← Κύπρος

ΜΑΡΙΝΑΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό, Αρ. Αίτησης: 714/14, 31/7/2017

ΜΑΡΙΝΑΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό, Αρ. Αίτησης: 714/14, 31/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Μιλτιάδου ) Φλ. Φλώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 714/14 Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΑΣ ΜΑΡΚΟΥ Αιτήτριας και Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό, από τη Λευκωσία Φ/δι Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Καθ΄ ών η αίτηση Προδικαστική Εκδίκαση Νομικών Σημείων Ημερομηνία: 31 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Μ. Ηλία. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ. Γ. Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια απασχολείτο στην εταιρεία «Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ» («η Εργοδότρια Εταιρεία») για την περίοδο 1/7/2002 - 31/1/
  2. Στις 31/1/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας με την επίκληση λόγων πλεονασμού. Στις 5/3/2010 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω πλεονασμού αλλά η αίτησή της απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 11/5/2011 με τη δικαιολογία ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Ταμείου ο τερματισμός της απασχόλησής της δεν οφειλόταν σε πλεονασμό. Στις 16/11/2011 η Αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») την αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11 με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για παράνομη απόλυση και διαζευκτικά εναντίον του Ταμείου πληρωμή για απόλυσή της που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Στις 19/3/2014 το Δ.Ε.Δ. στα πλαίσια της αίτησης εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11, μετά που δηλώθηκε από το Ταμείο ότι η απόλυση της Αιτήτριας στις 31/1/2010 από την Εργοδότρια Εταιρεία οφείλεται σε λόγους πλεονασμού, εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό για την περίοδο απασχόλησης της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία από 1/7/2002 - 31/1/2010 για το ποσό των €1.572,48 πλέον €292,00 δικηγορικά έξοδα συν Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο από 16/11/2011 μέχρι εξόφλησης. Στις 3/9/2014 η Αιτήτρια καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση»). Στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφέρει ότι ως αποτέλεσμα της απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/2011 το Ταμείο με επιστολή του ημερομηνίας 8/4/2014 πληροφόρησε την Αιτήτρια ότι σχετικά με την αίτησή της ημερομηνίας 5/3/2010 και την απόφαση του Δ.Ε.Δ. στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11 εγκρίθηκε η πληρωμή σε αυτή του ποσού των €1.779,57 για την απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία από 1/7/2002 μέχρι 31/1/2010 και πιο συγκεκριμένα ότι θα της καταβληθεί το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση του Δ.Ε.Δ. πλέον €207,09 ως νόμιμος τόκος. Περαιτέρω η Αιτήτρια αναφέρει ότι το Ταμείο την κάλεσε αν δεν είναι ικανοποιημένη με την εν λόγω απόφασή του να προσφύγει στο Δ.Ε.Δ. μέσα σε περίοδο εννέα

(9)μηνών. Είναι η θέση της ότι όταν παρέλαβε τη σχετική επιταγή από το Ταμείο με τα εν λόγω ποσά διαπίστωσε ότι η αποζημίωση που της καταβλήθηκε από το Ταμείο «υπολειπόταν κατά πολύ, από αυτήν που εδικαιούτο και λογικά ανέμενε, να της πληρωθεί». Ότι μετά από επικοινωνία που είχε με το Ταμείο πληροφορήθηκε ότι το Ταμείο προέβηκε στην πληρωμή του ποσού που αναφέρεται πιο πάνω αφού οι λειτουργοί του έλαβαν υπόψη τους κατά τον υπολογισμό του ότι αυτή ήταν μέτοχος με ποσοστό 20% στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίζεται ότι το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11 δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια ήταν μέτοχος στην Εργοδότρια Εταιρεία ούτε οτιδήποτε σχετικό. Παραδέχεται ότι κατείχε το 20% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά ισχυρίζεται ότι ήταν απλή υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι στην ουσία είχε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την Εργοδότρια Εταιρεία. Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζει ότι η απόφαση του Ταμείου ημερομηνίας 8/4/2014 είναι λανθασμένη και ως εκ τούτου αξιώνει: (α) την αναθεώρηση και/ή ακύρωση της απόφασης του Ταμείου ημερομηνίας 8/4/2014, και (β) απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται το Ταμείο όπως προβεί σε πληρωμή στην Αιτήτρια «18 εβδομάδων αποζημίωση σύμφωνα με το Νόμο Περί Τερματισμού Απασχόλησης αλλά και την Νομολογία των Δικαστηρίων» για την περίοδο που εργάστηκε η Αιτήτρια στην Εργοδότρια Εταιρεία (1/7/2002 - 31/1/2010) και η οποία στη βάση του ότι η Αιτήτρια λάμβανε ως εβδομαδιαίο μισθό το ποσό των €377,50 «αντιστοιχεί στο ποσό των €6.795,00». Το Ταμείο καταχώρησε έγγραφο εμφάνιση στις 8/2/2017 με την οποία απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια καθ΄ όλη την περίοδο απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία απασχολείτο όχι κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου και ως εκ τούτου η πληρωμή που δικαιούται από το Ταμείο αναφορικά με την περίοδο απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές της οι οποίες ανέρχονταν στα €377,50 αντιστοιχεί στο ποσό της απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 είναι τελεσίδικη και δημιούργησε δεδικασμένο και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αξιώνει από το Ταμείο οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή. Πέραν των πιο πάνω το Ταμείο εγείρει τις ακόλουθες δύο
(2)προδικαστικές ενστάσεις: (α) ότι η Αιτήτρια κωλύεται από την αρχή του δεδικασμένου να προωθεί την Αίτηση και (β) ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης και να αποδώσει στην Αιτήτρια τις αιτούμενες θεραπείες. Στις 29/3/2017 μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των δύο πλευρών το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα όπως οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης του Ταμείου εκδικαστούν προδικαστικά στη βάση της Διαταγής 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού τα προδικαστικά ζητήματα που εγείρονται στηρίζονται σε κοινό υπόβαθρο γεγονότων και αφορούν αμιγώς νομικά θέματα. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις γραπτές αγορεύσεις τους στις 8/6/
  1. Ο δικηγόρος του Ταμείου υποστήριξε ότι η εκ συμφώνου απόφαση του Δ.Ε.Δ. στις 19/3/2014 στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11 δημιούργησε δεδικασμένο και ως εκ τούτου η Αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την Αίτηση και το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι επειδή η Αιτήτρια με την Αίτηση εξαιτείται ακύρωση και/ή αναθεώρηση της εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερ.19/3/2014 στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 711/11 το δόγμα του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας ακύρωση μιας εκ συμφώνου απόφασης μπορεί να γίνει με την καταχώρηση νέας ξεχωριστής αγωγής και ότι στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. αυτό σημαίνει την καταχώρηση νέας ανεξάρτητης αίτησης εργατικής διαφοράς. Σημειώνουμε ότι από το περιεχόμενο των δικογράφων διαφαίνεται ότι το ποσό που δηλώθηκε στις 19/3/2014 ότι δικαιούται η Αιτήτρια λόγω του ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού υπολογίστηκε από το Ταμείο στη βάση της πρόνοιας της παραγράφου 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.24/67) η οποία πρόνοια προβλέπει ότι η πληρωμή που δικαιούται εργοδοτούμενος, ο οποίος είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας του και όχι στη βάση των γενικών προνοιών του άρθρου 16 του Ν.24/67 σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Ν.24/67 (και πιο συγκεκριμένα της πρόνοιας της παραγράφου 1 του εν λόγω Πίνακα) οι οποίες εφαρμόζονται σε εργοδοτούμενους που δεν είναι μέτοχοι στην εταιρεία που εργάζονται. Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο της Αίτησης είναι ότι η Αιτήτρια με την Αίτηση ζητά από το Δ.Ε.Δ (α) να ακυρώσει την απόφαση του Ταμείου ημερομηνίας 8/4/2014 να της καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 το οποίο ποσό υπολογίστηκε στη βάση της πρόνοιας της παραγράφου 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67 και όχι στη βάση της πρόνοιας της παραγράφου 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67 και (β) να εκδώσει απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος του Ταμείου για ποσό που θα υπολογιστεί στη βάση της γενικής πρόνοιας του άρθρου 16 του Ν.24/67 σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Ν.24/67 (και ειδικά την παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67) που αφορά τους εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας και/ή που εργάζονται κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου (δηλαδή υπάρχει σχέση εξάρτησης). Η Αιτήτρια δεν ζητά με την Αίτηση ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/
