← Κύπρος

Mario Pierotti ν. Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Αίτησης: 453/13, 19/1/2017

Mario Pierotti ν. Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Αίτησης: 453/13, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χρ. Νεοφύτου ) Φλ. Φλώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 453/13 Μεταξύ: Mario Pierotti Αιτητή και Spectec Group Holdings Limited Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 29/7/2016 για τροποποίηση της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και των Γενικών Λόγων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Ζαβού για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Δημοσθένους για Αντρέα Γιωρκάτζη Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λεμεσό. Την 01/03/2008 υπογράφτηκε μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση σύμβαση εργοδότησης του Αιτητή («η Συμφωνία Εργοδότησης») δυνάμει της οποίας οι Καθ' ων η Αίτηση θα εργοδοτούσαν τον Αιτητή για περίοδο πέντε ετών με ακάθαρτο ετήσιο μισθό Δολ. ΗΠΑ 180.000-. Στις 19/04/2010 η πιο πάνω συμφωνία τροποποιήθηκε με άλλη συμφωνία και πλέον έφερε τον τίτλο συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών («η Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών»). Στην παράγραφο 14 της Αίτησης γίνεται αναφορά στα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή και σημειώνεται στις γραμμές 9-13 ότι: «Τα καθήκοντα του διελάμβαναν μεταξύ άλλων το συντονισμό και την επιτήρηση των γραφείων στη Νότια Ευρώπη, Μεσόγειο και Μέση Ανατολή συμπεριλαμβανομένου και του γραφείου στην Κύπρο. Συνεφωνήθη ότι η δραστηριότητα του θα λάμβανε χώρα εκτός Κύπρου και κυρίως στη La Spezia, Ιταλία.» Στις 11/06/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν τις υπηρεσίες του Αιτητή. Στις 30/05/2013 ο Αιτητής καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») την Αίτηση. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι από την 01/03/2008 μέχρι και τις 11/06/2012 ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση και ότι στις 11/06/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση παράνομα τερμάτισαν την απασχόλησή του. Είναι η θέση του (όπως αυτή αναγράφεται στις παραγράφους 11 και 25 των γενικών λόγων της Αίτησης) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησής του του οφείλουν «υπό τη μορφή οφειλόμενης συμφωνηθείσας αμοιβής/μισθών, bonus δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας κατά ή περί 1/3/2008 και ως τροποποιήθηκε κατά ή περί 19/4/2010»: «
  2. Μισθός Μαΐου 2012 ................US$ 18.890,00
  3. Επιστροφή εξόδων του για Μάιο ..........US$ 2.820,52
  4. Αναλογία μισθού Ιουνίου ..............US$ 6.926,33
  5. Άδειες δυνάμει του όρου 3.7 Έτος 2010 - 14 μέρες .................US$ 7.326,00 Έτος 2011 - 6 μέρες ................ US$ 3.230,00 Έτος 2012 - 30 μέρες (Όρος 3.7) ........... US$ 16.890,00
  6. Συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού δυνάμει του όρου 5.2 Έτος 2008 ....................US$ 15.000,00 Έτος 2009 ...................... US$ 15.450,00 Έτος 2010 ....................US$ 15.910,00 Έτος 2011 ....................US$ 16.390,00 Έτος 2012 (pro-rata) .................US$ 7.542,00 5.Bonuses CI.3.4 Annex II Έτος 2009 .................... US$ 36.152,00 Έτος 2010 .................... US$13.568,00 Σύνολο US$295.094,85» Περαιτέρω στην παράγραφο 26 ισχυρίζεται ότι δικαιούται δυνάμει της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών τους μισθούς του μέχρι τη λήξη της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών (δηλαδή τους μισθούς του για την περίοδο 12/06/2012 μέχρι 28/02/2013 US$145.084-) πλέον τα φιλοδωρήματά του για τα έτη 2011 και 2012 τα οποία ανέρχονται σε US$265.140-. Ως εκ τούτου αξιώνει: «Α. Υπόλοιπο οφειλόμενο υπό μορφή εξόδων, αδειών, συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού και bonuses ύψους US$295.095,85 ή το ισόποσο σε ευρώ. Β. Αποζημίωση των μισθών του μέχρι το τέλος της σύμβασης Ιουνίου 2012 - Φεβρουαρίου 2013 ύψους US$145.084- ή το ισόποσο σε ευρώ ως και "bonuses" US$265.140-. Γ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις δια παράνομο τερματισμό των υπηρεσιών του κατά ή περί την 11/06/
