Χριστίνα Κωμοδρόμου ν. ATLANTICA GOLDEN RESORTS LTD, Αρ. Αίτησης: 296/10, 17/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Αιμ. Θεοδούλου ) Δ. Επιφανείου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 296/10 Μεταξύ: Χριστίνα Κωμοδρόμου Αιτήτριας και ATLANTICA GOLDEN RESORTS LTD Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Α. Δημητριάδης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Η κα Μ. Χατζηλευτέρη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και ασχολείται με τη διαχείριση και τη λειτουργία ξενοδοχειακών μονάδων. Κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, χρόνο διαχειριζόταν το ξενοδοχείο ATLANTICA GOLDEN BEACH στην Πάφο («το Ξενοδοχείο»). Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 21/4/2008 ως Διευθύντρια Δημοσίων Σχέσεων (Guest Relations Manageress) στο Ξενοδοχείο. Στις 12/12/2008 η Αιτήτρια και ο Αρχιμάγειρας του Ξενοδοχείου, κ.Παναγιώτης Παναγιώτου, ήρθαν σε αντιπαράθεση και διαπληκτίζονταν έξω από το γραφείο του Διευθυντή του Ξενοδοχείου, κ.Χαράλαμπου Σκουφαρίδη και χρειάστηκε να επέμβει ο κ.Σκουφαρίδης ώστε να σταματήσει η μεταξύ τους λεκτική αντιπαράθεση. Στη συνέχεια η Αιτήτρια κατάγγειλε στον κ.Σκουφαρίδη ότι ο κ.Παναγιώτου την παρενόχλησε και την παρενοχλεί σε προσωπικό επίπεδο. Ο κ.Σκουφαρίδης αντιλήφθηκε ότι η Αιτήτρια αναφερόταν σε σεξουαλική παρενόχληση. Η Εργοδότρια Εταιρεία έδωσε στον κ.Παναγιώτου την ακόλουθη γραπτή επίπληξη (Τεκμήριο 2): «15 Δεκεμβρίου 2008 Κον. Παναγιώτου Παναγιώτη ΕΠΙΠΛΗΞΗ Αναφέρομαι στην απαράδεκτη συμπεριφορά σας έναντι μέλους της διεύθυνσης στις 12/12/
- Συγκεκριμένα μετά το πέρας του management cocktail ερχόμενος στο χώρο των γραφείων της διεύθυνσης, μίλησες με πολύ άσχημο τρόπο στην συνάδελφο σου Χριστίνα Κωμοδρόμου. Η πιο πάνω ενέργεια σας είναι άκρως απαράδεκτη δίνοντας συνάμα και το κακό παράδειγμα προς το υπόλοιπο προσωπικό. Θα ανέμενα από άτομο της δικής σας θέσης και ευθύνης πιο υπεύθυνη στάση και σε καμία περίπτωση δεν θα ανάμενα μια τέτοιου είδους συμπεριφορά η οποία είναι άκρως απαράδεκτη. Σε περίπτωση επανάληψης παρόμοιου περιστατικού η διεύθυνση δεν θα έχει άλλη επιλογή από τη λήψη των ανάλογων πειθαρχικών μέτρων. Διά Ξενοδοχείο Atlantica Golden Beach Πάμπος Σκουφαρίδης Διευθυντής Ξενοδοχείου Κοιν: Συντεχνία ΠΕΟ Συντεχνία ΣΕΚ» Στις 19/12/2008 η Αιτήτρια παρέδωσε στον κ.Σκουφαρίδη επιστολή (Τεκμήριο 17) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «.............. Έχω υποχρεωθεί να υποβάλω και γραπτώς προς εσάς την έντονη δυσφορία μου - όπως έχω πράξει ήδη και προφορικά προς εσάς τον ίδιο - αναφορικά με την αντιμετώπιση την οποία τυγχάνω από τον Κύριον Παναγιώτη Παναγιώτου ο οποίος κατέχει την θέση του αρχιμάγειρα, θεωρώ ότι η αντιμετώπιση αυτή που τυγχάνω δεν είναι μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής σχέσης και αισθάνομαι έντονα ότι παρενοχλούμαι σε προσωπικό επίπεδο. Παρακαλώ όπως του γίνουν οι ανάλογες συστάσεις για να σταματήσει το φαινόμενο αυτό. Ευχαριστώ Κωμοδρόμου Χριστίνα ............» Η Αιτήτρια από τις 21/12/2008 - 12/1/2009 δεν εργάστηκε στο Ξενοδοχείο. Της είχε δοθεί ετήσια άδεια μετ΄ απολαβών παρά το ότι (α) είναι πολιτική της Εργοδότριας Εταιρείας να μην δίνεται άδεια στους εργοδοτούμενους στο Ξενοδοχείο την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και (β) η Αιτήτρια δεν είχε υποβάλει γραπτό αίτημα για παραχώρηση άδειας, ενώ η συνήθης διαδικασία / πρακτική στο Ξενοδοχείο είναι να υποβάλλεται σχετικό γραπτό αίτημα. Κατά ή περί τις 22/12/2008 ο κ.Σκουφαρίδης συναντήθηκε στο Ξενοδοχείο με την Αιτήτρια και τον συντεχνιακό εκπρόσωπο της Αιτήτριας, κ.Μιλτιάδη Μιλτιάδους. Ακολούθως μετά από λίγες ημέρες η Αιτήτρια και ο κ.Μιλτιάδους συναντήθηκαν στο Ξενοδοχείο με τον κ.Σκουφαρίδη και τον κ.Παναγιώτου. Στον κ.Παναγιώτου δόθηκε γραπτή επίπληξη/προειδοποίηση ημερομηνίας 5/1/2009 (Τεκμήριο 1). Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό περιεχόμενο της: «ΕΠΙΠΛΗΞΗ/ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Σε συνέχεια της συνάντησης μας ημερομηνίας 23 Δεκεμβρίου 2008, όπου σου έγιναν προφορικές παρατηρήσεις αναφορικά με την καταγγελία της κας Χριστίνας Κωμοδρόμου, η οποία μου έχει καταγγείλει ότι την παρενοχλάς σε προσωπικό επίπεδο, θα ήθελα να σου συστήσω την προσοχή και να σε καλέσω να μην το ξανακάνεις, να της απολογηθείς και συνάμα να σε προειδοποιήσω ότι σε περίπτωση που οι πιο πάνω καταγγελίες αληθεύουν τότε θα υποστείς όλες τις συνέπειες που προνοούνται για αυτήν την πράξη. Ως εκ τούτου στα πλαίσια της ομαλής λειτουργίας του ξενοδοχείου και για αποφυγή οιονδήποτε άλλων προβλημάτων σε καλώ να αποφύγεις οποιαδήποτε επικοινωνία ή επαφή μαζί με την κα Χριστίνα Κωμοδρόμου και ως εκ τούτου η επικοινωνία σας για επαγγελματικά θέματα θα γίνεται είτε μέσω εμένα είτε μέσω του κου Σταυρινού Κωνσταντίνου. Ευχαριστώ, Πάμπος Σκουφαρίδης Διευθυντής Ξενοδοχείου». Από τις 15/1/2009 μέχρι τις 26/2/2009 η Αιτήτρια δεν εργάστηκε στο Ξενοδοχείο λόγω μερικής αναστολής των εργασιών του Ξενοδοχείου. Είχε συμφωνηθεί από τον Νοέμβριο του 2008 μεταξύ της Αιτήτριας και του κ.Σκουφαρίδη ότι για την πιο πάνω περίοδο η Αιτήτρια δεν θα εργαζόταν στο Ξενοδοχείο. Ήταν η μόνη από τους διευθυντές τμημάτων του Ξενοδοχείου που εκτελούσαν καθήκοντα Duty Manager που δεν εργάστηκε κανονικά στο Ξενοδοχείο κατά την περίοδο αναστολής των εργασιών του Ξενοδοχείου. Στην Αιτήτρια δόθηκε η ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 27): «08 Ιανουαρίου 2009 Κυρία Κωμοδρόμου Χριστίνα Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων Ξενοδοχείο Atlantica Golden Beach Σε συνέχεια του παραπόνου που μου εκφράσατε σχετικά με την αντιμετώπιση που τυγχάνετε από μέλος του προσωπικού και συγκεκριμένα από τον Αρχιμάγειρα του ξενοδοχείου θα ήθελα να σας αναφέρω ότι μετά από σχετική έρευνα που διεξήχθη από εμένα προσωπικά το μόνο που έχει διαπιστωθεί είναι ότι η συμπεριφορά του πιο πάνω προς εσάς σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν η πρέπουσα. Ως εκ τούτου έχουν γίνει οι απαραίτητες παρατηρήσεις και συστάσεις προς αποφυγή παρόμοιου περιστατικού στο μέλλον. Ευχαριστώ, Πάμπος Σκουφαρίδης Γενικός Διευθυντής» Στις 24/3/2009 η Αιτήτρια προέβηκε σε γραπτή καταγγελία στην Επίτροπο Διοικήσεως. Η Επίτροπος Διοικήσεως απέστειλε στον κ.Σκουφαρίδη επιστολή ημερομηνίας 31/3/2009 (Τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «Αρ. Φακ.: Α.Κ.Ι. 17/2009 Αρ. Τηλ.: 22 405531 Λευκωσία, 31 Μαρτίου 2009 Κύριο Πάμπο Σκουφαρίδη Διευθυντή Ξενοδοχείου Atlantica Golden Beach Τ.Θ. 60323 8102 Πάφος Αξιότιμε Κύριε Η κ. Χριστίνα Κωμοδρόμου με επιστολή της, ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2009, μου υπέβαλε καταγγελία για τη δυσμενή μεταχείριση που τυγχάνει μετά από την καταγγελία της για σεξουαλική παρενόχληση της από τον κ. Π. Παναγιώτου στο χώρο της εργασίας της. Πιο συγκεκριμένα, η κ. Κωμοδρόμου αναφέρει στην επιστολή της ότι τον Ιούνιο του 2008 δέχτηκε σεξουαλική παρενόχληση από συνάδελφο της, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε η Διεύθυνση του ξενοδοχείου λίγες μέρες αργότερα. Στη συνέχεια, όπως καταγγέλλει η κ. Κωμοδρόμου, η Διεύθυνση του ξενοδοχείου προέβη σε αλλαγή του προγράμματος της, της παραχωρήθηκε άδεια, χωρίς να ερωτηθεί, για την περίοδο των Χριστουγέννων και δεν αμείφθηκε για την περίοδο μεταξύ 14 Ιανουαρίου και 26 Φεβρουαρίου
- Παρακαλώ να με ενημερώσετε εντός τριών εβδομάδων από τη λήψη της παρούσας επιστολής σε ποιες ενέργειες έχει προβεί η Διεύθυνση σε σχέση με την καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση της κ. Κωμοδρόμου. Παρακαλώ, επίσης, να μου εξηγήσετε τους λόγους για τους οποίους μετά την υποβολή της καταγγελίας της κ. Κωμοδρόμου, έγινε αλλαγή του προγράμματος της, της δόθηκε άδεια χωρίς να ερωτηθεί ή να το ζητήσει η ίδια και δεν αμείφθηκε για την περίοδο μεταξύ 14/01/09 - 26/02/
- Σας πληροφορώ ότι η καταγγελία της κ. Κωμοδρόμου θα διερευνηθεί δυνάμει του περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμου του 2004 και των περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Κατάρτιση Νόμων του 2002 έως 2006, σύμφωνα με τους οποίους ο εργοδότης έχει αφενός υποχρέωση όπως λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη μη επανάληψη και άρση των συνεπειών των πράξεων που στοιχειοθετούν σεξουαλική παρενόχληση και αφετέρου δε μπορεί να απολύσει ή να μεταβάλει δυσμενώς τις συνθήκες απασχόλησης του προσώπου που κατάγγειλε τη σεξουαλική παρενόχληση. Ηλιάνα Νικολάου Επίτροπος Διοικήσεως» Αρχές Απριλίου του 2009 η Αιτήτρια ενημέρωσε τον κ.Σκουφαρίδη ότι είχε προβεί σε καταγγελία στην Επίτροπο Διοικήσεως. Από τις αρχές Απριλίου 2009 ο κ.Σκουφαρίδης σταμάτησε να ορίζει την Αιτήτρια στο πρόγραμμα εργασίας του Ξενοδοχείου ως Duty Manager. Με βάση το πρόγραμμα εργασίας για την εβδομάδα 30/3/2009 - 5/4/2009 η Αιτήτρια είχε οριστεί ως Duty Manager το Σάββατο 4/4/
- Το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας αλλάχτηκε και δόθηκε off στην Αιτήτρια στις 4/4/2009 (βλ. Τεκμήριο 26). Πριν τον Απρίλιο του 2009, η Αιτήτρια λάμβανε μέρος στην υποδοχή και στην ξενάγηση των γκρουπς των τουριστικών πρακτόρων (Educational Groups) που επισκέπτονταν το Ξενοδοχείο. Στις 6/4/2009 κυκλοφόρησαν με οδηγίες και έγκριση του κ.Σκουφαρίδη MEMOS στο Ξενοδοχείο αναφορικά με τα Educational Groups που θα έρχονταν τον Απρίλιο του 2009 στο Ξενοδοχείο χωρίς να αναφέρεται η Αιτήτρια και η θέση της στην υποδοχή των εν λόγω γκρουπς. Όταν η Αιτήτρια ανέφερε τα πιο πάνω στον κ.Νίκο Κατσουνωτό (Διευθυντή Λειτουργίας του Ομίλου Εταιρειών στον οποίο ανήκει η Εργοδότρια Εταιρεία) τα MEMOS διορθώθηκαν και συμπεριελήφθηκε και η Αιτήτρια και/ή η θέση της στην υποδοχή και στην ξενάγηση των εν λόγω γκρουπς (βλ. Δέσμη Τεκμηρίων 38). Πριν τον Απρίλιο του 2009 δεν είχε δοθεί στην Αιτήτρια οποιαδήποτε γραπτή παρατήρηση ή επίπληξη για τη συμπεριφορά που επιδείκνυε κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων της στον χώρο εργασίας της. Στις 10/4/2009 η Αιτήτρια συναντήθηκε με τον κ.Κατσουνωτό και τον κ.Σκουφαρίδη. Η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή του κ.Σκουφαρίδη ημερομηνίας 18/4/2009 (Τεκμήριο 8) απάντησε στα ερωτήματα που έθεσε η Επίτροπος Διοικήσεως με το Τεκμήριο
- Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το Τεκμήριο 8: «Πάφος, 18 Απριλίου 2009 Κυρία Ηλιάνα Νικολάου Επίτροπο Διοικήσεως Era House, Διαγόρου 2 1097 Λευκωσία Αξιότιμη Κυρία, Σε συνέχεια της επιστολής σας, ημερομηνίας 31 Μαρτίου 2009 που λήφθηκε στις 07 Απριλίου 2009, αναφορικά με την καταγγελία της κ. Χριστίνας Κωμοδρόμου περί δυσμενής μεταχείρισης που τυγχάνει μετά από την καταγγελία της για παρενόχληση από τον κ. Παναγιώτου στο χώρο εργασίας της θα ήθελα να αναφέρω τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς θα ήθελα να πω ότι στην επιστολή σας αναφέρονται 3 γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα στην δεύτερη παράγραφο αναφέρεται ότι: Α) 'τον Ιούνιο του 2008 δέχτηκε σεξουαλική παρενόχληση από συνάδελφο της, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την Διεύθυνση λίγες μέρες αργότερα'. Η κ. Κωμοδρόμου με ενημέρωσε προφορικά περί τα μέσα Δεκεμβρίου δηλαδή 6 (έξι) μήνες αργότερα. Μάλιστα μου ανάφερε ότι το συμβάν έγινε τον Ιούλιο και όχι τον Ιούνιο. Θα ήθελα αν είναι δυνατόν να έχω την ακριβή ημερομηνία. Β) 'Στη συνέχεια η Διεύθυνση του ξενοδοχείου προέβη σε αλλαγή του προγράμματος της, της παραχωρήθηκε άδεια χωρίς να ερωτηθεί, για την περίοδο των Χριστουγέννων'. Ο Διευθυντής της κάθε μονάδας έχει το δικαίωμα να στείλει με ρεπό/άδεια (πληρωμένη) κάποιον υπάλληλο αν κρίνει ότι οι συνθήκες το επιτρέπουν (χαμηλές πληρότητες, οικονομική κρίση). Σε αυτήν την περίπτωση η ίδια το ζήτησε (υπάρχει και μαρτυρία από τον Front Office Manager κ. Στέλιο Πολυβίου) και συνάμα πίστευα ότι βοηθούσα την περίπτωση. Γ) 'Δεν αμείφθηκε για την περίοδο μεταξύ 14 Ιανουαρίου και 26 Φεβρουαρίου 2009'. Κατά την διάρκεια αυτής της χειμερινής περιόδου η κ. Χριστίνα Κωμοδρόμου μαζί με άλλα 23 άτομα (μεταξύ των οποίων και ο κ. Παναγιώτου) και για μια περίοδο 6 βδομάδων πληρώνονταν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αφού το ξενοδοχείο λόγω χαμηλής πληρότητας βρισκόταν σε μερική αναστολή από τις 15/1-31/3/
