← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΑΒΒΙΔΑΚΗ ν. KATERINA TRAVEL & TOURS LTD, Αρ. Αίτησης: 710/12, 6/7/2017

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΑΒΒΙΔΑΚΗ ν. KATERINA TRAVEL & TOURS LTD, Αρ. Αίτησης: 710/12, 6/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χρ. Νεοφύτου ) Θ. Θεοδώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 710/12 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΑΒΒΙΔΑΚΗ Αιτήτρια και KATERINA TRAVEL & TOURS LTD Καθ' ών η αίτηση Ημερομηνία: 6 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Ζ. Νικολάου. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Καμία εμφάνιση. κα Ερατώ Πολυκάρπου, Διευθύντρια Καθ΄ ών η αίτηση: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση Εργατικής Διαφοράς την οποία καταχώρησε στις 20/9/2012 εξαιτείται εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: «
  2. Αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης.
  3. Αυξημένες αποζημιώσεις.
  4. Αποζημιώσεις όπως καθορίζονται στον Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμο.
  5. Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως.
  6. Ποσό €850 δεδουλευμένα ημερομίσθια Μαΐου
  7. Ποσό €354,16 αναλογία 13ου μισθού.
  8. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.
  9. Νόμιμο τόκο.
  10. Έξοδα + Φ.Π.Α.» Στους γενικούς λόγους της αίτησης η Αιτήτρια αναφέρει ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση την 1/12/
  11. Ότι στις 4/6/2012 οι Καθ΄ ών η αίτηση τερμάτισαν την απασχόλησή της προφορικά χωρίς προειδοποίηση και χωρίς λόγο. Περαιτέρω λέγει ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής της βρισκόταν στην 26η εβδομάδα της κύησής της γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στους Καθ΄ ών η αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου. Ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση της οφείλουν τα δεδουλευμένα ημερομίσθιά της για τον μήνα Μάιο του 2012 τα οποία ανέρχονται σε €850 καθώς και την αναλογία του 13ου μισθού για το 2012 η οποία ανέρχεται στο ποσό των €354,
  12. Είναι η θέση της ότι ελάμβανε το ποσό των €212,50 εβδομαδιαίως κατά την απασχόλησή της στους Καθ΄ ών η αίτηση. Οι Καθ΄ ών η αίτηση με το έγγραφο εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισής τους παραδέχονται ότι εργοδότησαν την Αιτήτρια και είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία τους από τις 31/12/2010 μέχρι τις 31/5/
  13. Περαιτέρω παραδέχονται ότι τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της έγινε για τον λόγο ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της η Αιτήτρια (α) προέβαινε στη διάπραξη λαθών και παραλείψεων που προκαλούσαν ζημιές στους Καθ΄ ών η αίτηση και (β) παραβίαζε συστηματικά το ωράριο εργασίας της. Είναι ισχυρισμός τους ότι η Αιτήτρια ουδέποτε τους γνωστοποίησε ότι ήταν έγκυος και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας δεν γνώριζαν για την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου αιτούνται απόρριψη της αίτησης Εργατικής Διαφοράς με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Βάρος Απόδειξης Α. Τερματισμός της Απασχόλησης της Αιτήτριας Το άρθρο 3

(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967 Ν.24/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.24/67») προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Ν.24/67, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Ν.24/
  1. Στην παρούσα περίπτωση οι Καθ΄ ών η αίτηση στην παράγραφο 3 των γενικών λόγων του εγγράφου εμφάνισής τους παραδέχονται ότι τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας. Συνακόλουθα ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας από τους Καθ΄ών η αίτηση μετά το τέλος του Μαΐου του 2012 αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Ως εκ τούτου επίδικο θέμα στην παρούσα διαδικασία είναι η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. Ενόψει των πιο πάνω οι Καθ΄ ών η αίτηση έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Ν.24/
  2. Ειδικά, οι Καθ΄ ών η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν ότι με βάση τους λόγους που προβάλλουν στο έγγραφο εμφάνισής τους, ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχονται στην Αιτήτρια τα δικαιώματα της αποζημίωσης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις Η Αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης των αξιώσεών της για οφειλόμενους μισθούς[1]. Παραδεκτά Γεγονότα Οι Καθ΄ ών η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και δραστηριοποιούνται στον τομέα τουρισμού και ταξιδιών. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση στις 30/12/2010 και ο μηνιαίος ακάθαρτος μισθός της ανερχόταν σε €
  3. Μαρτυρία Η κα Ερατώ Πολυκάρπου, διευθύντρια των Καθ΄ ών η αίτηση, κατέθεσε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε μέσα του Ιουνίου του
  4. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει αν η Αιτήτρια έπαιρνε 13ο μισθό. Κατά την πρόσληψη της Αιτήτριας διευθύντρια των Καθ΄ ών η αίτηση ήταν η μητέρα της η οποία το 2009 διαγνώστηκε με καρκίνο ο οποίος καρκίνος επανήλθε τον Γενάρη του 2012 στους πνεύμονες και στον εγκέφαλο και τον Μάιο του 2012 δεν μπορούσε να εργαστεί. Επειδή τον Ιούνιο του 2012 αυτή ήταν οκτώ μηνών έγκυος δεν μπορούσε να πηγαίνει στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση. Ήταν η θέση της ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τον Ιούνιο του 2012 δεν είχαν «αρκετές δουλειές» και επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους, αυτή επέλεξε να σταματήσει την Αιτήτρια από την εργασία της καθότι εργαζόταν part time και δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας που είχαν συμφωνήσει και να κρατήσει την άλλη κοπέλα η οποία εργαζόταν full time με τις ίδιες απολαβές που έπαιρνε η Αιτήτρια. Αυτή δεν γνώριζε ότι η Αιτήτρια ήταν έγκυος καθότι λόγω των