  7. Δ. Οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα/δικαία θεραπεία υπό τας περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 10239150R).» Στις 09/01/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης με το οποίο απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή που περιλαμβάνονται στην Αίτηση και αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε από τα αξιούμενα ποσά στον Αιτητή. Εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις (α) ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση καθότι η διαφορά μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση δεν συνιστά «εργατική διαφορά» λόγω του ότι ο Αιτητής παρείχε στους Καθ' ων η Αίτηση υπηρεσίες και πληρωνόταν από τους Καθ' ων η Αίτηση με βάση την τιμολόγηση των παρασχεθείσων υπηρεσιών και (β) ότι η Αίτηση είναι ενοχλητική (vexatious) και/ή καταπιεστική (oppressive) και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνές Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC International Court of Arbitration) στο Παρίσι («το Δ.Δ.Δ.») στις 18/6/2013 αποφάσισε ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει «τις αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση .... κατά του Αιτητή .... που αφορούν» τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και τον τερματισμό της. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών λόγω σοβαρών παραβάσεων των όρων της από τον Αιτητή. Σημειώνουμε ότι από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι στις 10/02/2015 το Δ.Δ.Δ. αφού επιλήφθηκε διαφοράς μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση εξέδωσε απόφαση με την οποία αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι (α) ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση, (β) ο Αιτητής δεν είχε παραβιάσει ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και ως εκ τούτου οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών, (γ) ο τερματισμός της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών συνιστούσε παράνομη απόλυση του Αιτητή, (δ) ο Αιτητής λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του δικαιούται:

(1)US$28.636,85 ως δεδουλευμένους μισθούς για την περίοδο 01/05/2012-11/06/2012,
(2)US$70.292- ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση βάσει των όρων της Συμφωνίας (termination indemnity) και
(3)US$146.830- για απώλεια μισθών για την περίοδο 11/06/2012-28/02/2013 και (ε) στη βάση του ενώπιόν του τεθέντος μαρτυρικού υλικού, ο Αιτητής δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση ετήσιας άδειας ή ως φιλοδώρημα (bonus). Είναι η θέση του Αιτητή όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησής του ότι η διαφορά που προέκυψε μεταξύ αυτού και των Καθ' ων η Αίτηση δεν καλύπτεται από τη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στη Συμφωνία Εργοδότησης και/ή στη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και ότι το Δ.Ε.Δ. έχει υποχρεωτική αρμοδιότητα δυνάμει του νόμου να εκδικάσει τη διαφορά. Στις 02/06/2015 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν αίτηση με την οποία αιτούνταν: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός και/ή η αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) της καταχωρηθείσας από τον Αιτητή Εναρκτήριας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ως καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη καθότι όλα τα επίδικα θέματα και/ή διαφορές και/ή ζητήματα μεταξύ των διαδίκων έχουν αποφασιστεί με τη Διαιτητική Διαδικασία του International Chamber of Commerce στην οποία εκδόθηκε Τελική Απόφαση στις 10/02/2015 και/ή λόγω της αρχής του δεδικασμένου (res judicata).» Το Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 11/5/2016 αποφάσισε ότι η αρχή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου δεν μπορούσε να εφαρμοστεί λόγω του ότι η απόφαση του Δ.