  2. Σημειώνουμε ότι το Δ.Ε.Δ καθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν.8/67(ο «Ν.8/67») και τα δικαιοδοτικά του όρια καθορίζονται από το άρθρο 12 του εν λόγω Νόμου. Στην υποπαράγραφο (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 προβλέπονται ως υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ ανάμεσα σε άλλα τα ακόλουθα: «(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος, παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων∙». Ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής: «εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·» Με το άρθρο 30[1] του Ν.24/67 προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών Κανονισμών (δηλαδή το Δ.Ε.Δ. έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να εξετάζει θέματα που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείον δια Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών του 1977 (Κ.Δ.Π. 129/77). Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Ν.24/67 σημείωσε ότι διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του Ν.24/
  1. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67 ο εν λόγω Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου κατά την περίοδο της προειδοποίησης. (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Δυνάμει των προνοιών του Ν.24/67 το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Ν.24/
  2. Ο εργόδοτης έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Ν.24/67όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης. Απόλυση ενός εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Ν.24/67 θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Ν.24/67) και σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV (το άρθρο 16 του Ν.24/67 εμπίπτει στο εν λόγω μέρος). Στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη το Δ.Ε.Δ. επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτουμένου και εις βάρος του εργοδότη. Ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων από το Δ.Ε.Δ. καθορίζεται ρητά από τον Ν.24/
  3. Στο μέρος IV του Ν.24/67 περιέχονται πρόνοιες που αφορούν το πότε ένας εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού, τις περιπτώσεις που ένας εργοδούμενος παρά του ότι απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού, την ίδρυση και τη λειτουργία του Ταμείου καθώς την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας και τη διοίκηση του Ταμείου. Ο Κανονισμός 11 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείον δια Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών του 1977 (Κ.Δ.Π. 129/77) προβλέπει τα πιο κάτω: «11.-
(1)Άπασαι αι απαιτήσεις διά πληρωμάς λόγω πλεονασμού εξετάζονται υπό εξεταστού απαιτήσεων.
(2)Κατόπιν εξετάσεως απαιτήσεως διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού ο εξεταστής απαιτήσεων δύναται- (α) να εγκρίνη αυτήν εν όλων ή εν μέρει∙ ή (β) να απορρίψη αυτήν∙ ή (γ) κατόπιν γνωστοποιήσεως του γεγονότος προς τον αιτούντα να παραπέμψη αυτήν εις το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών.
(3)Οσάκις ο εξεταστής απαιτήσεων εγκρίνει μερικώς μόνον ή απορρίπτει απαίτησιν διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού, εντός δέκα ημερών από της απορρίψεως αποστέλλεται εις τον αιτούντα έγγραφος γνωστοποίησης περί τούτου περιλαμβάνουσα το αιτιολογικόν της αποφάσεως, ως και μνείαν του γεγονότος ότι εάν ο αιτών δεν είναι ικανοποιημένος εκ της εκδοθείσης αποφάσεως δύναται να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών». Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση του Ταμείου ημερομηνίας 8/4/2014 δεν ήταν απόφαση του εξεταστή απαιτήσεων του Ταμείου σε αίτηση της Αιτήτριας στο Ταμείο αλλά υλοποίηση εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. και πιο συγκεκριμένα της απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 στην οποία αίτηση επίδικο ζήτημα ήταν η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 μετά την απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε στις 5/3/2010 η Αιτήτρια στο Ταμείο για πληρωμή και η οποία αίτηση εργατικής διαφοράς καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια τόσο εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και εναντίον του Ταμείου. Το ύψος του ποσού που δικαιούτο η Αιτήτρια στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 είτε από την Εργοδότρια Εταιρεία στην περίπτωση που η απόλυσή της κρινόταν ως παράνομη είτε από το Ταμείο στην περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησής της κρινόταν ως νόμιμος για λόγους πλεονασμού, ήταν θέμα που συνδεόταν άμεσα με το επίδικο ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία καθότι ήταν θέμα επί του οποίου το Δικαστήριο όφειλε να αποφανθεί για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αίτησης με αριθμό 711/
  1. Δηλαδή αποτελούσε προϋπόθεση για να θεωρείται διεκπεραιωμένη η αίτηση με αριθμό 711/11 η ύπαρξη απόφασης ή διευθέτησης (συμβιβασμού) επί του ζητήματος του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται η Αιτήτρια για τον τερματισμό της απασχόλησής της από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/