προβλημάτων της μητέρας της και της δικής της εγκυμοσύνης δεν πήγαινε συχνά στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση. Τελικά τον Σεπτέμβριο του 2012 μετά το θάνατο της μητέρας της το γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση έκλεισε και όλοι οι υπαλλήλοι των Καθ΄ ών η αίτηση απολύθηκαν. Αντεξεταζόμενη σε ερώτηση αν η απόλυση της Αιτήτριας έγινε στις 4/6/2012 απάντησε καταφατικά. Παραδέχτηκε ότι έστειλε γραπτό μήνυμα (SMS) στο κινητό τηλέφωνο της Αιτήτριας με το οποίο της έλεγε ότι πρέπει να σταματήσει. Υποστήριξε ότι της είπε να σταματήσει για τον μήνα Ιούνιο λόγω του ότι δεν θα μπορούσε να την πληρώσει στο τέλος του μήνα και ότι η Αιτήτρια παρερμήνευσε το εν λόγω μήνυμά της ως απόλυση. Δεν θυμόταν τι έγραψε στο εν λόγω μήνυμα αλλά επέμενε ότι η ουσία του εν λόγω μηνύματος ήταν ότι η Αιτήτρια θα σταματούσε προσωρινά. Αρνήθηκε ότι η Αιτήτρια την πήρε τηλέφωνο και αυτή της είπε ότι απολύεται. Σε σχέση με τον 13ο μισθό ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια εργάστηκε μόνο ενάμιση χρόνο στους Καθ΄ ών η αίτηση και τον ένα Δεκέμβριο που βρισκόταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση η μητέρα της της έδωσε ως δώρο/επίδομα κάποια χρήματα. Αρνήθηκε ότι είδε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 7/6/2012 (Τεκμήριο 7) στο οποίο αναγραφόταν ότι η Αιτήτρια ήταν έγκυος και ότι διένυε την 26η εβδομάδα της κύησής της. Απέρριψε υποβολή ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δόθηκε σε κάποια εργοδοτούμενη των Καθ΄ ών η αίτηση με το όνομα Σοφία για να της το δώσει και η οποία όντως της το έδωσε. Σε ερώτηση αν της τηλεφώνησαν από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αφού της είπαν ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να απολυθεί επειδή ήταν έγκυος την πληροφόρησαν ότι βάσει του νόμου η Αιτήτρια θα της προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό ότι είναι έγκυος και ότι η απόλυσή της θα πρέπει να ακυρωθεί, απάντησε ότι δεν της ανέφεραν κάτι τέτοιο και ότι απλώς της ζήτησαν να συμπληρώσει το έντυπο για τους λόγους απόλυσης της Αιτήτριας. Όταν της υποβλήθηκε ότι γνώριζε ότι η Αιτήτρια ήταν έγκυος γιατί πριν την απόλυσή της η Αιτήτρια είχε ήδη κλείσει τον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της και ότι συζητούσαν για το θέμα της εγκυμοσύνης της στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση, απάντησε «Μπορεί να μιλούσαμε για πιθανό, αλλά δεν ήταν δεδομένο γιατί όπως σας ανέφερα εγώ δεν ήμουν στο γραφείο όλες τις ώρες». Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι συζητούσαν ότι πιθανόν η Αιτήτρια να είναι έγκυος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 ένα αντίγραφο εγγράφου ημερομηνίας 3/5/2012 που περιέχει τους όρους εργοδότησης της Αιτήτριας στους Καθ΄ ών η αίτηση. Σε σχέση με την καταβολή του μισθού της Αιτήτριας για τον Μάιο του 2012 ανέφερε καταθέτοντας ως Τεκμήριο 5 το αντίγραφο της μηνιαίας κατάστασης απολαβών της Αιτήτριας για τον Μάιο του 2012 ότι στην Αιτήτρια τον Μάιο του 2012 καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €136 καθότι αφαιρέθηκαν από τον καθαρό μισθό της τα ακόλουθα ποσά: (α) €70 για άδεια που πήρε χωρίς να τη δικαιούται, (β) €80 για υπερπληρωμή που της έγινε τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 2012, (γ) €180 για ένα τιμολόγιο που αφορούσε δικά της ταξιδιωτικά εισιτήρια και (δ) €150 για ένα λάθος που έκανε στην εργασία της. Υποστήριξε ότι επειδή στο εν λόγω τεκμήριο υπάρχει η υπογραφή της Αιτήτριας σημαίνει ότι η Αιτήτρια το υπέγραψε αφού προηγουμένως συμφώνησε ότι αυτό ήταν το ποσό που έπρεπε να εισπράξει ως μισθό. Ισχυρίστηκε ότι ο 13ος μισθός δόθηκε στην Αιτήτρια ως δώρο από τη μητέρα της και ότι τα χρήματα δίνονταν από προσωπικό λογαριασμό της μητέρας της και όχι μέσω των Καθ΄ ών η αίτηση. Ότι δεν γνωρίζει το ποσό που δινόταν ως δώρο στους εργοδοτούμενους των Καθ΄ ών η αίτηση τέλος του κάθε χρόνου και ότι νομίζει ότι είναι το καθαρό ποσό του μισθού. Ήταν η θέση της ότι η μόνη φορά που αυτή μίλησε με το Γραφείο Εργασίας ήταν όταν το Γραφείο της ζητούσε να συμπληρώσει το έντυπο με τους λόγους που σταμάτησε την Αιτήτρια. Δεν της ανέφεραν από το Γραφείο Εργασίας οτιδήποτε για νομοθεσία σε σχέση με τις εγκύους και δεν έχει στο φάιλ της οποιαδήποτε επιστολή σε σχέση με την απόλυση της Αιτήτριας από το Γραφείο Εργασίας προς τους Καθ΄ ών η αίτηση ή προς το πρόσωπό της. Όταν της υποβλήθηκε υποδεικνύοντας της το Τεκμήριο 6 (επιστολή του Γραφείου Εργασίας ημερομηνίας 4/9/2012 προς την Αιτήτρια) στο οποίο αναφέρεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση ενημερώθηκαν και γραπτώς για την καταγγελία της Αιτήτριας για την απόλυσή της ενόσω ήταν έγκυος, απάντησε ότι πήρε ένα γράμμα από το Γραφείο Εργασίας αλλά αυτή απάντησε με το έντυπο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο ανέγραψε τους λόγους απόλυσης της Αιτήτριας και επέμενε ότι στο τηλέφωνο δεν της ανέφερε κανένας από το Γραφείο Εργασίας ότι έπρεπε να πάρει πίσω την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι απασχολήθηκε στους Καθ΄ ών η αίτηση ως travel agent - υπεύθυνη για έκδοση ταξιδιωτικών εισιτηρίων. Αρχές Ιουνίου του 2012 πήρε ένα SMS από την κα Ερατώ Πολυκάρπου το οποίο έλεγε από Δευτέρας να μην πάει στην εργασία της γιατί η δουλειά έχει μειωθεί. Ισχυρίστηκε ότι πήρε τηλέφωνο την κα Πολυκάρπου και την ρώτησε τι εννοεί με το εν λόγω μήνυμα και αν την απολύει και ότι η κα Πολυκάρπου της απάντησε ότι την απολύει για τον λόγο ότι η δουλειά ήταν μειωμένη. Ήταν η θέση της ότι εκείνη την περίοδο ήταν εγκυμονούσα, ήταν στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της και ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση γνώριζαν την εγκυμοσύνη της αφού αυτή και η κα Ερατώ Πολυκάρπου ήταν στο ίδιο γραφείο και μιλούσαν για το θέμα τόσο της δικής της εγκυμοσύνης όσο και της εγκυμοσύνης της κας Ερ. Πολυκάρπου. Υπέβαλε καταγγελία στο Υπουργείο Εργασίας για την απόλυσή της και το Γραφείο Εργασίας της απάντησε ότι οι προσπάθειες που έκανε να επικοινωνήσει με την κα Ερ. Πολυκάρπου σε σχέση με την καταγγελία της απέβησαν άκαρπες (βλ. Τεκμήριο 6). Επειδή από το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της είπαν ότι έπρεπε να παραδώσει πιστοποιητικό εγκυμοσύνης στους Καθ΄ ών η αίτηση, λίγες ημέρες μετά την απόλυσή της, πήρε το Τεκμήριο 7 στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση και το παρέδωσε στην υπάλληλο που βρισκόταν εκεί η οποία αργότερα της επιβεβαίωσε ότι το έδωσε στην κα Ερ. Πολυκάρπου. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 5 είπε ότι δεν έπρεπε να της αποκοπεί οποιοδήποτε ποσό για λάθος καθότι δεν διέπραξε οποιοδήποτε λάθος κατά την εκτέλεση της εργασίας της και ότι το ποσό των €180 το είχε εξοφλήσει τον προηγούμενο μήνα. Ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 5 καθότι μίλησε με το λογιστήριο των Καθ΄ ών η αίτηση για τις αποκοπές και ότι το λογιστήριο της ανέφερε ότι θα ερευνούσε το θέμα. Κατά την αντεξέτασή της παραδέχτηκε ότι απέστειλε στην κα Πολυκάρπου το Τεκμήριο 8 το περιεχόμενο του οποίου είναι το ακόλουθο: «Προς Κατερίνα Τραβελ 23 Μακαρίου Επισκοπή Αγαπητή Κα. Πολυκάρπου, Σχετικά με το μήνυμα που έλαβα στις 4/6/2012 η ώρα 15.06 που έγραφε, «Γεωργία μου, όπως γνωρίζεις δεν έχουμε αρκετή δουλειά και για την ώρα μου είναι πολύ δύσκολο, γι αυτό καλύτερα από αύριο να μείνεις σπίτι και ελπίζω να αλλάξει η κατάσταση σύντομα, σίγουρα θα σε πάρω τηλέφωνο για να έρθεις πάλι. Σε παρακαλώ πολύ αν έχεις κάτι εκρεμμές μίλα με την Σοφία αύριο για να το αναλάβει» Θα ήθελα να μου δωθεί γραπτώς όπως και δικαιούμαι η απόλυση μου από την εταιρεία για να μπορέσω να εγραφώ στης κοινωνικές ασφαλήσεις ως άνεργη. Σας Ευχαριστώ, Γεωργία Σαββιδάκη». Είπε ότι το εν λόγω τεκμήριο το έστειλε μετά από συμβουλή του Γραφείου Εργασίας ώστε να της δοθεί χαρτί απόλυσής της. Σε υποβολή που της έγινε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 7/6/2012 στάληκε στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση με fax (βλ. Τεκμήριο 9), απάντησε ότι αυτή πήρε το αυθεντικό ιατρικό πιστοποιητικό μέσα σε φάκελο στο γραφείο των Καθ΄ ών η αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο του 2012 επισκέφθηκε τη μητέρα της κας Ερ. Πολυκάρπου και της εξόφλησε το τιμολόγιο που αφορούσε τα αεροπορικά εισιτήρια που αγόρασε για το πρόσωπό της και ότι για αυτό τον λόγο δεν έπρεπε να αποκοπούν από τον μισθό του Μαΐου του 2012 το ποσό των €180,
  5. Αρνήθηκε ότι υπέπεσε σε οποιοδήποτε λάθος κατά την εργασία της. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου για ποιο λόγο στην κατάσταση των αποδοχών της για τον Απρίλιο του 2012 (Τεκμήριο 1) δεν υπάρχει η υπογραφή της ενώ στην κατάσταση των αποδοχών της για τον Μάιο του 2012 υπάρχει, απάντησε ότι κάποιες καταστάσεις τις υπέγραφε και κάποιες όχι και ότι για τον Μάιο του 2012 της είπαν να υπογράψει ότι έπιασε την επιταγή και ότι θα διερευνήσουν το θέμα της διαφωνίας της για τις αποκοπές που της έγιναν και «αν είναι θα της επιστρέψουν τα χρήματα» που της οφείλονται. Υποστήριξε ότι δεν υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο επειδή συμφώνησε αλλά το υπέγραψε για την παραλαβή του ποσού των χρημάτων. Νομική Πτυχή Α. Τερματισμός της Απασχόλησης της Αιτήτριας Η Οδηγία 92/85/ΕΟΚ η οποία αφορά την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων απαγορεύει την απόλυση των εγκύων εργαζομένων γυναικών με σκοπό την προστασία και την ασφάλεια της υγείας τους. Το άρθρο 10 προβλέπει ότι οι έγκυες εργαζόμενες δεν μπορούν να απολυθούν κατά το διάστημα που εκτείνεται από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητάς τους εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και επιτρέπονται από την εθνική νομοθεσία[2]. Όσον αφορά την εθνική νομοθεσία στην Κύπρο ο Νόμος περί Προστασίας και Μητρότητας Ν.100
(1)/97 ως τροποποιήθηκε μέχρι το 2011 («Ν.100
(1)/97») προβλέπει για την προστασία των εγκύων, λεχώνων, γαλουχουσών ή σε άδεια μητρότητας εργαζομένων[3]. Το άρθρο 4 του Ν.100
(1)/97 προβλέπει τα εξής: « 4.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4Β, μισθωτή, η οποία ενημερώνει γραπτώς τον εργοδότη της ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, προστατεύεται από απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας. (β) Κατά την αναφερόμενη στην παράγραφο (α) περίοδο, απαγορεύεται σε εργοδότη: (
  1. i)να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης ή προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης η οποία εκπνέει κατά την υπό αναφορά περίοδο, (
  2. ii)να τερματίζει απασχόληση, ή (iii) να προβαίνει σε ενέργειες με στόχο την οριστική αντικατάσταση της μισθωτής.
(2)..............
(3)Τερματισμός απασχόλησης ή προειδοποίηση για τερματισμό απασχόλησης μισθωτής ανακαλείται, ανεξάρτητα από το αν ο εργοδότης γνώριζε ότι η μισθωτή βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, εφόσον η μισθωτή γνωστοποιήσει σε αυτόν την εγκυμοσύνη της με πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρού εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημέρα που λαμβάνει γνώση για την απόλυση ή την πρόθεση απόλυσης.» Σύμφωνα με το άρθρο 4Β του Ν.100
(1)/97: «.-
(1)Οι διατάξεις των άρθρων 4 και 4Α δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που- (α) η μισθωτή είναι ένοχη σοβαρού παραπτώματος ή συμπεριφοράς, η οποία δικαιολογεί τη ρήξη της σχέσης εργοδότησης, (β) η σχετική επιχείρηση έπαυσε να λειτουργεί, και (γ) η περίοδος διάρκειας της σύμβασης εργασίας έχει λήξει, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες η μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας συνδέεται με την κατάσταση εγκυμοσύνης, τον τοκετό, τη γαλουχία ή με την άδεια μητρότητας της μισθωτής.