Δ.Δ. δεν είχε αναγνωριστεί και εγγραφεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 26/5/2016 η κα Στυλιανού εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και προέβηκε στην πιο κάτω δήλωση: «Θα ήθελα να αναφέρω ότι ενόψει της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Παρισιού, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καταβάλει στον Αιτητή τα ποσά που αφορούν τον μισθό του μηνός Μαΐου 2012 και τα έξοδα τα οποία υπέστηκε ο Αιτητής τον εν λόγω μήνα, την αναλογία του μισθού του για τον Ιούνιο του 2012, καθώς και τη συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού που προβλεπόταν στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καθώς και τους μισθούς που θα κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση στον Αιτητή από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι τέλος Φεβρουαρίου
  1. Ως εκ τούτου, ζητώ άδεια να αποσύρω τις εν λόγω αξιώσεις του Αιτητή και να παραμείνουν προς εκδίκαση: (α) η αξίωσή του για οφειλόμενες ετήσιες άδειες για το 2010, το 2011 και το 2012, (β) η αξίωσή του για τα φιλοδωρήματα για τα έτη 2009,2010,2011 και 2012 και (γ) η αξίωσή του για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του.» Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση δήλωσε ότι είναι η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η μεταξύ των διαδίκων διαφορά επιλύθηκε με τη διαιτητική απόφαση του Δ.Δ.Δ., ότι το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να επιληφθεί της Αίτησης και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα προβούν σε διαβήματα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης του Δ.Δ.Δ. στην Κύπρο. Ο Αιτητής στις 29/7/2016 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω : «Α. Διάταγμα διά τροποποίηση της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή Γενικών Λόγων Αίτησης ως ακολούθως:
  2. Δια τη διαγραφή των αιτούμενων θεραπειών Α και Β και την προσθήκη νέας θεραπείας Α ως ακολούθως: «Α. Υπόλοιπο υπό μορφή αδειών και bonuses συνολικού ύψους USD 461.302»
  3. Την επαναρίθμηση των παραγράφων Γ-Ε σε Β-Δ.
  4. Τη διαγραφή της λέξης «οφείλει» και την αντικατάσταση της με τη λέξη «όφειλε» στη δεύτερη πρόταση 1η γραμμή που βρίσκεται στην παράγραφο 11 των Γενικών Λόγων της Αίτησης.
  5. Τη διαγραφή της προτελευταίας προτάσεως (11η και 12η γραμμή) στην παράγραφο 14 των Γενικών Λόγων της Αίτησης και της προσθήκης νέας προτάσεως ως ακολούθως: «Συνεφωνήθηκε ότι η δραστηριότητα του θα λάμβανε χώρα εντός και εκτός Κύπρου. Η εκτός δραστηριότητα του στην Κύπρο ήταν κυρίως στη La Spezia στην Ιταλία.»
  6. Τη διαγραφή της λέξης «είναι» και την αντικατάσταση της με τη λέξη «ήταν» στην πρώτη πρόταση 1η γραμμή που βρίσκεται στην παράγραφο 22 των Γενικών Λόγων της Αίτησης.
  7. Την προσθήκη κάτω από την υποπαράγραφο 5 της παραγράφου 25 των Γενικών Λόγων της Αίτησης τα ακόλουθα: «Έτος 2010 USD 132,568» «Έτος 2011 USD 132.568» «Έτος 2012 USD 132.568»
  8. Τη διαγραφή της παραγράφου 26 και την προσθήκη των παραγράφων 26, 27 και 28 ως ακολούθως:
  9. «Η Καθ΄ής η Αίτηση καταχώρησε στο Διαιτητικό Δικαστήριο ICC International Court of Arbitration την υπόθεση με αριθμό 18937/MHM/EMT με την οποία εξαιτείτο δήλωση ότι η σύμβαση εργοδότησης ημερ. 01/03/2008 η οποία μεταγενέστερα τροποποιήθηκε στις 19/04/2010 είχε διαρρηχθεί από τον Αιτητή. Ο Αιτητής θα ισχυριστεί ότι αρχικά είχε αμφισβητήσει τη διαδικασία διαιτησίας και συγκεκριμένα τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου επιφυλάσσοντας δε τα δικαιώματα του. Ο Αιτητής εισήγαγε μεταξύ άλλων Ανταπαίτηση διεκδικώντας ποσά που αφορούσαν δεδουλευμένους μισθούς, άδειες, αμοιβή για τερματισμό κ.α. Σε καμία περίπτωση ο Αιτητής δεν αποποιήθηκε των διαδικασιών στην Κύπρο.