- Την κ. Κωμοδρόμου την ρώτησα εγώ προσωπικά αν θα ήθελε να συμπεριληφθεί σε αυτά τα άτομα. Η απάντηση της ήταν θετική και μάλιστα μου ζήτησε να ξεκινήσει από τις 15/1 λόγω κάποιων προσωπικών θεμάτων που είχε να τακτοποιήσει. Το ξενοδοχείο δεν φέρει καμιά ευθύνη αν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθυστέρησαν στη πληρωμή αυτών των ατόμων. Θα ήθελα όμως να σας παραθέσω και το όλο ιστορικό τουλάχιστον όπως εγώ το γνωρίζω: Συγκεκριμένα στις 12/12/08 μετά το πέρας του Management Cocktail τους άκουσα να συζητούν πολύ έντονα έξω από το γραφείο μου και τους έκανα και τους δύο έντονη παρατήρηση. Για το συγκεκριμένο περιστατικό επειδή ο κ. Παναγιώτου ήταν πολύ έντονος του έδωσα επιστολή παρατήρησης στις 15/12 και η οποία επισυνάπτεται. Την επομένη ημέρα 13/12 η Χριστίνα Κωμοδρόμου Guest Relations Manageress, μου ανάφερε ότι τον Ιούλιο δέχτηκε παρενόχληση σε προσωπικό επίπεδο από τον Παναγιώτη τον Chef. Κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου κάθε Τρίτη απόγευμα είχαμε το 'Team-Day' όπου διοργανώνουμε αγώνα 'water-polo' στην πισίνα μεταξύ των πελατών και του προσωπικού (Management+Thomson Team). Όπως η ίδια ισχυρίζεται, τον Ιούλιο μετά το πέρας ενός από αυτούς τους αγώνες και ενώ είχε πάει σε δωμάτιο (το διευθυντικό προσωπικό χρησιμοποιά εκ περιτροπής ένα δωμάτιο) για να κάνει μπάνιο και να αλλάξει, της κτυπούσε επίμονα την πόρτα ο Παναγιώτης και όταν τελικά του άνοιξε αυτός την παρενόχλησε. Όλα αυτά μου τα ανάφερε, ως ανωτέρω στις 13 Δεκεμβρίου 2008, δηλαδή σχεδόν έξι μήνες αργότερα. Της είπα ότι θα καλούσα στο γραφείο μου τον Παναγιώτη ούτως ώστε να μάθω τι συνέβηκε. Την ίδια ημέρα 13/12/08 ήρθε η Χριστίνα και μου είπε ότι μίλησε η ίδια με τον Παναγιώτη και ξεκαθάρισαν το θέμα και ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Συνάμα μου είπε ότι δεν χρειαζόταν καν να μιλήσω εγώ μαζί του. Την ρώτησα αν είναι σίγουρη ότι δεν χρειαζόταν η δική μου συμβολή και η απάντηση της ήταν 'ΝΑΙ ΤΑ ΒΡΗΚΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΛΗΞΑΝ'. Για αυτόν ακριβώς το λόγο στην επιστολή μου ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2008 προς τον κ. Παναγιώτου, ακολουθώντας την δική της προτροπή / παράκληση, δεν περιέλαβα παρατήρηση για το άνω παράπονο της κ. Κωμοδρόμου. Μετά πάροδο μιας βδομάδας δηλαδή στις 19/12/09 μου έφερε γραπτή επιστολή με την οποία μου ανάφερε ότι παρενοχλείται σε προσωπικό επίπεδο από τον κ. Παναγιώτου, ανατρέποντας βασικά αυτά που μου είπε πριν μια βδομάδα όπου το θέμα θεωρείτο λήξαν. (επιστολή επισυνάπτεται) Μετά από διαβουλεύσεις με την συντεχνία της κ. Κωμοδρόμου στην παρουσία και των δύο εμπλεκομένων, Χριστίνα Κωμοδρόμου και Παναγιώτη Παναγιώτου, τους ξεκαθάρισα ότι στα πλαίσια της ομαλής λειτουργίας του ξενοδοχείου και για αποφυγή οιονδήποτε άλλων προβλημάτων να αποφεύγουν οποιανδήποτε επικοινωνία ή επαφή μεταξύ τους και ως εκ τούτου η επικοινωνία τους για επαγγελματικά θέματα να γίνεται είτε μέσω εμένα ή μέσω του κ. Σταυρινού Κωνσταντίνου Food & Beverage Manager. Επίσης κάλεσα τον κ. Παναγιώτου σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση στο γραφείο μου όπου και του τόνισα τις συνέπειες από μια τέτοια πράξη ήταν κατηγορηματικός ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν συνέβηκε. Παρόλη τη διαβεβαίωση του, εγώ του επέστησα την προσοχή ώστε να μην διανοηθεί να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά ως και να σέβεται την συνάδελφο του. (επιστολή 30/12) Στο μεταξύ εγώ προσωπικά δεν διαπίστωσα η επαγγελματική τους σχέση να μην ήταν καλή και αρμονική. Αντίθετα είναι γεγονός ότι η Χριστίνα επισκεπτόταν τον κ. Παναγιώτου στο γραφείο του και έπιναν καφέ. Στη συνέχεια κάνοντας έρευνα μεταξύ των τμηματαρχών κανένας δεν παρατήρησε ή πρόσεξε κάτι που να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς της Χριστίνας, κάτι που της το δήλωσα και γραπτώς. (Επιστολή επισυνάπτεται) Λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα μου ζήτησε υπό τύπο ερωτήματος αν είναι δυνατό να πάρει 2 βδομάδες άδεια κάτι για το οποίο της είπα ότι δεν νομίζω να είναι εφικτό (υπάρχει και μαρτυρία). Στη συνέχεια λόγω της χαμηλής πληρότητας (μεγάλωνε και η οικονομική κρίση) και αφού ήταν εφικτό της έδωσα άδεια για δύο βδομάδες και από τις 15/1/09 - 25/2/09 ήταν με ανεργιακό λόγω μερικής αναστολής, (λόγω χαμηλής πληρότητας). Εδώ να αναφέρω ότι ήταν μεταξύ των ατόμων που ερώτησα εάν ήθελε και αυτή να συμπεριληφθεί στη λίστα της αναστολής. Μάλιστα να αναφέρω ότι η ίδια καθόρισε την περίοδο που προτιμούσε. Κατά την περίοδο που ήταν σε ανεργιακό μου ανάφερε ότι θα πάρει νομικά μέτρα εναντίον του κ. Παναγιώτου αφού ένιωθε άσχημα από αυτήν την περιπέτεια. Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα 15/1-25/2 άλλαξε αρκετές φορές γνώμη περί της καταγγελίας και ρωτώντας με της ανάφερα ότι είναι δική της απόφαση το πώς θα προχωρήσει. Τελικά μου ανάφερε ότι αφού το ξανασκέφτηκε και προβληματίστηκε πάρα πολύ αποφάσισε να μην προχωρήσει την υπόθεση και ότι θα ερχόταν στις 26/2/09 κανονικά πίσω στην εργασία της. Μάλιστα μου ανάφερε ότι ο μόνος λόγος που εργάζεται ακόμα στο ξενοδοχείο μας είναι η εμπιστοσύνη που τρέφει προς το άτομο μου. Από τότε είχαμε άλλες δύο περιπτώσεις όπου άλλαζε γνώμη και ότι θα συνέχιζε νομικά αλλά μετά από λίγες ημέρες και πάλι άλλαζε γνώμη. Το αποκορύφωμα ήταν την περασμένη Πέμπτη 02/04/09 το βράδυ όταν ήρθε στο γραφείο μου για να με ενημερώσει ότι αποφάσισε και πάλι να κινηθεί νομικά και μάλιστα τόσο εναντίον μου εμένα αλλά και της εταιρίας. Όπως είναι αντιληπτό η ενημέρωση προς εσάς έγινε μεροληπτικά αφού σε καμιά περίπτωση η κα Κωμοδρόμου δεν τυγχάνει οποιασδήποτε δυσμενής μεταχείρισης. Απεναντίας θα έλεγα ότι ευνοείται αφού το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας της η ίδια το ετοιμάζει και στη συνέχεια εγκρίνεται από εμένα. Επίσης σε αρκετές περιπτώσεις που ζήτησε αλλαγή στο ωράριο της λόγω προσωπικών θεμάτων και ποτέ δεν της αρνήθηκα. Επίσης θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι σε καμιά περίπτωση δεν έγινε προσπάθεια από κανέναν για να συγκαλύψει τον Αρχιμάγειρα του ξενοδοχείου κ. Παναγιώτη Παναγιώτου για τον οποίο αναφέρεται η κα Χριστίνα Κωμοδρόμου. Απεναντίας σε συνάντηση με τον κ.Παναγιώτου προειδοποιήθηκε ότι αν ο ισχυρισμός της κ. Κωμοδρόμου αληθεύει αφενός μεν να μεν το επαναλάβει και αφετέρου ότι είναι λόγος απόλυσης του. Προς δε την κ. Κωμοδρόμου της έγινε καθαρό ότι σε περίπτωση που οι καταγγελίες είναι ψεύτικες και έγιναν για άλλους λόγους που δεν γνωρίζουμε τότε θα υποστεί αυτή τις συνέπειες απόλυσης. Για οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες θα θέλατε παρακαλώ όπως επικοινωνήσετε μαζί μου. Διατελώ, Πάμπος Σκουφαρίδης Διευθυντής Ξενοδοχείου Atlantica Golden Beach» Ο κ.Σκουφαρίδης συναντήθηκε με την Αιτήτρια και τον συντεχνιακό εκπρόσωπό της, κ.Νεόφυτο Ξενοφώντος στις 27/4/
- Στις 30/4/2009 η Αιτήτρια παρέδωσε γραπτή επιστολή στον κ.Σκουφαρίδη (Τεκμήριο 21) την οποία φαίνεται ότι κοινοποίησε στο γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως και στη συντεχνία της και στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: «Κύριε Σκουφαρίδη, Δυστυχώς ακόμη μία φορά με υποχρεώνεται να σας δώσω και γραπτώς το έντονο παράπονο μου προς την μη δίκαια αντιμετώπιση που τυγχάνω από μέρους σας μετά την καταγγελία μου για απόπειρα βιασμού από τον φίλο και Αρχιμάγειρα σας. Παρόλο που στις 27 Απριλίου μόλις 4 ημέρες πριν είχατε υποσχεθεί ενώπιον του Κυρίου Νεοφύτου ότι θα τηρήσετε όλα τα μέτρα τα οποία είχετε πει στην συνάντηση με τον Κύριον Κατσουνωτό στις 10 Απριλίου. Τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητα για την ασφάλεια και προστασία μου στην εργασία, εσείς όχι μόνο δεν τηρήσατε ούτε και τηράτε τα όσα είχαν λεχθεί από τον Κύριον Κατσουνωτό και εσάς, αλλά φέρεστε εκδικητικά σε μένα με κάθε ευκαιρία. Πιο συγκεκριμένα, στο μέτρο για να μην εργαζόμαστε τις ίδιες ώρες με τον Αρχιμάγειρα, το μόνο που κάνετε είναι να μου δώσετε εμένα περισσότερα offs. Επίσης μου έχετε απαγορεύσει την είσοδο στο εστιατόριο όπου συνομιλούσα με τους πελάτες γιατί όπως είπατε δεν μπορείτε να ξέρετε ποιο "5λεπτο" θα βγει ο Σεφ να δει το μπουφέ, μόνο στο πρόγευμα των πελατών μου επίτρεψες να πηγαίνω. Ευτυχώς αυτά ήταν ενώπιον του Κυρίου Νεοφύτου έτσι δεν μπορείτε και πάλι να αρνηθείτε πως έγινε. Με έχετε περιορίσει στο Lobby του ξενοδοχείου έτσι ώστε να είμαι ασφαλής! Σήμερα ο Αρχιμάγειρας σας ήρθε στο Lobby από τις 4.45 για περίπου μια ώρα όχι για να δει πελάτες αλλά για να κουβεντιάζει με φίλο και συνεργάτη σας, όπου θα μπορούσε άνετα να συζητήσει στο γραφείο του. Το έφερα εις γνώση σας και εσείς αυτό που γράψετε είναι πως δεν μου απαγορεύσατε εμένα να πηγαίνω οπουδήποτε. Είχα μείνει στα πίσω γραφεία μέχρι να φύγει ο Αρχιμάγειρας από το Lobby. Λυπούμαι που αυτά είναι τα μέτρα που εσείς έχετε πάρει για την προστασία μου, αυτά τα μέτρα είναι για την εξανάγκαση μου σε παραίτηση όχι για προστασία μου. Σας το έχω πει και προφορικά θα σας το πω και γραπτώς. Δεν θα παραιτηθώ κύριε Σκουφαρίδη, δεν θα αποσύρω την καταγγελία μου στην Επίτροπο και δεν θα σας αφήσω να συγκαλύψετε τα αίσχη που έγιναν εδώ στο ξενοδοχείο όσες προσπάθειες και να κάνετε. Κωμοδρόμου Χριστίνα». Στις 5/5/2009 η Αιτήτρια παρέδωσε στον κ.Σκουφαρίδη την ακόλουθη χειρόγραφη επιστολή (Τεκμήριο 24): «Κύριε Σκουφαρίδη, Θα ήθελα να σας ενημερώσω και γραπτώς όπως έχω κάνει ήδη και προφορικώς σχετικά με το πρόβλημα που μου δημιουργείτε στην εργασία μου λόγω του ωραρίου μου την Τετάρτη και Πέμπτη. Όπως σας έχω πει αλλά και εσείς γνωρίζετε πολύ καλά πως είναι απαραίτητο να είμαι παρούσα στις μαζικές αφίξεις ειδικά από Thomson UK. Με το ωράριο που μου έχετε για την Τετάρτη 6 Μαϊου δεν θα είμαι παρούσα σε 33 δωμάτια αφίξεων και επίσης έχοντας off την Πέμπτη θα δω τους πελάτες αυτούς την Παρασκευή το απόγευμα που θα είναι ήδη η τρίτη ημέρα των διακοπών τους που οι πλείστοι από τους πελάτες μας είναι κοντά μας μόνο για μια βδομάδα. Αυτό δυσκολεύει αφάνταστα την δημιουργία της ζεστής σχέσης με τον πελάτη, που αυτό είναι το κυρίως ζητούμενο, το γράμμα που έχω στα δωμάτια εγγυόμαι στον πελάτη πως θα είμαι δίπλα του για ότι χρειαστεί, αντί αυτού εγώ θα είμαι απούσα. Όπως γνωρίζετε πολύ καλά σε καμία περίπτωση εδώ και ένα χρόνο που εργάζομαι κοντά σας, δεν έχω λείψει από τις αφίξεις της Τετάρτης. Αντιλαμβάνομαι ότι σας είναι δύσκολο να προσαρμόσετε το πρόγραμμα ώστε εγώ και ο αρχιμάγειρας να μην εργαζόμαστε τις ίδιες ώρες, και εκτιμώ ότι τουλάχιστον αυτήν την βδομάδα δεν θα βρεθώ και πάλι στην δύσκολη θέση να είμαι στο ίδιο χώρο μαζί με τον κύριο Παναγιώτου. Θα ήθελα να σας ζητήσω αν είναι δυνατόν τις ημέρες αφίξεων ειδικά τις Τετάρτες να είμαι παρούσα στις αφίξεις. Ευχαριστώ Κωμοδρόμου Χριστίνα Κύριον Κατσουνωτό - Γενικό Διευθυντή Γραφείο Επιτρόπου - Κυρίαν Ηλιάνα Νικολάου Κυρίαν Γεωργιάδου Νιόβη Συντεχνία ΣΕΚ - Κύριον Νεόφυτο Νεοφύτου - Κύριον Μιλτιάδη Μιλτιάδους». Στις 7/5/2009 ο κ.Κατσουνωτός και ο κ.Σκουφαρίδης συναντήθηκαν με την Αιτήτρια και τον συντεχνιακό εκπρόσωπο της Αιτήτριας, κ.Μιλτιάδους. Στις 8/5/2009 ο κ.Κατσουνωτός απέστειλε επιστολή προς την Επίτροπο Διοικήσεως (Τεκμήριο 9) το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «Κυρία Ηλιάνα Νικολάου ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ 8η Μαϊου 2009 ΘΕΜΑ: Χριστίνα Κωμοδρόμου - Atlantica Golden Beach Hotel Έντιμη Κυρία Επίτροπος, Μέσα στις αρμοδιότητες μου σαν Group Operations Manager των Atlantica Hotels έχω διενεργήσει έρευνα για το πιο πάνω θέμα και συγκεκριμένα για την καταγγελία της υπαλλήλου μας, κας Κωμοδρόμου εναντίον του επίσης υπαλλήλου μας, κου Παναγιώτη Παναγιώτου. Συγκεκριμένα συναντήθηκα προσωπικά με τους πιο πάνω υπαλλήλους του ξενοδοχείου Atlantica Golden Beach και έλαβα τις απαντήσεις που αναφέρω πιο κάτω:
- Κα Ντία Baker - Γραμματέα Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από την κα Κωμοδρόμου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Κα Χρύσω Παπασάββα - Λογίστρια Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από συναδέλφους της. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Κο Στέλιο Πολυβίου - Υπεύθυνος Υποδοχής Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεριμένο συμβάν από την κα Κωμοδρόμου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Κος Κωνσταντίνος Σταυρινού - Υπεύθυνος Επισιτιστικών Τμημάτων Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από την κα Κωμοδρόμου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Κος Γιώργος Μπέρος - Ελεκτής Τροφίμων και Ποτών Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από την κα Κωμοδρόμου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Νίκος Ναχμίας - Υπεύθυνος Εστιατορίου Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από την κα Κωμοδρόμου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Γιώργος Κουκουτάς - Υπεύθυνος Εστιατορίου Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από τον κο Παναγιώτου. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Άκης Σοφοκλέους - Υπεύθυνος Συντήρησης Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από συναδέλφους του. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Σταυρούλα Γιάλλουρου - Υπεύθυνη Οροφοκομίας Άκουσε για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν από συναδέλφους της. Δεν διαπίστωσε οτιδήποτε που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει.