(2)Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο εργοδότης, οφείλει να γνωστοποιεί γραπτώς στη μισθωτή τους λόγους του τερματισμού της απασχόλησης ή της προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και να τους αιτιολογεί δεόντως.» Στην υπόθεση C-232/09 Dita Danosa ημερ. 11/11/2010 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε») στη σκέψη 55 ερμηνεύοντας το άρθρο 2 της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ το οποίο προβλέπει ότι η προστασία της εν λόγω οδηγίας παρέχεται σε εργαζόμενη γυναίκα που είναι έγκυος και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τόνισε ότι ο τρόπος ενημέρωσης του εργοδότη για την κατάσταση της εγκυμοσύνης εναπόκειται στις εθνικές νομοθεσίες αλλά αυτός ο τρόπος δεν μπορεί να καταστήσει κενού περιεχομένου την ειδική προστασία της εγκύου εργαζόμενης γυναίκας που παρέχεται με την οδηγία και σημείωσε ότι η προστασία από την απόλυση εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση που ο εργοδότης πληροφορήθηκε έστω και άτυπα για το γεγονός της εγκυμοσύνης[4]. Σύμφωνα με το άρθρο 9Α
(1)του Ν.100
(1)/97 σε περίπτωση παράβασης του Ν.100
(1)/97 δεν έχουν εφαρμογή διατάξεις που θέτουν ως προϋπόθεση της ευθύνης του παραβάτη και/ή του δικαιώματος για αποζημίωση ένα ελάχιστο διάστημα απασχόλησης ούτε διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο αποζημίωσης. Ο Ν.24/67προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση εργοδοτουμένου, ο οποίος απασχολήθηκε συνεχώς σε αυτόν για 26 τουλάχιστον εβδομάδες, για οποιονδήποτε λόγο που δεν καλύπτεται από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Ν.24/67 τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Ν.24/67. Το εδάφιο (ε) της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.24/67 προνοεί ότι η εγκυμοσύνη και η μητρότητα ουδέποτε συνιστούν βάσιμους λόγους για τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτουμένου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιόν του τεθείσα μαρτυρία. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα (Βλέπε Πολ. Έφεση 236/2009 Touchstone Technologies Ltd v. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη ημερ. 29/7/2014). Το άρθρο 5
(1)του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002, Ν.205(Ι)/2002ως τροποποιήθηκε μέχρι το 2012 («Ν.205(Ι)/2002») σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν.205(Ι)/2002 προβλέπει ότι άνδρες και γυναίκες απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης και τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης και ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, σε συσχετισμό ιδίως με την έγγαμη ή οικογενειακή κατάσταση. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται ότι « «διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης... καθώς και οποιασδήποτε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου·» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Το άρθρο 4
(5)του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει ότι «Τυχόν λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου συνιστά διάκριση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.». Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Ν.205(Ι)/2002 η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών εφαρμόζεται και ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις απολύσεως από οποιεσδήποτε θέσεις απασχολήσεως ή εργασίας. Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα την Οδηγία 76/207/ΕΚ περί ίσης μεταχείρισης μεταξύ των ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (η «Οδηγία»). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας[5]. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας ορίζει ότι «η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.». Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.» Η Οδηγία τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με την Οδηγία 2006\54\ΕΚ. Στην τελευταία οδηγία συγκεντρώθηκαν σε ένα ενιαίο κείμενο όλες οι διατάξεις των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπούν στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών καθώς και οι εξελίξεις που απορρέουν από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. Στα προοίμια 23 και 24 της Οδηγίας 2006\54\ΕΚ αναφέρεται ότι από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε καθίσταται σαφές ότι η δυσμενής μεταχείριση των γυναικών που συνδέεται με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου και ότι είναι θεμιτή όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης η προστασία της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και η θέσπιση των μέτρων προστασίας της μητρότητας ως μέσο επίτευξης ουσιαστικής ισότητας και ότι η Οδηγία 2006\54\ΕΚ δεν θίγει την Οδηγία 92/85/ΕΚ που αφορά την προστασία της γυναίκας κατά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Βλ. Υπόθεση C-421/92 Habermann - Beltermann [1994] ECR I-1657 όπου το Δ.Ε.Ε αποφάνθηκε ότι πάσα δυσμενής μεταχείριση των γυναικών συνδεόμενη με την εγκυμοσύνη συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου κατά παράβαση της Οδηγίας. Σημειώνουμε ότι στην οδηγία 2002/73/ΕΚ στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 αναφέρεται ότι τυχόν λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ συνιστά δυσμενή διάκριση. Το Δ.Ε.Ε τόνισε στην απόφασή του στην υπόθεση C- 32/93 Webb v EMO Air Cargo ότι επιφυλάσσοντας στα κράτη μέλη το δικαίωμα διατήρησης ή θέσπισης διατάξεων που σκοπεύουν στην προστασία της γυναίκας όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα, το άρθρο 2
(3)της Οδηγίας αναγνωρίζει τη νομιμότητα της προστασίας, σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των φύλων, πρώτον της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας τόσον κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσον και μετά από αυτήν και δεύτερον της ειδικής σχέσης μεταξύ της γυναίκας και του παιδιού της κατά την περίοδο που έπεται της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Στην απόφαση C-342/93 Gillespie v Northern Health and Social Services Boards στην παράγραφο 16 το Δ.Ε.Ε τόνισε ότι η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή του ιδίου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις ή στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε όμοιες καταστάσεις. Στην υπόθεση Equal Opportunities Commission v Secretary of State for Trade and Industry [2007] EWHC 483, [2007] IRLR 327 παραγ. 41-47, 59- 63 το High Court της Αγγλίας αποφάσισε ότι η προϋπόθεση για σύγκριση της μεταχείρισης που υπέστηκε η έγκυος εργαζόμενη με αυτή που θα υφίστατο αν δεν έμενε έγκυος που προβλέπεται στο S.3A
(1)of the Sex Discrimination Act 1975 το οποίο αναφέρει: "In any circumstances relevant for the purposes of a provision to which this subsection applies , a person discriminates against a woman if -(a) at a time in protected period , and on the ground of the woman' s pregnancy ,treats her less favourably than he would treat her had she not become pregnant" πρέπει να διαγραφεί και η εν λόγω πρόνοια πρέπει να επαναδιατυπωθεί ώστε να μην περιέχεται σε αυτή πρόνοια για σύγκριση με γυναίκα που δεν είναι έγκυος και τόνισε επικαλούμενο τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. ότι το θέμα της δυσμενούς μεταχείρισης συναρτάται με το αν η εργοδοτούμενη υπέστηκε δυσμενή μεταχείριση εξαιτίας της εγκυμοσύνης της δηλαδή η μεταχείριση που υπέστηκε είναι ιδιάζουσα επειδή είναι έγκυος καθότι στην περίπτωση που δεν θα ήταν έγκυος η ίδια αυτή μεταχείριση δεν θα συνιστούσε δυσμενή μεταχείριση. Σημειώνουμε ότι το εδάφιο
(1)του άρθρου 11 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί ότι οι διατάξεις του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου 9 εφαρμόζονται και σε περίπτωση οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης γυναικών λόγω εγκυμοσύνης, τοκετού, γαλουχίας, μητρότητας ή ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό. Το εδάφιο
(2)του άρθρου 11 προβλέπει ότι δυσμενής μεταχείριση γυναίκας που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης τεκμαίρεται ότι οφείλεται μέχρι αποδείξεως του εναντίον στην κατάσταση της εγκυμοσύνης. Λόγω του ότι στο άρθρο 11 χρησιμοποιείται η λέξη «δυσμενής», για σκοπούς απόδειξης παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν απαιτείται η σύγκριση της μεταχείρισης της εγκύου γυναίκας με τη μεταχείριση μιας μη εγκύου γυναίκας ή ενός άνδρα[6]. Το άρθρο 15