  10. «Εν τέλει το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών και ότι απολύθηκε παράνομα με αποτέλεσμα ο Αιτητής να λάβει το ποσό των USD 28.366 για μισθούς που δεν είχε πληρωθεί από το Μάιο 2012-Ιούνιο 2012, USD 70292 ποσό το οποίο αντιπροσώπευε συμφωνηθείσα πληρωμή λόγω τερματισμού δυνάμει του όρου 5.
  11. καθώς και το ποσό των USD 146,830 για απώλεια μισθών από 11/06/2012-28/02/
  12. Τα ποσά αυτά δεν τα διεκδικεί ο Αιτητής παρά μόνο τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 25
(3)και 25
(5).
  1. «Ως εκ των ανωτέρω ο Αιτητής δικαιούται δυνάμει της σύμβασης και διεκδικεί συνολικά το ποσό των USD που αντιστοιχεί στο ποσό των USD 461.
  2. Την επαναρίθμηση της παραγράφου 27 σε
  3. Τη διαγραφή των υποπαραγράφων Α και Β από την υφιστάμενη παράγραφο 27 και την προσθήκη της ακόλουθης υποπαραγράφου Α: «Α. Υπόλοιπο υπό μορφή αδειών και bonuses συνολικού ύψους USD 461.302»
  4. Την επαναρίθμηση των υποπαραγράφων Γ-Ε της παραγράφου 27 σε Β-Δ.» Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 11
(1)(β), 11
(2), 12 , 13 και 17 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στις Δ.9 θ.10-11, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-9 και Δ.64 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας - Άννας Στυλιανού, δικηγόρου, ημερ. 29/7/2016 που συνοδεύει την αίτηση η οποία αναφέρει ότι ο Αιτητής διαμένει μόνιμα στο Μονακό, ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί σε ένορκο δήλωση εκ μέρους του και ότι γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη του σχετικού φακέλου και από ενημέρωση που είχε από τον Αιτητή. Αναφέρει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στο Δ.Δ.Δ. την υπόθεση με αριθμό 18937/MHM/EMT με την οποία ζητούσαν
(1)δήλωση (α) ότι η σύμβαση εργοδότησης ημερ. 01/03/2008 η οποία μεταγενέστερα τροποποιήθηκε στις 19/04/2010 είχε διαρρηχθεί από τον Αιτητή, (β) ότι αυτοί νομίμως τερμάτισαν τη σύμβαση που είχαν με τον Αιτητή και
(2)γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για την παραβίαση της σύμβασης από τον Αιτητή. Λέγει ότι ο Αιτητής αμφισβήτησε την εν λόγω διαδικασία προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το Δ.Δ.Δ. δεν είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει τα πιο πάνω θέματα και ότι επιφύλαξε τα δικαιώματά του σε σχέση με τις διαδικασίες που είχε καταχωρήσει στα κυπριακά Δικαστήρια. Ότι το Δ.Δ.Δ. με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 18/6/2013 αποφάσισε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση και στη συνέχεια αφού εκδικάστηκε ενώπιόν του η ουσία της εν λόγω διαφοράς αποφάσισε ότι μεταξύ των μερών υπήρχε σχέση εργοδότησης και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση απέλυσαν παράνομα τον Αιτητή. Λέγει περαιτέρω ότι το Δ.Δ.Δ. επιδίκασε στον Αιτητή κάποια από το ποσά που διεκδίκησε. Πιο συγκεκριμένα επιδικάστηκαν στον Αιτητή (α) $28.636 για τους μισθούς Μαΐου - Ιουνίου 2012, (β) $70.292 ως συμφωνηθείσα αποζημίωση βάσει όρου της συμφωνίας εργοδότησης και (γ) $146.830 ως απώλεια μισθών από 11/6/2012 μέχρι 28/2/2013. Λέγει επίσης ότι στις 26/5/2013 εμφανίστηκε η ίδια ενώπιον του Δ.Ε.Δ. και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής δεν θα προωθήσει τις αξιώσεις του που αφορούν τα ποσά που επιδικάστηκαν από το Δ.Δ.