  2. Ενόψει της ύπαρξης της απόφασης του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11, το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την Αίτηση ως μια αίτηση εργατικής διαφοράς την οποία μπορεί να εξετάσει με σκοπό να αποφανθεί επί του επίδικου θέματος που εγείρεται σε αυτήν στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που του παρέχεται από τον Ν.24/67 και την Κ.Δ.Π. 129/
  3. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πρόσφερε τις υπηρεσίες της η Αιτήτρια στην Εργοδότρια Εταιρεία ώστε να αποφανθεί κατά πόσον η Αιτήτρια εργαζόταν με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου ώστε να καθορίσει το ποσό που δικαιούται ως πληρωμή από το Ταμείο βάσει του Ν.26/
  4. Δηλαδή εν όψει της ύπαρξης δικαστικής απόφασης για το ποσό της πληρωμής που δικαιούται η Αιτήτρια από το Ταμείο, το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο στη βάση της γενικής πρόνοιας της παραγράφου 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67 που αφορά εργοδοτουμένους που εργάζονται κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας και όχι στη βάση της πρόνοιας της παραγράφου 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Ν.24/67 που αφορά εργοδοτουμένους μετόχους εταιρειών που δεν εργάζονται κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Σε αυτό το σημείο αναφέρουμε ότι στην απόφαση Εταιρεία «ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 549 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι μια εκ συμφώνου δικαστική απόφαση ενέχει τις ίδιες συνέπειες και υποδηλώνει τα ίδια πράγματα με μια δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά την ακρόαση της υπόθεσης και ανέφερε τα πιο κάτω: «Ο συναινών στην έκδοση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος αναγνωρίζει το βάσιμο της αγωγής και το δικαιολογημένο της θεραπείας η οποία επιζητείται. Και στις δύο περιπτώσεις, απόφαση δικαστηρίου η οποία εκδίδεται μετά την ακρόαση της υπόθεσης ή εκ συμφώνου, δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβαίνει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά μετά ταύτα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Αποσβαίνεται το αγώγιμο δικαίωμα διότι απορροφάται από την εκδιδόμενη απόφαση. Η εξαφάνιση επέρχεται λόγω της συνάρτησης της απόφασης ή του διατάγματος που εκδίδεται με το επίδικο θέμα της αγωγής.... Αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος ο συμβιβασμός της υπόθεσής του έχοντας ο ίδιος τον κυρίαρχο λόγο για τον πλέον πρόσφορο τρόπο προστασίας των δικαιωμάτων του... Μακρά είναι η νομολογία που διαφωτίζει ως προς το δεδικασμένο και τι εξυπακούει απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theori and Another v. Djioni and Another
(1984)1 C.L.R. 296· Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742· Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389· Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, και στο πεδίο του διοικητικού δικαίου Pieris v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1054. H Αγγλική νομολογία αναλύεται στο σύγγραμμα Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata" 2nd Ed. para. 41, et seq, και para. 189, et seq.» Στο σύγγραμμα Spencer, Bower and Handley: Res Judicata, 4th Edition, Lexis Nexis, στις σελίδες 20 και 21 αναφέρονται τα εξής: "CONSENT JUDGMENTS 2.16 A judgment (or order) by consent is a res judicata. The court is discharged from the duty of investigating or further investigating the matter and does not pronounce a judicial opinion, but at the request of the parties it gives judicial sanction and coercive authority to an agreement which, except by statute, could not otherwise operate as a bar. Judgments, orders and awards by consent are as efficacious as those pronounced after a contest in creating cause of action estoppels and merging the cause of action sued on. ................ The efficacy of a consent judgment to found a res judicata may depend upon the capacity of a party to enter into the underlying transaction or give consent, or the power of the court to make the orders. 2.17 The court will consider the evidence to ascertain the matters in dispute. Evidence of the objective background is admissible but not direct evidence of the parties' subjective intentions. Any issue which was raised in the litigation and was fundamental to the judgment will be conclusively determined. Where there is no background material neither party is estopped from disputing anything but the actual judgment. Lord Herschell LC said: '. a judgment by consent is intended to put a stop to litigation between the parties, just as much as is a judgment which results from the decision of the court after the matter has been fought out to the end. And I think it would be very mischievous if one were not to give a fair and reasonable interpretation to such judgments and were to allow questions that were really involved in the action to be fought over again in a subsequent action'." Βλέπε επίσης The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου "Sapphire Seas"