(3)του Ν.205(Ι)/2002 προβλέπει ότι: «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστο ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, το επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως» Το Δ.Ε.Ε στην απόφαση του στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891 η οποία αφορούσε την Οδηγία τόνισε ότι έστω και αν η Οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη κύρωση που πρέπει να επιβάλλεται συνεπάγεται από το λεκτικό της Οδηγίας ότι αν το κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, τότε η αποζημίωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ο Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[7] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2002 χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημίες ήταν προβλεπτές[8]. Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[9] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων. Όσον αφορά την ηθική βλάβη σημειώνουμε ότι η έννοια της ηθικής βλάβης ("injured feelings") καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη[10]. Το αντικείμενο της αποζημίωσης δεν είναι ούτε η οικονομική ζημιά ούτε η ασθένεια / σωματική βλάβη αλλά η βλάβη στα αισθήματα του θύματος. Στην αγγλική υπόθεση HM Prison Service v. Johnson [1997] ICR 275 σημειώθηκε ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης για ηθική βλάβη είναι η αποζημίωση και η αποκατάσταση του παραπονούμενου και όχι η τιμωρία του εργοδότη ή του θύτη ή η απόδοση απρόσμενων ωφελημάτων στο θύμα. Ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές ώστε να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές. Ότι αν οι αποζημιώσεις είναι πολύ ψηλές υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτούς τους λόγους τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων του παραβάτη αφενός και τη ζημιά που υπέστηκε στα αισθήματά του το θύμα αφετέρου. Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police [2003] ICR 318 έδωσε εκτεταμένη καθοδήγηση σχετικά με το πώς υπολογίζονται οι αποζημιώσεις για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στο θύμα από την παράβαση. Η εν λόγω καθοδήγηση διαχώρισε τις υποθέσεις σε τρεις κατηγορίες ("the Vento bands"). Η πρώτη κατηγορία αφορά τις πιο σοβαρές υποθέσεις ("the most serious cases") όπου για παράδειγμα έχει υπάρξει μια μακρά εκστρατεία φυλετικής και σεξουαλικής παρενόχλησης. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ GB£15.000 - GB£25.000 και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ("the most exceptional case") η αποζημίωση για ηθική ζημιά μπορεί να υπερβεί τις GB£25.000. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις σοβαρές υποθέσεις ("serious cases") που δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρώτη κατηγορία διότι δεν υπάρχουν τα στοιχεία ιδιαίτερης σοβαρότητας που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις της πρώτης κατηγορίας. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι μεταξύ GB£5.000 - GB£15.000. Η τρίτη κατηγορία καλύπτει τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις όταν η πράξη της διάκρισης αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό όχι ιδιαίτερης σοβαρότητας και η αποζημίωση σ' αυτήν την κατηγορία πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ GB£500 - GB£5.000. Τονίστηκε ότι υπάρχει αρκετή ελαστικότητα στην κάθε κατηγορία ώστε σε κάθε περίπτωση να δίνεται αποζημίωση που κρίνεται δίκαια και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις περιστάσεις της περίπτωσης[11]. Στην περίπτωση της κας Vento η οποία παρενοχλείτο για τέσσερα χρόνια λόγω του φύλου της και στη συνέχεια απολύθηκε με την επίκληση ότι διέπραξε απάτη, επιδικάστηκαν GB£18.000- ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη στην οποία προστέθηκαν ακόμα GB£5.000- λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών που επιβάρυνε ("aggravate") την επίδραση των απαγορευμένων πράξεων στα αισθήματα της κας Vento. Σημειώνουμε ότι Employment Appeal Tribunal[12] αναθεώρησε προς τα πάνω τα ποσά της κάθε κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα για την πρώτη κατηγορία είναι GB£18.000 - GB£30.000, για την δεύτερη GB£6.000 - GB£18.000 και για την τρίτη GB£500 - GB£6.000. Σημειώνουμε ότι η οικονομική ζημιά και η σωματική βλάβη ή ασθένεια αποδεικνύονται με τον καθιερωμένο τρόπο που αποδεικνύονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων και οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο που καθορίζονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων. Το βάρος απόδειξης είναι στο παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει με μαρτυρία τόσο την ύπαρξη και το μέγεθος των εν λόγω ζημιών και βλαβών όσο και την αιτιώδη συνάφεια της ζημιάς/βλάβης που υπέστηκε με την πράξη διάκρισης που υπέστηκε. Με βάση όλες τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις η απόλυση μιας εργαζόμενης που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης στην περίπτωση που η εν λόγω εργαζόμενη καλύπτεται από τις πρόνοιες του Ν.100
(1)/97 είναι παράνομη και συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου εκτός αν εμπίπτει σε μια από τις τρεις εξαιρέσεις που προνοούνται εξαντλητικά και περιοριστικά στο άρθρο 4Β του Ν.100
(1)/97. Στην περίπτωση που η απόλυση είναι κατά παράβαση των προνοιών του Ν.100
(1)/97 η εργαζόμενη δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του Ν.24/67 και του Ν.205(I)/2002 ανεξάρτητα από την περίοδο απασχόλησής της. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις Στο άρθρο 10 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007ως τροποποιήθηκε αναφέρονται τα πιο κάτω: «-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)Πριν από την αποκοπή από τον μισθό, για λόγους αποζημίωσης του εργοδότη, σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1), πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που θα έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο καταβολής της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει αναγνωρισμένος μηχανισμός εκπροσώπησης των εργοδοτουμένων μέσα στην επιχείρηση, πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο.
(3)Σε περίπτωση που οι διαβουλεύσεις, δυνάμει του εδαφίου
(2), δεν καταλήξουν σε διευθέτηση της διαφοράς, τότε η διαφορά θα παραπέμπεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για μεσολάβηση και, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία στο στάδιο της μεσολάβησης, τότε το Υπουργείο θα παραπέμπει την διαφορά στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(4)Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.» Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Α. Τερματισμός της Απασχόλησης της Αιτήτριας Μέσα από τη μαρτυρία της κας Πολυκάρπου προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αδυναμίες στην εκδοχή της αλλά και στο να αφήσει θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα:
(1)Ενώ στο δικόγραφο των Καθ΄ ών η αίτηση αναφέρεται ότι η Αιτήτρια απολύθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση λόγω της συμπεριφοράς που επιδείκνυε, η κα Πολυκάρπου κατά την αντεξέτασή της προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή αφού ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν απολύθηκε από την εργασία της αλλά απλώς της ζητήθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση να σταματήσει προσωρινά να εργάζεται και ότι η Αιτήτρια «παρερμήνευσε» το εν λόγω αίτημά τους, γεγονός που κλονίζει ουσιαστικά την αξιοπιστία της. Δεν μας εξήγησε όμως αφού η Αιτήτρια παρερμήνευσε αυτά που της ειπώθηκαν με γραπτό μήνυμα (SMS) στις αρχές Ιουνίου 2012 γιατί δεν της έγινε ξεκάθαρο από τους Καθ΄ ών η αίτηση ότι δεν την απέλυσαν, γεγονός που μας ξενίζει ιδιαίτερα υπό το φώς της αναφοράς της ότι το Γραφείο Εργασίας επικοινώνησε μαζί της και της ζητούσε να συμπληρώσει το έντυπο με τους λόγους που «σταμάτησε» την Αιτήτρια από την εργασία της. Η θέση της ότι δεν μίλησε μαζί με την Αιτήτρια μετά την αποστολή του SMS επειδή η Αιτήτρια δεν ήθελε να της μιλήσει, δεν είναι πειστική καθότι δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο (α) να μην θέλει η Αιτήτρια να της μιλήσει και (β) δεν της έστειλε πάλι ένα γραπτό μήνυμα που να της επεξηγεί ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις της. Σημειώνουμε ότι δεν κατέθεσε ενώπιόν μας το έγγραφο που συμπλήρωσε και έστειλε στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με τους λόγους που σταμάτησε η Αιτήτρια να εργάζεται στους Καθ΄ ών η αίτηση το οποίο θα έδινε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί της ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
(2)Ενώ κατέθεσε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τον Ιούνιο του 2012 δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν τον μισθό της Αιτήτριας και ότι λίγους μήνες μετά σταμάτησαν τις εργασίες τους δεν προσκόμισε ενώπιόν μας οποιοδήποτε συγκεκριμένο απτό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς της.