- Λάκης Ιωσήφ - Υπεύθυνος Καταστήματος Σουβενίρ Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το συγκεκριμένο συμβάν. Οι ερωτήσεις που τους υπόβαλα ήταν: • Πότε άκουσαν για πρώτη φορά για το συγκεκριμένο συμβάν που η κα Κωμοδρόμου κατηγορεί τον κο Παναγιώτου? • Αν έχουν διαπιστώσει κάτι που να το επιβεβαιώνει ή να το διαψεύδει. Θεωρώ ότι δεν μπορούσα να επεκταθώ παραπάνω αφού το θέμα είναι σοβαρό και δεν έχω την ειδικότητα ούτε του ανακριτή ούτε του Νομικού. Πρόθεση μου ήταν να δω κατά πόσο γνωρίζει κάποιος κάτι για το θέμα και πώς διαδόθηκε αφού η κα Κωμοδρόμου κατηγορεί τον Δντή του ξενοδοχείου κο Π. Σκουφαρίδη ότι αυτός το έχει διαδώσει. Φαίνεται καθαρά από τις πλείστες απαντήσεις ότι η ίδια η κα Κωμοδρόμου ευθύνεται για την διάδοση του συμβάντος. Έχω επίσης κάνει και 2 συναντήσεις μαζί με την κα Κωμοδρόμου, μια την 10η Απριλίου παρουσία του κου Σκουφαρίδη και μια την 7η Μαίου παρουσία του κου Σκουφαρίδη και του κου Μιλτιάδη, αξιωματούχου της Συντεχνίας ΣΕΚ. Στις δύο αυτές συναντήσεις άκουσα προσεκτικά αυτά που ανέφερε η κα Κωμοδρόμου. Δυστυχώς δεν έχω προσωπική άποψη για το καταγγελθέν συμβάν. Μετά τις συναντήσεις αυτές, μεριμνήσαμε σε συνεργασία με το Διευθυντή του ξενοδοχείου, να διαχωριστούν στο μέτρο του δυνατού τα ωράρια και οι χώροι εργασίας των δύο εμπλεκομένων στην υπόθεση έτσι ώστε να μην έρχονται σ΄ επαφή. Παρόλες τις ενέργειες μας όμως, η κα Κωμοδρόμου συνεχίζει να δημουργεί προβλήματα στο χώρο εργασίας της. Κατηγορεί και απειλεί τον Δντή του ξενοδοχείου αλλά και την εταιρεία γενικά ότι θα μας πάρει μέχρι και Ευρωπαϊκό Δικαστήριο! Είναι άξιον απορίας πως καταλήξαμε εμείς να είμαστε κατηγορούμενοι, και ιδιαίτερα ο κος Σκουφαρίδης ενώ το άτομο που κατά την κα Κωμοδρόμου, την παρενόχλησε δεν έχει ακόμα καταγγελθεί στην αστυνομία! Θεωρώ ότι και εμείς σαν εργοδότες, εκτός από υποχρεώσεις, διατηρούμε κάποια δικαιώματα. Είναι δικαίωμά μας να διατηρούμε μια ηρεμία στο χώρο εργασίας μας έτσι ώστε να εκτελούμε τα καθήκοντα μας στο έπακρον. Δυστυχώς η κατάσταση αυτή έχει παρατραβήξει και παρακαλώ όπως επιληφθείτε του θέματος άμεσα. Είμαι στην διάθεσή σας για οτιδήποτε χρειαστείτε. Νίκος Κατσουνωτός Group Operations Manager ATLANTICA HOTELS Cyprus - Greece» Η Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του κ.Σκουφαρίδη επέπληξε/παρατήρησε γραπτώς την Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 25/5/2009 (Τεκμήριο 12) ως ακολούθως: « ΕΠΙΠΛΗΞΗ Αναφέρομαι στο περιστατικό που έγινε την Κυριακή 24 Μαίου 2009 και είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρότατο πρόβλημα με την ομαλή λειτουργία του ξενοδοχείου. Συγκεκριμένα ενώ έπρεπε να προσέλθετε στην εργασία σας στις 8:00 π.μ. εσείς ετσιθελικά αποφασίσατε να κάνετε ρεπό χωρίς να ενημερώσετε κανέναν και αγνοώντας τους πάντες. Η πιο πάνω ενέργεια σας είναι άκρως απαράδεκτη και αντιεπαγγελματική και σε συνδυασμό με τις επανειλημμένες προσωπικές παρατηρήσεις που σας έγιναν σχετικά με την συχνότατη καθυστέρηση ως προς την ώρα προσέλευσης σας στο χώρο εργασίας δείχνουν σοβαρή αδυναμία και συνάμα ανευθυνότητα ως προς τη θέση που κατέχετε. Δια τούτο σας επιστώ την προσοχή διότι επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς και περιστατικού δεν θα αφήσει άλλη επιλογή στη διεύθυνση από την λήψη ανάλογων πειθαρχικών μέτρων». Η Αιτήτρια παρέδωσε στον κ.Σκουφαρίδη χειρόγραφη επιστολή της ημερομηνίας 26/5/2009 (Τεκμήριο 28) στην οποία σημείωνε τα εξής: «Κύριε Σκουφαρίδη, Χθες Δευτέρα στις 7:30 το απόγευμα τηλεφωνικά με κατηγορήσατε χρησιμοποιώντας μη πρέπουσες λέξεις, ό,τι δεν ήρθα στην εργασία μου την Κυριακή 24 Μαϊου, την στιγμή που γνωρίζατε πολύ καλά αφού εσείς ο ίδιος είχατε αλλάξει το πρόγραμμα μου και με είχατε βάλει off στις 24 Μαϊου λόγω του πάρτι των γενεθλίων μου. Επισυνάπτω τα δύο προγράμματα: το πρώτο το είχατε βγάλει στις 16 Μαϊου και όταν σας υπενθύμισα πως είχα το πάρτι μου στις 17 Μ. και το άλλαξα για τις 24 Μαϊου μια και εσείς με είχατε στις 17 να εργαστώ. Στην αρχή είπατε πως δεν θα το θυμηθήκατε και μετά μου είπατε πως ναι σας το είχα αναφέρει γι αυτό και αλλάξατε το πρόγραμμα μου σε OFF για τις 24 Μαϊου δίνοντας εντολές στον κ.Κωνσταντίνο να τυπώσει το νέο πρόγραμμα με εμένα OFF στις
- Αυτό έγινε Σάββατο βράδυ και την Κυριακή στις 17 όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο σας ευχαρίστησα που το αλλάξατε. Και όταν σας είπα ότι και πάλι θα είχα τρία off μου είπατε: «Δεν πειράζει». Την Τετάρτη όταν είδα ότι συνάδελφος είχε διαφορετικό πρόγραμμα σας πήρα τηλ. και εσείς με διαβεβαιώσατε ότι η αλλαγή προγράμματος ήταν για τον κ.Bero και όσο αφορούσε το άτομο μου, δεν έγινε καμία αλλαγή. Δηλαδή θα είχα off στις 24 όπως και έκαμα. Παρακαλώ όπως όταν αποφασίζετε να μου αλλάζετε το πρόγραμμα μου, να μου το κοινοποιείτε τουλάχιστον να γνωρίζω το ωράριο μου. Επίσης παρακαλώ, όπως εγώ δεν χρησιμοποιώ απρεπείς λέξεις στις συνομιλίες μας παρακαλώ όπως και εσείς να μην χρησιμοποιήσετε ξανά λέξεις και είπατε χθες. Ευχαριστώ. Κοιν.: κ.Νεόφυτο Συντ. Σ.Ε.Κ. κ. Νικολάου: Επίτροπο» Υπάρχουν τρία διαφορετικά προγράμματα εργασίας εργοδοτούμενων στο Ξενοδοχείο που αφορούν την περίοδο 18/5/2009 - 24/5/2009 (βλέπε Τεκμήρια 6, 26, 29, 30, 31 και 39). Στο Τεκμήριο 29 φαίνεται ότι στις 24/5/2009 η Αιτήτρια θα έπρεπε να εργαστεί 8:00 - 15:30, ο κ.Σταυρινού 15:30 - 23:30 και ο κ.Bero θα ήταν off. Στα Τεκμήρια 39 και 31 (το Τεκμήριο 31 είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 6) φαίνεται ότι στις 24/5/2009 η Αιτήτρια ήταν off, ότι ο κ.Σταυρινού εργαζόταν 8:00 - 15:30 και ο κ.Bero 15:30 - 23:
- Στα Τεκμήρια 26 και 30 φαίνεται ότι η Αιτήτρια εργαζόταν 8:00 - 15:30, ο κ.Bero 15:30 - 23:30 και ο κ.Σταυρινού ήταν off. Ο κ.Σκουφαρίδης δεν επικοινώνησε με την Αιτήτρια στις 24/5/2009 για να την ρωτήσει για ποιο λόγο δεν πήγε στην εργασία της. Στις 28/5/2009 ο κ.Σκουφαρίδης παρέδωσε στην Αιτήτρια την ακόλουθη γραπτή επίπληξη (Τεκμήριο 13): « ΕΠΙΠΛΗΞΗ Τον τελευταίο καιρό η συμπεριφορά σας προς εμένα είναι απαράδεκτα απρεπής, ειρωνική, προσβλητική και πάνω από όλα καταφέρεσαι με απειλές εναντίον μου. Συγκεκριμένα εχθές το πρωί, 27 Μαίου 2009, ήρθατε στο γραφείο μου με το γνωστό προκλητικό και ειρωνικό σας ύφος, για να πάρετε εξηγήσεις για την γραπτή επίπληξη που σας έγινε σχετικά με το περιστατικό της Κυριακής 24 Μαίου 2009, όταν ετσιθελικά αποφασίσατε να μην προσέλθετε στην εργασία σας. Και ενώ σας τόνισα από την αρχή ότι για το συγκεκριμένο θέμα απαιτώ να είναι παρών η συντεχνία σας εσείς αγνοώντας τους πάντες, ως κάνετε τον τελευταίο καιρό, αρχίσατε τις απειλές λέγοντας ότι από αυτή τη στιγμή ότι σχόλιο ή συζήτηση γίνει θα καταγραφεί και θα προβείτε στις ανάλογες καταγγελίες. Το κερασάκι στην τούρτα όμως ήταν το θράσος σας να με απειλήσετε εμένα προσωπικά λέγοντας μου συγκεκριμένα 'σου έμεινε ένας μήνας και θα πληρώσεις πολύ ακριβά'. Για του λόγου το αληθές των πιο πάνω υπάρχει και η μαρτυρία της γραμματέας μου κ. Dias Baker η οποία άκουσε την πιο πάνω συνομιλία αφού η πόρτα του γραφείου μου ήταν ανοικτή. Η πιο πάνω ενέργεια σας είναι άκρως απαράδεκτη και σας προειδοποιώ ότι αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα με σοβαρότατες συνέπειες και επιφυλάσσω κάθε νόμιμο δικαίωμα μου. Σας επιστώ την προσοχή διότι επανάληψη παρόμοιας ενέργειας, συμπεριφοράς και περιστατικού θα σας επιφέρει σοβαρότατες συνέπειες και δεν θα αφήσει άλλη επιλογή στη διεύθυνση από την λήψη αυστηρότατων πειθαρχικών μέτρων». Η Αιτήτρια απάντησε στον κ.Σκουφαρίδη με μια χειρόγραφη δική της επιστολή ημερομηνίας 1/6/2009 (Τεκμήριο 36) και με μια επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2/6/2009 (Τεκμήριο 35). Με τις εν λόγω επιστολές απορρίπτει τις κατηγορίες που της αποδίδονται από τον κ.Σκουφαρίδη και ισχυρίζεται ότι οι επιπλήξεις που της δόθηκαν είναι αβάσιμες, προκατασκευασμένες και σε συνέχεια της στάσης του που επιδεικνύει από τις αρχές Απριλίου 2009 με στόχο να την εξαναγκάσει να αποσύρει τις καταγγελίες της. Με βάση τα πρακτικά των συναντήσεων των Τμηματαρχών του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 25) η Αιτήτρια ήταν απούσα από τις συναντήσεις που έλαβαν χώρα στις 30/3/2009, 6/4/2009, 24/4/2009 και 8/5/
- Σύμφωνα με τα προγράμματα εργασίας της Αιτήτριας (Τεκμήριο 26) η Αιτήτρια είχε off στις 30/3/2009 και στις 6/4/
- Στις 24/4/2009 εργαζόταν 11:00-19:00 και στις 8/5/2009 16:00-20:
- Η Αιτήτρια πήρε τον Μάρτιο του 2009 11 off, τον Απρίλιο του 2009 14 off και τον Μάιο του 2009 11 off. Ο κος Παναγιώτου πήρε τον Μάρτιο του 2009 6 off, τον Απρίλιο του 2009 11 off και τον Μάιο του 2009 12 off. (Βλέπε Τεκμήριο 23). Η Αιτήτρια από την πρόσληψή της μέχρι και τις αρχές Μαΐου του 2009 κατά κανόνα έπαιρνε το ένα από τα δύο εβδομαδιαία off που δικαιούτο Κυριακή. Στις 10/5/2009, 17/52009 και 31/5/2009 (ήταν Κυριακές) δεν ήταν off και εργάστηκε στο Ξενοδοχείο. Στις 4/6/2009 η Αιτήτρια με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας την οποία υπέγραφε ο κ.Κατσουνωτός (Τεκμήριο 14) τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Η Εργοδότρια Εταιρεία στην εν λόγω επιστολή της σημείωνε: «Κυρία Κωμοδρόμου, Έχω ενημερωθεί τηλεφωνικώς από τον Δντή του ξενοδοχείου της εταιρείας μας στη Πάφο, κο Χ. Σκουφαρίδη, για σοβαρές καταγγελίες εις βάρος σας που έχουν τεθεί ενώπιον του από συναδέλφους σας αλλά και από τους αντιπροσώπους της TUI UK, που όπως πολύ καλά γνωρίζετε είναι ο μεγαλύτερος μας συνεργάτης αφού πέραν του 70% των πελατών του ξενοδοχείου έρχονται μέσω της εταιρείας αυτής. Οι καταγγελίες αυτές έχουν ως εξής: • Κατηγορήσατε δημοσίως τον Δντή του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Χ. Σκουφαρίδη ότι διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με συνάδελφό σας. • Κατηγορήσατε δημοσίως τον F&B Manager του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Κ. Σταυρινού, ότι σας έκλεψε το κινητό σας τηλέφωνο. • Κατηγορήσατε δημοσίως τον Σιέφ του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Π. Παναγιώτου ότι αποπειράθηκε να σας βιάσει. Οι αντιπρόσωποι της TUI UK ισχυρίζονται ότι τα πιο πάνω τους λέχθηκαν από εσάς προσωπικά και στη συνέχεια οι ίδιες το ανέφεραν στον κο Σκουφαρίδη. Όπως καταλάβετε το θέμα είναι πολύ σοβαρό και θα το διερευνήσω προσωπικά. Σε συνάντηση που έγινε σήμερα στο ξενοδοχείο με την συντεχνία σας την οποία εμείς καλέσαμε και την αντιπροσώπευσε ο κος Νεόφυτος Ξενοφόντως, αποφασίστηκε ότι λόγω της σοβαρότητας του θέματος και της αναταραχής που προκλήθηκε στο ξενοδοχείο, τεθείτε σε διαθεσιμότητα 3 ημερών από σήμερα μέχρι της διερεύνησης του θέματος από εμένα προσωπικά. Επιπλέον, σας παρακαλώ όπως αύριο Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009 η ώρα 10:30 π.μ. παρουσιαστείτε στα γραφεία του ξενοδοχείου που εργάζεστε μαζί με την συντεχνία σας για διευκόλυνση της διερεύνησης του θέματος που προέκυψε». Η Επίτροπος Διοικήσεως απέστειλε στον κ.Σκουφαρίδη στις 9/6/2009 την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 15): «Αξιότιμε κύριε Όπως με την επιστολή μου ημερομηνίας 31 Μαρτίου 2009 σας είχα ενημερώσει, η κ. Χριστίνα Κωμοδρόμου, Guest Relations Manager του ξενοδοχείου Atlantica Golden Beach, με επιστολή της που παραλήφθηκε στις 26 Μαρτίου 2009, μου υπέβαλε καταγγελία σχετικά με τη δυσμενή μεταχείριση που τυγχάνει μετά την καταγγελία της για σεξουαλική παρενόχληση από τον αρχιμάγειρα του ξενοδοχείου. Η δική μου έρευνα περιορίσθηκε αυστηρά στο αν ως εργοδότης ενεργήσατε όπως επιτάσσουν οι περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμοι του 2002 έως 2009 όταν λάβατε την καταγγελία της κ. Κωμοδρόμου για σεξουαλική παρενόχληση της στο χώρο της εργασίας της. Από τη διερεύνηση της καταγγελίας, στα πλαίσια της οποίας διεξήχθηκαν συναντήσεις με την κ. Κωμοδρόμου, με τον εκπρόσωπο της ΣΕΚ, κ. Μιλτιάδους, καθώς, επίσης, με εσάς και τον κ. Κατσουνωτό, προκύπτει ότι σε γενικές γραμμές ενεργήσατε όπως προβλέπει ο πιο πάνω Νόμος, προβαίνοντας σε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και απευθύνοντας επίπληξη στον κ. Παναγιώτου. Λόγω όμως της σοβαρότητας της καταγγελίας και της πρωτόγνωρης για εσάς ανάγκης αντιμετώπισης μιας τέτοιας περίπτωσης, κρίνω σκόπιμο να σας πληροφορήσω τα εξής: Η παράγραφος 8 του προοιμίου της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2002/73/ΕΚ, ορίζει ότι η παρενόχληση που συνδέεται με το φύλο ενός προσώπου και η σεξουαλική παρενόχληση αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Όπως σημειώνεται στον Κώδικα Πρακτικής για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης και παρενόχλησης στην εργασία τον οποίο εξέδωσε η Αρχή Ισότητας του Γραφείου μου, μια καταγγελία δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνη δικαιολογία ότι κανείς δεν είδε ή άκουσε για το περιστατικό. Παρά το ότι τα στοιχεία που συλλέξατε μετά την καταγγελία της κ. Κωμοδρόμου δεν οδηγούσαν σε ασφαλή συμπεράσματα, και οι ισχυρισμοί της κ. Κωμοδρόμου και του κ. Παναγιώτου (ισχυριζόμενος δράστης) αντικρούονται ως προς το περιστατικό, θα πρέπει: • Να υπενθυμίζετε στα εμπλεκόμενα μέρη τα αναμενόμενα επίπεδα συμπεριφοράς. • Να επιβλέπετε την κατάσταση προσεκτικά για τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις. • Να οργανώνετε επιπρόσθετα εκπαιδευτικά σεμινάρια για όλο το προσωπικό. Επίσης, με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, ο εργοδότης πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι το αποτέλεσμα της καταγγελίας (είτε αυτό είναι βάσιμο είτε όχι), δε θα φέρει σε δυσμενέστερη θέση το άτομο που την υπέβαλε, εν την απουσία ισχυρών στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η καταγγελία έγινε με κακεντρέχεια και για σκοπούς εκδικητικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)των περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμων του 2002 έως 2009, η έλλειψη υπαιτιότητας δεν αποκλείει τον παράνομο χαρακτήρα της διακρίσεως, ούτε την ευθύνη του παραβιάζοντας οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η διάταξη του άρθρου 17