Δ. και ότι λόγω της απόσυρσης των πιο αξιώσεων του Αιτητή προέκυψε η ανάγκη των αιτούμενων τροποποιήσεων με σκοπό «να ολοκληρωθεί το δικόγραφο και να παρουσιαστεί με σαφήνεια και πληρότητα η διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως αποκρυσταλλώθηκε.» Είναι η θέση της ότι οι ζητούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για σκοπούς ορθούς απονομής της δικαιοσύνης, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά τις 26/5/2013 και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 17/10/2016 η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 11, 12, 13 και 17 των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 και Δ.48, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα πιο κάτω: «i. Με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται να εισαχθεί αξίωση και εκδίκαση ζητήματος το οποίο ήταν γνωστό στον Αιτητή κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήριας Αίτησης και ουδεμία δικαιολογία δίδεται για την καθυστέρηση και τον λόγο που υπάρχει τέτοια ανάγκη σε τούτο το στάδιο. ii. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε αρκετά καθυστερημένο στάδιο πέραν των 3 χρόνων από την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήριας Αίτησης χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία και/ ή δικαιολογία για την καθυστέρηση και για το λόγο που παρέστη τέτοια ανάγκη. iii. Η έκταση της αιτούμενης τροποποίησης δεν δικαιολογείται από τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. iv. Η σκοπούμενη τροποποίηση αφορά θέματα που δεν καλύπτονται και/ ή εγείρονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. v. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. vi. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής επιδιώκει εκ των υστέρων να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών παρόλο που δεν υπάρχει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οποιαδήποτε βάση πάνω στην οποία να μπορεί να θεμελιωθεί τέτοια δικαιοδοσία. vii. Δεν δίδεται από τον Αιτητή οποιαδήποτε δικαιολογία και/ή λόγος ως προς το γιατί με την σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρεί να μεταβάλει ριζικά ορισμένους από τους αρχικούς του ισχυρισμούς, ιδιαίτερα ως προς τον τόπο όπου ασκούσε δραστηριότητες. viii. Τα πλείστα γεγονότα που επιθυμεί ο Αιτητής να δικογραφήσει τα γνώριζε από την αρχή της υπόθεσης και θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί. Καμία επεξήγηση δεν δίνεται για την παράλειψη αυτή. ix. Δεν συντρέχουν οι αναγνωρισμένες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης. x. Η Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού γίνεται προσωπικά από τη Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. xi. Ο Αιτητής προωθεί την αίτηση κακή τη πίστη και/ή καταχρηστικά.» Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Μανουέλας Σωκράτους, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Η κα Σωκράτους αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό τους και ότι οι διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση βρίσκονται στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους. Λέγει ότι τα γεγονότα επί των οποίων ορκίζεται τα γνωρίζει προσωπικά, προέρχονται από πληροφορίες τις οποίες έχει λάβει από αξιωματούχους των Καθ' ων η Αίτηση και από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Λέγει επίσης ότι η βάση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων προκύπτει από τη Συμφωνία που είχαν μεταξύ τους και ότι η εν λόγω διαφορά εκδικάστηκε τελεσίδικα στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Δ.Δ.Δ. Ότι στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας ο Αιτητής ανέφερε ότι εργαζόταν αποκλειστικά εκτός Κύπρου κυρίως στην Ιταλία και ότι αυτός ήταν ο ισχυρισμός του Αιτητή στην παρούσα διαδικασία ο οποίος ισχυρισμός έγινε παραδεκτός από τους Καθ' ων η Αίτηση. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής μετά που αντιλήφθηκε ότι υπό το φως τέτοιου ισχυρισμού το Δ.