(3)Δεν έθεσε ενώπιόν μας συγκεκριμένους και λεπτομερείς ισχυρισμούς που να στηρίζουν τη θέση της ότι η Αιτήτρια δεν τηρούσε το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας της.
(4)Αρχικά ισχυρίστηκε ότι από το Γραφείο Εργασίας δεν της ανέφεραν ότι δεν έπρεπε να απολύσει την Αιτήτρια γιατί ήταν έγκυος, ότι η Αιτήτρια θα της παρέδιδε βεβαίωση εγκυμοσύνης και ότι έπρεπε να την πάρει πίσω στην εργασία της και αρνήθηκε ότι της αποστάληκε σχετική επιστολή από το Γραφείο Εργασίας, ενώ στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε αφού παραδέχτηκε ότι πήρε επιστολή από το Γραφείο Εργασίας αλλά αυτή απάντησε στην εν λόγω επιστολή με το έντυπο του Γραφείου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(5)Η θέση της ότι δεν γνώριζε ότι η Αίτητρια ήταν έγκυος και οι εξηγήσεις που έδωσε προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της στερούνται πειστικότητας και λογικού υποβάθρου υπό το φως του γεγονότος ότι η Αιτήτρια τον Ιούνιο του 2012 που συνέβησαν τα επίδικα γεγονότα είχε ήδη κλείσει τον έκτο (6ο) μήνα της εγκυμοσύνης της. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της κας Πολυκάρπου κρίνουμε ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ΄ών η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η μαρτυρία της Αιτήτριας όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την απόλυσή της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, σαφήνεια και φυσικότητα και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των Τεκμήριων που κατατέθηκαν ενώπιόν μας. Δεν εντοπίσαμε σε αυτήν οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία της εν λόγω μαρτυρίας της Αιτήτριας. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω δεχόμαστε την εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Επομένως αποτελεί εύρημά μας ότι τα γεγονότα της παρούσας εργατικής διαφοράς σε σχέση με την απόλυση της Αιτήτριας είναι όπως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μας με τη μαρτυρία της Αιτήτριας. Παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια κατά τη μαρτυρία της δεν αναφέρθηκε στις ζημιές και τη βλάβη που υπέστηκε λόγω της απόλυσής της. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βάρυνε να αποδείξει (α) με ακρίβεια και σαφήνεια την υλική ζημιά που υπέστηκε συνεπεία της απόλυσής της από τους Καθ΄ ών η αίτηση και (β) ότι προέβηκε σε όλες τις εύλογες ενέργειες για μετριασμό της υλικής ζημιάς της ως όφειλε. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια όλη την υλική ζημιά που υπέστηκε η Αιτήτρια συνεπεία της απόλυσής της από τους Καθ΄ών η αίτηση. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν ανέφερε ότι υπέστηκε οποιαδήποτε σωματική ή ηθική βλάβη εξαιτίας της απόλυσής της. Ως επακόλουθο των πιο πάνω ευρημάτων μας καταλήγουμε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας κατά παράβαση των προνοιών του Ν.100
(1)/97 καθότι απέλυσαν την Αιτήτρια ενώ ήταν έξι μηνών έγκυος (και γνώριζαν άτυπα για την εγκυμοσύνη της) και μετά την απόλυσή της τους γνωστοποίησε επίσημα με ιατρικό πιστοποιητικό την εγκυμοσύνη χωρίς να αποδείξουν με αποδεκτή (αξιόπιστη και πειστική) μαρτυρία ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε σοβαρό παράπτωμα κατά την εκτέλεση της εργασίας της και/ή ότι η επιχείρηση των Καθ΄ ών η αίτηση έπαυσε να λειτουργεί. Η απόλυση της Αιτήτριας, ενόσω ήταν έγκυος και στην περίπτωση της εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Ν.100
(1)/97, συνιστά δυσμενή μεταχείριση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του Ν.205(Ι)/2002 καθότι οι Καθ΄ ών η αίτηση εφάρμοσαν τον ίδιο κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις αφού δεν έλαβαν υπόψη τους τον παράγοντα της εγκυμοσύνης της Αιτήτριας, ο οποίος σύμφωνα με τα ευρήματά μας ήταν σε άτυπη γνώση τους πριν την απόλυση της Αιτήτριας και μετά την απόλυση τους γνωστοποιήθηκε επίσημα και ο οποίος έθετε την Αιτήτρια σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλοντας σ΄ αυτήν την παροχή ειδικής προστασίας σύμφωνα με τον Ν.100
(1)/97 και o οποίος διαφοροποιούσε την κατάσταση της Αιτήτριας από μια εργοδοτούμενη που δεν εγκυμονεί και επέβαλλε και την εφαρμογή του Ν.100
(1)/97 στην περίπτωση απόφασης τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. Με βάση το άρθρο 11 του Ν.205(Ι)/2002 η εν λόγω δυσμενής μεταχείριση της Αιτήτριας τεκμαίρεται ότι οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας των Καθ΄ ών η αίτηση, οι Καθ΄ ών η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν δικαιολογημένη και επιτρεπτή εντός των πλαισίων του Ν.100
(1)/97 ώστε να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Ν.100
(1)/97 και ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση απέτυχαν να αντικρούσουν (α) το μαχητό τεκμήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας δεν οφείλεται στην εγκυμοσύνη της και (β) το μαχητό τεκμήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας είναι παράνομη. Κρίνουμε λοιπόν ότι η Αιτήτρια υπέστη δυσμενή διάκριση λόγω της εγκυμοσύνης της κατά παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 και ότι η απόλυσή της είναι παράνομη. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι η απόλυση της Αιτήτριας (α) είναι παράνομη και (β) συνιστά άμεση διάκριση λόγω του φύλου της Αιτήτριας με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να δικαιούται αποζημιώσεις με βάσει τον Ν.24/67 και Ν.205(Ι)/2002. Λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τις προστατευτικές διατάξεις του Ν.100