(1), ίδιου Νόμου, η οποία αναφέρει ότι είναι απολύτως άκυρη η απόλυση, καθώς και οποιαδήποτε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχολήσεως εργαζομένου, που προέβη σε καταγγελία ή διαμαρτυρία με σκοπό να κάνει σεβαστή την αρχή της ίσης μεταχείρισης (.) εκτός εάν η απόλυση ή η βλαπτική μεταβολή οφείλεται σε λόγο άσχετο προς την καταγγελία ή τη διαμαρτυρία ή την απόκρουση της σεξουαλικής παρενοχλήσεως. Μετά τη διερεύνηση της καταγγελίας και σύμφωνα με τα πιο πάνω, σας εφιστώ την προσοχή στον τρόπο αντιμετώπισης παρόμοιων μελλοντικών καταγγελιών, και παρακαλώ όπως συμβουλευθείτε τον Κώδικα Πρακτικής για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης και παρενόχλησης στην εργασία, για εκτενέστερη ενημέρωση σχετικά με την αντιμετώπιση καταγγελιών από εργαζόμενους του ξενοδοχείου». Στις 9/6/2009 έγινε συνάντηση της Αιτήτριας και του κ.Ξενοφώντος με τον κ.Κατσουνωτό και τον κ.Σκουφαρίδη. Η απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε στις 12/6/2009 από την Εργοδότρια Εταιρεία. Οι λόγοι απόλυσης της Αιτήτριας περιέχονται σε σχετική επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 12/6/2009 (Τεκμήριο 16) το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: «Κυρία Κωμοδρόμου, Μετά τα τελευταία γεγονότα και παραπτώματα σας με τα οποία προκαλέσατε γενική αναταραχή στο ξενοδοχείο που εργοδοτείστε καθώς και το ότι με την καθόλα απρεπή συμπεριφορά σας εκθέσατε το ξενοδοχείο και την ιδιοκτήτρια εταιρεία γενικώς αλλά και ειδικώς στο κυριότερο της συνεργάτη, δεν μας δίνετε άλλη επιλογή από το να προχωρήσουμε άμεσα στην διακοπή της εργοδότησής σας. Σας υπενθυμίζω ότι σε συζήτηση που είχατε πρόσφατα με τις υπαλλήλους της TUI UK του κυριότερου μας συνεργάτη, Emily Clabburn και Sharisse Mahmood, τους αναφέρατε τα ακόλουθα: • Κατηγορήσατε δημοσίως τον Δντή του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Χ. Σκουφαρίδη ότι διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με συνάδελφό σας. • Κατηγορήσατε δημοσίως τον F&B Manager του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Κ. Σταυρινού, ότι σας έκλεψε το κινητό σας τηλέφωνο. • Κατηγορήσατε δημοσίως τον Σιέφ του ξενοδοχείου που εργάζεστε κο Π. Παναγιώτου ότι αποπειράθηκε να σας βιάσει. Οι υπάλληλοι της TUI UK ισχυρίζονται ότι τα πιο πάνω τους λέχθηκαν από εσάς προσωπικά και στη συνέχεια οι ίδιες το ανέφεραν στον κο Σκουφαρίδη, Διευθυντή του ξενοδοχείου. Μας έχουν δώσει γραπτώς το παράπονό τους όπως και ο κύριος Σταυρινού καθώς και ο κύριος Παναγιώτου. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος το διερεύνησα προσωπικά. Σε συνάντηση που έγινε την 9 Ιουνίου 2009 στο ξενοδοχείο με την συντεχνία σας την οποία εμείς καλέσαμε και την αντιπροσώπευσε ο κος Νεόφυτος Ξενοφόντως, καθώς και με την δική σας παρουσία, δεν καταφέρατε να μας πείσετε ότι όλοι οι πιο πάνω ψεύδονται. Τα εν λόγω παραπτώματα είναι σοβαρά και ανεπίτρεπτα και η όλη διαγωγή σας ήταν και είναι ανεπίτρεπτη και απρεπής, λαμβάνοντας υπόψη την φύση της εργασίας σας και της επιχείρησης των εργοδοτών σας. Είναι συνέχεια των σοβαρών παραπτωμάτων παρόμοιας φύσης που διαπράξατε τους τελευταίους 3 μήνες και για τα οποία έχετε παρατηρηθεί γραπτώς δύο φορές από τον Διευθυντή του ξενοδοχείου που εργάζεστε, κ. Χ. Σκουφαρίδη, έναντι του οποίου η όλη συμπεριφορά σας ήταν εντελώς απαράδεκτη. Είναι φανερό πλέον ότι με τα σοβαρά παραπτώματα που έχετε διαπράξει στο Ξενοδοχείο και με τέτοια απρεπή διαγωγή που έχει αναστατώσει κυριολεκτικά το προσωπικό και την επιχείρηση του Ξενοδοχείου, η εργοδότηση σας δεν μπορεί να συνεχιστεί και τερματίζεται άμεσα άνευ προειδοποιήσεως σύμφωνα τόσο με τις παραγράφους (ε) και (στ) και υποπαραγράφους της, του άρθρου 5 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, όσο και με τους Περί Εργοδοτούμενους εις Ξενοδοχεία Κανονισμούς ως και με την Συλλογική Σύμβαση. Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι ο τερματισμός της απασχόλησης σας γίνεται για τους πιο πάνω λόγους και είναι άσχετος προς τον ισχυρισμό σας για σεξουαλική παρενόχληση σας τον Ιούνιο και/ή Ιούλιο του 2008 που καταγγείλατε τον Δεκέμβριο του 2008 και υπό τις περιστάσεις λήφθηκαν τα μέτρα και έγιναν οι νόμιμες ενέργειες για την καταγγελία. Παρακαλώ όπως παραδώσετε οποιαδήποτε περιουσία της εταιρείας κατέχετε και περάσετε άμεσα από το Λογιστήριο για να σας πληρωθούν οι οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι σας. Νίκος Κατσουνωτός Group Operations Manager ATLANTICA HOTELS CYPRUS - GREECE ΚΟΙΝ: Συντεχνία ΣΕΚ Πάφου» Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67)ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν σε €492,
- Η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα υπόθεση δεν είχε ως εργοδότης υιοθετήσει πολιτική κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας του Ξενοδοχείου και δεν είχε εφαρμόσει οποιαδήποτε μέτρα που να προβλέπουν για την πρόληψη της σεξουαλικής παρενόχλησης και την αντιμετώπιση περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας αν και εφόσον αυτά παρουσιαστούν. Τα πιο πάνω αποτελούν σειρά γεγονότων που είτε αποτελούν κοινό έδαφος για τα διάδικα μέρη όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και την ενώπιόν μας μαρτυρία είτε μη αμφισβητούμενα ή αναντίλεκτα γεγονότα από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας. Η Αιτήτρια στις 9/6/2010 καταχώρησε την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») με την οποία αξιώνει εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας: «(α) Δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. (β) Επαναπρόσληψη και έκδοση διατάγματος για υποχρέωση του καθ΄ ου η αίτηση για αποδοχή των υπηρεσιών της. (γ) Διάταγμα δεσμευτικής αναγνώρισης των δικαιωμάτων της αιτήτριας για άρση της παρενόχλησης και για αποτροπή παρόμοιων παρενοχλήσεων στο μέλλον. (δ) Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. (ε) Νόμιμο Τόκο. (στ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (ζ) Οποιαδήποτε θεραπεία δικαιούται η Αιτήτρια με βάση τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο». Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως αυτή αποκαλύπτεται στους γενικούς λόγους της Αίτησής της ότι στις 15/7/2008 παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από άλλο εργοδοτούμενο της Εργοδότριας Εταιρείας στο Ξενοδοχείο. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται, ότι συνάδελφος της, της επιτέθηκε σε δωμάτιο του Ξενοδοχείου προσπαθώντας να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της αλλά μετά την έντονη αντίδρασή της εγκατέλειψε αυτή την προσπάθειά του. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν προέβηκε σε άμεση καταγγελία του εν λόγω συναδέλφου της γιατί αυτός με το συμβάν απολογήθηκε σε αυτή και της υποσχέθηκε ότι δεν θα επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά απέναντί της. Ότι ο εν λόγω εργοδοτούμενος δεν τήρησε την υπόσχεσή του και μετά από λίγο χρόνο άρχισε να την παρενοχλεί επιδεικνύοντας απέναντί της καταπιεστική και υβριστική συμπεριφορά. Ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του συναδέλφου της κατά ή περί τις 19/12/2008 προέβηκε σε καταγγελία του εν λόγω συναδέλφου της στον προϊστάμενό της ο οποίος αντί να λάβει μέτρα εναντίον του συναδέλφου της, την επέπληξε γιατί να του υποβάλλει γραπτό παράπονο και στη συνέχεια την έστειλε με υποχρεωτική άδεια. Ότι μετά από παραστάσεις της συντεχνίας της Αιτήτριας προς την Εργοδότρια Εταιρεία, η Εργοδότρια Εταιρεία επέπληξε τον συνάδελφό της και την διαβεβαίωσε ότι θα λάμβανε μέτρα για αποτροπή επανάληψης της ίδιας συμπεριφοράς. Παρά τα πιο πάνω, ο συνάδελφός της συνέχιζε να την παρενοχλεί με λόγια και χειρονομίες. Ότι ζήτησε να ενημερωθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για διερεύνηση των καταγγελιών της αναφέροντάς της ότι η υβριστική συμπεριφορά του συναδέλφου της προς αυτήν συνεχίζεται αλλά η Εργοδότρια Εταιρεία υποστήριζε ότι δεν έπρεπε να επιμένει στους ισχυρισμούς της για σεξουαλική παρενόχληση ώστε να λήξει το ζήτημα. Ότι οι εκπρόσωποι της Εργοδότριας Εταιρείας την καταπίεζαν. Ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αποταθεί στην Επίτροπο Διοικήσεως ζητώντας την παρέμβασή της. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία όταν πληροφορήθηκε την πιο πάνω ενέργειά της, απαίτησε να αποσύρει την καταγγελία διαφορετικά θα πλήρωνε τίμημα. Ότι στις 12/6/2009 η Εργοδότρια Εταιρεία την απέλυσε εξαιτίας της εν λόγω καταγγελίας της και της επιμονής για διερεύνησή της προφασιζόμενη ανυπόστατα ότι υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα. Η Εργοδότρια Εταιρεία απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απολύθηκε νόμιμα και δικαιολογημένα για τον λόγο ότι η Αιτήτρια επέδειξε τέτοια διαγωγή που η μεταξύ τους σχέση εργασίας δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια κατηγόρησε δημόσια την επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν επιδείκνυε την αρμόζουσα συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους της. Αρνείται ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι μετά τις 19/12/2008 ο Διευθυντής του Ξενοδοχείου προέβηκε σε διερεύνηση της καταγγελίας της Αιτήτριας και έλαβε κάθε πρόσφορο μέτρο για παύση και μη επανάληψη της κατ΄ ισχυρισμόν σεξουαλικής παρενόχλησης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας μετά τις 19/12/2008 ήταν τέτοια που δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του Ξενοδοχείου και ότι τον Μάιο του 2009 δόθηκαν δύο γραπτές επιπλήξεις στην Αιτήτρια για τη συμπεριφορά της. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της και εις βάρος της Αιτήτριας. Νομική Πτυχή Η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας (α) στις πρόνοιες του Ν.24/67 και (β) στις πρόνοιες του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (ο «Ν.205(Ι)/2002»). Α. Αξίωση της Αιτήτριας εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας με βάση τον Ν.24/67 - Τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Ν.24/
- Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ...................................... (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ................................................................................................................................. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Περαιτέρω σύμφωνα με άρθρο 6
(2)εδάφιο (γ) του Ν.24/67 δεν συνιστά βάσιμο λόγο για την απόλυση ενός εργοδοτουμένου: «η καλή τη πίστει υποβολή παραπόνου ή η συμμετοχή εις διαδικασίαν εναντίον εργοδότου συνεπαγομένην ισχυριζομένην παραβίασιν αστικής και ποινικής φύσεως νόμων ή κανονισμών ή η προσφυγή σε αρμόδια διοικητική αρχή·» Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της. Ο εργοδοτούμενος οφείλει λοιπόν να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του δηλαδή το κύρος του εργοδότη, την καλή φήμη της επιχείρησης του εργοδότη, την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει ο εργοδότης. Από την πιο πάνω γενική υποχρέωση του εργοδοτούμενου απορρέουν σειρά ειδικών υποχρεώσεων με σκοπό την τήρηση συμπεριφοράς που να διασφαλίζει το κλίμα αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εκτέλεση της εργασίας. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά, να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του. (Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562- 563).Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλέπε Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Βλέπε: Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Όπως τονίστηκε στην Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603): «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Β. Αξιώσεις της Αιτήτριας εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002 - Ισχυρισμοί της Αιτήτριας για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Αρχιμάγειρα και δυσμενή μεταχείριση/ βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της/ θυματοποίηση / απόλυσή της από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά παράβαση των προνοιών του Ν.205(Ι)/2002. Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 76/207/ΕΚ (περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας) και 97/80/ΕΚ (σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου). Στη συνέχεια τροποποιήθηκε για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης του με το Άρθρο 19 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Οδηγία 2006/54/ΕΚ (για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις των πιο πάνω Οδηγιών ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκουν οι εν λόγω Οδηγίες. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό των Οδηγιών[1]. Ιστορικά να σημειώσουμε ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Ψήφισμα του ημερομηνίας 29/5/1990 για την προστασία της αξιοπρέπειας των γυναικών και των ανδρών στην εργασία επιβεβαίωνε ότι η σεξουαλική παρενόχληση ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά την έννοια της Οδηγίας 76/207/ΕΚ. Το εν λόγω Ψήφισμα ακολούθησε μια Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σύσταση 92/131/ΕΟΚ ημερ. 27/11/1991) στην οποία επισυναπτόταν ένας Κώδικας Πρακτικής για την Προστασία της Αξιοπρέπειας Γυναικών και Ανδρών κατά την Εργασία (Κώδικας Πρακτικής για τα μέτρα καταπολέμησης της σεξουαλικής παρενόχλησης)[2]. Ακολούθησαν διάφορες πράξεις του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που περιείχαν μη δεσμευτικά μέτρα για τα κράτη μέλη σε σχέση με τα μέτρα που έπρεπε να λάβουν κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Στις 23/9/2005 εκδόθηκε η Οδηγία 2002/73/ΕΚ για την τροποποίηση της Οδηγίας 76/207/ΕΚ με την οποία εισήχθηκε στην Οδηγία 76/207/ΕΚ η σεξουαλική παρενόχληση ως απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου και έγιναν προβλέψεις σχετικά με την οριοθέτηση της απαγορευμένης συμπεριφοράς, τα δικαιώματα του θύματος και τις ευθύνες του θύτη και του εργοδότη. Ο σκοπός του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται στο άρθρο 3 όπου σημειώνεται ότι αποσκοπεί: «στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό, σε επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους, την πρόσβαση σε απασχόληση και σε ελεύθερα επαγγέλματα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης, τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης καθώς και την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.205(Ι)/2002: «διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης βασιζόμενης στην απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς ή στην υποταγή σε αυτήν ή παρενόχλησης καθώς και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου»· «μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας» σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή εν γένει συμπεριφορά του εργοδότη ή άλλου προσώπου, το οποίο είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τον καθορισμό ή την τροποποίηση των συνθηκών απασχολήσεως, που προκαλεί άμεση ή έμμεση, υλική ή ηθική, ζημιά στον εργαζόμενο ή προσβάλλει, με οποιοδήποτε τρόπο, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια του·» «παρενόχληση» σημαίνει ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σχετιζόμενη με το φύλο ενός προσώπου, η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον·» «πράξη» περιλαμβάνει και την παράλειψη·» «σεξουαλική παρενόχληση» σημαίνει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, που εκφράζεται λόγω ή έργω και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον, κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση σε απασχόληση ή επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση·» Παρατηρούμε ότι στο εν λόγω άρθρο καθορίζεται ότι η σεξουαλική παρενόχληση και οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση βασιζόμενη στην απόρριψη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή στην υποταγή σε αυτήν θεωρούνται ως πράξεις διάκρισης λόγω φύλου και ως τέτοιες αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για να συνιστά μια συμπεριφορά σεξουαλική παρενόχληση εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να είναι
(1)ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της[3],
(2)σεξουαλικής φύσεως και
(3)τέτοιας μορφής, έντασης και φύσης που μπορεί να θεωρηθεί, λογικά, υπό τις περιστάσεις ότι θίγει την αξιοπρέπεια του ατόμου ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό εργασιακό περιβάλλον για τον αποδέκτη της. Τονίζουμε ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εάν δεν είναι ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της ή αν δεν είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να θίγει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σεξουαλική παρενόχληση[4]. Σεξουαλική επαφή (ή ερωτική αλληλεπίδραση), ερωτοτροπίες ή φιλίες (στο πλαίσιο των οποίων ανταλλάσσονται κοινώς αποδεκτές φιλοφρονήσεις) οι οποίες είναι αμοιβαίες, συναινετικές, κοινώς αποδεκτές ή καλοδεχούμενες δεν συνιστούν σεξουαλική παρενόχληση[5]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση του δράστη, όποια και αν είναι αυτή (καλή ή κακή, αθώα ή ένοχη, υποψιασμένη ή ανυποψίαστη) είναι απολύτως αδιάφορη και χωρίς καμία σημασία. Το εδάφιο 2 του άρθρου 5 του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει: «ότι η έλλειψη υπαιτιότητας δεν αποκλείει τον παράνομο χαρακτήρα της διακρίσεως, ούτε την ευθύνη του παραβιάζοντος οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος νόμου.»
(1)Ανεπιθύμητη Συμπεριφορά από τον αποδέκτη της Το κριτήριο κατά πόσο η συμπεριφορά είναι ανεπιθύμητη είναι υποκειμενικό και σημασία έχει το πώς η συμπεριφορά έχει εκληφθεί από τον αποδέκτη της. Το πώς την αντιλήφθηκε ο δράστης της ή ποια ήταν η πρόθεση του δράστη της είναι άσχετο. Επίσης είναι άσχετο το ότι η ίδια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και όχι ανεπιθύμητη από άλλους εργοδοτούμενους ή ότι θεωρήθηκε στο παρελθόν ως αποδεκτό χαρακτηριστικό του εργασιακού περιβάλλοντος. Για να είναι ανεπιθύμητη η συμπεριφορά αρκεί να εκδηλώνεται μονομερώς από τον δράστη «γεγονός που συντρέχει όχι μόνο όταν υπάρχει ρητή άρνηση συναίνεσης, αλλά και όταν επιβάλλεται κατ΄ εκμετάλλευση της ανοχής του άλλου μέρους.»[6]. Πιο συγκεκριμένα, ανεπιθύμητη είναι η συμπεριφορά την οποία ο αποδέκτης δεν ζήτησε, δεν επιδίωξε, δεν προκάλεσε ή δεν συναίνεσε σε αυτήν και η οποία είναι προσβλητική για αυτόν. Η έκφραση της δυσαρέσκειας ή της ενόχλησης του παρενοχλούμενου δεν χρειάζεται να είναι ρητή αλλά θα πρέπει να συνάγεται από τη συνολική στάση του αποδέκτη απέναντι στις συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται ώστε να «καθίσταται δυνατή η αντικειμενική διαπίστωση του ανεπιθύμητου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, ο οποίος πρέπει να εξωτερικεύεται και να μην παραμείνει στα όρια της υποκειμενικής σφαίρας του παρενοχλούμενου, αφού καθίσταται αποφασιστικό στοιχείο για την πραγμάτωση της παράνομης συμπεριφοράς ..»[7]. Πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του αποδέκτη ή από το περιβάλλον του ότι η συμπεριφορά του δράστη ήταν πραγματικά ανεπιθύμητη.
(2)Συμπεριφορά Σεξουαλικής Φύσεως Σημειώνουμε ότι ο όρος σεξουαλική παρενόχληση είναι ξεχωριστή έννοια και καλύπτει περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά είναι σεξουαλικής φύσεως ασχέτως του φύλου των εμπλεκομένων προσώπων και δεν είναι απαραίτητο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαγορευμένης συμπεριφοράς το παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει ότι η εν λόγω συμπεριφορά σχετιζόταν με το φύλο του[8]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά για να θεωρηθεί ότι είναι σεξουαλικής φύσεως πρέπει να (α) έχει ένα σεξουαλικό στοιχείο, τόνο ή υπαινιγμό και (β) εκδηλωθεί με πράξεις ή με λόγια[9]. Στον Οδηγό με τίτλο «Πώς να καταπολεμήσετε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις στους χώρους εργασίας», που εξέδωσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1993 για την εφαρμογή του Κώδικα Πρακτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («ο Οδηγός») στις σελίδες 21-22 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τον ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης: «Ο κώδικας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίζει ότι η σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνει τη σεξουαλική συμπεριφορά αλλά δεν περιορίζεται σ΄ αυτήν. Συχνά, η σεξουαλική παρενόχληση δεν έχει καμία σχέση με την προσπάθεια σύναψης σεξουαλικών σχέσεων. Μπορεί να είναι επίδειξη δύναμης ή ακόμη εχθρότητας ... Ο ακόλουθος κατάλογος παραδειγμάτων με το τι μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον ορισμό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενδέχεται να είναι χρήσιμος. Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με πράξεις: θεωρείται κοινώς ότι σημαίνει ανεπιθύμητη συμπεριφορά εκφραζόμενη με πράξεις η οποία περιλαμβάνει περιττά αγγίγματα, χάδια ή τσιμπήματα στο σώμα ενός άλλου εργαζόμενου με στόχο την επίθεση ή την πίεση για σύναψη σεξουαλικών σχέσεων........ Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με λόγια: μπορεί να περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ερωτικές και ανήθικες προτάσεις ή πίεση για σεξουαλικές πράξεις, συνεχείς προτάσεις για κοινωνική δραστηριότητα εκτός του χώρου εργασίας ενώ έχει γίνει σαφές ότι οι προτάσεις αυτές είναι ανεπιθύμητες, ενοχλητικό φλερτάρισμα, άσεμνες παρατηρήσεις, υπονοούμενα ή πρόστυχα σχόλια. Μια τέτοια συμπεριφορά σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως σεξουαλικά αντικείμενα παρά ως συνάδελφοι. Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης μη εκφραζόμενη με λόγια: αφορά την επίδειξη πορνογραφικών περιοδικών ή άσεμνων εικόνων, αντικειμένων ή γραπτού υλικού, τα πονηρά βλέμματα, το σφύριγμα ή τις πρόστυχες χειρονομίες. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να κάνει τις γυναίκες να αισθανθούν αμηχανία ή φόβο και υποβιβάζει τη θέση της γυναίκας η οποία επιζητά να αντιμετωπίζεται από τους συναδέλφους της με επαγγελματική αξιοπρέπεια.»
(3)Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος Η συμπεριφορά που επιδεικνύεται πρέπει να είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να μπορεί λογικά να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι προσβάλει την αξιοπρέπεια του αποδέκτη της (ηθική μείωση του) ιδίως με τη δημιουργία ενός δυσμενούς, εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος για το πρόσωπο του αποδέκτη της. Δηλαδή τέτοια συμπεριφορά που μπορεί λογικά υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστεί ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική για τον αποδέκτη της από το ίδιο πρόσωπο του αποδέκτη της. Σχετικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του εν λόγω παράγοντα είναι η ηλικία του αποδέκτη, η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του αποδέκτη, οποιαδήποτε αναπηρία του αποδέκτη, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα η παρενόχληση, η θέση του αποδέκτη στην εργασία και η φύση της σχέσης των εμπλεκομένων[10]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνιστά σεξουαλική παρενόχληση αν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξιοπρέπειας και τη δημιουργία του εκφοβιστικού και ταπεινωτικού περιβάλλοντος ανεξάρτητα από την πρόθεση του ατόμου που εκδήλωσε την εν λόγω συμπεριφορά. Η διαπίστωση του γεγονότος ότι το θύμα λογικά βίωσε τη συμπεριφορά του θύτη ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική είναι αρκετή για να κριθεί η εν λόγω συμπεριφορά ως ανεπίτρεπτη σεξουαλική παρενόχληση. Η προστασία από σεξουαλική παρενόχληση με βάση τον Ν.205(Ι)/2002 - Απαγόρευση διενέργειας σεξουαλικής παρενόχλησης και θυματοποίησης / Ευθύνες θύτη και εργοδότη Το άρθρο 12 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί τα πιο κάτω: «
(1)Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ' αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.
(2)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών οφείλουν να προστατεύουν τους εργαζόμενους, εκπαιδευόμενους ή καταρτιζόμενους ή υποψηφίους για απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση από κάθε πράξη προϊσταμένου τους ή προσώπου που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου, εκπαιδευομένου ή καταρτιζομένου, η οποία συνιστά διάκριση λόγω φύλου και ιδίως παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση και, από κάθε πράξη που αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης.
(3)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση, απέναντι στο άτομο που υπέστη την παρενόχληση ή τη σεξουαλική παρενόχληση ή/και την άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, από τον προϊστάμενό του ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση τους η συγκεκριμένη παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή οι συνέπειές τους, να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους, καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τον προϊστάμενο ή το πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή τον εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο που διέπραξε τις απαγορευμένες από το εδάφιο
(1)πράξεις.
(4)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο για να αποτρέψουν τις πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)εν γένει στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, και, θεωρείται ότι λαμβάνουν τέτοιο μέτρο, όταν εισάγουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή των πράξεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και λαμβάνουν επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή των όσων καθορίζονται σε τέτοιο κώδικα. Σε αντίθετη περίπτωση, και, σε περίπτωση που διαπράττονται από προϊστάμενο ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο οι απαγορευμένες δυνάμει του εδαφίου
(1)πράξεις, είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τα πρόσωπα αυτά.»[11] Με βάση τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 (α) η σεξουαλική παρενόχληση απαγορεύεται να διενεργείται από τον εργοδότη ή τον προϊστάμενο ή οποιοδήποτε συνάδελφο του θύματος ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο και (β) απαγορεύεται η θυματοποίηση του εργοδοτούμενου που καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης (απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη, η οποία λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης, αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους όρους και συνθήκες απασχόλησης) και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο που αποκρούει ή υποκύπτει σε σεξουαλική παρενόχληση το γεγονός ότι αποκρούει ή υποκύπτει σε τέτοια πράξη ή συμπεριφορά[12]. Η θυματοποίηση μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Παραθέτουμε πιο κάτω παραδείγματα συμπεριφορών που μπορούν να θεωρηθούν ως θυματοποίηση νοουμένου ότι οι εν λόγω συμπεριφορές σχετίζονται με την απόρριψη ή την καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης: διάδοση κακοπροαίρετων φημών, προσβολές με λόγια ή συμπεριφορά, κοινωνικός αποκλεισμός, άδικη μεταχείριση, αδικαιολόγητες απειλές για απόλυση ή μετάθεση, άρνηση ευκαιρίας για προαγωγή ή για εκπαίδευση, ανάθεση εργασίας με λιγότερες ευθύνες-υποβάθμιση, εσκεμμένη ανάθεση υπερβολικής εργασίας, αδικαιολόγητη και συνεχής επίκριση για την απόδοση κατά την εκτέλεση εργασίας, αδικαιολόγητη εξάσκηση των δικαιωμάτων και εξουσιών του προϊσταμένου[13]. Σημειώνουμε ότι το περιβάλλον που εργάζεται κάποιος θεωρείται ως μία από τις συνθήκες απασχόλησής του[14]. Περαιτέρω επιβάλλεται στους εργοδότες να λάβουν ενεργητικά μέτρα για προστασία των εργαζομένων τους από κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση ή που αποτελεί άμεση ή έμμεση συνέπεια της απόκρουσης ή καταγγελίας παρενόχλησης και η οποία προέρχεται από προϊστάμενό τους και/ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο. Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα (κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο[15]) που να αποτρέπουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης στοv χώρο εργασίας καθώς και πράξεις άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης ή παρενόχλησης, τον καθιστά σε περίπτωση διάπραξης των απαγορευμένων, δυνάμει του Ν.205(Ι)/2002, πράξεων είτε από ομοιόβαθμους του θύματος είτε από προϊσταμένους του εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνο με το άτομο που εκδήλωσε τις απαγορευμένες συμπεριφορές παρά το ότι (ο εργοδότης) δεν γνώριζε την ύπαρξη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή των πράξεων άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και ως αποτέλεσμα δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισης τους (βλ. άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002). Ο εργοδότης έχει υποχρέωση έναντι του προσώπου που υπέστη σεξουαλική παρενόχληση και/ή άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση του οι συγκεκριμένες πράξεις να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εργοδότης είναι πλήρως συνυπεύθυνος με τον δράστη που διέπραξε τις απαγορευμένες πράξεις. Περαιτέρω, με διατάξεις του άρθρου 17[16] προστατεύονται οι εργαζόμενοι που προέβηκαν σε καταγγελία ή διαμαρτυρία για παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εκδικητικές ενέργειες εις βάρος τους. Πιο συγκεκριμένα οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 17 αναφέρουν τα πιο κάτω: « 1.Επιφυλασσομένων των περί αποζημιώσεως διατάξεων του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου, είναι απολύτως άκυρη η απόλυση, καθώς και οποιαδήποτε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχολήσεως εργαζομένου, που προέβη σε καταγγελία ή διαμαρτυρία με σκοπό να κάνει σεβαστή την αρχή της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των καταγγελιών για παράβαση του παρόντος Νόμου, ή εργαζομένου που απέκρουσε ή κατήγγειλε σεξουαλική παρενόχληση, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απόλυση ή η βλαπτική μεταβολή οφείλεται σε λόγο άσχετο προς την καταγγελία ή τη διαμαρτυρία ή την απόκρουση της σεξουαλικής παρενοχλήσεως.» «3.Οι διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οπουδήποτε και αν έγινε η καταγγελία ή η διαμαρτυρία, και ιδίως στο επίπεδο της επιχειρήσεως ή υπηρεσίας ή εκτός αυτής, ή στο επίπεδο του αναφερομένου στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7 ή 8 του παρόντος Νόμου προσώπου ή οργανισμού ή εκτός αυτού, προς οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό ή αρχή ή οποιαδήποτε οργάνωση, επαγγελματική ή μη, εθνική ή διεθνή και αν απευθυνόταν η καταγγελία ή η διαμαρτυρία και με όποιο τρόπο και μέσο και αν έγινε, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ή οργάνου διαιτησίας» Το κριτήριο κατά την αγγλική νομολογία για να διαπιστωθεί αν η βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης ή η απόλυση του εργοδοτούμενου που υπέβαλε καταγγελία με σκοπό την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης οφείλεται στην εν λόγω καταγγελία είναι κατά πόσο οι παράγοντες στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για την απόφασή του μπορούν να θεωρηθούν ως ξεχωριστοί από την καταγγελία και αν ναι, κατά πόσο αυτοί οι παράγοντες είναι στην πραγματικότητα οι λόγοι στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για να πράξει ως έπραξε. Είναι επιτρεπτό να διαχωριστούν οι πράξεις και οι συνέπειες που ακολουθούν την πράξη της καταγγελίας από την πράξη της υποβολής της καταγγελίας[17]. Στην Martin v Devonshires Solicitors [2010] Appeal No. UKEAT/0086/10 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "The question in any claim of victimisation is what was the "reason" that the respondent did the act complained of: if it was, wholly or in substantial part, that the claimant had done a protected act, he is liable for victimisation; and if not, not. In our view there will in principle be cases where an employer has dismissed an employee (or subjected him to some other detriment) in response to the doing of a protected act (say, a complaint of discrimination) but where he can, as a matter of common sense and common justice, say that the reason for the dismissal was not the complaint as such but some feature of it which can properly be treated as separable. The most straightforward example is where the reason relied on is the manner of the complaint. Take the case of an employee who makes, in good faith, a complaint of discrimination but couches it in terms of violent racial abuse of the manager alleged to be responsible; or who accompanies a genuine complaint with threats of violence; or who insists on making it by ringing the Managing Director at home at 3 o'clock in the morning. In such cases it is neither artificial nor contrary to the policy of the anti-victimisation provisions for the employer to say "I am taking action against you not because you have complained of discrimination but because of the way in which you did it". Indeed it would be extraordinary if those provisions gave employees absolute immunity in respect of anything said or done in the context of a protected complaint..Of course such a line of argument is capable of abuse. Employees who bring complaints often do so in ways that are, viewed objectively, unreasonable. It would certainly be contrary to the policy of the anti-victimisation provisions if employers were able to take steps against employees simply because in making a complaint they had, say, used intemperate language or made inaccurate statements. An employer who purports to object to "ordinary" unreasonable behavior of that kind should be treated as objecting to the complaint itself, and we would expect tribunals to be slow to recognise a distinction between the complaint and the way it is made save in clear cases .But the fact that the distinction may be illegitimately made in some cases does not mean that it is wrong in principle." Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου: «15.
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)..............
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(4)Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία: Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς.
(5)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(6)............................» Σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.205(Ι)/2002σε περίπτωση παραβάσεως του Ν.205(Ι)/2002 μοναδική προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η διαπίστωση παράβασης του Ν.205(Ι)/2002 αφού δεν εφαρμόζονται διατάξεις (α) που θέτουν ως προϋπόθεση του δικαιώματος για αποζημίωση ένα ελάχιστο διάστημα απασχόλησης ή ένα ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργαζόμενου και (β) που θέτουν ένα ανώτατο όριο αποζημίωσης[18]. Περαιτέρω το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή άλλο πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση. To Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.)) στην απόφασή του στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891 η οποία αφορούσε την Οδηγία 76/207/ΕΚ τόνισε ότι έστω και αν η οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη κύρωση που πρέπει να επιβάλλεται συνεπάγεται από το λεκτικό της οδηγίας ότι αν το κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, τότε η αποζημίωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι o Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[19] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2002 χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημίες ήταν προβλεπτές[20]. Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[21] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων. Όσον αφορά την ηθική βλάβη σημειώνουμε ότι η έννοια της ηθικής βλάβης ("injured feelings") καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη[22]. Το αντικείμενο της αποζημίωσης δεν είναι ούτε η οικονομική ζημιά ούτε η ασθένεια / σωματική βλάβη αλλά η βλάβη στα αισθήματα του θύματος. Στην αγγλική υπόθεση HM Prison Service v. Johnson [1997] ICR 275 σημειώθηκε ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης για ηθική βλάβη είναι η αποζημίωση και η αποκατάσταση του παραπονούμενου και όχι η τιμωρία του εργοδότη ή του θύτη ή η απόδοση απρόσμενων ωφελημάτων στο θύμα. Ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές ώστε να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές. Ότι αν οι αποζημιώσεις είναι πολύ ψηλές υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτούς τους λόγους τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων του παραβάτη αφενός και τη ζημιά που υπέστηκε στα αισθήματά του το θύμα αφετέρου. Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police [2003] ICR 318 έδωσε εκτεταμένη καθοδήγηση σχετικά με το πώς υπολογίζονται οι αποζημιώσεις για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στο θύμα από την παράβαση. Η εν λόγω καθοδήγηση διαχώρισε τις υποθέσεις σε τρεις κατηγορίες ("the Vento bands"). Η πρώτη κατηγορία αφορά τις πιο σοβαρές υποθέσεις ("the most serious cases") όπου για παράδειγμα έχει υπάρξει μια μακρά εκστρατεία φυλετικής και σεξουαλικής παρενόχλησης. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ GB£15.000 - GB£25.000 και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ("the most exceptional case") η αποζημίωση για ηθική ζημιά μπορεί να υπερβεί τις GB£25.
- Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις σοβαρές υποθέσεις ("serious cases") που δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρώτη κατηγορία διότι δεν υπάρχουν τα στοιχεία ιδιαίτερης σοβαρότητας που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις της πρώτης κατηγορίας. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι μεταξύ GB£5.000 - GB£15.
- Η τρίτη κατηγορία καλύπτει τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις όταν η πράξη της διάκρισης αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό όχι ιδιαίτερης σοβαρότητας και η αποζημίωση σ' αυτήν την κατηγορία πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ GB£500 - GB£5.
- Τονίστηκε ότι υπάρχει αρκετή ελαστικότητα στην κάθε κατηγορία ώστε σε κάθε περίπτωση να δίνεται αποζημίωση που κρίνεται δίκαια και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις περιστάσεις της περίπτωσης[23]. Στην περίπτωση της κας Vento η οποία παρενοχλείτο για τέσσερα χρόνια λόγω του φύλου της και στη συνέχεια απολύθηκε με την επίκληση ότι διέπραξε απάτη, επιδικάστηκαν GB£18.000- ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη στην οποία προστέθηκαν ακόμα GB£5.000- λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών που επιβάρυνε ("aggravate") την επίδραση των απαγορευμένων πράξεων στα αισθήματα της κας Vento. Σημειώνουμε ότι Employment Appeal Tribunal[24] αναθεώρησε προς τα πάνω τα ποσά της κάθε κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα για την πρώτη κατηγορία είναι GB£18.000 - GB£30.000, για την δεύτερη GB£6.000 - GB£18.000 και για την τρίτη GB£500 - GB£6.
- Βάρος Απόδειξης Α. Αξίωση της Αιτήτριας εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας με βάση τον Ν.24/67-Τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας Στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία με βάση το άρθρο 6 του Ν.24/67 έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας για ένα από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Ν.24/67 δηλαδή για ένα από τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης και παροχής προειδοποίησης. Β. Aξιώσεις της Αιτήτριας εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002 - Ισχυρισμοί της Αιτήτριας για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Αρχιμάγειρα και δυσμενή μεταχείριση/ βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της/ θυματοποίηση / απόλυσή της από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά παράβαση των προνοιών του Ν.205(Ι)/2002 Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.205(Ι)/2002 στην περίπτωση που ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden) μετατίθεται στον αντίδικο του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η σχετική πρόνοια που περιέχεται στην Οδηγία 97/80/ΕΚ[25] κωδικοποίησε προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ)[26] (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε)) σύμφωνα με τις οποίες αν το παραπονούμενο πρόσωπο αποδείξει εκ πρώτης όψεως (prima facie) υπόθεση ότι το φύλο ήταν ουσιαστική αιτία στην απόφαση να υποστεί λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, τότε ο καθ' ου η αίτηση είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι το φύλο δεν ήταν παράγοντας που επηρέασε την απόφαση του. Στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ στο προοίμιο με αριθμό 30 σημειώνονται τα πιο κάτω: «Η έγκριση κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον εναγόμενο όταν τεκμαίρεται διάκριση, με εξαίρεση στην περίπτωση διαδικασίας όπου εναπόκειται στο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο εθνικό φορέα να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά. Είναι πάντως αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών φορέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.» Περαιτέρω η Οδηγία 2006/54/ΕΚ περιέχει την ακόλουθη πρόνοια σχετικά με το βάρος απόδειξης: «Άρθρο 19 - Βάρος Αποδείξεως
- Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα , ώστε να επιβάλλεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.
- Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.
- .......................» Το Δ.Ε.Ε στην απόφαση του στην υπόθεση C-54/07 Centrum voor Gelijikheid van Kansen en voor Racismebestrijding v Firma Feryn NV ημερομ.10.7.2006 αναφερόμενο στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σημείωσε ότι: «
- ..στον εναγόμενο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άπαξ από τα πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως. Η υποχρέωση αποδείξεως του αντιθέτου, την οποία υπέχει το πρόσωπο που φέρεται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, εξαρτάται μόνον από τη διαπίστωση της υπάρξεως τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως, άπαξ αυτό στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά», και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο αφενός να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εργοδότη και κατά πόσον τα περιστατικά που αποδεικνύονται αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται η ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης και αφετέρου να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκόμισε ο εργοδότης με τη μαρτυρία του προς στήριξη των ισχυρισμών του ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσης. Ανατρέξαμε στη νομολογία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών για να αντλήσουμε καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία της σχετικής πρόνοιας για το βάρος της απόδειξης στις υποθέσεις ισχυριζόμενης διακριτικής μεταχείρισης. Στην Ιρλανδία το Section 85 A of the Equality Act 2004 προνοεί τα πιο κάτω: «85.A
(1)Where in any proceedings, facts are established by or on behalf of a complainant from which it may presumed that there has been discrimination in relation to him or her, it is for the respondent to prove the contrary.». Στην υπόθεση Teresa Mitchell v Southern Health Board [2001] ELR 201 όπου καθορίστηκαν τα κριτήρια προσδιορισμού μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση, δηλαδή ποια γεγονότα είναι απαραίτητα να αποδειχθούν από ένα παραπονούμενο ώστε να αποδειχθεί ότι τεκμαίρεται (is presumed) διακριτική μεταχείριση και κατά συνέπεια εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι ο παραπονούμενος υπήρξε θύμα διάκρισης ώστε να τεθούν σε εφαρμογή οι πρόνοιες για μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση να αποδείξει την απουσία διάκρισης, το Labour court ανέφερε ότι: «A claimant must prove, on the balance of probabilities, the primary facts on which they rely in seeking to raise the presumption of unlawful discrimination. It is only if those primary facts are established to the satisfaction of the Court and they are regarded by the Court as being of sufficient significance to raise the presumption of discrimination that the onus shifts to the respondent to prove that there was no infringement of the principle of the equal treatment». Το Labour Court σε άλλες αποφάσεις του διευκρίνισε ότι το δικαστήριο εφαρμόζοντας το πιο πάνω τεστ πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο παραπονούμενος στοιχειοθέτησε «πρωταρχικά πραγματικά γεγονότα» στα οποία στηρίζεται για να προωθήσει το παράπονό του ότι έτυχε διακριτικής μεταχείρισης και αν αυτά τα γεγονότα έχουν στοιχειοθετηθεί, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν είναι αρκετής σημασία για να εγείρουν την πιθανότητα της διάκρισης[27]. Αν ο παραπονούμενος δεν αποσείσει αυτό το αποδεικτικό βάρος δεν μπορεί η αίτηση του να πετύχει. Αν όμως το αποσείσει τότε ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο απαγορευμένος με το νόμο λόγος ο οποίος ίσχυε για τον παραπονούμενο δεν ήταν ένας παράγοντας που επηρέασε την απόφασή του για να μεταχειριστεί τον παραπονούμενο με τον συγκεκριμένο τρόπο[28]. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το section 136 of the Equality Act 2010 προβλέπει τ' ακόλουθα: "1........................................................................................................................ 2. If there are facts from which the court could decide, in the absence of any other explanation, that a person (A) contravened the provision concerned, the court must hold the contravention occured. 3.But subsection
(2)does not apply if A shows that A did not contravene the provision." [29] Το Court of Appeal στην απόφαση του Igen Ltd v. Wong
(2005)IRLR 258 ανέφερε ότι οι σχετικές διατάξεις για το βάρος απόδειξης στις υποθέσεις διακριτικής μεταχείρισης ή παράβασης της αρχής της ισότητας προβλέπουν ότι τα Tribunals θα πρέπει να εξετάζουν την υπόθεση σε δυο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον ο αιτητής απέδειξε γεγονότα από τα οποία το Tribunal μπορεί να συμπεράνει στην απουσία επαρκούς εξηγήσεως από τον καθ' ου η αίτηση ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει διαπράξει ή μπορεί να θεωρήσει ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη της διάκρισης εναντίον του αιτητή. Από το Tribunal απαιτείται στο πρώτο στάδιο να κάνει μια υπόθεση, η οποία μπορεί να είναι και σε αντίθεση με την πραγματικότητα με σκοπό να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση στο δεύτερο στάδιο έτσι ώστε αν ο καθ' ου η αίτηση δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τα γεγονότα, ο αιτητής επιτυγχάνει. Αν ο αιτητής αποδείξει τα πιο πάνω γεγονότα στο πρώτο στάδιο, τότε στο δεύτερο στάδιο ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει ότι δεν διέπραξε ή ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη ώστε να μην δεχθεί το παράπονο το Tribunal. Αν στο δεύτερο στάδιο η εξήγηση του καθ' ου η αίτηση κριθεί ανεπαρκής τότε το Tribunal πρέπει να καταλήξει ότι το παράπονο για διάκριση ευσταθεί[30]. Παρόλο που υπάρχουν αυτά τα δυο στάδια στη διαδικασία της απόφασης τα Tribunals δεν πρέπει να χωρίζουν την ακροαματική διαδικασία σε δυο στάδια ώστε να αντιστοιχούν στα δυο πιο πάνω στάδια[31]. Θα πρέπει να ακούσουν όλη τη μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης του καθ' ου η αίτηση προτού αποφασίσουν αν οι προϋποθέσεις του πρώτου σταδίου ικανοποιήθηκαν[32] και αν ναι, κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση απέσεισε το βάρος απόδειξης που μετατοπίστηκε στους ώμους του. Το Court of Appeal με την πιο πάνω απόφαση εξέδωσε και τις πιο κάτω καθοδηγητικές αρχές ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν τα Tribunals το θέμα του βάρους της απόδειξης στις υποθέσεις άμεσης διάκρισης: «
(1)...... it is for the claimant who complains of sex discrimination to prove on the balance of probabilities facts from which the tribunal could conclude, in the absence of an adequate explanation, that the respondent has committed an act of discrimination against the claimant which is unlawful .............................. These are referred to below as "such facts".
(2)If the claimant does not prove such facts he or she will fail.
(3)It is important to bear in mind in deciding whether the claimant has proved such facts that it is unusual to find direct evidence of sex discrimination. Few employers would be prepared to admit such discrimination, even to themselves. In some cases the discrimination will not be an intention but merely based on the assumption that "he or she would not have fitted in".
(4)In deciding whether the claimant has proved such facts, it is important to remember that the outcome at this stage of the analysis by the tribunal will therefore usually depend on what inferences it is proper to draw from the primary facts found by the tribunal.
(5)It is important to note the word "could" in ........ .................. At this stage the tribunal does not have to reach a definitive determination that such facts would lead it to the conclusion that there was an act of unlawful discrimination. At this stage a tribunal is looking at the primary facts before it to see what inferences of secondary fact could be drawn from them.
(6)In considering what inferences or conclusions can be drawn from the primary facts, the tribunal must assume that there is no adequate explanation for those facts.
(7)These inferences can include, in appropriate cases, any inferences that it is just and equitable to draw .................from an evasive or equivocal reply to a questionnaire ......................
(8)Likewise, the tribunal must decide whether any provision of any relevant code of practice is relevant and if so, take it into account in determining,............................ This means that inferences may also be drawn from any failure to comply with any relevant code of practice.
(9)Where the claimant has proved facts from which conclusion could be drawn that the respondent has treated the claimant less favourably on the ground of sex, then the burden of proof moves to the respondent.
(10)It is then for the respondent to prove that he did not commit, or as the case may be, is not to be treated as having committed, that act.
(11)To discharge that burden it is necessary for the respondent to prove, on the balance of probabilities, that the treatment was in no sense whatsoever on the grounds of sex, since "no discrimination whatsoever" is compatible with the Burden of Proof Directive.
(12)That requires a tribunal to assess not merely whether the respondent has proved an explanation for the fact from which such inferences can be drawn, but further that it is adequate to discharge the burden of proof on the balance of probabilities that sex was not a ground for the treatment in question.
(13)Since the facts necessary to prove an explanation would normally be in the possession of the respondent, a tribunal would normally expect cogent evidence to discharge that burden of proof. In particular, the tribunal will need to examine carefully explanations for failure to deal with the questionnaire procedure and/or code of practice.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Laing v Manchester City Council [2006] IRLR 748 τόνισε ότι το Tribunal κατά το πρώτο στάδιο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα ώστε να αποφασίσει ποια συμπεράσματα είναι ορθό να συναχθούν και αναφερόμενο στο τι χρειάζεται για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ο παραπονούμενος σημείωσε τα πιο κάτω: "In our view the reference to "the claimant proving facts" in Section .. does not mean that it is only the facts adduced by him (plus supporting facts adduced by the Respondent) that can be considered; it is merely indicating that at that stage the burden rests on the claimant to satisfy the Tribunal, after a consideration of all the facts, that a prima facie case exists sufficient to require an explanation. ............ if one considers the burden of proof provision in the context of what a claimant needs to establish in a discrimination claim, what it envisages is that the onus lies on the employee to show potentially less favourable treatment from which an inference of discrimination could properly be drawn...... That involves a consideration of all material facts (as opposed to any explanation). It is only if the claimant succeeds in establishing that less favourable treatment that the onus switches to the employer to show an adequate, in the sense of non-discriminatory, reason for the difference in treatment." Ο Lord Justice Mummery δίνοντας την ομόφωνη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Madarassy v. Nomura International plc [2007] IRLR 246 επικαλούμενος την ανάλυση στην απόφαση Igen Ltd v. Wong προέβηκε στις πιο κάτω διευκρινίσεις σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και τη μετάθεση του βάρος απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση: "The court in Igen v. Wong expressly rejected the argument that it was sufficient for the complainant simply to prove facts from which the tribunal could conclude that the respondent "could have" committed an unlawful act of discrimination. .............."Could conclude" in section 63A
(2)must mean that "a reasonable tribunal could properly conclude" from all the evidence before it. This would include evidence adduced by the complainant........ in support of the allegations .... It would also include evidence adduced by the respondent contesting the complaint. Subject only to the statutory "absence of an adequate explanation" at this stage (which I shall discuss later), the tribunal would need to consider all the evidence relevant to the ..... complaint; ................. The absence of an adequate explanation only becomes relevant if a prima facie case is proved by the complainant. The consideration of the tribunal then moves to the second stage. The burden is on the respondent to prove that he has not committed an act of unlawful discrimination." Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο κ.Παναγιώτης Παναγιώτου. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι αυτός μεσολάβησε για την πρόσληψη της Αιτήτριας στο Ξενοδοχείο. Ότι ένας φίλος του επικοινώνησε μαζί του και τον ρώτησε αν υπήρχε θέση στο Ξενοδοχείο για να εργοδοτηθεί η Αιτήτρια και ότι επειδή εκείνη την περίοδο υπήρχε κενή θέση Διευθυντή Δημοσίων Σχέσεων στο Ξενοδοχείο του απάντησε θετικά και διευθέτησε συνάντηση της Αιτήτριας με τον κ.Σκουφαρίδη. Ότι μετά την πρόσληψη της Αιτήτριας στο Ξενοδοχείο η συνεργασία του με την Αιτήτρια ήταν πάρα πολύ καλή και στην προσπάθειά του να την βοηθήσει να ενταχθεί στο Ξενοδοχείο και να αντιληφθεί τον τρόπο εργασίας του Ξενοδοχείου περνούσε αρκετό χρόνο μαζί της και αναπτύχθηκε οικειότητα μεταξύ τους. Ότι στις 12/12/2008 κατά τη διάρκεια του management cocktail στο Ξενοδοχείο είχε μία μικροπαρεξήγηση με την Αιτήτρια η οποία παρεξήγηση αφορούσε τα θέματα της εργασίας τους και ισχυρίστηκε ότι όταν αυτός έφυγε από τον χώρο που γινόταν το cocktail στο τέλος του management cocktail η Αιτήτρια τον ακολούθησε και όταν έφτασε στα γραφεία πίσω από το Τμήμα Υποδοχής με έντονο τρόπο τον παρατήρησε. Ήταν η θέση του ότι αυτός της είπε ότι δεν είναι στις αρμοδιότητές της να του κάνει παρατήρηση και ότι αυτή φανερά εκνευρισμένη τον απείλησε λέγοντάς του ότι «θα τον σάσει». Ότι εκείνη τη στιγμή μπήκε στον χώρο ο κ.Σκουφαρίδης ο οποίος τους ζήτησε να σταματήσουν τον καβγά τους και φεύγοντας η Αιτήτρια του είπε «εν να δεις». Την επόμενη μέρα πληροφορήθηκε ότι η Αιτήτρια τον κατάγγειλε στον κ.Σκουφαρίδη ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια πριν τον Δεκέμβριο του 2008 πολλές φορές τον προκαλούσε σεξουαλικά με τη συμπεριφορά της. Ισχυρίστηκε ότι μετά τις 12/12/2008, η Αιτήτρια του είπε ότι τον συγχωρεί για τον τρόπο που της μίλησε και του είπε να δώσουν τα χέρια αλλά απαιτούσε από αυτόν να της απολογηθεί για αυτά που κατήγγειλε στον κ.Σκουφαρίδη. Ότι αυτός αρνήθηκε και ότι η Αιτήτρια συνέχισε να τον απειλεί λέγοντάς του ότι θα βρει τον μπελά του. Ότι η Αιτήτρια πήγαινε από γραφείο σε γραφείο στο Ξενοδοχείο κατηγορώντας τον σε άλλους συναδέλφους του και σε πελάτες του Ξενοδοχείου ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Μετά την καταγγελία της Αιτήτριας ο κ.Σκουφαρίδης (α) άλλαξε τα προγράμματα εργασίας αυτού και της Αιτήτριας ώστε να είναι μαζί στο χώρο του Ξενοδοχείου όσο το λιγότερο γίνεται και (β) είπε σε αυτόν και στην Αιτήτρια ότι η οποιαδήποτε μεταξύ τους συνεννόηση θα γίνεται μέσω του κ.Σταυρινού. Στη συνάντηση που είχε αυτός και ο κ.Σκουφαρίδης με την Αιτήτρια και τον συντεχνιακό εκπρόσωπό της τον Δεκέμβριο του 2008 η Αιτήτρια επέμενε να της απολογηθεί γραπτώς αλλά αυτός αρνήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι μετά τις εν λόγω συναντήσεις η Αιτήτρια είπε στον κ.Σκουφαρίδη ότι τα βρήκε μαζί του. Αντεξεταζόμενος απέρριψε τις υποβολές του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι στις 15/7/2008 κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας στον χώρο της πισίνας του Ξενοδοχείου έριξε την Αιτήτρια με τα ρούχα στην πισίνα και ότι στη συνέχεια ακολούθησε την Αιτήτρια που είχε πάει στο δωμάτιο 129 για να αλλάξει ρούχα και όταν του άνοιξε η Αιτήτρια την έριξε στο κρεβάτι προσπαθώντας να κατεβάσει το παντελόνι του. Απέρριψε επίσης την υποβολή του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι λόγω της αντίδρασης και της άρνησης της Αιτήτριας να συναινέσει στην επιδίωξή του να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, σταμάτησε και έφυγε από το δωμάτιο
- Αρνήθηκε ότι 10 ημέρες μετά ξαναέριξε την Αιτήτρια στην πισίνα με τα ρούχα. Επέμενε ότι πριν τον Δεκέμβριο του 2008 η σχέση του με την Αιτήτρια ήταν πολύ καλή. Επανέλαβε τη θέση του ότι η επικοινωνία του με την Αιτήτρια μέσω του κ.Σταυρινού ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του
- Η μαρτυρία του κ.Αντώνη Σιβιτανίδη (Μάρτυρα Καθ΄ ών η αίτηση 2) συνοψίζεται ως ακολούθως: Το 2006 - 2007 εργαζόταν στην εταιρεία Constantinou Bros Hotels Ltd στο ξενοδοχείο Paphian Bay ως Διευθυντής και η Αιτήτρια ως Διευθύντρια Δημοσίων Σχέσεων στο εν λόγω ξενοδοχείο. Η Αιτήτρια παραιτήθηκε από την εργασία της παραδίνοντας την παραίτησή της απευθείας στον κ.Κωνσταντίνου παρακάμπτοντας αυτόν ως Διευθυντή. Ο Προσωπάρχης της εν λόγω εταιρείας τον ενημέρωσε για την υποβολή παραίτησης της Αιτήτριας και του έδωσε οδηγίες να την καλέσει στο γραφείο του και να την ενημερώσει ότι δεν χρειάζεται να δουλέψει την περίοδο προειδοποίησης και ότι θα της καταβληθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης. Όταν το έπραξε η Αιτήτρια θύμωσε και του ανέφερε ότι παραιτήθηκε από την εργασία της λόγω της δικής του συμπεριφοράς. Τις επόμενες τρεις ημέρες του έστελλε γραπτά μηνύματα στο κινητό του και του έκανε αναπάντητες κλήσεις. Στη συνέχεια, μετά από περίπου τρεις μήνες, αυτός άρχισε να λαμβάνει ανώνυμα γραπτά μηνύματα στο κινητό του και όταν ζήτησε από τον αποστολέα να του αποκαλύψει το όνομά του, ο αποστολέας τον «φοβέριζε» για την εργασία του. Πιο συγκεκριμένα, ο αποστολέας τον φλέρταρε και όταν αυτός είδε ότι ο αποστολέας δεν του αποκάλυπτε την ταυτότητά του, του ζήτησε να παύσει να τον ενοχλεί. Τότε ο αποστολέας έγινε εριστικός και τον απειλούσε λέγοντάς του ότι ήταν τουριστική αντιπρόσωπος και ότι θα τον κατάγγελλε στον γενικό διευθυντή της εταιρείας που τον εργοδοτούσε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Αυτός κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία η οποία έθεσε το κινητό του σε παρακολούθηση. Μετά από τρεις ημέρες τον πήρε η Αιτήτρια από το τηλέφωνό της και την επόμενη ημέρα πήγε στην αστυνομία και τους είπε ότι υποψιάζεται ότι ήταν η Αιτήτρια το πρόσωπο που τον παρενοχλούσε τηλεφωνικώς. Αφού πήραν τα τηλέφωνα από την ΑΤΗΚ, οι αστυνομικοί κάλεσαν την Αιτήτρια και την ενημέρωσαν ότι αν δεν σταματούσε να τον παρενοχλεί θα της γίνουν καταγγελίες. Μετά από αυτό η Αιτήτρια σταμάτησε να τον ενοχλεί. Ο λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει στην παρούσα διαδικασία είναι ότι όταν έφυγε η Αιτήτρια από την εργασία της στο Paphian Bay υπονόησε ότι αυτός την παρενοχλούσε σεξουαλικά και ότι λόγω αυτής της εμπειρίας του νιώθει ότι είναι άδικο να κατηγορείται κάποιος για κάτι που δεν έκανε. Από μόνος του προθυμοποιήθηκε να καταθέσει στην παρούσα υπόθεση γιατί ένιωσε ότι χάριν της δικαιοσύνης και της αλήθειας όφειλε να καταθέσει τη δική του μαρτυρία σε σχέση με την εμπειρία που είχε με την Αιτήτρια. Κατά την άποψή του άδικα κατηγορείται ο κ.