Ε.Δ. δεν θα έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση, επιδιώκει με την παρούσα αίτηση ενεργώντας με κακή πίστη να εισαγάγει τη θέση ότι οι δραστηριότητές του λάμβαναν χώρα και στην Κύπρο ώστε να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δ.Ε.Δ. Ότι καμιά δικαιολογία δεν παρέχεται ως προς το γιατί ενώ αρχικά δικογραφήθηκε ότι ο Αιτητής εργαζόταν εκτός Κύπρου επιδιώκεται τώρα η εν λόγω τροποποίηση ούτε αναφέρεται ποια είναι ανάγκη για την εν λόγω τροποποίηση, πότε παρέστηκε αυτή η ανάγκη και για ποιο λόγο καθυστέρησε 3 χρόνια να προβεί στο αίτημά του για τροποποίηση. Περαιτέρω λέγει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής επιδιώκει να προσθέσει αξίωση για αποζημιώσεις οι οποίες ήταν γνωστές στον Αιτητή από την καταχώρηση της Αίτησης χωρίς καμία δικαιολογία ως προς το γιατί αυτές δεν περιλήφθησαν εξ αρχής στο δικόγραφό του ή εξήγηση για το πώς ή πότε προέκυψε ανάγκη για την πτυχή αυτή της αιτούμενης τροποποίησης. Λέγει επίσης ότι η ένορκη δήλωση της κας Στυλιανού η οποία είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την Αίτηση είναι ανεπίτρεπτη. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1], Πολ. Έφεση 58/2012 Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, ημερ. 4/3/2013). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 25.4.12 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου , ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075.). Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ.624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφασή του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Προτού όμως υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης τροποποίησης θα εξετάσουμε τον λόγο ένστασης (x) που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λόγω του ότι έγινε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Ο τρόπος που αντικρίζεται το θέμα ένορκης δήλωσης από δικηγόρο εξετάστηκε σε σειρά αποφάσεων. Στην απόφαση την Rybolovlev v. Rybolovlev
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Iωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). ......., μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Επίσης στην υπόθεση Γ. Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α , Πολ. Έφεση 124/2010, απόφαση ημερομ.14.7.2011 επισημάνθηκαν τ΄ακόλουθα: «Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου.» Η υπό κρίση αίτηση έγινε από τη δικηγορική εταιρεία Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρους του Αιτητή και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Στυλιανού η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στην εν λόγω δικηγορική εταιρεία, ότι ο Αιτητής διαμένει στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να έλθει στην Κύπρο να ορκιστεί, ότι είναι από εκείνον εξουσιοδοτημένη και ότι γνωρίζει τα γεγονότα από την πληροφόρηση που είχε από τον Αιτητή και τον φάκελο της υπόθεσης. Η κα Στυλιανού δεν υπογράφει την υπό κρίση αίτηση ως δικηγόρος, ούτε και χειρίστηκε αυτήν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν προκύπτει λοιπόν στην παρούσα περίπτωση θέμα ασυμβίβαστου αφού η κα Στυλιανού μάρτυρας στην διαδικασία της αίτησης τροποποίησης δεν χειρίστηκε την αίτηση τροποποίησης ως δικηγόρος. Ενόψει και του ότι ο Αιτητής διαμένει στο εξωτερικό κρίνουμε ότι δεν συντρέχει λόγος για εξαίρεση της ένορκης δήλωσης της κας Στυλιανού. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται (α) η εισαγωγή ισχυρισμών που σχετίζονται με τη διαιτητική διαδικασία στο Δ.Δ.Δ. και το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας καθώς και τη στάση του Αιτητή ενώπιον του Δ.Δ.Δ., (β) η διευκρίνιση των αξιώσεων του Αιτητή στην παρούσα διαδικασία ενόψει των εξελίξεων μετά τη διαιτητική διαδικασία και (γ) η τροποποίηση των ισχυρισμών του σχετικά με τον τόπο που εξασκούσε τα εργασιακά του καθήκοντα. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης (iii), (iv), (