(1)/97 απαγορεύεται ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένης από την ημερομηνία έναρξης της εγκυμοσύνης μέχρι και τρεις μήνες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, κρίνουμε ότι η θετική ζημιά που υπέστη η Αιτήτρια ως αποτέλεσμα της παράβασης από τους Καθ΄ ών η αίτηση του Ν.100
(1)/97 και του Ν.205(Ι)/2002 θα μπορούσε να περιλαμβάνει (α) την υλική ζημιά που υπέστηκε η Αιτήτρια λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της όπως π.χ. τα εισοδήματα που απώλεσε από τον τερματισμό της απασχόλησής της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητάς της και (β) τη βλάβη που προκλήθηκε στα αισθήματα της Αιτήτριας. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω η Αιτήτρια δεν απέδειξε την υλική ζημιά που υπέστηκε λόγω της απόλυσής της ούτε αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην ηθική βλάβη που υπέστηκε. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καθορίσει τις αποζημιώσεις που δικαιούται η Αιτήτρια με βάση τον Ν.205(Ι)/2002. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας (όπως τις παραθέσαμε πιο πάνω), την περίοδο απασχόλησής της στους Καθ΄ ών η αίτηση, το ύψος του μισθού της, το ότι βρισκόταν στον έκτο (6ο) μήνα της εγκυμοσύνης της όταν απολύθηκε, το ότι με βάση τον Ν.100
(1)/97 θα μπορούσε να εργαστεί στους Καθ΄ ών η αίτηση τρεις
(3)μήνες πριν να εξασκήσει το δικαίωμά της για απουσία 18 εβδομάδων από την εργασία της λόγω τοκετού και μητρότητας σύμφωνα με τον Ν.100
(1)/97 (αφού η ημερομηνία του αναμενόμενου τοκετού σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση ήταν 19/9/2012) κατά τη διάρκεια των οποίων 18 εβδομάδων θα μπορούσε να λαμβάνει από το Τμήμα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικό επίδομα καθώς και ακόμα τρεις
(3)μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας κατά τους οποίους η περίοδος απαγόρευσης της απόλυσης εκτείνεται σύμφωνα με τον Ν.100
(1)/97, το γεγονός ότι η απόλυσή της έγινε κατά την χρονική περίοδο που δυνάμει του Ν.100
(1)/97 απαγορευόταν η απόλυσή της με σκοπό την προστασία
(1)της ψυχικής της υγείας ως εγκύου και
(2)του εμβρύου που κυοφορούσε και την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας και με το αν και πότε βρήκε άλλη εργασία η Αιτήτρια, κρίνουμε ότι στη βάση των προνοιών του Ν.24/67 είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως επιδικάσουμε στην Αιτήτρια ως ποσό αποζημίωσης το ποσό που αντιστοιχεί σε πέντε
(5)μηνιαίους μισθούς €3.500,00 (5 Χ €700,00). Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν.24/67, η Αιτήτρια δικαιούται και πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με τις απολαβές 2 εβδομάδων ήτοι €350,00 [2 Χ {(13 Χ €700,00) ÷ 52}]. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις
  1. 13ος μισθός Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι κατά την απόλυση της Αιτήτριας δεν της καταβλήθηκε αναλογία 13ου μισθού για το
  2. Θέση των Καθ΄ ών η αίτηση όπως αυτή προβλήθηκε στη μαρτυρία της κας Πολυκάρπου είναι ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται αναλογία 13ου μισθού καθότι η Αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα με βάση τη σύμβαση εργοδότησής της σε 13ο μισθό. Παρατηρούμε ότι (α) η πιο πάνω θέση των Καθ΄ ών η αίτηση δεν περιέχεται στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση, (β) η σχετική μαρτυρία της κας Πολυκάρπου δεν ήταν σταθερή αφού αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει αν η Αιτήτρια έπαιρνε 13ο μισθό και ότι δεν μπορεί να πει αν έπαιρνε 13ο μισθό, ακολούθως είπε ότι νομίζει ότι η Αιτήτρια δεν έπαιρνε, στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι η Αιτήτρια δεν έπαιρνε 13ο μισθό και σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της είπε ότι ο 13ος μισθός στους υπαλλήλους δινόταν πάντα ως δώρο από τη μητέρα της και ότι δεν γνωρίζει το ποσό που δινόταν ως 13ος μισθός καθότι τα χρήματα δίνονταν όχι μέσω των Καθ΄ ών η αίτηση αλλά από προσωπικό λογαριασμό της μητέρας της και (γ) η θέση της ότι ο 13ος μισθός δινόταν ως δώρο είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 στο οποίο αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα ότι στην Αιτήτρια θα καταβάλλεται 13ος μισθός ύψους €652,00 και ότι σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης θα καταβάλλεται 13ος μισθός. Σημειώνουμε ότι το εν λόγω έγγραφο (Τεκμήριο 4) το οποίο περιέχει τους όρους εργοδότησης της Αιτήτριας στους Καθ΄ ών η αίτηση φέρει ημερομηνία 3/5/2012 και φαίνεται να υπογράφεται εκ μέρους του εργοδότη από την μάρτυρα, γεγονός που μας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία της κας Πολυκάρπου η οποία προέβαλε ενώπιόν μας τις θέσεις ότι τα θέματα των προσλήψεων των υπαλλήλων τα χειριζόταν η μητέρα της. Λόγω των πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία της κας Πολυκάρπου σε σχέση με το δικαίωμα της Αιτήτριας σε αναλογία 13ου μισθού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η θέση της Αιτήτριας ότι το 2011 της δόθηκε 13ος μισθός υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2012 η οποία ανέρχεται σε €271,67 (€652 Χ 5 ÷ 12).
  3. Μισθός Μαΐου 2012 Η Αιτήτρια κατά την ακροαματική διαδικασία περιόρισε την αξίωσή της σε σχέση με τον μισθό του Μαΐου 2012 στο ποσό των €330,00 που αποκόπηκε κατά την καταβολή του εν λόγω μισθού με τον ισχυρισμό ότι χρωστούσε ένα τιμολόγιο για ταξιδιωτικά εισιτήρια στους Καθ΄ ών η αίτηση (€180,00) και ότι προέβηκε σε ένα λάθος κατά την εκτέλεση της εργασίας της το οποίο προκάλεσε ζημιά στους Καθ΄ ών η αίτηση (€150,00). Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο εφόσον αποτελεί παραδεκτό γεγονός η μη καταβολή των εν λόγω ποσών στην Αιτήτρια με την πληρωμή του μισθού του Μαΐου του 2012 είναι κατά πόσον οι Καθ΄ ών η αίτηση νόμιμα προέβηκαν στις πιο πάνω αποκοπές στη βάση των προνοιών του Ν.35(Ι)/2007 και το σχετικό βάρος το έχουν οι Καθ΄ ών η αίτηση. Στην παρούσα περίπτωση για να είναι νόμιμες οι πιο πάνω αποκοπές θα πρέπει να καλύπτονται από τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 του Ν.35(Ι)/2007 και πιο συγκεκριμένα των παραγράφων (δ) ή (ε) του εν λόγω εδαφίου. Η μαρτυρία της κας Πολυκάρπου δεν είναι επαρκής και ικανοποιητική για να κριθεί ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)(δ) καθότι δεν έθεσε ενώπιόν μας θετική, σαφή, λεπτομερή μαρτυρία που να συνοδεύεται από απτά στοιχεία που (α) να στηρίζουν την εκδοχή της για λάθος που διέπραξε η Αιτήτρια κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων της και (β) να αποδεικνύουν
(1)ότι το κατ΄ ισχυρισμό λάθος της Αιτήτριας προκλήθηκε σκόπιμα από την Αιτήτρια ή κατόπιν βαριάς αμέλειας της Αιτήτριας και
(2)ότι προηγήθηκε διαβούλευση με την Αιτήτρια σχετικά με την εν λόγω αποκοπή. Όσον αφορά τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)(ε) παρατηρούμε ότι η ύπαρξη μόνο της υπογραφής της Αιτήτριας στο Τεκμήριο 5 χωρίς οποιαδήποτε άλλη ένδειξη για τη συμφωνία της Αιτήτριας για τις αποκοπές από τον μισθό της για τον μήνα Μάιο του 2012 ή άλλη σαφή και θετική μαρτυρία που να δεικνύει τη συγκατάθεση της Αιτήτριας για τις εν λόγω αποκοπές δεν είναι αρκετό να καταδείξει την απαιτούμενη από τις πρόνοιες του Ν. 35(Ι)/2007 συγκατάθεση της Αιτήτριας. Διαφάνηκε ότι η κα Πολυκάρπου δεν είχε άμεση και θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταβλήθηκε στην Αιτήτρια ο μισθός του Μαΐου του 2012 και προέβαλε μόνο επιχειρήματα και υποθέσεις. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω δεν μπορούμε να στηριχτούμε στη μαρτυρία της κας Πολυκάρπου για εξαγωγή ευρημάτων που στηρίζουν την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Αιτήτριας ήταν άμεση, σαφής και πειστική και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια δικαιούται το ποσό των €330,00 ως ποσό που παράνομα απεκόπηκε από τον μισθό της για τον μήνα Μάιο του
  1. Κατάληξη Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση για τα πιο κάτω ποσά: (α) €3.500,00 ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση με νόμιμο τόκο. (β) €350,00 ως αποζημίωση αντί νενομισμένης προειδοποίησης με νόμιμο τόκο και (γ) €601,67 ως οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς με νόμιμο τόκο. Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Χρ. Νεοφύτου, Μέλος. Θ. Θεοδώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω εγκυμοσύνης / Οφειλόμενοι μισθοί / Νομιμότητα Αποκοπών με βάση των Περί Προστασίας Μισθών Νόμο). [1] Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007τον Δεκέμβριο του 2012 που προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το φέρει ο εργοδότης. [2] Στην υπόθεση C-394/96 Brown v. Rentokill ημερ. 30.6.1998 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.») ανέφερε ότι λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο η απόλυση να επηρεάσει δυσμενώς τη σωματική και ψυχική κατάσταση γυναικών που εγκυμονούν, έχουν πρόσφατα γεννήσει ή γαλουχούν, συμπεριλαμβανομένου του ιδιαίτερα σοβαρού κινδύνου να παρακινηθεί εξ αυτού η έγκυος εργαζόμενη να διακόψει την κύησή της, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε με το άρθρο 10 της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, ειδική προστασία για τις γυναίκες, με την απαγόρευση απολύσεως εγκύου γυναίκας κατά την χρονική περίοδο από την έναρξη της εγκυμοσύνης μέχρι το τέλος της άδειας μητρότητας εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους και προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες. [3] Ο εν λόγω νόμος τροποποιήθηκε το 2002, το 2007 και το 2011 για σκοπούς εναρμόνισης του με το Κοινοτικό Δίκαιο και πιο συγκεκριμένα την Οδηγία 92/85/ΕΟΚ καθώς και τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [4] Σκέψη 55 : «Αφετέρου, μολονότι το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85 παραπέμπει στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εργαζόμενη ενημερώνει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, πάντως, ο τρόπος αυτός δεν μπορεί να καταστήσει κενή περιεχομένου την ειδική προστασία της εργαζόμενης γυναίκας που προβλέπει το άρθρο 10 της ίδιας οδηγίας, το οποίο απαγορεύει την απόλυση των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων που δεν συνδέονται με την κατάστασή τους. Σε περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να έχει πληροφορηθεί περί της εγκυμοσύνης της εργαζομένης από την ίδια την ενδιαφερόμενη, έλαβε πάντως γνώση της εγκυμοσύνης αυτής, θα αντέβαινε στον σκοπό και στο πνεύμα της οδηγίας 92/85 η συσταλτική ερμηνεία των όρων του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής και η άρνηση παροχής στην οικεία εργαζόμενη της προστασίας από την απόλυση που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 10.» [5] Βλέπε Απόφαση ΔΕΕ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891, Απόφαση ΔΕΕ C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-
  2. [6] Στο σύγγραμμα M.Connolly, Discrimination Law, 2nd Edition, Sweet&Maxwell, στη σελίδα 117 αναφέρονται τα ακόλουθα: " ...there are some notable features to pregnancy discrimination law. No comparison is required...The Equality Act requires unfavourable, rather than, less favourable treatment. This dispenses with the need for comparator..."; [7] Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι σχετικές νομοθεσίες που δημιουργούν το αστικό αδίκημα της διάκρισης διευκρινίζουν ότι όλες οι διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις που στηρίζονται σε παράνομες διακρίσεις προχωρούν ως να είναι διαδικασίες που αφορούν αστικά αδικήματα. Βλέπε Chagger v Abby National [2010]IRLR 47, Ministry Of Defence v Cannock [1994] ICR
  3. [8] Osei-Adjei v RM Education Ltd UKEAT/0461/12 date 24/9/13 [9] Sheriff v Klyme Tugs (Lowerstoft) Ltd [1999] IRLR 481 [10] M.Connolly ,Discrimination Law, 2nd Edition , Sweet& Maxwell, page
  4. [11] Βλέπε Interaction Recruitment PLC v. Morris Appeal No.UKEAT /0090/14/BA: "Awards for injury to feelings .... As to the precise level of award under this head, much obviously depend upon the particular case, which in turn will depend on the evidence given and the injury found to have been suffered by the particular individual ....". The Cadogan Hotel Partners ltd v. Ozog
(2014)UKEAT 001-14-1505: "..... in making an award for injury for feelings the task of an employment Tribunal is to consider what degree of hurt feelings has been sustained and to award damages accordingly .... in deciding which of the Vento bands applies to a particular case the Tribunal will wish to take account of relevant factors such as whether the discrimination formed a part of a campaign of harassment over a longer period, but also to what actual loss was attributable to the discrimination suffered". [12] Da' Bell v NSPCC [2010] IRLR 19 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.