Παναγιώτου και η Εργοδότρια Εταιρεία καθότι στη δική του περίπτωση ενώ η Αιτήτρια τον κατηγόρησε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά στην πραγματικότητα αυτή ήταν που τον παρενοχλούσε ενόσω εργάζονταν μαζί στο ίδιο Ξενοδοχείο. Όταν η Αιτήτρια εργαζόταν μαζί του στο Ξενοδοχείο είχε σεξουαλικές σχέσεις μαζί της για περίπου δύο εβδομάδες αφού αυτός ενέδωσε στην παρενόχληση που του γινόταν από αυτήν. Ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα που διέκοψε αυτές τις σχέσεις μαζί της η Αιτήτρια ήταν εριστική και τον απειλούσε ότι θα το έλεγε στον κ.Κωνσταντίνου. Η κα Ντία Baker (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 3) η οποία εργάζεται ως ιδιαιτέρα γραμματέας του κ.Σκουφαρίδη στο Ξενοδοχείο, κατέθεσε ότι αρχές του 2009 η Αιτήτρια την πληροφόρησε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από συνάδελφο στο Ξενοδοχείο. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια δημιουργούσε εντάσεις και προστριβές μεταξύ των εργοδοτουμένων στο Ξενοδοχείο καθότι κατηγορούσε τον ένα στον άλλο και προσπαθούσε να μάθει πληροφορίες για τον καθένα ώστε να γνωρίζει τα προσωπικά του καθενός. Ήταν η θέση της ότι η Αιτήτρια διάβαζε τα χαρτιά που έμπαιναν στις θυρίδες του κάθε Τμηματάρχη και ανακάτευε τα εν λόγω χαρτιά βάζοντας τα σε λάθος θυρίδες δημιουργώντας πρόβλημα στη ροή της εργασίας του Ξενοδοχείου. Σε σχέση με την καταγγελία της Αιτήτριας για σεξουαλική παρενόχληση ισχυρίστηκε ότι ο κ.Σκουφαρίδης έκανε ενέργειες για να μάθει την αλήθεια και ζήτησε από διάφορους συναδέλφους της στο Ξενοδοχείο καθώς και από αντιπροσώπους της Thomson να γράψουν ο καθένας τι γνωρίζει για το θέμα και τι είχε πει η Αιτήτρια σ΄ αυτούς. Αυτή έδωσε δύο γραπτές καταθέσεις στον κ.Σκουφαρίδη στις 27/4/2009 (Τεκμήριο 4) και στις 26/5/2009 (Τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δημιουργούσε προβλήματα στο Ξενοδοχείο δύο - τρεις μήνες μετά την πρόσληψή της και ότι η Αιτήτρια αντί να δουλεύει γύριζε από γραφείο σε γραφείο κουτσομπολεύοντας τους άλλους εργοδοτούμενους στο Ξενοδοχείο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τσακωμοί μεταξύ των συναδέλφων. Ο λόγος που τα Τεκμήρια 4 και 5 γράφτηκαν λίγο πριν την απόλυση της Αιτήτριας ήταν ότι ενώ υπήρχε «ένταση από πριν» λόγω της συμπεριφοράς της Αιτήτριας όταν έθεσε το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησής της το θέμα σοβάρεψε αφού η Αιτήτρια απειλούσε όλους τους εργοδοτούμενους ότι «από κάπου θα την βρουν». Ο κ.Κωνσταντίνος Σταυρινού (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 4) κατέθεσε ότι ως Food & Beverage Manager του Ξενοδοχείου συνεργαζόταν με την Αιτήτρια και τον Αρχιμάγειρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της εργασίας τους. Ότι πριν την καταγγελία της Αιτήτριας για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Αρχιμάγειρα, τέλος του 2008 αρχές του 2009, η σχέση των τριών τους ήταν πολύ καλή. Υποστήριξε ότι οι σχέσεις τους ήταν φιλικές και ότι μερικές φορές η Αιτήτρια γινόταν προκλητική αφού πολλές φορές η Αιτήτρια τους μιλούσε για σεξουαλικά θέματα. Ισχυρίστηκε ότι αυτός κατά την εργασία του στο Ξενοδοχείο αντιλήφθηκε ότι η Αιτήτρια με τη στάση της και τα λόγια της προκαλούσε σεξουαλικά τον κ.Παναγιώτου. Ήταν η θέση του ότι τέλος του 2008 αρχές του 2009 ο κ.Σκουφαρίδης του έδωσε οδηγίες να μεσολαβεί στην επικοινωνία μεταξύ της Αιτήτριας και του Αρχιμάγειρα όσον αφορά τα θέματα των πελατών του Ξενοδοχείου που αφορούσαν το φαγητό και ότι αυτός προσωπικά δεν διαπίστωσε πριν το τέλος του 2008 να υπάρχει οποιοδήποτε θέμα / διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και του κ.Παναγιώτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Αιτήτρια τον Ιούνιο του 2009 του δημιούργησε πρόβλημα στην εργασία του αφού τον κατηγόρησε ότι τον είδε «να ανακατώνει» την τσάντα της και να μιλά από το κινητό της τηλέφωνο και ότι της έκλεψε το κινητό τηλέφωνό της. Ισχυρίστηκε ότι τον κατηγόρησε σε άλλους συναδέλφους του ότι διέπραξε τα πιο πάνω. Δεν πρόσεξε και δεν θυμάται αν το καλοκαίρι του 2008 έγινε κάτι μεταξύ της Αιτήτριας και του Αρχιμάγειρα το οποίο δημιούργησε πρόβλημα στις μεταξύ τους σχέσεις. Απέρριψε υποβολή ότι η μεσολάβηση του μεταξύ της Αιτήτριας και του Αρχιμάγειρα άρχισε από τον Αύγουστο του
- Παραδέχτηκε ότι με βάση το πρόγραμμα εργασίας της εβδομάδας 18/5/2009 - 24/5/2009 (Τεκμήριο 6) στις 20/5/2009 δεν εργαζόταν στο ξενοδοχείο γιατί ήταν Off. Σε υποβολή που του έγινε ότι ουδέποτε τον κατηγόρησε η Αιτήτρια ότι της έκλεψε το κινητό τηλέφωνό της ή ότι «ανακάτωνε» την τσάντα της, απάντησε ότι η Αιτήτρια του τηλεφώνησε και τον ρώτησε αν κατά λάθος πήρε το κινητό της γιατί μοιάζει με το δικό του και όταν της απάντησε αρνητικά, αυτή του είπε ότι βρήκε κλήση σε αριθμό που δεν γνώριζε. Κατά την επανεξέτασή του απάντησε ότι μετά που πληροφορήθηκε για την καταγγελία εναντίον του για την κλοπή του κινητού της Αιτήτριας πήγε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Ο κ.Νίκος Κατσουνωτός (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 5) καταθέτοντας ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 2008 ενημερώθηκε από τον κ.Σκουφαρίδη για την καταγγελία της Αιτήτριας εναντίον του κ.Παναγιώτου. Υποστήριξε ότι όταν η Αιτήτρια κατάγγειλε την υπόθεση στην Επίτροπο Διοικήσεως αυτός ανέλαβε να διερευνήσει τις καταγγελίες της Αιτήτριας και αρχές Μαϊου του 2009 έστειλε την αναφορά του στην Επίτροπο (Τεκμήριο 9). Ήταν η θέση του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία μετά την καταγγελία της Αιτήτριας διευθέτησε όπως η επικοινωνία μεταξύ της Αιτήτριας και του Αρχιμάγειρα να γίνεται μέσω του κ.Σταυρινού και να δίνονται στην Αιτήτρια και στον Αρχιμάγειρα διαφορετικές μέρες ρεπό ώστε τέσσερις ημέρες την εβδομάδα να μην συμπίπτουν οι ημέρες εργασίας τους. Προέβαλε τη θέση ότι μετά την επιστολή του κ.Σκουφαρίδη στην Επίτροπο τον Απρίλιο του 2009 (Τεκμήριο 7) λόγω του ότι η Αιτήτρια κατηγορούσε άμεσα και έμμεσα τον κ.Σκουφαρίδη, ο κ.Σκουφαρίδης αποσύρθηκε από την υπόθεση και ανέλαβε αυτός την υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι αυτός ενημερώθηκε από τη γενική διευθύντρια Κύπρου της εταιρείας TUI, η οποία εταιρεία έφερνε το 70% των πελατών στο Ξενοδοχείο, ότι η Αιτήτρια κατηγόρησε
(1)τον κ.Σκουφαρίδη ότι είχε εξωσυζυγική σχέση με την ιδιαιτέρα γραμματέα του,
(2)τον κ.Σταυρινού ότι της έκλεψε το κινητό τηλέφωνό της και
(3)τον Αρχιμάγειρα ότι προσπάθησε να την βιάσει. Ότι αφού πληροφόρησε την Αιτήτρια για τα πιο πάνω την έθεσε σε διαθεσιμότητα για τρεις ημέρες ώστε να ερευνήσει το θέμα. Υποστήριξε ότι μίλησε με δύο αντιπροσώπους της TUI που εργάζονταν στο Ξενοδοχείο, την Emily Clabburn και την Sharisse Mahmood και ότι τις ρώτησε τι τους είπε η Αιτήτρια. Οι Clabburn και Mahmood του έβαλαν και γραπτώς τις αναφορές τους (Τεκμήρια 10 και 11). Προχώρησε στην απόλυση της Αιτήτριας αφού οι πιο πάνω αντιπρόσωποι της TUI του επιβεβαίωσαν ότι η Αιτήτρια προέβηκε στις πιο πάνω πράξεις καθότι η Αιτήτρια με τις εν λόγω πράξεις της εξέθεσε και δυσφήμισε το Ξενοδοχείο στους συνεργάτες του κατηγορώντας δημοσίως συναδέλφους της αντί να καταγγείλει τον Αρχιμάγειρα στην αστυνομία. Κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας έλαβε υπόψη του και τις δύο προειδοποιητικές επιστολές που έστειλε ο κ.Σκουφαρίδης στην Αιτήτρια (Τεκμήρια 12 και 13). Τόνισε ότι η απόλυση της Αιτήτριας δεν οφειλόταν στην καταγγελία της για σεξουαλική παρενόχλησή της ούτε στην καταγγελία της στην Επίτροπο Διοικήσεως. Σημείωσε ότι η Επίτροπος πριν την απόλυση της Αιτήτριας τους ενημέρωσε ότι δεν διαπίστωσε οτιδήποτε μεμπτό στις ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τις καταγγελίες της Αιτήτριας και ότι οι συντεχνιακοί εκπρόσωποι της Αιτήτριας, κ.Νεόφυτος Ξενοφώντος και κ.Μιλτιάδης Μιλτιάδους δεν έφεραν οποιανδήποτε ένσταση στην απόλυση της Αιτήτριας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2008 όταν πληροφορήθηκε από τον κ.Σκουφαρίδη για την καταγγελία της Αιτήτριας είπε σε αυτόν να της πει να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει τον Αρχιμάγειρα και να καλέσει τα δύο μέρη για να διερευνήσει το ζήτημα. Ουδέποτε αυτός κατέβαλε προσπάθεια να πείσει την Αιτήτρια να αποσύρει την καταγγελία της στην Επίτροπο Διοικήσεως. Συνάντησε την Αιτήτρια στην παρουσία της συντεχνίας της στις 9/6/2009 και της εξήγησε ότι συνάντησε τις υπαλλήλους της TUI και αυτές του επιβεβαίωσαν ότι τους είπε ότι
(1)ο κ.Σκουφαρίδης έχει εξωσυζυγική σχέση με συνάδελφό του,
(2)ο κ.Σταυρινού της έκλεψε το κινητό της τηλέφωνο και
(3)ο κ.Παναγιώτου αποπειράθηκε να την βιάσει. Ότι η Αιτήτρια υποστήριξε ότι όλοι λένε ψέματα αλλά επειδή το θέμα δημοσιοποιήθηκε σε συνεργάτες του Ξενοδοχείου κρίθηκε αναγκαίο να απολυθεί η Αιτήτρια. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια μετά τις 5/6/2009 απειλούσε τους πάντες και τα πάντα και στη συνάντηση που είχε αυτός μαζί της απειλούσε ότι έχει καταγραμμένες συνομιλίες και όταν της ζήτησε να βγάλει το κινητό της τηλέφωνο έξω, αυτή αρνήθηκε με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διακόψει τη συνάντηση. Σε σχέση με τη Δέσμη Εγγράφων Τεκμήριο 38 υποστήριξε ότι στην προσπάθεια του κ.Σκουφαρίδη να μην συναντιέται η Αιτήτρια με τον Αρχιμάγειρα, ο κ.Σκουφαρίδης δεν συμπεριέλαβε την Αιτήτρια στα εν λόγω MEMOS αλλά όταν ενημερώθηκε αυτός για την εν λόγω πράξη του κ.Σκουφαρίδη άλλαξε την απόφαση του κ.Σκουφαρίδη αφού έκρινε ότι το συμφέρον του Ξενοδοχείου ήταν να είναι παρούσα η Αιτήτρια και όχι ο Αρχιμάγειρας στην υποδοχή των Educational Groups. Ισχυρίστηκε ότι ερεύνησε κατά πόσον το περιεχόμενο των δύο επιπλήξεων που έδωσε ο κ.Σκουφαρίδης στην Αιτήτρια (Τεκμήρια 12 και 13) ήταν δικαιολογημένο ρωτώντας τον κ.Σκουφαρίδη, τον κ.Παναγιώτου, την κα Baker και την κα Χρύσω του λογιστηρίου. Όταν ανέφερε στην Αιτήτρια τις δύο εν λόγω επιπλήξεις η Αιτήτρια αρνήθηκε τα πάντα αλλά δεν τον έπεισε. Περαιτέρω η συμπεριφορά της ήταν ανάρμοστη αφού απειλούσε ότι «θα βγάλει τα άπλυτα στη φόρα». Ο κ.Πάμπος Χαραλάμπους (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 6), υπεύθυνος των Μπαρ στο Ξενοδοχείο, κατέθεσε ότι ακούστηκε στο Ξενοδοχείο ότι έγινε μία παρενόχληση. Ότι ο κ.Κατσουνωτός τον Μάιο του 2009 δεν τον ρώτησε για το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης της Αιτήτριας επειδή εκείνη την ημέρα δεν ήταν στο Ξενοδοχείο αφού ήταν με Off. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με το θέμα, ότι ακούστηκε στο Ξενοδοχείο ότι υπήρχε πρόβλημα μεταξύ της Αιτήτριας και της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι κλάπηκε ένα τηλέφωνο αλλά αυτός δεν ξέρει «τι ακριβώς έγινε». Ο κ.Στέλιος Πολυβίου (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 7), ο οποίος εργάζεται στο Ξενοδοχείο ως Room Division Manager, κατέθεσε ότι όταν ήρθε ο κ.Κατσουνωτός στο Ξενοδοχείο και τον ρώτησε αν έπεσε την αντίληψή του το θέμα της Αιτήτριας σχετικά με την καταγγελία για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Αρχιμάγειρα, αυτός του απάντησε θετικά λέγοντάς του ότι η Αιτήτρια πήγε στο γραφείο του και του είπε ότι ήθελε να καταγγείλει τον κ.Παναγιώτου για σεξουαλική παρενόχληση. Ότι οι Clabburn και Mahmood του ανέφεραν ότι η Αιτήτρια τους είπε ότι ο κ.Παναγιώτου την παρενόχλησε σεξουαλικά, ότι ο κ.Σταυρινού της έκλεψε το κινητό τηλέφωνό της και ότι ο κ.Σκουφαρίδης είχε φιλενάδα την ιδιαιτέρα γραμματέα του. Κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ότι όταν ενημερώθηκε από τις Clabburn και Mahmood για τα πιο πάνω ενημέρωσε την ίδια ημέρα τον κ.Σκουφαρίδη και την επόμενη ημέρα τον κ.Κατσουνωτό. Σε υποβολή που του έγινε ότι δύο - τρεις φορές τον φώναξε η Αιτήτρια για να πει στον κ.Παναγιώτου να φύγει από το γραφείο της, απάντησε ότι έτυχε μία - δύο φορές να δει τον κ.Παναγιώτου να κάθεται στο γραφείο της Αιτήτριας και η Αιτήτρια χαμογελώντας του είπε «πέστου να φύγει γιατί με ενοχλεί». Ο κ.Χαράλαμπος Σκουφαρίδης (Μάρτυρας Καθ΄ ών η αίτηση 8) καταθέτοντας ανέφερε ότι εργοδοτήθηκε στο Ξενοδοχείο την 1/1/2008 και ότι προσέλαβε την Αιτήτρια στο Ξενοδοχείο μετά που ο κ.Παναγιώτου του ανέφερε ότι γνώριζε μία κοπέλα που θα μπορούσε να εργοδοτηθεί στη θέση της Διευθύντριας Δημοσίων Σχέσεων του Ξεν