  1. v)και (vii) (αναγκαιότητα και δικαιολόγηση των αιτούμενων τροποποιήσεων) παρατηρούμε ότι στην ένορκη δήλωση της κας Στυλιανού δεν αναφέρεται για ποιο λόγο ζητείται η τροποποίηση αναφορικά με τον τόπο εξάσκησης των εργασιακών καθηκόντων του Αιτητή και ούτε δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση σε σχέση με την εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει την αναγκαιότητα ή τη χρησιμότητα της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης. Κρίνουμε το εν λόγω αίτημα αβάσιμο και αστήριχτο. Όσον αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις προβάλλεται η δικαιολογία ότι σκοπός τους είναι να παρουσιαστεί με σαφήνεια η διαφορά μεταξύ των διαδίκων ως αυτή διαμορφώθηκε μετά την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας και της απόσυρσης ορισμένων αξιώσεων από τον Αιτητή στην παρούσα διαδικασία. Κατά την άποψή μας οι αιτούμενες ουσιαστικές τροποποιήσεις εκτός από αυτήν που περιέχεται στην υποπαράγραφο 7 της παραγράφου Α της αίτησης τροποποίησης αναφορικά με την προσθήκη νέας παραγράφου με τον αριθμό 26 είναι αχρείαστες και μη αναγκαίες αφού τα εν λόγω ζητήματα έχουν γίνει μέρος της υπόθεσης με τις δηλώσεις της δικηγόρου του Αιτητή στις 26/5/2016. Κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση που αφορά την προσθήκη νέας παραγράφου 26 είναι χρήσιμη και αναγκαία καθότι θα δώσει στον Αιτητή την ευκαιρία να προσκομίσει μαρτυρία με σκοπό την αντίκρουση της θέσης των Καθ' ων η Αίτηση ότι η διαδικασία της Αίτησης ενώπιον του Δ.Ε.Δ. είναι καταχρηστική και ότι ο Αιτητής λόγω της διαδικασίας στο Δ.Δ.Δ. εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Δεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας πριν να αρχίσει η ακρόαση της Αίτησης κατά τον χρόνο της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθεί η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών τους από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή τους επιδίδετο εξ αρχής. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Σημειώνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση που περιέχεται στην υποπαράγραφο 6 της παραγράφου Α της αίτησης τροποποίησης δεν προσθέτει στην υφιστάμενη δικογράφηση της εν λόγω αξίωσης τη λεπτομέρεια, την εξειδίκευση και την ακρίβεια που απαιτείται για τη δικογράφηση των αυτοτελών αξιώσεων των εργοδοτουμένων που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας τους και οι οποίες θεωρούνται ως ειδικές ζημιές και συνακόλουθα πρέπει να δικογραφούνται με σαφήνεια και κατά τρόπο ολοκληρωμένο. Με την εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση δεν θα διευκρινιστεί περαιτέρω η αξίωση του Αιτητή ώστε οι Καθ' ων η Αίτηση να γνωρίζουν με πληρότητα τι θα έχουν να αντιμετωπίσουν στη δίκη. Περαιτέρω η πιο πάνω αιτούμενη τροποποίηση δημιουργεί σύγχυση καθότι προσθέτοντας τα ποσά που ζητεί ο Αιτητής να προσθέσει με τα υφιστάμενα στην υποπαράγραφο 5 της παραγράφου 25 των γενικών λόγων της Αίτησης και το ποσό που ζητείται ως οφειλόμενη ετήσια άδεια δεν προκύπτει το συνολικό ποσό (USD 461.302) που είναι η πρόθεση του Αιτητή να αξιώσει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τις υποπαραγράφους 1 και 9 της παραγράφου Α της αίτησης. Με τους λόγους ένστασης (i), (
  2. ii)και (viii) οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς και με τον λόγο (
  3. xi)ότι η αίτηση είναι κακόπιστη. Παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Ο λόγος που αναφέρει ο Αιτητής είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία στο Δ.Δ.Δ. και του καταβλήθηκαν κάποια από το ποσά που αξιώνει. Από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι η απόφαση του Δ.Δ.Δ. εκδόθηκε στις 10/2/2015 και ότι στις 2/6/2015 καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δ.Ε.Δ. λόγω δεδικασμένου της οποίας η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 11/5/2016. Σε σχέση με τις αιτούμενες ουσιαστικές τροποποιήσεις εκτός από αυτήν που αφορά τον τόπο εξάσκησης των καθηκόντων της εργασίας του Αιτητή κρίνουμε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική καθυστέρηση ούτε προκύπτει ζήτημα κακοπιστίας. Όμως δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με τον χρόνο που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση του ισχυρισμού που αφορά τον τόπο εξάσκησης των εργασιακών καθηκόντων του Αιτητή. Έχοντας αυτά κατά νου, φαίνεται ότι χρόνος που διέρρευσε για την καταχώρηση της αιτούμενης τροποποίησης δεν δικαιολογείται. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτή προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της κας Σωκράτους ότι ο Αιτητής στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του Δ.Δ.Δ. προέβαλε τη θέση ότι εργαζόταν αποκλειστικά εκτός Κύπρου κυρίως στην Ιταλία. Η εν λόγω θέση των Καθ' ων η Αίτηση δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία που αφορά την εκδίκαση των ενδιάμεσων αιτήσεων αφού ούτε αντεξετάστηκε επί αυτού του ισχυρισμού της η κα Σωκράτους ούτε κατατέθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Αιτητή. Ενόψει των πιο πάνω προκύπτει ότι η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αληθής και σε συνδυασμό με τη μη δικαιολόγηση της αναγκαιότητας της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης δεν μπορούμε να καταλήξουμε ότι η εν λόγω τροποποίηση γίνεται καλόπιστα για την κάλυψη πραγματικής ανάγκης με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά επίδικα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά ώστε να μπορεί να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (vii) παρατηρούμε ότι αυτός δεν έχει υποστηριχτεί με οποιαδήποτε νομική αυθεντία. Ούτε τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε σχετικά πραγματικά γεγονότα που στηρίζουν τον εν λόγω λόγο. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον ο πιο πάνω λόγος ένστασης ευσταθεί. Σημειώνουμε ότι με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις για διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας ένας εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο εργοδότης έχει την κατοικία του είτε σε άλλο κράτος μέλος ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνουμε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μόνο υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης που περιέχεται στην υποπαράγραφο 7 της παραγράφου 1 της αίτησης που αφορά την προσθήκη νέας παραγράφου 26 στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Αίτησης ως η υποπαράγραφος 7 της παραγράφου 1 της αίτησης που αφορά την προσθήκη νέας παραγράφου 26 στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των Γενικών Λόγων της Αίτησης με το οποίο οι υφιστάμενες παράγραφοι 26 και 27 των Γενικών Λόγων της Αίτησης να αναριθμούνται σε 27 και 28. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............ (Υπ.) ............ Χρ. Νεοφύτου, Μέλος. Φλ. Φλώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης). [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.