(2002)1 Α.Α.Δ. 1563 στην οποία υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα. Κατά την κρίση μας η εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε από το Δ.Ε.Δ. στις 19/3/2014 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 καθορίζει και το ποσό που δικαιούται η Αιτήτρια να της καταβληθεί από το Ταμείο για την απόλυσή της από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 για λόγους πλεονασμού και συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται λόγω δεδικασμένου να προωθεί την Αίτηση. Η αρχή του δεδικασμένου στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται καθότι (α) η απόφαση του Δ.Ε.Δ. στις 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 είναι τελεσίδικη και το Δ.Ε.Δ. ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί του επίδικου θέματος που εγειρόταν στην αίτηση με αριθμό 711/11, και (β) υπάρχει ταύτιση
(1)διαδίκων,
(2)ιδιότητας διαδίκων και (γ) επίδικων θεμάτων στην αίτηση με αριθμό 711/11 και στην Αίτηση (Βλέπε Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Hippasus Publishing, 2014 σελ. 914 - 936 αναφορικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου). Στην αίτηση με αριθμό 711/11 όπως σημειώσαμε πιο πάνω επίδικο θέμα ήταν η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 μετά την απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε στις 5/3/2010 η Αιτήτρια στο Ταμείο για πληρωμή. Το ύψος του ποσού που δικαιούτο η Αιτήτρια στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 είτε από την Εργοδότρια Εταιρεία στην περίπτωση που η απόλυσή της κρινόταν ως παράνομη είτε από το Ταμείο στην περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησής της κρινόταν ως νόμιμος για λόγους πλεονασμού αποτελούσε θέμα που συνδεόταν άμεσα με το ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία καθότι όπως εξηγήσαμε πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. στην αίτηση με αριθμό 711/11, μετά την απόφανσή του σχετικά με τη νομιμότητα της απόλυσης της Αιτήτριας (δηλαδή κατά πόσον οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού ή όχι) και συνακόλουθα του ποιος (το Ταμείο ή η Εργοδότρια Εταιρεία) είχε την ευθύνη να καταβάλει αποζημίωση στην Αιτήτρια για την απόλυσή της, είχε υποχρέωση να καθορίσει, εφαρμόζοντας τις σχετικές πρόνοιες του Ν.24/67, το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί στην Αιτήτρια στη βάση των ενώπιόν του δεδομένων. Για σκοπούς εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου το επίδικο θέμα περιλαμβάνει και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν καταστεί αντικείμενο της προηγηθείσας διαδικασίας (βλέπε Μιχαήλ v. Σκουτέλλα
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125, Α. Χαραλάμπους v. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, Halsbury΄s Laws of England, 3rd Edition. Vol. 15, page 186, para 359: "The doctrive [res judicata] applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment and which the party had an opportunity of bringing before the court"). Στην Αίτηση επίδικο θέμα είναι το ύψος του ποσού της πληρωμής της Αιτήτριας από το Ταμείο για την απόλυσή της από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 με δεδομένο ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 κρίθηκε, μετά από σχετική παραδοχή του Ταμείου στην αίτηση με αριθμό 711/11, ως νόμιμος λόγω πλεονασμού. Το εν λόγω επίδικο θέμα προέκυψε λόγω μεταγενέστερης διαφωνίας της Αιτήτριας αναφορικά με το ύψος του ποσού που εκ συμφώνου δηλώθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 ότι δικαιούται. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Αιτήτρια εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία υπήρχαν κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. στις 19/3/
  1. Τα γεγονότα (α) ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είναι διάδικο μέρος στην Αίτηση και (β) ότι στα δικόγραφα της αίτησης με αριθμό 711/11 δεν γινόταν αναφορά είτε στο ύψος του ποσού που δικαιούται η Αιτήτρια από το Ταμείο στη βάση των προνοιών του Ν.24/67 είτε στο ότι η Αιτήτρια δεν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, δεν αναιρεί το συμπέρασμά μας ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων, ιδιότητας διαδίκων και επίδικων θεμάτων αφού (α) το επίδικο θέμα στην Αίτηση είναι θέμα που συνδέεται άμεσα με το επίδικο θέμα στην αίτηση με αριθμό 711/11 και το οποίο έπρεπε να αποφασιστεί ώστε να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία της αίτησης με αριθμό 711/11, και (β) οι διάδικοι στην αίτηση με αριθμό 711/11 είναι και οι διάδικοι στην Αίτηση με την ίδια ιδιότητα (η Αιτήτρια ως εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας που απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 με την επίκληση λόγων πλεονασμού και το Ταμείο ως το νομικό πρόσωπο που ευθύνεται να καταβάλει πληρωμή στην Αιτήτρια στην περίπτωση που η απόλυσή της οφείλεται σε λόγους πλεονασμού). Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων μερών στην Αίτηση που προκύπτουν από το γεγονός της απόλυσης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 έχουν καθοριστεί από την εκδοθείσα εκ συμφώνου απόφαση του Δ.Ε.Δ. στην αίτηση 711/11 ημερομηνίας 19/3/
  2. Το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στην Αιτήτρια από το Ταμείο καθορίστηκε από το Δ.Ε.Δ. στην εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση. Συνακόλουθα συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις στην παρούσα περίπτωση για επιτυχή επίκληση του δεδικασμένου και ως εκ τούτου η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η προδικαστική ένσταση του Ταμείου ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να προωθήσει την Αίτηση λόγω δεδικασμένου επιτυγχάνει. Σε συνέχεια του αποσπάσματος από το σύγγραμμα Spencer, Bower and Handley που παραθέσαμε πιο πάνω στο οποίο αναφέρεται ότι η απόφαση για θεμελίωση δεδικασμένου στις περιπτώσεις εκ συμφώνου δικαστικών αποφάσεων δυνατόν να εξαρτάται από την ικανότητα ενός μέρους να συνάψει τη σχετική συναλλαγή ή να δώσει τη συγκατάθεσή του, σημειώνουμε ότι μία εκ συμφώνου απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και/ή να παραμεριστεί και να ξαναεκδικαστεί το επίδικο ζήτημα αν συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις και αυτές οι περιπτώσεις εξαιρούνται της εφαρμογής του δόγματος του κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Έχει νομολογηθεί ότι μία εκ συμφώνου απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και/ή να παραμερισθεί μόνο με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρίζεται για τον σκοπό αυτό. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου μπορούν να ακυρωθούν μόνο για συγκεκριμένους λόγους: γιατί είχαν στοιχεία παρανομίας, γιατί λήφθηκαν κατόπιν απάτης, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους και/ή γιατί δεν υπήρχε η αναγκαία εξουσιοδότηση. Οι εν λόγω λόγοι είναι οι ίδιοι με τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την ακύρωση μίας συμφωνίας. Ο διάδικος που επιδιώκει την ακύρωση εκ συμφώνου απόφασης έχει την ευχέρεια να αποδείξει με μαρτυρία στα πλαίσια της νέας ανεξάρτητης αγωγής που καταχώρησε για ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης τους ισχυρισμούς του που στηρίζουν το αίτημά του. (Βλέπε Παναγιώτης Ανδρέου ν. P. & D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521, Halsbury's Laws Of England, 3th Edition, Vol. 22 para. 1631, 1655, 1669 and 1672). Περαιτέρω είναι νομολογημένο ότι με εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στη Δ.25 Θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για διόρθωση γραμματικών λαθών ή λαθών που προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη τα Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να τροποποιούν διατάγματα που έχουν τελειοποιηθεί (έχουν δακτυλογραφηθεί, υπογραφεί και καταχωρηθεί) ή εκ συμφώνου αποφάσεις τους που έχουν εκδοθεί και ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν σύμφυτη εξουσία να παραμερίζουν εκδοθείσες αποφάσεις τους με σκοπό την επανασυζήτησή τους. (Βλέπε Orphanides v. Michaelides
(1968)1 Α.Α.Δ. 295, Αγαθοκλέους ν. ΕΔΑΞΥΛ Λτδ. κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 303, Τάσος Μαρκίδης ν. Αιμίλιου Ηλιάδη Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 729). Όπως σημειώσαμε πιο πάνω η Αιτήτρια με την Αίτηση δεν αξιώνει παραμερισμό της και/ή ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. στην αίτηση με αριθμό 711/11 ημερομηνίας 19/3/2014 ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η εν λόγω απόφαση στην περίπτωση που η Αιτήτρια αποδείξει ότι υφίστανται λόγοι ακύρωσής της μπορεί να ακυρωθεί. Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση ακύρωσης από Δικαστήριο της εν λόγω εκ συμφώνου απόφασης σε σχέση με το ποσό της πληρωμής που δικαιούται η Αιτήτρια από το Ταμείο, το Δ.