενέργεια προερχομένη από τους Καθ' ων η αίτηση για τη μείωση που δέχθηκαν τα προς όφελος των Αιτητών και των υπολοίπων μελών του Ταμείου κατατιθέμενα ποσά. Επαναλαμβάνουμε ότι η μεταβολή που δέχθηκαν τα σε πίστη των Αιτητών κατατιθέμενα ποσά ήταν το αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης των δύο μεγάλων Τραπεζών και των σχετικών Διαταγμάτων με βάση τον Νόμο 17(Ι)/2013, που δεν φαίνεται να ήταν προβλεπτά ούτε και στους Καθ' ων η αίτηση. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδεμία ευθύνη υπέχουν έναντι των Αιτητών. Οι Αιτήσεις απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις ο κάθε Αιτητής να καταβάλει στους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €500 ως έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Χατζηγαβριήλ, Μέλος Χ. Αυγουστή, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο