Roman Galiev ν. VISTABROKERS CIF LTD, Αρ. Αίτησης: 389/16, 22/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Στ. Χατζημανώλη ) Κ. Ευθυμίου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 389/16 Μεταξύ: Roman Galiev Αιτητή και VISTABROKERS CIF LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 3.1.
- Ημερομηνία: 22 Mαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Πούγιουρος. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ.Ανδρονίκου για την κα Κονναρή. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς ("η Αίτηση") στις 6.4.2016 με την οποία αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση: «(α) €27.692,31 αποζημιώσεις λόγω άμεσου τερματισμού των υπηρεσιών χωρίς την λήψη της συμφωνηθείσας προειδοποίησης 24 εβδομάδων και/ή λόγω παράνομου και/ή κατά παράβαση των προνοιών του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου.. (β) €5.000-οφειλόμενο μισθό Ιανουαρίου
- (γ) Αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 8 ημερών κατά το
- (δ) Αποζημίωση για αναλογία μη ληφθείσας άδειας για το
- (ε) Αποζημιώσεις για μη μεταβίβαση 10% μετοχών των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι 73.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,- η κάθε μια, κατά παράβαση συμφωνίας. (στ) Διαζευκτικά προς το (ε), Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας για μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών στον Αιτητή. (ζ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (η) Νόμιμο Τόκο.» Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης οι Καθ' ων η Αίτηση είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Κύπρο και ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες και ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 13.1.2015 δυνάμει γραπτής σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση εργασίας του Αιτητή τροποποιήθηκε σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε αυτή προβλεπόταν ότι για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να του δώσουν 24 εβδομάδες προειδοποίηση. Ο μισθός του Αιτητή από τον Σεπτέμβριο του 2015 ανήλθε στις €5.000 μηνιαίως. Δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του Αιτητή και των μετόχων των Καθ' ων η Αίτηση οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση θα παραχωρούσαν δωρεάν στον Αιτητή το 20% του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ' ων η Αίτηση. Στις 14.12.2015 οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση στην απουσία του Αιτητή αποφάσισαν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή χωρίς προειδοποίηση λόγω του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση υπό τη διεύθυνση του Αιτητή δεν πραγματοποίησαν κέρδος και υπέστησαν σημαντική ζημιά. Οι Καθ' ων η Αίτηση κοινοποίησαν στον Αιτητή την πιο πάνω απόφασή τους την 1.2.2016 με επιστολή τους ημερομηνίας 26.1.
- Οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση δεν μεταβίβασαν στον Αιτητή τις μετοχές που όφειλαν να του μεταβιβάσουν κατά παράβαση της συμφωνίας για παραχώρηση μετοχών. Για τους πιο πάνω λόγους ο Αιτητής αξιώνει τα πιο πάνω από τους Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς προειδοποίηση καθότι δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα της εργασίας του, η συμπεριφορά που επιδείκνυε δεν ήταν αρμόζουσα και με τις πράξεις του επέφερε ζημιές στους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 3.1.2017 ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αξίωνε από το Δικαστήριο το ακόλουθο διάταγμα: «Την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο να εμποδίζει τον καθ΄ ού η αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτού από το να αποσύρουν και/ή εισπράττουν και/ή δεσμεύουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να διαθέτουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό μέχρι μέγιστου ποσού €100.000,- από τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους διαθέτει ο καθ΄ού η αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα, Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων, Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 131 και Ιωάννη Πολέμη 3, 4ος όροφος, στη Λεμεσό, αρ. 240-01-623217-01, 240-07-623217-01, 240-07-623217-02, 240-01-672292-01, 240-07-672292-01 ή οποιουσδήποτε άλλους λογαριασμούς διαθέτει στην εν λόγω Τράπεζα όπως επίσης και στην Societe Generale Bank Cyprus, υποκατάστημα Λεμεσού, λογαριασμούς αρ. 033004360052274016, 033001360052275016, 033004360052275011 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό διαθέτει στην εν λόγω Τράπεζα μέχρι τελικής εκδίκασης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεώτερης Διαταγής του Δικαστηρίου». Νομικά η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960, στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στη Δ.48 θθ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη νομολογία και στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο Αιτητής αναφέρει ότι: · Εργοδοτήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 13.1.2015 η οποία τροποποιήθηκε με γραπτές συμφωνίες ημερομηνιών 1.5.2015, 18.5.2015, 1.9.2015, 14.9.2015 και 20.10.2015 (Δέσμη Εγγράφων - Τεκμήριο 1). · Ο μηνιαίος μισθός του κατά το τέλος της εργοδότησής του ανερχόταν σε €5.000 ως φαίνεται στον κατάλογο πληρωμής υπαλλήλων από τα αρχεία των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2). · Την 1.2.2016 οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν την απασχόλησή του χωρίς να του δώσουν προειδοποίηση δίνοντας του επιστολή ημερομηνίας 26.1.2016 (Τεκμήριο 4) επικαλούμενοι τον όρο 11 της μεταξύ τους συμφωνίας εργοδότησης και αναφερόμενοι σε λόγους που του αναφέρθησαν στη συνέλευση των μετόχων στις 14.12.2015 (Τεκμήριο 5). Αυτός διαφωνεί με τους λόγους που προέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση για τον τερματισμό της απασχόλησής του. · Με βάση τον όρο 2.1 της συμφωνίας εργοδότησής του σε περίπτωση που οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτιζαν τις υπηρεσίες του όφειλαν να του δώσουν γραπτή προειδοποίηση 24 εβδομάδων. · Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του κατέβαλαν τον μισθό του Ιανουαρίου 2016 ο οποίος ανέρχεται σε €5.000 και δεν του κατέβαλαν το αντίτιμο των 8 ημερών μη παραχωρηθείσας ετήσιας άδειας για το 2015 και το
- · Οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν να μεταβιβάσουν και μεταβίβασαν στον Αιτητή το 10% των μετοχών των Καθ' ων η Αίτηση δηλαδή 73.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 και περαιτέρω συμφώνησαν να του μεταβιβάσουν όταν οι Καθ' ων η Αίτηση έφταναν στο σημείο ισολογισμού εξόδων - εσόδων (break - event point) ακόμα 10% των μετοχών (Δέσμη Εγγράφων - Τεκμήριο 3). Η μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών δεν έγινε και με βάση την αξία των Καθ' ων η Αίτηση η οποία ανερχόταν στα €600.000 δικαιούται σε αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας τουλάχιστον €60.000 λόγω της μη μεταβίβασης του 10% των μετοχών. · Τους τελευταίους μήνες οι Καθ' ων η Αίτηση αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και στις 5.12.2016 πληροφορήθηκε από την ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση www.vistabrokers.com ότι οι Καθ' ων η Αίτηση σταμάτησαν τη λειτουργία τους και καλούσαν τους πελάτες τους να πάρουν πίσω τα χρήματα τους (αντίγραφο σχετικής ανακοίνωσης στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6). · Έδωσε αμέσως οδηγίες στον δικηγόρο του να καταχωρήσει την αίτηση αλλά χρειάστηκε κάποιος χρόνος να βρει τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών. · Πιστεύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσία διαθέτουν, οι μέτοχοι θα μεταβούν στο εξωτερικό και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν διαθέτουν άλλη περιουσία. Στις 9.1.2017 το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση και αφού υπέδειξε στη δικηγόρο του Αιτητή ότι προκύπτει ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που στηρίζονται στη συμφωνία με τους μετόχους των Καθ' ων η Αίτηση για παραχώρηση σε αυτόν μετοχών των Καθ' ων η Αίτηση η δικηγόρος του Αιτητή περιόρισε το αίτημα του Αιτητή για προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει την απόσυρση χρηματικού ποσού μέχρι πόσου €40.000 ώστε να καλύπτονται μόνο οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν πληρωμή αντί προειδοποίησης, υπόλοιπο δεδουλευμένων μισθών, μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια και αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Κατά το μονομερές στάδιο εξέτασης της αίτησης το Δικαστήριο κρίνοντας ότι ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος προχώρησε στην έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο εμποδίζει: «....τους Καθ΄ ών η αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους τους από το να αποσύρουν και/ή εισπράττουν και/ή δεσμεύουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να διαθέτουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό μέχρι μέγιστου ποσού €40.000 από τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους διαθέτουν οι Καθ΄ ών η άιτηση στην Ελληνική Τράπεζα, Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων, Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 131 και Ιωάννη Πολέμη 3, 4ος όροφος, στη Λεμεσό, αρ. 240-01-623217-01, 240-07-623217-01, 240-07-623217-02, 240-01-672292-01, 240-07-672292-01 ή οποιουσδήποτε άλλους λογαριασμούς διαθέτουν στην εν λόγω Τράπεζα όπως επίσης και στην Societe Generale Bank Cyprus, υποκατάστημα Λεμεσού, λογαριασμούς αρ. 033004360052274016, 033001360052275016, 033004360052275011 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό διαθέτουν στην εν λόγω Τράπεζα μέχρι τελικής εκδίκασης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και όταν επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση αυτοί αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρησή του σε ισχύ και καταχώρησαν ένσταση στις 15.2.
- Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση έχοντας ως νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, τα άρθρα 29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, τη νομολογία, τις αρχές του Κοινοδικαίου και του δικαίου της επιεικείας και τις συμφυείς εξουσίες και την εν γένει πρακτική των Δικαστηρίων περιέχει 32 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (α) Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν πληρούνται. (β) Ο Αιτητής κακόπιστα και/ ή εσκεμμένα απέκρυψε και/ ή δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα παραπλανώντας το Δικαστήριο κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. (γ) Η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη, καταπιεστική, εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και το εκδοθέν διάταγμα προκαλεί ανυπολόγιστη βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση. (δ) Με το εκδοθέν διάταγμα δεσμεύτηκαν λογαριασμοί που ανήκουν σε πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση (client's accounts) και όχι στους Καθ' ων η Αίτηση. (ε) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τόσο την Αίτηση όσο και την αίτηση. (στ) Δεν ήταν επείγουσα η έκδοση των αιτούμενων με την αίτηση διαταγμάτων. (η) Η μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή είναι αόριστη και σε αυτή επισυνάπτονται ως Τεκμήρια έγγραφα που δεν είναι μεταφρασμένα στα ελληνικά. Στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 14.2.2017 του κ.Arkadij Lerner, διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση, που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται τα πιο κάτω: · Οι Καθ' ων η Αίτηση ιδρύθηκαν το 2012, ρυθμίζονται και ελέγχονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και έχουν όλες τις σχετικές άδειες - αντίγραφο της άδειας των Καθ' ων η Αίτηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν οποιεσδήποτε οφειλές σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Έχουν 6 υπαλλήλους στους οποίους καταβάλλουν ανελλιπώς τον μισθό τους και τις εισφορές για αυτούς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων - αντίγραφα των βεβαιώσεων πληρωμών εισφορών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις κατατίθενται και σημειώνονται ως Τεκμήρια 2 και
- · Ο Αιτητής δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση καθ΄ ότι επεξηγήθηκαν στον Αιτητή όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή οι λόγοι απόλυσης του και ότι απολύετο χωρίς προειδοποίηση λόγω της συμπεριφοράς του και βάσει των όρων της συμφωνίας εργοδότησής του. Υπάρχει αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση στην οποία φαίνεται ότι ο Αιτητής μιλούσε με προσβλητικό τρόπο για τα μέλη των Καθ' ων η Αίτηση, ότι αρνείτο να υπακούσει στις υποδείξεις των Καθ' ων η Αίτηση, ότι προσπάθησε να μπλέξει τους Καθ' ων η Αίτηση σε πράξεις ενάντια στη σχετική νομοθεσία και ότι λόγω λανθασμένων χειρισμών του Αιτητή οι Καθ' ων η Αίτηση έχασαν €190.
- · Ο Αιτητής χρησιμοποίησε την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά. Οι Καθ' ων η Αίτηση προσπάθησαν να βρουν μία εξωδικαστική λύση στη διαφορά τους με τον Αιτητή γεγονός που ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο. Ο λόγος που δεν πέτυχαν οι προσπάθειες συμβιβασμού είναι γιατί ο Αιτητής εκβιαστικά τους ζητά το ποσό των €100.000 απειλώντας τους ότι θα καταστρέψει τους Καθ' ων η Αίτηση. · Με το διάταγμα του Δικαστηρίου δεσμεύτηκαν 5 clients΄ accounts των Καθ' ων η Αίτηση. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 4 και 5 καταστάσεις της Ελληνικής Τράπεζας και της Societe Generale Bank Cyprus που δεικνύουν σύμφωνα με αυτόν ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί είναι clients΄ accounts. Ο Αιτητής ενώ γνώριζε και/ή έπρεπε να γνωρίζει ως Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι 5 από τους λογαριασμούς που ζήτησε να παγοποιηθούν ήταν clients΄ accounts δεν το αποκάλυψε στο Δικαστήριο εσκεμμένα με σκοπό να προκαλέσει ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση αφού δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν λεφτά των πελατών τους. Διαφαίνεται ότι ο Αιτητής δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ως εκ τούτου το μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 9.1.2017 πρέπει να ακυρωθεί. · Δεν αποδείχτηκε πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης των τραπεζικών λογαριασμών των Καθ' ων η Αίτηση και δεν γίνεται επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία τους. Οι Καθ' ων η Αίτηση ως εταιρεία έχουν μετοχικό κεφάλαιο €993.272,00 και μπορούν με αυτό να καλύψουν τις οφειλές τους. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα διαλυθούν. Το μόνο που παρουσίασε ο Αιτητής είναι μία ανακοίνωση που ισχυρίζεται ότι έγινε στην ιστοσελίδα τους ότι θα αλλάξουν επιχειρηματική λειτουργία (change of business model). Η εν λόγω δημοσίευση δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να γίνει δεκτή ως μαρτυρία. · Οι Καθ' ων η Αίτηση με την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών τους δεν μπορούν να αποσύρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των απολύτως αναγκαίων εξόδων τους με αποτέλεσμα να παγοποιηθούν και οι πληρωμές των υπαλλήλων τους και σε περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο υπάρχει κίνδυνος να σταματήσει η λειτουργία της. · Οι Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωσαν τους πελάτες τους ότι θα αλλάξουν επιχειρηματική λειτουργία - Πουθενά δεν φαίνεται ότι θα σταματήσουν να λειτουργούν - Οι Καθ' ων η Αίτηση επένδυσαν το ποσό των €2.600.000 και δεν πρόκειται να επιτρέψουν τη διάλυσή τους. · Δεν είναι επείγον η έκδοση του προσωρινού διατάγματος καθ΄ ότι από τις 7.4.2016 που καταχωρήθηκε η αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση συνεχίζουν να εργάζονται και να έχουν τις σχετικές άδειες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. · Ο Αιτητής διεκδικεί ποσά που αναλογούν σε μετοχές των Καθ' ων η Αίτηση για τα οποία δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Με την παρούσα διαδικασία ο Αιτητής επιδιώκει την οριστικοποίηση του διατάγματος ως εκδόθηκε μονομερώς από το Δικαστήριο (δεν προώθησε το αίτημά του για δέσμευση περαιτέρω €60.000) ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση την ακύρωσή του. Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Α. Νομική Πτυχή Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά/ ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Σύμφωνα με το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και τις αρχές που καθιερώθηκαν από τη σχετική νομολογία[1] οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η άσκηση από το Δικαστήριο της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, όταν τούτου κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απομενηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιόν του και εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας ή το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας μεταξύ των διαδίκων[2] . Σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος από τους δύο διαδίκους θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του προσωρινού διατάγματος[3]. Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα όρια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσον η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που ήθελε τυχόν εκδοθεί. Εξετάζοντας κατά ποσόν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο πρέπει να αποφύγει να αξιολογήσει την ενώπιόν του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της υπόθεσης και να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης καθότι τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης από Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο να προσεγγίσει το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιόν του με μόνο σκοπό τη διαπίστωση κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60[4]. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται από το Δικαστήριο στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, γίνονται για σκοπούς εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην υπόθεση παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[5]. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ 1082 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του[6]. Η πρώτη προϋπόθεση (η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) ικανοποιείται εφόσον με βάση τα δικόγραφα ο αιτών διάδικος αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). Έχει εξηγηθεί ότι για την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται οτιδήποτε πέραν από του να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δεύτερη προϋπόθεση (η πιθανότητα να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία) ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Επεξηγήθηκε ότι είναι αρκετό να αποδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης εξετάζεται η νομική θεμελίωση της απαίτησης, ενώ κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης η προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της απαίτησης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο (θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα) εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά ποσόν η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο[7]. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντα στο τέλος της ημέρας θα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί όπου η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσεως και για αυτό τον λόγο δεν μπορεί να ευσταθήσει ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 αναφέρθηκε ότι δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση την πιο πάνω αιτιολογία έχει νομολογηθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται και στην περίπτωση που αν και μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον του λόγω οικονομικής αδυναμίας του[8]. Επίσης, η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται ακόμα και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού[9]. Ισοζύγιο της ευχέρειας Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρθησαν τα εξής σχετικά: "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας λαμβάνεται υπόψη η επάρκεια της θεραπείας σε αποζημιώσεις για τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο αντίστοιχα κατά τη δίκη δηλαδή σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί το διάταγμα και ο Ενάγων τελικώς επιτύχει στην αγωγή του ή σε περίπτωση που χορηγηθεί το διάταγμα και ο Εναγόμενος επιτύχει στο τέλος της ημέρας με την ανάληψη από τον Ενάγοντα εγγύησης να αποζημιώσει τον Εναγόμενο. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη του Εναγομένου. Ως εκ τούτου πρέπει να εξετάζεται η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Όταν ο αιτητής προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου και ζητά στη βάση του δικαίου της επιείκειας την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς κατά παράβαση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί τότε έχει την υποχρέωση να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς του προσωρινού διατάγματος και έχει την υποχρέωση να επιδείξει καλή πίστη[10]. Η μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου ασχέτως αν η παράλειψη αποκάλυψης δεν ήταν εσκεμμένη και μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς χωρίς να εξεταστεί η ουσία του[11]. Το τι συνιστά ουσιώδες γεγονός καθορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/14, ημερομηνίας 27.2.2015 στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. ......Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών..... Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας .....Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. ..... Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ.7/11, ημερ.16.4.2014 ). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» ...... Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Το στοιχείο του κατεπείγοντος Σύμφωνα με τη νομολογία το κατεπείγον της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος μονομερώς κατά παρέκκλιση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης[12]. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο όταν υπάρχουν επείγουσες περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος μονομερώς[13]. Ο Αιτητής πρέπει στο μονομερές στάδιο της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να παρακαφθεί το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος[14]. Αποτελεί λόγο ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος η διαπίστωση της έλλειψης του κατεπείγοντος[15] και το θέμα του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικός όρος εξετάζεται κατά προτεραιότητα και χωριστά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960[16]. Για σκοπούς εξέτασης του στοιχείου του κατεπείγοντος ο υπολογισμός του χρόνου αρχίζει να προσμετρά από το συμβάν και όχι από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής[17]. Στην Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ.312/10 ημερ. 17.7.2014 λέχθηκε ότι το θέμα του κατεπείγοντος που εγείρεται μετά που ακούστηκε ο εναγόμενος: «..δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται εναντίον του..... από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγων που οδήγησε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα κατεπείγοντος.»[18] Β. Δικαιοδοσία Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») καθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου (ο «Ν.8/67») και τα δικαιοδοτικά του όρια καθορίζονται από το άρθρο 12 του εν λόγω Νόμου. Στην υποπαράγραφο (β) του άρθρου 12
(1)του Νόμου 8/67 προβλέπονται ως υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ ανάμεσα σε άλλα τα ακόλουθα: «(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος, παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων∙». Με το άρθρο 30[19] του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67 (ο «Ν.24/67») όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών Κανονισμών. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Ν.24/67 σημείωσε ότι διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67 ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του Ν.24/
- Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67 ο εν λόγω Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου κατά την περίοδο της προειδοποίησης. (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Παρατηρούμε ότι οι πρόνοιες του Ν.24/67 αναφέρονται σε δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της εργοδότησής του με πρωτοβουλία (μονομερή απόφαση) του εργοδότη αν η εργοδότησή του είχε διάρκεια μεγαλύτερη από 26 εβδομάδες και οι αποζημιώσεις που ζητά είναι λιγότερες από το σύνολο των απολαβών που θα έπαιρνε για δύο έτη εργασίας (Βλέπε Μέρος ΙΙ του Ν.24/67, Πρώτος, Δεύτερος και Τέταρτος Πίνακας του Ν.24/67). Δυνάμει των εν λόγω προνοιών του Ν.24/67 το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτούμενου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Ν.24/
- Ο εργόδοτης έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Ν.24/67 όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης. Στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη το Δ.Ε.Δ. επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτούμενου και εις βάρος του εργοδότη. Ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων από το Δ.Ε.Δ. καθορίζεται ρητά από τον Ν.24/
- Το Μέρος ΙΙΙ του Ν.24/67 προβλέπει για τα θέματα που αφορούν την προειδοποίηση που πρέπει να δίνει είτε ο εργοδότης είτε ο εργοδοτούμενος στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης. Εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που καθορίζει ο Ν.24/67 (όπου δικαιολογείται άμεση απόλυση) ο εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση τερματίζεται από τον εργοδότη δικαιούται σε ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης η χρονική περίοδος της οποίας ορίζεται από το άρθρο 9 του Ν.24/
- Σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του εργοδοτουμένου καθορίζει την χρονική περίοδο προειδοποίησης που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και αυτή είναι μεγαλύτερη από αυτήν που προβλέπει ο Ν.24/67 τότε ισχύει η χρονική περίοδος που προβλέπει η σύμβαση εργοδότησης. Δυνάμει της υποπαραγράφου (ε) του άρθρου 12
(1)του Ν.24/67 το Δ.Ε.Δ. αυτοτελείς αξιώσεις που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Η πρόνοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, όπου σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ..» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Με βάση τα πιο πάνω αξιώσεις για δεδουλευμένους μισθούς εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Σημειώνουμε ότι με βάση τις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών του 2007 (Ν. 35(Ι)/2007) το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το έχει ο εργοδότης. Περαιτέρω δυνάμει της υποπαραγράφου (α) του άρθρου 12
(1)του Ν.24/67 το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει τα θέματα που αφορούν τις ετήσιες άδειες των εργοδοτουμένων. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει την Αίτηση και τη διαφορά μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση όσον αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς του και τη μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω το ουσιαστικό δίκαιο και η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Σύμφωνα με το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου: «..... έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: ................................» Στο ερμηνευτικό άρθρο του Ν.14/60 (άρθρο 2) προβλέπεται ότι: «"δικαστήριov" σημαίvει τo Αvώτατov Δικαστήριov ή oιovδήπoτε υπό τoύτo τεταγμέvov δικαστήριov καθιδρυόμεvov υπό τoυ παρόvτoς vόμoυ ή καθιδρυθησόμεvov υφ' oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ, έχov δικαιoδoσίαv, και περιλαμβάvει oιovδήπoτε δικαστήv τoύτω, "πoιvική διαδικασία" σημαίvει oιαvδήπoτε διαδικασίαv εισαγoμέvηv εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ καθ' oιoυδήπoτε πρoσώπoυ πρoς επίτευξιv τιμωρίας αυτoύ δι' oιovδήπoτε αδίκημα διά παράβασιv oιoυδήπoτε vόμoυ ή δευτερoγεvoύς voμoθεσίας, και "πoλιτική διαδικασία" περιλαμβάvει oιαvδήπoτε διαδικασίαv άλληv ή πoιvικήv διαδικασίαv,» Το Δ.Ε.Δ. είναι Δικαστήριο το οποίο (α) συστάθηκε από Νόμο (τον Ν.8/67), (β) υπάγεται στο Ανώτατο Δικαστήριο και (γ) ασκεί πολιτική δικαιοδοσία καθότι οι διαδικασίες ενώπιόν του δεν είναι ποινικής φύσεως. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση το Δ.Ε.Δ. ως Δικαστήριο το οποίο έχει συσταθεί δυνάμει Νόμου και είναι υπαγόμενο στο Ανώτατο Δικαστήριο και το οποίο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάσει την πολιτικής φύσεως διαφορά που προέκυψε μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση όσον αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς του και τη μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια, είχε αρμοδιότητα / δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση και να εκδώσει το υπό εξέταση προσωρινό διάταγμα. Γ. Eφαρμογή των νομικών αρχών στην παρούσα περίπτωση Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο επί των προϋποθέσεων έκδοσης του επίδικου διατάγματος κρίνεται σκόπιμο να επιλυθούν τρία ζητήματα τα οποία ηγέρθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση. Αυτά αφορούν (α) στο γεγονός ότι δεν έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα όλα τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή και ότι δεν φαίνεται η προέλευση του Τεκμηρίου 6 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, (β) στον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής απέκρυψε γεγονότα κατά τη λήψη του επίδικου διατάγματος και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και (γ) στο ότι σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση κατά την έκδοση του διατάγματος δεν υπήρχε το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Αρχίζοντας από το πρώτο ζήτημα η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι το Τεκμήριο 6 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το εν λόγω Τεκμήριο δεν αποτελεί δικόγραφο αλλά αποδεικτικό μέσο που είναι επιτρεπτό να παρουσιαστεί στην αγγλική γλώσσα. (Βλέπε Περί Επισήμων Γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμο του 1988 Ν.67/88 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.154/90, Αντώνης Τόσκας ν. BNP Paribas (Cyprus) Ltd
(2010)1 A.A.Δ.1962). Σύμφωνα με τον Αιτητή το Τεκμήριο 6 δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι η προέλευση του εν λόγω εγγράφου έχει αναφερθεί. Στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο ότι πέντε από τους λογαριασμούς που δεσμεύτηκαν είναι λογαριασμοί πελατών και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προσπάθησαν να εξεύρουν εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους με τον Αιτητή. Σε ότι αφορά το πρώτο γεγονός θεωρούμε ότι η μη αναφορά σε ότι κάποιοι από τους λογαριασμούς που ζητείτο η δέσμευση τους είναι clients' accounts απτέται του θέματος του δικαιώματος δέσμευσης των εν λόγω λογαριασμών παρά του θέματος μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος. Clients' accounts είναι λογαριασμοί στους οποίους κατατίθενται χρήματα πελατών διάφορων επαγγελματιών τα οποία χρήματα θεωρούνται ως χρήματα εμπιστεύματος και όχι χρήματα του επαγγελματία παρόλο που είναι στο όνομά του ο λογαριασμός[20]. Στην υπόθεση Brazzill v.Willoughby [2009] EWHC 1633 λέχθηκαν τα εξής: "A solicitor's client account is not a series of accounts but is one account in respect of which all clients' monies are deposited but each client's share is determined according to the amount set out in his ledger. The accounts are credited and withdraw by reference to each individual client and there is no question (for example) of any part of the client account deposits being used for anything other than distribution as that client might nominate or decide." Στο σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5th Edition, 2011, Oxford University Press στη σελίδα 476 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο εκδίδοντας ένα διάταγμα mareva θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα δικαιώματα τρίτων μερών και όταν οι λογαριασμοί είναι στο όνομα του εναγόμενου αλλά υπάρχει ισχυρισμός ότι τα χρήματα είναι χρήματα εμπιστεύματος (δηλαδή ανήκουν σε τρίτο πρόσωπο) τότε είτε η τράπεζα είτε το τρίτο πρόσωπο που του ανήκουν τα χρήματα είτε ο εναγόμενος μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο για τροποποίηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να δεχτεί τον ισχυρισμό και μπορεί να ζητήσει να αποδειχτεί το δικαίωμα του τρίτου προσώπου στα χρήματα που δεσμεύτηκαν. Πέραν των πιο πάνω, κρίνουμε ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τι εργασίες εκτελούσε ως Διευθυντής όταν εργοδοτείτο στους Καθ' ων η Αίτηση και τη φύση και τον τρόπο εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι αρκετό να μας οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν σε θέση ή μπορούσε να γνωρίζει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί ήταν clients' accounts. Σε ότι αφορά το δεύτερο γεγονός εφόσον τελικώς δεν επιτεύχθηκε εξώδικη διευθέτηση, κατά την άποψή μας, δεν συνιστά ουσιώδες γεγονός για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση δεν περιέχει τα στοιχεία που θα δικαιολογούσαν εύρημα ότι ο Αιτητής προωθεί την παρούσα διαδικασία για αλλότριους σκοπούς ή καταχρηστικά και όχι εξασκώντας ένα νόμιμο δικαίωμα που του παρέχεται. Αναφορικά με το στοιχείο του κατ' επείγοντος στην προκείμενη περίπτωση προέκυψε ότι ο Αιτητής στις 5.12.2016 εντόπισε στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση ανακοίνωση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα σταματήσουν να παρέχουν υπηρεσίες Forex και να εμπορεύονται στην ιστοσελίδα τους και με την εν λόγω ανακοίνωση ζητούσαν από τους πελάτες τους όπως αποσύρουν τα κεφάλαιά τους μέχρι την 1.12.
- Αναφέρει ο Αιτητής ότι έδωσε αμέσως οδηγίες στον δικηγόρο του να καταχωρήσει την υπό εξέταση μονομερή αίτηση μόλις εντοπίσει τα στοιχεία των λογαριασμών των Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρει επίσης ο Αιτητής ότι οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση θα αναχωρήσουν ή βρίσκονται στο εξωτερικό και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός από τα χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έθεσαν ενώπιόν μας στοιχεία που να δεικνύουν ποια είναι η αλλαγή που έγινε στο επιχειρηματικό τους μοντέλο (δηλαδή με τι ασχολούνται μετά τη διακοπή της παροχής των υπηρεσιών Forex), ποια είναι τα περιουσιακά τους στοιχεία πέραν του μετοχικού κεφαλαίου τους και η οικονομική τους κατάσταση. Ενώ αναφέρουν ότι δεν έχουν υποχρεώσεις σε τρίτα πρόσωπα και ότι έχουν επενδύσεις €2.600.000 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν τις εν λόγω θέσεις τους εκτός από δηλώσεις ότι δεν χρωστούν εισφορές στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι έχουν έξι υπαλλήλους. Ούτε αναφέρουν πόσα χρήματα έχουν στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Στις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών που καταχώρησαν ως Τεκμήρια τα υπόλοιπα των λογαριασμών δεν φαίνονται. Περαιτέρω δεν αναφέρουν ότι ο Αιτητής γνώριζε αυτά που αναφέρουν σε σχέση με την οικονομική κατάστασή τους και δεν τα αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω κρίνουμε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν κατάφεραν να αναιρέσουν την εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ως εκ τούτου βρίσκουμε το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος έχει καταδειχτεί. Εξετάζεται τώρα κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον αυτές αμφισβητούνται και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και των κανόνων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μας χωρίς να προβαίνουμε σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά εξετάζοντας την κατά αφηρημένο και αντικειμενικό τρόπο σημειώνουμε τ' ακόλουθα: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Η έγερση Αίτησης εργατικής διαφοράς με αντικείμενο τη διεκδίκηση (α) αποζημιώσεων για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης και πληρωμή αντί προειδοποίησης και (β) οφειλομένου δεδουλευμένου μισθού και μη παραχωρηθείσας ετήσιας άδειας, στην οποία Αίτηση περιέχονται λεπτομέρειες όπως η απασχόληση του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει γραπτής σύμβασης απασχόλησης, η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή, η πρόνοια της σύμβασης για αυξημένη προειδοποίηση, η μη πληρωμή δεδουλευμένου μισθού και η απόλυση του Αιτητή αποτελούν στοιχεία τα οποία αποκαλύπτουν ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. (β) Ορατή προοπτική και / ή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνουμε είναι αρκετό ο αιτών διάδικος να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο αιτών διάδικος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνουμε ότι οι διάδικοι περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν. Επαναλαμβάνουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία στην όψη της για να μπορέσει να εξακριβώσει κατά ποσό τέθηκαν ενώπιόν του τα στοιχεία που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς χωρίς να προβεί σε θετικό εύρημα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Στο παρόν στάδιο λαμβάνεται υπόψη και η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του Αιτητή για οφειλόμενο δεδουλευμένο μισθό για τον μήνα Ιανουάριο του 2016 και για μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια για τα έτη 2015 και
- Ως εκ τούτου η πιθανότητα να δικαιούται θεραπεία ο Αιτητής δεν αμφισβητήθηκε. Σχετικά με την αξίωση του Αιτητή για πληρωμή αντί προειδοποίησης και αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι ο Αιτητής απολύθηκε αμέσως (immediate dismissal) δυνάμει σχετικού όρου της σύμβασης εργασίας του λόγω της συμπεριφοράς του και αναφέρουν ποια ήταν αυτή συμπεριφορά του συνοπτικά χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων απτών στοιχείων και λεπτομερειών. Ενόψει του ότι το βάρος απόδειξης τόσο των λόγων που οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή όσο και του δικαιολογημένου της απόλυσης του Αιτητή χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.24/67, είναι στους ώμους των Καθ' ων η Αίτηση (κρίνουμε ότι τα όσα επικαλέστηκε η πλευρά του Αιτητή προς υποστήριξη της αίτησης (εργοδότησή του στη βάση συμφωνίας απασχόλησης, τερματισμός της απασχόλησής του, διαφωνία με τους λόγους που του δόθηκαν) με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (γ) Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απομενηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Είναι νομολογημένο ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης και συνδέεται άρρηκτα με το στοιχείο του κινδύνου. Αφορά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα και ο κίνδυνος βρίσκεται στο κατά πόσον θα μπορεί να ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν η αποξένωση του περιουσιακού στοιχείου λάβει χώραν. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι η πιθανότητα η σχετική δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί στο μέλλον υπέρ του Ενάγοντα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ένεκα σχετικής αποξενώσεως. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του Εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Σημασία έχει ποια συνέπεια θα έχει η σχετική αποξένωση αν συμβεί στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης η οποία μπορεί να εκδοθεί στο μέλλον[21]. Στην κρινόμενη περίπτωση οποιαδήποτε ζημιά θα επέλθει στον Αιτητή μπορεί να εκτιμηθεί σε χρήμα. Προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο ο Αιτητής κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ότι με την εξαφάνιση του ποσού των €40.000 που βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση είναι πιθανό να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του. Το υπό κρίση διάταγμα είναι τύπου Mareva. Σύμφωνα με τη νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του νόμου και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας[22]. Στην υπόθεση Poltava Petroleum v. Mexana Oil Ltd. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 λέχθηκε ότι πέραν των γενικών προϋποθέσεων ο Ενάγοντας πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι (α) υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους και (γ) υπάρχει βάσιμος κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα. Στην υπόθεση αυτή με παραπομπή στο Σύγγραμμα Steven Gee & Geraldine Mary Andrews «Mareva Injunctions Law and Practice» υποδεικνύεται ότι σε αυτό επισημαίνεται ότι εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πώς και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Στο πιο πάνω Σύγγραμμα γίνεται παράθεση μερικών από τους παράγοντες που δυνατόν να είναι σχετικοί και οι οποίοι καταγράφονται στην πιο πάνω απόφαση. Μεταξύ άλλων έχουν αναγνωριστεί ως σχετικοί οι ακόλουθοι παράγοντες: · Η φύση των περιουσιακών στοιχείων και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία μπορούν να διατεθούν ή να εξαφανιστούν, · η φύση και η οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του Εναγόμενου, · η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του Εναγόμενου, · η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του Εναγόμενου, · αν ο Ενάγοντας είναι αλλοδαπή εταιρεία στην οποία έχει εγγραφεί και το διαθέσιμο ή μη μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση, · το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του Εναγόμενου, · οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους το Εναγόμενου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία, · η συμπεριφορά του Εναγόμενου έναντι της αξίωσης του Ενάγοντα ήτοι κατά πόσο υπάρχει υπεκφυγή ή απροθυμία να λάβει μέρος στη διαδικασία ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης ή η απόλυτη σιωπή δυνατό να είναι παράγοντες που βοηθούν τον Ενάγοντα. Είναι ορθό να λεχθεί ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία πάντως του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη όταν κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Ενώ, όμως, η διακριτική ευχέρεια πρέπει να διατηρείται ελαστική και χωρίς τυπικούς περιορισμούς υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα των διαδίκων με κυρίαρχη αντίληψη ότι η στέρηση μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο Εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις[23]. Στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd. v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1959 υποδείχθηκε πως σε κάθε περίπτωση η εξουσία για έκδοση προσωρινού διατάγματος πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης Ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται προσαγωγή μαρτυρίας ότι υφίσταται πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση από μέρους του Εναγόμενου. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, μία δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση σταμάτησαν τη λειτουργία τους και καλούσαν τους πελάτες τους να πάρουν πίσω τα χρήματά τους και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν έπαυσαν τις εργασίες τους αλλά ότι άλλαξαν επιχειρηματικό μοντέλο και ότι συνεχίζουν τις εργασίες τους με έξι υπαλλήλους τους οποίους πληρώνουν κανονικά, ότι δεν έχουν οφειλές προς τρίτα πρόσωπα και ότι έχουν επενδύσεις εκατομμυρίων και αρνούνται τους ισχυρισμούς περί παύσης της λειτουργίας τους. Επισημαίνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενώ επισύναψαν την άδεια λειτουργίας τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και επιστολή των ελεγκτών τους για πληρωμή των εισφορών για τους υπαλλήλους τους στο Ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε συγκεκριμένα απτά στοιχεία που να δεικνύουν τι εργασίες εκτελούν μετά την απόφασή τους να σταματήσουν την παροχή υπηρεσιών Forex, την οικονομική τους κατάσταση και τα περιουσιακά τους στοιχεία ούτως ώστε να διαφανεί ποια είναι η δραστηριότητά τους και η οικονομική κατάστασή τους μετά τον Δεκέμβριο του
- Ενώ κατάθεσαν ένα έγγραφο το οποίο ισχυρίζονται ότι αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν στην Τράπεζα Societe Generale ως clients' accounts έχουν σβήσει από αυτό τη στήλη που αφορά τα υπόλοιπα των χρημάτων που βρίσκονται κατατεθειμένα σε αυτούς τους λογαριασμούς (Τεκμήριο 5). Όσον αφορά τους clients' accounts που διατηρούν στην Ελληνική Τράπεζα δεν έχουν δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών (Τεκμήριο 4). Καταθέτουν δε ως μέρος του Τεκμηρίου 6 μια κατάσταση ενός τραπεζικού λογαριασμού για την περίοδο 1.11.2016 μέχρι 31.12.2016 στην οποία (α) ενώ φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού έχουν διαγραφεί τα υπόλοιπα των χρημάτων που βρίσκονται σε αυτόν τον λογαριασμό, (β) δεν φαίνεται οποιαδήποτε πίστωση χρημάτων και (γ) επιλεκτικά φαίνονται μόνο κάποιες πληρωμές προς κάποια πρόσωπα από τον εν λόγω λογαριασμό. Σημειώνουμε ότι δεν φαίνεται σε κανένα έγγραφο που κατατέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση να υπάρχουν εισοδήματα από εργασίες που εκτελούν οι Καθ' ων η Αίτηση. Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία στην όψη της και αξιολογώντας τη μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση στη βάση της απλής πιθανολόγησης δεν φαίνεται να αλλοιώνεται η εικόνα που έχει παρουσιαστεί από τον Αιτητή σε σχέση με την πρόθεση των Καθ΄ ων η αίτηση να σταματήσουν να προσφέρουν Forex εργασίες και την οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ειδικότερα δεν έχει καταδειχθεί τι οικονομικούς πόρους έχουν οι Καθ' ων η Αίτηση από τους οποίους θα μπορούσε να ικανοποιηθεί απόφαση η οποία τυχόν εκδοθεί υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για τις αξιώσεις του στην Αίτηση για τις οποίες έχει δικαιοδοσία το Δ.Ε.Δ. Σημειώνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση λειτουργούν μόνο από το 2012 στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι μέτοχοι τους είναι αλλοδαποί, δεν φαίνεται να έχουν ακίνητη ή άλλη περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία ενώ εκδήλωσαν ρητά την πρόθεσή τους να σταματήσουν να διεξάγουν τις εργασίες που διεξήγαγαν μέχρι από το 2012 μέχρι το
- Το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μας είναι αρκετό να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να ικανοποιηθεί απόφαση την οποία ο Αιτητής τυχόν να εξασφαλίσει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης κρίνουμε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή για τους λόγους που σχετίζονται με την τρίτη προϋπόθεση. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει στην Αίτηση του υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να εισπράξει τα ποσά που θα του επιδικαστούν. Από την άλλη πλευρά εκτός από το ότι αφορά τους λογαριασμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι είναι clients' accounts τα όσα προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν κρίνονται ικανά να τεκμηριώσουν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν τη ζημιά που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν υπό το φως του γεγονότος ότι το διάταγμα που εξεδόθη απαγορεύει τους Καθ' ων η Αίτηση να αποσύρουν καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήματα μέχρι του ποσού των €40.000 από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς στοιχεία των οποίων λογαριασμών εξειδικεύονται. Το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί διάταγμα με το οποίο δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται οι εν λόγω τραπεζικοί λογαριασμοί δηλαδή οι εν λόγω λογαριασμοί δεν υπόκειται σε γενικό διάταγμα παγοποίησης. Όσον αφορά τους λογαριασμούς τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι είναι clients' accounts, το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση καταδεικνύει ότι τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στην Ελληνική Τράπεζα στους τραπεζικούς λογαριασμούς με αριθμούς 240-01-672292-01 και 240-07-672292-01 ανήκουν στους πελάτες των Καθ' ων Αίτηση και όχι στους Καθ' ων η Αίτηση. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 έχει εκδοθεί το 2014 δεν επηρεάζει την πιο πάνω κρίση μας. Το Τεκμήριο 5 δεν δεικνύει σε ποιον ανήκουν τυχόν χρήματα που βρίσκονται κατατεθειμένα στους τρεις λογαριασμούς στην Societe Generale Bank Cyprus. Σε αυτό αναφέρεται απλώς ότι οι εν λόγω τρεχούμενοι λογαριασμοί είναι στο όνομα VISTABROKERS CIF LTD CLIENT AC χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη διευκρίνιση ότι στους εν λόγω λογαριασμούς κατατίθενται μόνο χρήματα των πελατών των Καθ' ων η Αίτηση πάνω στα οποία δεν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα οι Καθ' ων η Αίτηση. Εν όψει όμως της δήλωσης του δικηγόρου του Αιτητή ότι συμφωνεί όπως αποδεσμευτούν οι λογαριασμοί των Καθ' ων η αίτηση στη Societe Generale Bank Cyprus, το Δικαστήριο θα τροποποιήσει το προσωρινό διάταγμα αναλόγως. Δ. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9.1.2017 θα πρέπει να καταστεί και καθίσταται απόλυτο εκτός από το μέρος του που αφορά τους τραπεζικούς λογαριασμούς (α) 240-01-672292-01 και 240-07-672292-01 της Ελληνικής Τράπεζας και (β) στην Societe Generale Bank Cyprus, υποκατάστημα Λεμεσού, λογαριασμούς αρ. 033004360052274016, 033001360052275016 και 033004360052275011, που θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία όμως θα είναι καταβλητέα μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της Αίτησης εργατικής διαφοράς. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Στ. Χατζημανώλης, Μέλος. Κ. Ευθυμίου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα δέσμευσης τραπεζικού λογαριασμού). [1] Βλέπε Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R 557, National Bank of Greece S.A v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R 303, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111, Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1237. [2] Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'' Βασίλη
(1989)1 (E) A.A.Δ 152. [3] American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 [4] Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263, Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ.248, C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ 853. [5] Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 (A) 225. [6] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 A.A.Δ 2015. [7] Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 Α.Α.Δ.396. [8] Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 1301. [9] Χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ.1791 : «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν , σε περίπτωση τελικής επιτυχίας , αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. .....το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία .» [10] Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co.Ltd
(1996)1 A.A.Δ.597. [11] Γρηγορίου ν.Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, Rybolovlev v.Rybolovleva
(2010)1 Α Α.Α.Δ.82. [12] Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ.598, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.52/10, ημερ.19.3.2014. [13] Χ'' Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ.203. [14] Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleet Enterprises Ltd
(2006)1 A.A.Δ.280. [15] Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ.
- [16] Αμβροσιάδου ν. Coward Πολιτική Έφεση 3/11 ημερ.15.1.
- [17] Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.52/10, ημερ.19.3.2014 [18] Βλέπε επίσης Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.κ.α v. Adeona Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ.Ε6/14, ημερ. 27.2015: «.το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος, ιδιαίτερα όταν ο εναγών δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση την απουσία της άλλης πλευράς». [19] « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» [20] Βλέπε Ellinger's Modern Banking Law, 5th Edition, 2011, Oxford University Press, σελ.341-345. Στη σελίδα 344 αναφέρονται τα πιο κάτω: ".... investment businesses handle large amounts of clients' money that require safeguarding. The Financial Services Authority (FSA) has the power to make rules applicable to clients' money held by authorized persons that may ... The relevant rules -the Client Money Rules- may be found in the FSA Handbook. The stated purpose of the Client Money Rules is to protect money that the customers place with a regulated firm by seeking as far as practicable to protect it from the claims of creditors in the event of a firm's insolvency and to prevent firms using client funds to finance their business. They generally require the firm to keep client money in a separate bank account... The Client Money Rules subject to a statutory fund any funds that are received directly from a client or a third party and deposited into a clients' money account." [21] Larticon Co.v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.D.1121, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785. [22] Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182, A.B.P. Holdings κ.α. v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. [23] Στην υπόθεση Spider Trade Co. Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1759:«Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.»