Ε.Δ. είναι στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 που θα καθορίσει το ποσό που δικαιούται η Αιτήτρια υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και όχι στα πλαίσια της Αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια των νομικών αρχών που αφορούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό εκ συμφώνου δικαστικών αποφάσεων ούτε να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου. Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται. Για σκοπούς πληρότητας, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση σε περίπτωση που το συμπέρασμά μας ότι με την Αίτηση η Αιτήτρια δεν επιδιώκει να ακυρώσει την εκ συμφώνου απόφαση του Δ.Ε.Δ. που εκδόθηκε στις 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 κριθεί ως λανθασμένο (δηλαδή κριθεί ότι με την Αίτηση η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης του Δ.Ε.Δ. που εκδόθηκε στις 19/3/2014 στην αίτηση με αριθμό 711/11 λόγω του ότι η εν λόγω απόφαση ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους των δικηγόρων που εμφανίστηκαν ενώπιον του Δ.Ε.Δ. στις 19/3/2014, ως είναι η εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας) καθότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η αρχή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και η πιο πάνω κατάληξή μας θα είναι άκυρη. Ούτε ο Ν.8/67(που είναι ο νόμος που προσδιορίζει τα γενικά δικαιοδοτικά όρια του Δ.Ε.Δ.) ούτε ο Ν.24/67(που είναι η νομοθεσία που προβλέπει για το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. στις περιπτώσεις τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου και τις θεραπείες που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται παράνομα) παρέχουν στο Δ.Ε.Δ. οποιαδήποτε πρωτογενή εξουσία να τροποποιεί και/ή να ακυρώνει και/ή να αναθεωρεί και/ή παραμερίζει εκδοθείσες αποφάσεις του. Από τη στιγμή που εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση από το Δ.Ε.Δ. για τα ζητήματα που αφορούσαν την απόλυση της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/1/2010 (νομιμότητα της απόλυσης και ποσό αποζημίωσης που δικαιούται η Αιτήτρια) δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε εργατική διαφορά την οποία έχει αρμοδιότητα το Δ.Ε.Δ., δυνάμει των νομοθετικών προνοιών που του παρέχουν καθ' ύλην δικαιοδοσία, να εκδικάσει. Αναφέρουμε ότι στην απόφαση Αγαθοκλέους v. ΕΔΑΞΥΛ Λτδ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που ακολουθείται στην Κύπρο θεμελιακή αρχή είναι η διασφάλιση της τελεσιδικίας και ότι κανένα Δικαστήριο δεν έχει σύμφυτη εξουσία να παραμερίζει εκδοθείσα απόφασή του με σκοπό την επανασυζήτησή της. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει αίτηση με την οποία αξιώνεται η ακύρωση και/ή η αναθεώρηση εκδοθείσας εκ συμφώνου απόφασής του. Ως εκ τούτου στην περίπτωση που θεωρούσαμε ότι η Αίτηση είναι αίτηση ακύρωσης της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης τότε θα κρίναμε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση. Εφόσον (α) μία εκ συμφώνου απόφαση μπορεί να ακυρωθεί στην ίδια βάση και κάτω από τις ίδιες αρχές που παραμερίζεται μία συμφωνία με μία νέα ξεχωριστή αγωγή και (β) η καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσεως που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητάς του εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο (βλέπε Επί τοις Αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari
(1995)1 Α.Α.Δ. 938), θα κρίναμε ότι αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση αγωγής για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκ συμφώνου απόφασης που εκδόθηκε από το Δ.Ε.Δ. στις 19/3/2014 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 711/11 είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Βλέπε απόφαση Μ. Αναστασίου v. Ν. Αναστασίου, Αγωγή Αρ. 1158/12, ημερ. 18/10/2012, Ε.Δ. Λεμεσού, Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε)). Στη βάση των πιο πάνω κατάληξή μας θα ήταν ότι η διαδικασία της Αίτησης θα έπρεπε να διακοπεί και η Αίτηση να παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δυνάμει του άρθρου 64Α
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60. Συνεπώς αν δεν απορρίπταμε την Αίτηση λόγω δεδικασμένου θα αποδεχόμασταν και τη δεύτερη προδικαστική ένσταση του Ταμείου. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν επιδικάζουμε έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Μ. Μιλτιάδου, Μέλος. Φλ. Φλώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Δικαιοδοσία Δ.Ε.Δ. για ακύρωση εκ συμφώνου απόφασης - Δεδικασμένο). [1] « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.